Supreme Court dismisses appeal against first instance judgment on property ownership via emphyteusis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Court of First Instance regarding property ownership disputes. The appellant argued that the lower court erred in rejecting claims of ownership based on emphyteusis and failed to consider specific evidence presented during the trial. The court ruled that the lower court's evaluation of evidence was not subject to appellate review and that the appellant's arguments lacked legal basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 571, 577, 974, 1041, 1042, 1045, 1051 of the Code of Civil Procedure and Articles 974, 1041, 1042, 1045, 1051 of the Civil Code: An appeal against a judgment on property ownership via emphyteusis is inadmissible if it challenges the court's evaluation of evidence without providing new grounds for re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1729 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1729/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γ. Καλαμαρίδη, Α. Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. χήρας Α. Κ., το γένος Δ. και Α. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Μπαμπατζιμόπουλο, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Θ. και της Α., κατοίκου ..., 2) Ε. Κ. του Β. και της Μ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κυριακή Ιωαννίδου-Κουδρόγλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2016 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος Α. Κ. και της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7321/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-8-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 30-8-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 7321/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο και εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την έφεση των εναγομένων - εκκαλουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της αριθμ. 76/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση κράτησε και δίκασε την από 15-7-2016 και με αριθμ. κατ. 56/2016 αγωγή, ερειδόμενη στο πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας και ειδικότερα στην έκτακτη χρησικτησία, και στον παράγωγο τρόπο με την οποία ζητούσαν ο μεν πρώτος ενάγων αρχικός διάδικος ν' αναγνωριστεί επικαρπωτής και η δεύτερη ενάγουσα ψιλή κυρία της περιγραφόμενης οικίας που βρίσκεται επί του περιγραφόμενου διηρημένου τμήματος οικοπέδου, την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
ΙΙ. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την δεύτερη ενάγουσα, στο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας της οποίας ενσωματώθηκε το δικαίωμα της επικαρπίας του πρώτου ενάγοντα, μετά τον επισυμβάντα θάνατό του στις 12-1-2017, που κοινοποιήθηκε κατά την έναρξη της συζήτησης, της πιο πάνω έφεσης, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571,577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις του νομέα να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του χρησικτησίας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Ειδικότερα ο εναγόμενος για να αντικρούσει την παραπάνω αγωγή μπορεί είτε να αρνηθεί την ιστορική της βάση είτε να προβάλει ενστάσεις, μεταξύ των οποίων και την ένσταση ιδίας κυριότητας, με την οποία θα ισχυρίζεται ότι αυτός απέκτησε την κυριότητα του ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο και ότι ο ενάγων, εξαιτίας του λόγου αυτού, έχει πάψει να είναι πλέον κύριος του επιδίκου.
Αν η ένσταση αυτή γίνει δεκτή το δικαστήριο θα απορρίψει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Αν όμως η εν λόγω αγωγή απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, επειδή δεν αποδείχθηκε η ιστορική της βάση και, ειδικότερα, επειδή δεν αποδείχθηκε η κυριότητα του ενάγοντος, καθίσταται περιττή η έρευνα της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου, αφού η απόρριψη της αγωγής που επιδίωξε ο τελευταίος με την ένστασή του έγινε, γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την κτήση της επικαλούμενης κυριότητάς του στο ακίνητο, (Α.Π 1840/2017,ΑΠ 713/2014).
Α.Π 1840/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ η οποία ταυτίζεται με αυτή του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ.Α.Π. 1/2020, 6/2019, 1/1999).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 21/2022, Α.Π. 1423/2019, Α.Π. 319/2017). Για το ορισμένο του λόγου αυτού, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς εάν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση αυτών βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π 357/2018, ΑΠ120/2017).
Επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ που ταυτίζεται με το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Α.Π. 21/2022).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π 21/2022,ΑΠ 19/2020).Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με αυτή του άρθρου 560 αριθ. 5 αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως ''πράγματα'', θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Δεν θεωρούνται πράγματα τα αποδεικτικά μέσα (Α.Π 952/2022, Α.Π 855/2019, Α.Π 1646/2018, ΑΠ 1627/2011). Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητώς ή και σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, Α.Π 1646/2018).
Τέλος, πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, Ολ.
ΑΠ 25/1994, Α.Π 918/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/2017 ΑΠ 1051/2010). IV. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο Β.
Κ., πατέρας της δεύτερης εναγόμενης και του πρώτου ενάγοντας, παντρεύτηκε το έτος 1936 με την μητέρα τους Μ. Κ.. Η αρχική κατοικία τους ήταν η πατρική κατοικία του Β. Κ., όπου διέμενε μαζί με τον πατέρα του Γ. και την μητέρα του Α. και απέκτησαν τα πρώτα τους τέκνα Θ. και Γ.. Εν συνεχεία, ο Β. Κ. και η οικογένεια του μετακόμισαν κατά το έτος 1938 σε μία οικία που κατασκεύασε ο ίδιος κατά την ίδια χρονιά εμβαδού περίπου 72 τ.μ.
επί του υπ' αριθμ. 104 οικοπέδου εκτάσεως περίπου 1.100 τ.μ. που του παραχώρησε η τότε Νομαρχία. Στον πόλεμο του 1940 ο Β. Κ. πολέμησε και έμεινε ανάπηρος με αποτέλεσμα, αφού απολύθηκε από τον στρατό, να του δοθεί από το κράτος το έτος 1954 άδεια αναπηρική για να πουλάει τσιγάρα. Για να εκμεταλλευτεί την άδεια αυτή ο πατέρας τους έκτισε δίπλα στην ισόγεια οικία άλλο μακρόστενο ισόγειο κτίσμα με εμβαδό περίπου 50 τ.μ.
με άδεια που έβγαλε από την αστυνομία το έτος 1963. Έτσι, στο εν λόγιο υπ' αριθμ. 104 οικόπεδο υπήρχαν δύο συνεχόμενα κτίσματα, και δη η παλαιό ισόγεια οικία εμβαδού περίπου 72 τ.μ. και ένα άλλο μικρότερο ισόγειο μακρόστενο κτίσμα εμβαδού περίπου 50 τ.μ.. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από α. την με αριθμό ... Άδεια Προνομιακής Πωλήσεως Σιγαρέτων με την οποία δόθηκε στον Β.
Κ. η άδεια πώλησης τσιγάρων κλπ. συναφών ειδών ως ανάπηρο πολέμου, β. την με αριθμ. πρωτ. ... 1963 άδεια ανεγέρσεως μονωρόφου οικοδομής του Σταθμού Χωροφυλακής Ν. ..., με την οποία έγινε δεκτή η από ...1963 αίτηση του Β. Κ. με την οποία ζητούσε να του χορηγηθεί άδεια ανέγερσης κτίσματος εμβαδού 49,5 τ.μ, (με ύψος 3 μέτρα, με προϋπολογιζόμενη δαπάνη ανέγερσης 19.520 δρχ,, το είδος τοιχοποιίας "Λιθοδομή" και ως κάλυψη στέγης "κέραμος"), και γ.
από το τοπογραφικό διάγραμμα της διανομής 1966 και 1968-1969 του συνοικισμού ..., από το οποίο προκύπτει ότι κατά τον χρόνο της επίσημης καταγραφής των οικοπέδων και των κτισμάτων του οικισμού που έγινε από την τυπογραφική υπηρεσία Χαλκιδικής, υπήρχαν στο οικόπεδο του Β. Κ. δύο διακριτά κτίσματα, εκ ων οποίων το κτίσμα με σχήμα ορθογώνιο είναι η παλαιά ισόγεια οικία των περίπου 72 τ.μ.
και το διπλανό ("κολλητά") κτίσμα με σχήμα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο είναι το δεύτερο ισόγειο κτίσμα των περίπου 50 τ.μ. Ακολούθησε η οριστική διανομή των κληροταμαχίων της περιοχής με αποτέλεσμα να παραχωρηθεί στον Β. Κ. δυνάμει του με αριθμ. ...1974 Τίτλου Κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Χαλκιδικής, που μεταγράφηκε νόμιμα την 5.11.1979 στον τόμο ...
με α/α ...τα βιβλία μεταγραφών ίου Υποθηκοφυλακείου ..., η κυριότητα του υπ' αριθμ. 104 κληροτεμαχίου εκτάσεως 1413 τ.μ.. το οποίο βρίσκεται στο υπ'αριθμ. αριθμ. 19 ΟΤ στον Συνοικισμό ... της ομώνυμης τοπικής κοινότητας της δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, επί του οποίου ο ανωτέρω είχε ήδη αναγείρει τα δύο κτίσματα.
Όπως προκύπτει από τον ανωτέρω τίτλο, με τον τελευταίο κυρώθηκε τυπικά η υπ αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής, με την οποία έγινε η στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων στον συνοικισμό .... Στην ανωτέρω ισόγεια παλαιά οικία διέμενε ο Β. Κ. με την σύζυγό του και όλα τα τέκνα που απέκτησαν πέραν του Θ.
και του Γ. και δη τον Α. (πρώτο ενάγοντα), τον Φ. και την Ε. (δεύτερη εναγόμενη). Ο Β. Κ. απεβίωσε την ...1965, ενώ η σύζυγός του Μ. Κ. απεβίωσε στις ...1977 (βλ. τις υπ' αριθμ. 2-... και Τ-... Ληξιαρχικές Πράξεις Θανάτου του Ληξιαρχείου της Κοινότητας ...). Μετά τον θάνατο και των δύο γονιών τους τα ως άνω αδέλφια, αποφάσισαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτών, να διανείμουν το ανωτέρω οικόπεδο, προς τούτο δε τα πέντε αδέλφια (Θ.
Κ., Γ. Κ., Α. Κ., Ε. Κ. και Φ. Κ.) συνέταξαν και υπέγραψαν το από 15-12-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής του με αριθμό 104 οικοπέδου εκτάσεως 1.113 τ.μ., σύμφωνα με το οποίο αυτό διαχωρίστηκε σε πέντε ίσα τμήματα, αρχόμενα εξ ανατολών προς δυσμάς, έχοντα εμβαδό το καθένα 222 τ.μ., ως απεικονίζονται στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Α.
Δ., τα οποία αφού έλαβαν αριθμούς 1 έως 5. κληρώθηκαν στα ανωτέρω αδέλφια, με αποτέλεσμα ο μεν Α. Κ. να λάβει το υπ' αριθμ. 1 τμήμα όπου ήταν ανεγερμένο το ισόγειο κατάστημα των περίπου 50 τ.μ/, το οποίο μετά τον θάνατο της μητέρας του το εκμεταλλευόταν ο ίδιος, ο Γ. Κ. το υπ' αριθμ. 2 τμήμα, η Ε. Κ., να λάβει το υπ' αριθμ. 3 τμήμα, ο Φ.
Κ. το υπ' αριθμ. 4 τμήμα και ο Θ. Κ. το υπ' αριθμ. 5 τμήμα, ακολούθως, δε ο Γ. Κ. με το 15-3 2-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής ακινήτων, μεταβίβασε το ως άνω υπ' αριθμ. 2 τμήμα που απέκτησε με την διανομή στα υπόλοιπα τέσσερα αδέλφια του, λόγω ανταλλαγής, λαμβάνοντας από αυτούς 4 στρέμματα εξ αδιαιρέτου επί πλέον του κληρονομικού του μεριδίου επί ενός κληροτεμαχίου στην θέση "..." στην περιοχή ..., με αποτέλεσμα το υπ' αριθμ. 104 οικόπεδο να χωριστεί σε τέσσερα διηρημένα τμήματα εκτάσεως 278,25 τ.μ.
έκαστο, και ο μεν Α. Κ. να λάβει το ίδιο ως άνω τμήμα οικοπέδου μετά του επ' αυτού κτίσματος των περίπου 50 τ.μ. η δε Ε. Κ. να λάβει το αμέσως συνεχόμενο τμήμα μετά της επ' αυτού ισόγειας παλαιός οικίας των περίπου 72 τ.μ., όπως τα αυτοτελή αυτά τμήματα (και τα λοιπά των αδελφών Φ. και Θ. Κ.) μετά των επ' αυτών ως άνω δύο κτισμάτων αποτυπώνονιαι στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικά.
Μετά την ανώτεροι διανομή ο Α. Κ. προέβη σε μεταβολές στο ανωτέρω ισόγειο κατάστημα και ειδικότερα εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια με την οποία προέβη σε ανέγερση προσθήκης καθ' ύψος και κατ' επέκταση οικοδομής πάνω από το ισόγειο κατάστημα που βρισκόταν στο τμήμα του οικοπέδου που είχε λάβει με την ανωτέρω διανομή και συγκεκριμένα σε προσθήκη στο προϋπάρχον ισόγειο κατάστημα με επέκταση αυτού κατά 29.82 τ.μ.
και ανέγερση ορόφου πάνω από το ισόγειο κατάστημα μετά της προσθήκης αυτού εμβαδού 70.61 τ.μ. Στο υπόμνημα που συνοδεύει το τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια, που ελέγχθηκε χωρίς αυτοψία από τον Κ. Τ. την 10-05-1982 και θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο Κ. Δ. την 14.5.1982. ο μηχανικός εικονίζει και εμβαδόμετρά και την παλιά προϋφιστάμενη οικία εμβαδού 72.25 τ.μ. (κατά την εν λόγω μέτρηση) και συγκεκριμένα "Εμ.
Οικοδ. Υπαρ. 8,50 X 8,50 = 72,25 τ.μ.". Το γεγονός ότι ο όροφος που έκτισε ο πρώτος ενάγων κτίστηκε αποκλειστικά πάνω από το ισόγειο κατάστημα και την προσθήκη αυτού και όχι πάνω και σε μέρος της επίδικης οικίας, αποδεικνύεται και από την προσκομιζόμενη φωτογραφία που απεικονίζει τα δύο κτίσματα, από όπου σαφώς προκύπτει α.
ότι η παλαιό οικία δεν φέρεται να έχει υποστεί επεμβάσεις ως προς το εμβαδόν της και ενυπάρχει επ' αυτής η ενιαία και εξ αρχής κατασκευασμένη (με τα ίδια παλαιό υλικά) σκεπή της και β. ότι το παλαιό ισόγειο κατάστημα και ο όροφος-κατοικία είναι κτισμένα ακριβώς το ένα πάνω στο άλλο και κολλητά στην παλαιό οικία.
Ο πρώτος ενάγων προέβη μάλιστα σε επέκταση του ισογείου και του ορόφου λίγο δεξιότερα από την προέκταση της νοητής γραμμής του πρωτότοιχου της πατρικής κατοικίας, ώστε να σχηματίζουν "Γ" και ένα μέρος της οικοδομής να εισέρχεται μέσα στα όρια του τμήματος οικοπέδου της δεύτερης εναγόμενης. Την ίδια επέκταση εντός του διηρημένου τμήματος που δόθηκε στην δεύτερη εναγόμενη με την ανωτέρω διανομή πραγματοποίησε ο πρώτος ενάγων στο άκρο των δύο οικοπέδων με την κατασκευή μία μικρής αποθήκης εμβαδού 29.20 τ.μ..
Η εν λόγω δε αποθήκη αποτέλεσε αιτία δικαστικής διένεξης μεταξύ του πρώτου ενάγοντος και της δεύτερης εναγόμενης, επειδή η τελευταία διαμαρτυρήθηκε για την κατασκευή της και συγκεκριμένα ο Α. Κ. άσκησε την με αριθμ. καταθ. 34.189/2001 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εναντίον της Ε.
Κ.., με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος της επίδικης οικοπεδικής έκτασης 41 τ.μ. που καταλάμβανε η αποθήκη των 41τ.μ., την απόκτηση της κυριότητας του δε επί του οικοπέδου του, όπου ισχυριζόταν ότι κτίστηκε η επίδικη αποθήκη την στήριζε στην έκτακτη χρησικτησία και δη στην από τον χρόνο του θανάτου της μητέρας του και της άτυπης διανομής του όλου οικοπέδου το 1980.
μεταξύ των αδελφών-εξ αδιαθέτου κληρονόμων άσκηση νομής. Συγκεκριμένα στην ως άνω αγωγή ανέφερε: "...Τουτου αποβιώσαντα την ... 1965,..,εκληρονόμησαν οι εξ αδιαθέτου κατά το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι νόμιμοι κληρονόμοι κατά το υπ' αριθμ. ... του προέδρου Κοινότητας ..., την ... 1977 απεβίωσε και η μητέρα μας Μ.
Κ..,.,και εκληρονομήθη εξ αδιαθέτου κατά το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό ..... από όλους τους νόμιμους κληρονόμους της κατά το υπ' αριθμ, ... πιστοποιητικό του Προέδρου Κοινότητας .... Αμέσως μετά το θάνατο και της μητέρας όλοι οι συγκληρονόμοι μοιράσαμε προφορικά το οικόπεδο αυτό, και εγώ έλαβα το τμήμα, που κατέχω μέχρι και σήμερα.
Με βάση τη διανομή αυτή ανήγειρα οικία διόρωφη μέσα στο τμήμα το δικού μου οικοπεδικού χώρου, στην οποία κατοικώ με την οικογένεια μου.... Δηλαδή ο οικοπεδικός μου χώρος κατέστη και είναι αυτόνομος και ανεξάρτητος από το αρχικό οικόπεδο και μέσα σε αυτόν από το 1977 ασκώ μόνον εγώ μέχρι σήμερα τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής και κατοχής συνέχεια με διάνοια κυρίου.....".
Στην εν λόγω αγωγή ο πρώτος ενάγων ενσωμάτωσε το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα που συνόδευε το από 05-12-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής ακινήτων στο οποίο απεικονίζονται τα τέσσερα πλέον διηρημένα τμήματα των 278,25 τ,μ., με την αναφορά σε κάθε ένα από αυτά του ονόματος του δικαιούχου αδελφού, εκ των οποίων το πρώτο (ΑΒΓΔΑ) αναφέρει την έκταση των 278,25 τ.μ, και το όνομα του Α.
Κ.. και το δεύτερο (ΔΓΕΖ) αναφέρει εξίσου το εμβαδό των 278,25 τ,μ., το όνομα της Ε. Κ.., όπου ενυπάρχει η επίδικη παλαιά οικία των περίπου 72 τ.μ. Από το δικόγραφο της εν λόγω αγωγής ο πρώτος ενάγων παραιτήθηκε, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 34189/2991 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της δικασίμου της 13ης-12-2002.
Σε προγενέστερο χρόνο, αλλά μετά την γενομένη ως άνω άτυπη διανομή του έτους 1980, ο Α. Κ. υπέβαλε σχετική αίτηση στον τότε Πρόεδρο της Κοινότητας ..., για να βεβαιωθεί το ιδιοκτησιακό του καθεστώς επί του τμήματος οικοπέδου του, επί της οποίας ο τότε Πρόεδρος της Κοινότητας Ι. Γ. εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση, προκειμένου να χρησιμεύσει σαν δικαιολογητικό για κάθε νόμιμη χρήση, στην οποία βεβαιωνόταν ότι ο Α.
Κ. τυγχάνει κύριος, μεταξύ άλλων, του ενός πέμπτου (1/5) μεριδίου εκ του όλου υπ' αριθμ. 104 οικοπέδου εκτάσεως 1.113 τ,μ., προερχόμενο εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του, εκτάσεως 222.5 τ.μ., συν πενήντα πέντε και μισό (55,5) που του παραχώρησε ο αδελφός του Γ. Κ., ήτοι 278 τ.μ.. επί του οποίου έκτισε με δικά του χρήματα μία οικοδομή.
Ακολούθως, ο Α. Κ. με την υπ' αριθμ. 38489/27-03-2002 δωρεά εν ζωή ψιλής κυριότητας ακινήτων της Συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Ό. συζ. Α. Κ., μεταβίβασε στην σύζυγό του, δεύτερη ενάγουσα (εφεσίβλητη) λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα, μεταξύ άλλων, του αυτοτελούς τμήματος του υπ' αριθμ. 104 οικοπέδου, εκτάσεως 331 τ,μ., μετά των εντός αυτού υπαρχόντων κτισμάτων, και δη α) μίας αποθήκες εμβαδού 24 τ.μ.
την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... άδεια οικοδόμησης του πολεοδομικού γραφείου Χαλκιδικής, β) ενός ισόγειου καταστήματος εμβαδού 70 τ,μ. που ανεγέρθηκε το 1978 και γ) ενός διαμερίσματος του Α ορόφου, πάνα) από το ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 100,90 τ.μ., για το οποίο εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... άδεια οικοδομής του πολεοδομικού γραφείου Νέων Μουδανιών.
Στο ανωτέρω συμβόλαιο ο Α. Κ. το πρώτον επεκτείνει το εμβαδό του τμήματος οικοπέδου του σε 331 τ.μ. προσαρτώντας σε αυτό και την προαναφερσμενη επίδικη αποθήκη, εντός του οποίου όμως, παραμένει εκτός η επίδικη παλαιό οικία των περίπου 70 τ.μ. Μάλιστα στο προσαρτημένο στο ως άνω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα του Γ..
Π. τα όρια του τμήματος ακινήτου ιδιοκτησίας του εμβαδού 331 τ.μ. περιγράφεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΑ. και στην πλευρά του διαγράμματος Θ-Η, Η-Ζ, Ζ-Ε, Ε-Δ, αναφέρει ότι συνορεύει με άλλο αυτοτελές τμήμα του ίδιου οικοπέδου ιδιοκτησίας της Ε. Κ.., εντός του οποίο αποτυπώνεται η επίδικη παλαιό οικία. Με την υπ' αριθμ. ...
διορθωτική πράξη του Συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Σ. Κ. διορθώθηκε το παραπάνω συμβόλαιο ως προς το εμβαδόν του ισόγειου καταστήματος από 70 τ.μ. σε 100,90 τ,μ., ενώ, με την υπ' αριθμ. 2078/6-10-2009 διορθωτική πράξη του ίδιου Συμβολαιογράφου, διορθώθηκε εκ νέου το υπ' αριθμ. 38489/2002 συμβολαίου δωρεάς και η υπ' αριθμ. 1876/2009 διορθωτική πράξη ως προς τις πλευρές και διαστάσεις των πλευρών του οικοπέδου, παραμένοντος του εμβαδού των 531 τ.μ., με το συνημμένο στην διορθωτική πράξη τοπογραφικό διάγραμμα του Γ..
Π., το οποίο αναφέρει ως όρια αυτού τα στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΝΑ και στην πλευρά του διαγράμματος ΑΒ αναφέρει ως σύνορο αυτού ένα άλλο αυτοτελές τμήμα του ιδίου οικοπέδου ιδιοκτησίας Ε. Κ.., επί πλευρών του διαγράμματος ΓΔ 4,80, ΔΕ 7,46, ΕΖ 6,74, ΖΗ 7,77, ΗΘ 2,90, ΙΚ 2,54, ΚΛ 11,92, ΛΜ 0,78 ΜΝ 5,96. Στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα εντός της ιδιοκτησίας της Ε.
Κ.. αποτυπώνεται η επίδικη παλαιά, ισόγεια κατοικία. Από τα ανωτέρω διαδοχικά συμβόλαια προκύπτει ότι ο Α. Κ., ακόμα και όταν, επεξέτεινε τα όρια και το εμβαδό του οικοπέδου του και των επ' αυτών κτισμάτων, δεν ενέταξε την επίδικη παλαιά οικία εντός του τμήματος οικοπέδου του, το οποίο διαχώρισε επακριβώς από την όμορη ιδιοκτησία της δεύτερης εναγόμενης, αποτυπώνοντας στα συμβόλαια και στα συνημμένα σε αυτά τυπογραφικά διαγράμματα που συντάχθηκαν κατ' εντολή του την επίδικη κατοικία ξεκάθαρα εντός του τμήματος ακίνητου της Ε.
Κ... Από όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα υποδεικνύεται πλήρως α. ότι ο Β. Κ. ουδέποτε παραχώρησε με άτυπη γονική παροχή το έτος 1964 στον Α.. Κ. το τμήμα ακινήτου εκτάσεως 402,,69 τ.μ. και την επίδικη παλαιά κατοικία, ούτε εν συνεχεία η μητέρα του Μ. Κ. μέχρι και τον θάνατό της το 1977, β. ότι ο Α. Κ. ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου επί του διηρημένου υπ' αριθμ, 104α τμήματος οικοπέδου μέχρι και το έτος 1980 που έγινε η άτυπη διανομή, γ.
ότι ο Α. Κ. ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επί της επίδικης οικίας διανοία κυρίου (σαν να ήταν δική του), διότι αφενός μέχρι και το 1980 αποτελούσε την οικογενειακή στέγη της οικογένειας Κ. και αφετέρου μετά το έτος 1980, η εν λόγω οικία διαχωρίστηκε πλήρως από το διηρημένο τμήμα των 278 τ.μ. που αυτός έλαβε με την διανομή και επί του οποίου απέμεινε μόνο το ισόγειο κατάστημα των περίπου 50 τ.μ, που είχε κτίσει ο πατέρας του, και δ.
ότι ο Α. Κ. άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου αποκλειστικά στο διηρημένο τμήμα των 278 τ.μ, και στο ισόγειο κατάστημα των αρχικά περίπου 50 τ.μ, που αργότερα το επέκτεινε και προσέθεσε όροφο επ' αυτού. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα συνομολογούνται από τον Α.. Κ. και στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ, καταθ. 34.189/2001 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία αποτελεί εξώδικη ομολογία, εκτιμώμενη ελευθέρως από το παρόν Δικαστήριο σε συνδυασμό με όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η επικαλούμενη δε παραίτηση του ενάγοντας από αυτήν ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στον χαρακτηρισμό της ως εξωδίκου ομολογίας, αφού, η ομολογία σε δίκη περατωθείσα με παραίτηση από την αγωγή είναι εξώδικη για τη νέα δίκη .....Την εν λόγω δε εξώδικη ομολογία ουδόλως ο πρώτος ενάγων ανακάλεσε κατ' άρθρο 354 Κ.ΠολΔ, αφού δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, αντιθέτως, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού αποδείχθηκε η άτυπη διανομή του υπ' αριθμ. 104 κληροτεμαχίου το έτος 1980 και η εξαίρεση της επίδικης κατοικίας από το διηρημένο τμήμα που έλαβε ο Α.
Κ.. Ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντος ότι ο πατέρας του το έτος 1964 του παραχώρησε με άτυπη γονική παροχή το επικαλούμενο από αυτόν τμήμα οικοπέδου και την ισόγεια πατρική οικία, και ότι έκτοτε ασκεί πράξεις επ' αυτών νομής διανοία κυρίου είναι ουσιαστικά αβάσιμος και για τον λόγο ότι, σύμφωνα με τους κανόνες κοινής πείρας και λογικής, και τις επικρατούσες τότε συνθήκες και ήθη, καθίσταται αδύνατο ο Β.
Κ. να προέβη σε μία τέτοια παραχώρηση κατά την χρονική στιγμή που ζούσε ακόμα όλη η οικογένεια εντός αυτής της οικίας, ήτοι, ο ίδιος, η σύζυγός του Μ. Κ. και μερικά από τα παιδιά του, εκ των οποίων μάλιστα η Ε. Κ. ήταν ακόμα ανήλικη (15 ετών, γενν, το 1949). Καμία επίσης πειστική εξήγηση δεν δίνει ο ενάγων γιατί ο πατέρας του να προβεί σε περιουσιακή αποκατάσταση του ενός μόνο τέκνου του, την στιγμή που υπήρχαν και μεγαλύτερα τέκνα, όπως ο Θεόδωρος και ο Γ.
Κ., και για ένα μόνο τμήμα του όλου οικοπέδου, στο οποίο μάλιστα ενυπήρχε η οικογενειακή εστία όπου διέμενε ακόμα όλη η οικογένεια. Επίσης, ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντος ότι τα ανωτέρω ιδιωτικά συμφωνητικά διανομής και ανταλλαγής ακινήτων δεν εφαρμόστηκαν τελικά, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού, από το σύνολο των ανωτέρω εγγράφων αποδεικνύεται πλήρως ότι τηρήθηκε η εν λόγω διανομή από όλα τα συμβαλλόμενα αδέλφια, και ότι ο ίδιος ο Α.
Κ. μόλις ανέλαβε το κληρωθέν σε αυτόν τμήμα οικοπέδου, προέβη άμεσα στην πλήρη οριοθέτηση και αξιοποίησή του, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω οικοδομικές άδειες, τα τοπογραφικά διαγράμματα και τα συμβολαιογραφικά έγγραφα. Ο εν λόγω ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντας αναιρείται πλήρως και από τις υπ αριθμ. 2078/2018 και 6631/2018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης που προσκομίζουν οι εναγόμενες, οι οποίες κρίνονται πειστικές, καθώς δίνονται από πρόσωπα που έχουν άμεση συγγενική σχέση με τα λοιπά αδέλφια που συμβλήθηκαν στην ανωτέρω διανομή, και καταθέτουν με μεγάλη ακρίβεια την συμφωνία που έλαβε χώρα για την διανομή του υπ' αριθμ. 104 κληροτεμαχίου και την τελική διαίρεσή του σε τέσσερα τμήματα, μετά και την ανταλλαγή ακινήτων με τον Γ.
Κρητικό. Ο πρώτος ενάγων στην προσπάθεια του να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, αναφέρει ότι στο υπ' αριθμ. 38489/2002 συμβόλαιο δωρεάς και στις υπ αριθμ. 1876/2009 και 2078/2009 διορθωτικές πράξεις, από απειρία και αβλεψία του δεν ανέφερε ως όριο της ιδιοκτησίας του την ισόγεια πατρική οικία, την οποία εξαίρεσε από την μεταβίβαση της επικαρπίας στη σύζυγό του, καθώς ήθελε να την διατηρήσει για τον εαυτό του αποκλειστικά.
Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι παντελώς έωλος και αβάσιμος, καθώς από τα προαναφερόμενα συμβόλαια αποδεικνύεται απερίφραστα ότι ο πρώτος ενάγων οριοθέτησε με μεγάλη ακρίβεια την ιδιοκτησία του και δη το τμήμα του οικοπέδου του και τα επ' αυτού κτίσματα σε σχέση με την όμορη ιδιοκτησία της εναγομένης με την αποτύπωση των δύο ιδιοκτησιών στα συνημμένα στα συμβόλαια τυπογραφικά διαγράμματα που συντάχθηκαν κατ' εντολή του ιδίου, κατόπιν δικών υποδείξεων ως προς τα όρια και τις πλευρές των δύο διηρημένων τμημάτων, στα οποία με απόλυτη καθαρότητα και σαφήνεια απεικονίζεται η επίδικη ισόγεια κατοικία εντός της ιδιοκτησίας της Ε.
Κ... Επομένως, δεν καταλίπεται καμιά αμφιβολία ότι κατά την σύνταξη των εν λόγω συμβολαίων ειδικά των δύο τελευταίων που αφορούσαν διορθώσεις του πρώτου με ακριβείς νέες μετρήσεις και νέα τοπογραφικά, αποτυπώθηκαν επακριβώς οι ιδιοκτησίες του πρώτου ενάγοντος και της δεύτερης εναγόμενης, χωρίς παραλείψεις ή κενά.
Σημειώνεται δε ότι στο υπ' αριθμ. 15838/2016 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή διαιρετού τμήματος οικοπέδου με την εντός αυτού ισόγεια οικία της Συμβολαιογράφου Νέων Μουδανιών Παρασκευούλας Τσοπουρίδου, ο πρώτος ενάγων επικαλείται το πρώτον .δικαίωμα κυριότητας επί της επίδικης οικίας εμβαδού 71.69 τ.μ., με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Παρατηρείται δε το γεγονός ότι, καίτοι ο πρώτος ενάγων διατείνεται για το συνεχόμενο και ενιαίο της επίδικης οικίας με το ισόγειο κατάστημα εμβαδού 50 τ,μ, που έκτισε ο πατέρας του, μετά των αναφερόμενων μετατροπών των κτισμάτων, κείμενων στο ενιαίο τμήμα οικοπέδου που απέκτησε με την επικαλούμενη άτυπη γονική παροχή του 1964, στο ανωτέρω συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή, μεταβιβάζεται η κυριότητα ενός αυτοτελούς και διαιρετού τμήματος, εμβαδού 71,69 τ.μ., μετά της επ' αυτού κτισμένης οικίας, το οποίο με την ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη το πρώτον προσαρτάται και συνενώνεται με το έτερο αυτοτελές και διαιρετό τμήμα οικοπέδου των 331 τ.μ., που ήδη αναφέρεται στα ανωτέρω συμβόλαια.
Το συμβόλαιο δε αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα προγενέστερα υπ' αριθμ. 38489/2002 συμβόλαιο δωρεάς και υπ' αριθμ. 1876/2009 και 2078/2009 διορθωτικές πράξεις, στις οποίες δεν αφηνόταν κανένα περιθώριο για την ύπαρξη όμορου (του ακινήτου των 331 τ.μ.) αυτοτελούς και διηρημένου τμήματος ιδιοκτησίας του Α. Κ.. με επ' αυτού ισόγειας οικίας, αφού, η τελευταία, εντασσόταν ξεκάθαρα στο οριοθετημένα τμήμα οικοπέδου ιδιοκτησίας της Ε.
Κ... Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι ο πρώτος ενάγων, όχι μόνο δεν υπήρξε αμελής ως προς την οριοθέτηση της ιδιοκτησίας του και την άσκηση των δικαιωμάτων του εξ αυτής, αλλά προέβαινε διαδοχικά σε πλήθος ενέργειες κατοχύρωσής της και επέκτασής της. όπως για παράδειγμα η κατάθεση της ως άνω αίτησης για την παροχή βεβαίωσης από τον Πρόεδρο της Κοινότητας των ..., η κατάληψη μέρους του τμήματος ακινήτου που έλαβε η Ε.
Κ. με την κατασκευή αποθήκης, η άσκηση της υπ' αριθμ. 34189/2001 αγωγής εναντίον της για την επίδικη αυτή αποθήκη, την επέκταση του ισόγειου καταστήματος και την ανύψωση ορόφου επ' αυτού. Μάλιστα, ο Α. Κ. προσέβαλε με παράνομο τρόπο την κυριότητα της Ε. Κ.. επί έτερου ακινήτου και συγκεκριμένα σε αυθαίρετη κατάληψη, την 24/27- 04-2006, τμήματος εκτάσεως περίπου 1.500 τ.μ.
του με αριθμ. 331 αγρού κείμενου στα Ελαιοχώρα, ιδιοκτησίας της Ε. Κ.., για την οποία κηρύχθηκε ένοχος με την υπ αριθμ., 21827/2011 απόφαση του Α' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ, 10757/2011 απόφαση του Α' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες, καίτοι επικαλούνται την χρήση της επίδικης κατοικίας από το έτος 1964 μέχρι και το έτος 2015, δεν προσκομίζουν καμία απολύτως απόδειξη από παροχή νερού, ρεύματος ή τηλεφώνου, που να είναι στο όνομά τους, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, από τις οποίες θα προέκυπτε ο εν λόγω ισχυρισμός τους.
Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, ο πρώτος ενάγων δεν απέδειξε, ως είχε το σχετικό βάρος απόδειξης, την ιστορική και νομική βάση της αγωγής του περί απόκτησης της κυριότητας της επίδικης ισόγειας παλαιάς κατοικίας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς δεν απέδειξε τις προϋποθέσεις και τα αναγκαία στοιχεία αυτής και δη την άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου, επί της εν λόγω οικίας για χρονικό διάστημα πέραν της εικοσαετίας, ως απαιτεί το άρθρο 1045 Α.Κ..
Συνακόλουθα, και η δεύτερη ενάγουσα δεν κατέστη ψιλή κυρία της επίδικης οικίας, αφού, η μεταβίβαση με δωρεά εν ζωή έγινε παρά μη κυρίου. Μετά την απόρριψη της κρινόμενης αγωγής λόγω μη απόδειξης της ιστορικής και νομικής της βάσης, παρέλκει η διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης ιδίας κυριότητας που πρότειναν οι εναγόμενες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφέρουν με σχετικό λόγο έφεσης.
Ειδικότερα, από όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, κρίθηκαν ως ουσιαστικά βάσιμα τα πραγματικά περιστατικά περί της ύπαρξης διανομής του υπ' αριθμ. 104 κληροτεμαχίου το έτος 1980, κατά τον ανωτέρω τρόπο, που εντασσόταν στους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς των εναγόμενων. Παρέλκει κατά τα ανωτέρω η διερεύνηση της ουσιαστικής βασιμότητας των λοιπών στοιχείων (πραγματικών περιστατικών) που επιχειρούν να στοιχειοθετήσουν την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγόμενων στηριζόμενη στην έκτακτη χρησικτησία.
Πρέπει, σε κάθε περίπτωση να αναφερθεί, ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε η δεύτερη εναγόμενη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις κατατεθείσες προτάσεις της είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθώς, στηρίζεται σε πλήρως αντιφατικές βάσεις, άλλως, αντιφάσκουν προς άλληλες.....
Ειδικότερα, καίτοι η εν λόγω ένσταση αρχικά στηρίζεται στην αποκλειστική κυριότητα της δεύτερης εναγόμενης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς να γίνεται ουδεμία επίκληση κάποιου δικαιώματος της πρώτης εναγόμενης, εν συνεχεία, στις σελίδες 25-26 και 38 γίνεται αναφορά α. της κτήσης πλήρους κυριότητας της πρώτης εναγόμενης δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά- Παπαϊωάννου, με την οποία η δεύτερη εναγόμενη αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας της Α. Κ. και β. της κτήσης του δικαιώματος επικαρπίας της δεύτερης εναγόμενης δυνάμει της υπ' αριθμ. ... διορθωτικής πράξης της ανωτέρω, αποδοχής κληρονομιάς, σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας και σύστασης δικαιώματος ισοβίου επικαρπίας λόγω δωρεάς εν ζωή της Συμβολαιογράφου Μουδανιών Α.
Μ., με την οποία η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στην δεύτερη εναγόμενη την επικαρπία της επίδικης οικίας. Δηλονότι, η ένσταση ιδίας κυριότητας στηρίζεται κατά αντικειμενική σώρρευση (και όχι επικουρική) τόσο σε πρωτότυπο όσο και σε παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας και μάλιστα σε διαφορετικά εμπράγματα δικαιώματα (πλήρη κυριότητα και επικαρπία για την δεύτερη εναγόμενη και πλήρη κυριότητα και κανένα δικαίωμα για την δεύτερη εναγόμενη, αντιστοίχως της κάθε βάσεως.
Στο δικόγραφο των πρωτόδικων προτάσεων των εναγόμενων, δεν γίνεται ουδεμία μνεία για ακυρότητα των παραπάνω συμβολαίων λόγω εικονικότητας, ούτε προβάλλεται με ορισμένο τρόπο κατ' άρθρο 262 ΚΠολΔ σχετική ένσταση .....με την παράθεση όλων των αναγκαίων στοιχείων της διάταξης του άρθρου 130 ΑΚ με την υποβολή και σχετικού αιτήματος περί αποδοχής της ένστασης και αναγνώρισης της ακυρότητας των εν λόγω συμβολαίων.
Το πρώτον στο δικόγραφο της προσθήκης αντίκρουσης γίνεται μία πολύ γενικόλογη αναφορά περί σύνταξης και υπογραφής των εν λόγο) συμβολαίων για φορολογικούς λόγους, χωρίς και πάλι να γίνεται κατ' ορισμένο τρόπο η επίκληση της ένστασης ακυρότητας των τελευταίων λόγω εικονικότητας. Σε κάθε περίπτωση, μία τέτοια ένσταση απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με το δικόγραφο της προσθήκης αντίκρουσης και όχι με αυτό των προτάσεων, αφού, αυτή δεν προτείνεται προς αντίκρουση νέων ισχυρισμών των εναγόντων που υποβλήθηκαν με τις προτάσεις τους, αλλά προς αντίκρουση της ιστορικής βάσης της αγωγής .....και δεδομένου ότι οι ενάγοντες την αγωγή τους την στηρίζουν στην αμφισβήτηση του δικαιώματος της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας επί της επίδικης οικίας αντιστοίχως δυνάμει των παραπάνω συμβολαίων που συνέταξαν οι εναγόμενες.
Συνακόλουθα, απαραδέκτως οι εκκαλούσες προτείνουν με σχετικό λόγο έφεσης την εικονικότηια των εν λόγω συμβολαίων, και" εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 527 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί οι οποίοι απαραδέκτως (λ.χ, αορίστους, ή καθυστερημένα) προτάθηκαν πρωτοδίκως. θεωρούνται ότι προτείνονται για πρώτη φορά και άρα υπόκεινται στον κανόνα της απαγόρευσης της εν λόγω διάταξης ......Ενόψει όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη έκανε δεκτή την κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, δεκτών γενομένων ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών λόγων έφεσης.
Μετά ταύτα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή και κατ' ουσίαν, και ακολούθως να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί από το δικαστήριο αυτό η υπόθεση το οποίο, αφού εκδικάσει την ως άνω αγωγή, να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σημειώνεται, ότι η αντικειμενικά σωρευόμενη βάση της αγωγής που στηρίζεται στην αδικοπραξία (άρθρο 914 ΑΚ και 386 Κ), η οποία δεν εξετάστηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν μεταβιβάσθηκε κατ' άρθρο 522 Κ.Πολ.Δ.
στο παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την κρινόμενη έφεση που βάλει μόνο κατά το κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης που έκανε δεκτή την διεκδικητική αγωγή, με αποτέλεσμα να μην έχει εξουσία διερεύνησής της παρά μόνο εάν είχαν ασκήσει έφεση οι ενάγοντες. Επίσης, το αίτημα των εκκαλουσών περί αναβολής της συζήτησης της κρινόμενης έφεσης κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ, μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε με την υπ' αριθμ, ΒΜ Α20 ί8-4250 ΒΩρ A 2018 παραγγελία για την διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, εις βάρος των εφεσίβλητων, είναι απορριπτέο, καθώς, εν προκειμένω δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη εις βάρος των τελευταίων όπως απαιτεί η εν λόγω διάταξη, αλλά βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης".
Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο με την πληττόμενη απόφασή του έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της 76/2017 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., εξαφάνισε την απόφαση αυτή και αφού κράτησε και δίκασε την από 15-7-2016 αγωγή των εναγόντων την οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι η υπ αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Χαλκιδικής, με την οποία έγινε η στεγαστική αποκατάσταση των προσφύγων στον συνοικισμό ... κυρώθηκε τυπικά, με το υπ' αριθμ. ...1974 Τίτλο Κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της ως άνω Νομαρχίας, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι με τον τίτλο αυτό, περιήλθε στον Β.
Κ., πατέρα της δεύτερης εναγομένης και του πρώτου ενάγοντα, η κυριότητα του υπ' αριθμ. 104 κληροτεμαχίου εκτάσεως 1413 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στο υπ'αριθμ. 19 Ο.Τ. στον Συνοικισμό ... της ομώνυμης τοπικής κοινότητας της δημοτικής ενότητας ... του Δήμου ... της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.
Ο Β. Κ. από το έτος 1938, είχε κατασκευάσει στο κληροτεμάχιο αυτό, ισόγεια οικία 72 τ.μ., προκειμένου να στεγάσει την οικογένειά του και το έτος 1963 έκτισε δίπλα στην ισόγεια οικία άλλο μακρόστενο ισόγειο κτίσμα με εμβαδό περίπου 50 τ.μ.. Ότι, μετά τον θάνατο του Β. Κ. και της συζύγου του τα τέκνα τους, Θ. Κ., Γ. Κ., Α.
Κ. (πρώτος ενάγων), Ε. Κ. (δεύτερη εναγομένη) και Φ. Κ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, διένειμαν το ανωτέρω οικόπεδο, με το από 15-12-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό διανομής σύμφωνα με το οποίο αυτό διαχωρίστηκε σε πέντε ίσα τμήματα και μετά το από 15-12-1980 ιδιωτικό συμφωνητικό ανταλλαγής των ως άνω αδελφών, το ως άνω οικόπεδο διανεμήθηκε σε τέσσερα διηρημένα τμήματα εκτάσεως 278,25 τ.μ.
έκαστο, τα οποία περιήλθαν σε καθένα από τους Θ. Κρητικό, Α.. Κ. (πρώτο ενάγοντα), Ε. Κ. (δεύτερη εναγομένη) και Φ. Κρητικό. Ότι σύμφωνα με τα ως άνω συμφωνητικά ο μεν Α. Κ. έλαβε το υπ' αριθμ. 1 τμήμα με το ισόγειο κατάστημα των περίπου 50 τ.μ., η δε Ε. Κ. το αμέσως συνεχόμενο τμήμα μετά της επ' αυτού ισόγειας παλαιάς οικίας των περίπου 72 τ.μ..
Ότι ο Β. Κ. δεν παραχώρησε με άτυπη γονική παροχή το έτος 1964 στον Α.. Κ. (πρώτο ενάγοντα) το τμήμα ακινήτου εκτάσεως 402,69 τ.μ. και την επίδικη παλαιά κατοικία, ούτε και η μητέρα του Μ. Κ.. Ότι ο πρώτος ενάγων ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου επί τμήματος του υπ' αριθμ. 104α οικοπέδου μέχρι και το έτος 1980 που έγινε η άτυπη διανομή.
Ότι επίσης αυτός, ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επί της επίδικης οικίας διανοία κυρίου και δεν κατέστη κύριος αυτής, με έκτακτη χρησικτησία. Ότι, συνακόλουθα και η δεύτερη ενάγουσα δεν κατέστη ψιλή κυρία της επίδικης οικίας, αφού η μεταβίβαση του δικαιώματος της ψιλής κυριότητας, έγινε με δωρεά εν ζωή του πρώτου ενάγοντα που δεν είχε καταστεί κύριος αυτής.
Ότι λόγω της απόρριψης της αγωγής ως αβάσιμης κατ'ουσίαν λόγω μη απόδειξης της ιστορικής της βάσεως, ήταν περιττή η διερεύνηση της ένστασης των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, την οποία σε κάθε περίπτωση το Εφετείο έκρινε ως απαράδεκτη. V. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ.
συνισταμένη στο ότι το Δικαστήριο με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεχόμενο αφενός ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη απέκτησε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου κατά την διανομή που έγινε το 1980 μεταξύ των (συγ)κυρίων αδελφών και αφετέρου απέρριψε την ένσταση περί ιδίας κυριότητας της δεύτερης εναγομένης διότι δεν προβλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τις αναιρεσίβλητες ένσταση εικονικότητας των α....
δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Π. - Π. β.... διορθωτικής πράξης της ανωτέρω αποδοχής κληρονομίας, σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας και σύστασης ισοβίου επικαρπίας της Συμβολαιογράφου Μουδανιών Α. Μ., με την οποία η πρώτη μεταβίβασε στην δεύτερη την επικαρπία της επίδικης οικίας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, εκτός του ότι δεν διαλαμβάνεται σ'αυτόν η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και διότι οι αναφερόμενες ως άνω αιτιολογίες, δεν συγκρούονται μεταξύ τους ούτε αλληλοαναιρούνται και δεν αποτελούν αντιφατικές αιτιολογίες διότι αναφέρονται σε διαφορετικά χρονικά σημεία και διαφορετικά περιστατικά.
Συγκεκριμένα η πρώτη ως άνω παραδοχή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, διαλαμβάνεται στην ανάπτυξη της αιτιολογίας, του αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την απόρριψη της αγωγής ως κατ'ουσίαν αβάσιμης, σύμφωνα με όσα παραπάνω έχουν παρατεθεί. Η δεύτερη όμως επικαλούμενη παραδοχή αναφέρεται στην ως εκ περισσού διατυπωθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίση ότι η ένσταση περί ιδίας κυριότητας προβλήθηκε απαραδέκτως από τους εναγόμενους, χωρίς τούτο να επηρεάζει το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης και το διατακτικό της.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η ως άνω αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στην παραβίαση ευθέως της διατάξεως του άρθρου 974 Α.Κ. με το να απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων αν και δέχθηκε ως μη εικονικά τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο συμβόλαια.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την πλεοναστική αιτιολογία, η οποία ουδόλως στηρίζει το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενη απόφασης. Με τον τρίτο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 560 αριθμ. 5 Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν του, τον αγωγικό ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου και κυρίως τα αποδεικτικά μέσα που πρότεινε εμπρόθεσμα και νομότυπα κατά την συζήτησή της αγωγής του, ήτοι τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα προσκομισθέντα έγγραφα από τα οποία προέκυπτες αδιαμφισβήτητα η αδιατάρακτη νομή του πρώτου ενάγοντα στο επίδικο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού κατά τα σχετικώς προαναφερόμενα το δικάσαν Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος που αφορά την μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτος ενόψει του ότι σύμφωνα με όσα πιο πάνω αναφέρονται δεν αποτελούν "πράγματα" με την ίδια πιο πάνω έννοια.
Οι λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, για την θεμελίωση των προαναφερόμενων λόγων αναίρεσης υπό το πρόσχημα των κατά τα ως άνω επικαλούμενων παραβάσεων, πλήττουν, ανεπίτρεπτα, την μη υποκείμενη σε ουσιαστικό έλεγχο εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (του Εφετείου), αφού τα όσα διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο συνιστούν την κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 30-8-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7321/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου .
Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσείβλητων κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος τους, το οποίο οι τελευταίες νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις τ (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-8-2020 αίτηση της Β. χήρας Α. Κ., για αναίρεση της 7321/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων εις βάρος της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ