Legislator Case Law & Legislation
1729/2017 AI generated

1729/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1729/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1729/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο. Ο ως άνω δικηγόρος όμως προσκόμισε στο Δικαστήριο το υπ' αριθμ. .../22.12.2015 πληρεξούσιο του ασκούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη, από το οποίο προκύπτει, ότι μόνο ο τρίτος αναιρεσείων Κ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1729 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1729/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Γ., 2) Κ. Κ. του Α., κατοίκων ... Καναδά, 3) Γ. - Π. - Ο. Κ. του Α., κατοίκου ... ΗΠΑ, 4) Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., 5) Σ. Κ. - Λ. του Π., κατοίκου ... και 6) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος Α. Κ., εκ των οποίων οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Λιαπάκη, 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 15-2-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Μ. Κ. του Κ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 6-8-2008 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1177/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6659/2011 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-3-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 19-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 7-3-2012 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6659/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ πρόβαλε ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως, άλλως δε, ζήτησε, όπως και οι πληρεξούσιοι των λοιπών αναιρεσιβλήτων, την απόρριψη της αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά της συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει τη συζήτηση απαράδεκτη.

Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, στην οποία προστέθηκε δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013 "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, οι: πρώτη, τέταρτος, πέμπτη και έκτος αναιρεσείοντες (Ά. Γ. Κ., Ι. Π. Κ., Σ. Κ. -Λ. και Γ. Π. Κ.), δεν εμφανίσθηκαν κατά τη μετ' αναβολή ορισθείσα δικάσιμο της 17.2.2017, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, ενώ οι:

δεύτερος και τρίτος αναιρεσείοντες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Παπαστεριόπουλο. Ο ως άνω δικηγόρος όμως προσκόμισε στο Δικαστήριο το υπ' αριθμ. .../22.12.2015 πληρεξούσιο του ασκούντος συμβολαιογραφικά καθήκοντα Γενικού Προξένου της Ελλάδος στη Νέα Υόρκη, από το οποίο προκύπτει, ότι μόνο ο τρίτος αναιρεσείων Κ.

Γ. - Π. - Ο. τον διόρισε ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο, προκειμένου να ασκήσει αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 6659/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και κατά των αναιρεσιβλήτων και να παραστεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο και σε κάθε μετ' αναβολή ή άλλη, κατόπιν ματαιώσεως, δικάσιμο. Δεν προσκομίζει όμως πληρεξούσιο από το οποίο να προκύπτει η προς αυτόν πληρεξουσιότητα, ως επισπεύδοντος τη συζήτηση και εκ μέρους του δευτέρου των αναιρεσειόντων Κ.

Κ., ούτε και των λοιπών αναιρεσειόντων, ούτε προκύπτει κλήτευσή τους για την παρούσα συζήτηση. Κατόπιν αυτών, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τους: πρώτη, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτη και έκτο αναιρεσείοντες.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση του δικογράφου της αναιρέσεως, προκύπτει, ότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτή λόγος κατά του κεφαλαίου της προσβαλλομένης αποφάσεως, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο-δεύτερο αναιρεσίβλητο, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεώς του, κατόπιν της παραδοχής της, ότι η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, δεν ήταν κατά το χρόνο του ατυχήματος, ανασφάλιστη, αλλά ασφαλισμένη στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "..." (τρίτη αναιρεσίβλητη). Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναιρέσεως, ως προς το ως άνω αναιρεσίβλητο πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 551 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1090/2014, ΑΠ 495/2013, ΑΠ 1254/2010).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 100/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, με την προσβαλλομένη απόφαση, έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27.9.2006 και περί ώρα 20.20' ο πρώτος εναγόμενος της κύριας αγωγής και ενάγων της παρεμπίπτουσας αγωγής οδηγώντας την υπ' αριθμ.

κυκλοφ. ... δίκυκλη μοτοσικλέτα εκινείτο στη λεωφόρο Συγγρού με κατεύθυνση από την Αθήνα προς την Λεωφόρο Ποσειδώνος και επί της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας αυτής. Η λεωφόρος Συγγρού είναι διπλής κατευθύνσεως με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και τα δύο ρεύματα διακόπτονται με διαχωριστική νησίδα.

Στο σημείο εκείνο ο δρόμος είναι ευθύς με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, ο φωτισμός και η ορατότητα επαρκείς και το οδόστρωμα ήταν ξηρό. Διαβάσεις πεζών δεν υπάρχουν στο σημείο αυτό, ενώ υπάρχουν σε απόσταση 58,30 μ. στη συμβολή με την οδό Αθανάσιου Διάκου (βλ. έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος). Την ίδια στιγμή ο Α.

Κ., ηλικίας τότε 84 ετών, επιχείρησε να διασχίσει πεζός κάθετα το οδόστρωμα της ως άνω λεωφόρου σε απόσταση 58,30 μέτρων από την υπάρχουσα εκεί, όπως προαναφέρθηκε, διάβαση πεζών και από τα δεξιά προς τα αριστερά σε σχέση με την πορεία του ως άνω οχήματος. Ο Α. Κ. είχε αποβιβασθεί από το υπ' αριθμ. ... λεωφορείο αστικών συγκοινωνιών στη στάση "Μακρυγιάννη", γιατί είχε ενημερωθεί από τον οδηγό ότι είχε επιβιβασθεί σε άλλη κατεύθυνση από αυτή που επιθυμούσε (βλ.

προανακριτική κατάθεση οδηγού Γ. Κ.). Τότε ο ως άνω επιβάτης αποβιβάσθηκε βιαστικά από το λεωφορείο και πέρασε πεζός μπροστά από αυτό, το οποίο ήταν ακινητοποιημένο μπροστά από τη στάση επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας αποβιβάζοντας επιβάτες και άρχιζε να διασχίζει την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία η κίνηση των οχημάτων ήταν πυκνή.

Η κίνησή του αυτή αρχικά αιφνιδίασε τον οδηγό ενός Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου ο οποίος προσπερνούσε από τα αριστερά το ακινητοποιημένο λεωφορείο και ο οποίος πραγματοποιώντας απότομο δεξιό ελιγμό περνώντας μπροστά από το λεωφορείο τον απέφυγε (βλ. ομοίως προανακριτική κατάθεση οδηγού λεωφορείου). Σε απόσταση όμως λίγων μέτρων από το παραπάνω Ι.Χ.Ε.

όχημα εκινείτο η παραπάνω μοτοσικλέτα ο οδηγός της οποίας αιφνιδιάστηκε από την εμφάνιση του πεζού τον οποίο δεν είχε δει, αφού στα δεξιά του ήταν ακινητοποιημένο το λεωφορείο και μπροστά του εκινείτο το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο. Ο ανωτέρω οδηγός προσπάθησε να τον αποφύγει μ' ελιγμό προς τα αριστερά και φρενάροντας, χωρίς αποτέλεσμα όμως, και τούτο λόγω της αιφνιδιαστικής παρουσίας του πεζού στη πορεία του και της μικρής αποστάσεως που τον χώριζε απ' αυτόν και έτσι τον κτύπησε με το πλάγιο δεξιό μέρος της μοτοσικλέτας του ο οποίος ακολούθως έπεσε στο οδόστρωμα και τραυματίσθηκε σοβαρά.

Στη συνέχεια, μετά από νοσηλεία σε διάφορα νοσοκομεία στις 7/11/2006 κατέληξε συνεπεία κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων-ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας, λοίμωξης αναπνευστικού, σήψης και καρδιακής ανακοπής (βλ. την υπ' αριθμ. …/τόμος …/2006 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου ληξιάρχου Δήμου). Ο θανάσιμος τραυματισμός του πεζού οφείλεται αποκλειστικά στον ίδιο και στην αμελή παραβατική συμπεριφορά του.

Ειδικότερα, αυτός προσπάθησε να διασχίσει τη Λεωφόρο Συγγρού πεζός σε σημείο στο οποίο δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών και η κίνηση των οχημάτων ήταν πυκνή και η ταχύτητά τους συνήθως αυξημένη. Άρχισε να διασχίζει βιαστικά και χωρίς προηγούμενο έλεγχο την κυκλοφορία των οχημάτων στη λεωφόρο. Το τελευταίο τούτο προκύπτει από τις προανακριτικές καταθέσεις του οδηγού του λεωφορείου Γ.

Κ. και επιβάτιδος Κ. Λ.-Γ., οι οποίοι ρητά αναφέρουν ότι ο πεζός δεν ήλεγξε το οδόστρωμα και δεν κοίταξε αριστερά του για την κίνηση και την έλευση των οχημάτων που εκείνη τη στιγμή ήταν πυκνή. Η ως άνω παραβατική συμπεριφορά του (άρθρα 330 εδ. β' του ΑΚ, 38 παρ. 4 α', δ' και ε' του Κ.Ο.Κ.) έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του ενώ σε συνδυασμό και με το προχωρημένο της ηλικίας του έπρεπε να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στο συγκεκριμένο σημείο της λεωφόρου και ένα τέτοιο εγχείρημα ήταν μοιραίο να έχει το παραπάνω αποτέλεσμα.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - εναγόμενος οδηγός της ως άνω μοτοσικλέτας επέδειξε οποιαδήποτε αμελή συμπεριφορά αφού δεν αποδείχθηκε ότι οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα την μοτοσυκλέτα, ανωτέρα του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας των 50 χλμ./ώρα, ούτε ότι μπορούσε με οποιονδήποτε άλλο ελιγμό ή ενέργεια ή παράλειψη να αποφύγει το ατύχημα.

Σχετικά με την ταχύτητα αναφέρει ο οδηγός του λεωφορείου Γ. Κ. ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν είχε υπερβολική ταχύτητα. Εξάλλου το αντίθετο δεν προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία. Ο πρώτος εναγόμενος λόγω του λεωφορείου, όπως προαναφέρθηκε, δεν μπορούσε να δει τον έμπροσθεν αυτού βαδίζοντα ούτε είχε λόγο να πιστεύει ότι θα παρουσιαζόταν ξαφνικά μπροστά του σαν πεζός από σημείο στο οποίο δεν υφίστατο διάβαση πεζών.

Επί πλέον η ορατότης του ως προς τη δική του λωρίδα κυκλοφορίας εμποδιζόταν λόγω του προ αυτού ευρισκομένου αυτοκινήτου, ο οδηγός του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, πρόλαβε την τελευταία στιγμή και δεν τον κτύπησε. Με αυτά τα δεδομένα δεν θεμελιώνεται οποιαδήποτε αμελής συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου και μόνη η περιγραφείσα συμπεριφορά του πεζού τελεί σ' αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν δυσάρεστο αποτέλεσμα, όπως βάσιμα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι της κυρίας αγωγής ενώ τα αντίθετα που ισχυρίζονται οι ενάγοντες με την αγωγή τους πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμα.

Μετά απ' αυτά η υπό κρίση αγωγή πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τον πρώτο εναγόμενο και για το δεύτερο εναγόμενο ΝΠΙΔ πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής του, αφού η ως άνω μοτοσικλέτα δεν ήταν ανασφάλιστη κατά το χρόνο του ατυχήματος, αλλά ήταν ασφαλισμένη στην εναγόμενη με την παρεμπίπτουσα αγωγή ασφαλιστική εταιρία, όπως αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα (της παρεμπίπτουσας αγωγής) αντίγραφα ασφαλιστηρίων".

Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις, τους αντίστοιχους λόγους έφεσης των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή τους, που είχαν ασκήσει κατά των εναγομένων (καθώς και η παρεμπίπτουσα αγωγή που είχε ασκήσει ο πρώτος από αυτούς Χ.

Π. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..."), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά για την αποκλειστική υπαιτιότητα του αποβιώσαντος συγγενούς των αναιρεσειόντων Α.

Κ. στο ένδικο ατύχημα και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας αυτής συμπεριφοράς και του θανάτου του, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαιτιότητος του ανωτέρω και της αιτιώδους συνάφειας αποκλειστικά αυτής με τον προκληθέντα τραυματισμό του, αλλά και της έλλειψης οποιασδήποτε αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προαναφερθείσας οδηγικής συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσιβλήτου και της παράσυρσης του πεζού.

Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως κατά το ως άνω μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο περιεχόμενος στον ίδιο (πρώτο λόγο της αναιρέσεως) ισχυρισμός, ότι δεν προσδιορίζεται η ταχύτητα της μοτοσικλέτας του πρώτου αναιρεσιβλήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η ανέλεγκτη περί τα πράγματα εκτίμηση των αποδείξεων εφόσον στην απόφαση αναφέρεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - εναγόμενος οδηγός της μοτοσικλέτας, οδηγούσε αυτή με μεγάλη ταχύτητα, ανωτέρα του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων την ώρα και ότι κατά την κατάθεση του οδηγού του λεωφορείου Γ.

Κ., ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν είχε υπερβολική ταχύτητα. Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο περιεχόμενος στον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως ισχυρισμός περί παραβάσεως από το δικαστήριο της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγω μη ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των προμνησθεισών διατάξεων περί της υπάρξεως του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330, 914 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η ανυπαρξία υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου οδηγού στο ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τους: πρώτο, κατά το αντίστοιχο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ μέρος του, δεύτερο, τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, εφόσον άλλωστε η υπαγωγή όλων των προαναφερθέντων περιστατικών στους κανόνες δικαίου περί αδικοπραξιών και του ΚΟΚ που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις που περιέχονται στους: τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναιρέσεως, ότι δεν διευκρινίζονται στην απόφαση: 1) η ακριβής απόσταση που πρόφθασε να διανύσει ο πεζός από το πεζοδρόμιο έως το σημείο της πρόσκρουσης, 2) η απόσταση μεταξύ του σταθμευμένου λεωφορείου και του σημείου του ατυχήματος, 3) η απόσταση μεταξύ του σημείου του ατυχήματος και της διαχωριστικής νησίδας της Λεωφόρου Συγγρού, 4) το σημείο κινήσεως του ΙΧΕ αυτοκινήτου και το σημείο διενέργειας του δεξιού ελιγμού και 5) δεν ανέλυσε το Δικαστήριο την πιθανότητα μη επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος, εάν ο οδηγός της μοτοσικλέτας οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός, ότι συχνά οι πεζοί διασχίζουν το οδόστρωμα διά μέσου σταματημένων οχημάτων, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην πληρέστερη αξιολόγηση, εκτίμηση και ανάλυση του σαφώς διατυπουμένου στην απόφαση αποδεικτικού πορίσματος.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Βέβαια δεν αποκλείεται τα δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση, ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005, 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11γ' του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Μ., η οποία δόθηκε στα πλαίσια της διενεργηθείσας για το ατύχημα προανάκρισης, ο οποίος κατέθεσε, ότι άκουσε ένα δυνατό φρενάρισμα, γεγονός που αποδεικνύει, ότι το όχημα πρέπει να κινούταν με αυξημένη ταχύτητα, καθόσον στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται καμία αναφορά περί της βασιμότητας της ως άνω ένορκης κατάθεσης.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και τα νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και το πιο πάνω έγγραφο.

Συνεπώς, ο ανωτέρω σχετικός λόγος της αναιρέσεως, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της (ως απαράδεκτη ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο και ως αβάσιμη ως προς τους λοιπούς), να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο τρίτος αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων που παρέστησαν με διαφορετικούς δικηγόρους και κατάθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της κρινόμενης από 7.3.2012, με αριθμό καταθ. …/2012, αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6659/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς τους: πρώτη, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτη, και έκτο αναιρεσείοντες (Α. Γ. Κ., Κ. Α. Κ., Ι. Π. Κ., Σ. Κ. - Λ. και Γ. Π. Κ.).

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναιρέσεως.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Γ. - Π. - Ο. Κ. στη δικαστική δαπάνη την αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700) για τον καθένα.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ