1729/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.127/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1729/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεση της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ’ αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1729 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1729/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ.127/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Μαρία Γαλάνη - Λεοναρδοπούλου - Εισηγήτρια, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη και Γεώργιο Αναστασάκο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου H. A. A. του M., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Λάρισας, που εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Ευάγγελο Σφήκα, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθ.15/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 111/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Το Πενταμελές Εφετείο Θράκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθ.πρωτ....2015 από 26-5-2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.
Αφού άκουσε
Τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α και β του ν. 3386/ 2005 , όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 48 παρ.4 ν. 3772/10-7-2009, "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου, πλωτού μέσου ή αεροπλάνου και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, τα εξωτερικά ή εσωτερικά σύνορα, στην Ελληνική Επικράτεια και αντίστροφα προς το έδαφος κράτους-μέλους της Ε.Ε.
ή τρίτης χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται: α) με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή δέκα έως τριάντα χιλιάδων [10000-30000] Ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, β) με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή τριάντα έως εξήντα χιλιάδων (30.000-60000) Ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο, αν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή είναι υπότροπος ή έχει την ιδιότητα του δημόσιου υπάλληλου ή ναυτιλιακού ή ταξιδιωτικού πράκτορος ή αν δυο ή περισσότεροι ενεργούν από κοινού".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι θεσμοθετείται ποινικό αδίκημα υπαλλακτικώς μικτό, το οποίο πραγματώνεται, κατά την αντικειμενική του υπόσταση, με καθένα από τους ανωτέρω τρόπους από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην χώρα, ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν τη μεταφορά ή προώθηση τους ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδο τους ως λαθρομεταναστών, ενώ για την κατάφαση της υποκειμενικής του υπόστασης απαιτείται δόλος είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος.
Τέλος, κατά το άρθρο 45 του ΠΚ, "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την ύπαρξη συναυτουργίας απαιτείται κοινός δόλος των προσώπων που συμπράττουν και αυτοπρόσωπη και άμεση σύμπραξη τους, η οποία μπορεί να είναι ταυτόχρονη ή διαδοχική κατά την ενέργεια από τον καθένα των επί μέρους πράξεων, οι οποίες άμεσα συντελούν στην ολοκλήρωση του εγκληματικού αποτελέσματος.
Συνίσταται δε ο κοινός δόλος στη συναπόφαση που έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους είτε κατά την τέλεση της, ώστε ο καθένας τους να θέλει ή να αποδέχεται την τέλεση της και να γνωρίζει ότι ο άλλος απ’ αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση του άλλου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 περ. στ’ του ΠΚ, κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης αυτής, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περιστάσεως της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ’ επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχουν προηγηθεί και καταδίκες, υποκειμενικά δε, σκοπός του δράστη να πορισθεί εντεύθεν εισόδημα.
Κατ’ επάγγελμα επίσης τέλεση συντρέχει και όταν μία φορά διαπράχθηκε η πράξη, όχι όμως ευκαιριακώς, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Επιβαρυντική επίσης περίσταση συντρέχει όταν ο υπαίτιος ενεργεί εκ κερδοσκοπίας, δηλαδή αποβλέπει στον πορισμό εισοδήματος.
Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ειδικότερα, η ύπαρξη του δόλου στην παράβαση της διατάξεως του άρθρου 88 παρ. 1 περ. α και β του Ν. 3386/2005, δεν είναι αναγκαίο κατ’ αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, απαιτείται όμως να διαλαμβάνεται σ’ αυτή το παράνομο της εισόδου των αλλοδαπών στο Ελληνικό έδαφος, και η περί τούτου γνώση του υπαιτίου της πράξεως.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με τα διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα έστω κατά το είδος τους, (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα μόνον αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.
Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα, να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ’ αρ.111/2015 προσβαλλόμενη απόφαση, το δίκασαν κατ’ έφεση Πενταμελές Εφετείο Θράκης, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, για την αξιόποινη πράξη της μεταφοράς από κοινού από το εξωτερικό στην Ελλάδα και διευκόλυνση μεταφοράς στο εσωτερικό της χώρας, αλλοδαπών τρίτων χωρών, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος ,(λαθρομεταναστών,) από κερδοσκοπία κατ’ επάγγελμα, από κοινού( με τον συγκατηγορούμενο του και συγκαταδικασθέντα S. N. του S. και H.
ο οποίος δεν άσκησε αίτηση αναίρεσης). Στο αιτιολογικό του, δέχθηκε ότι από τα μνημονευόμενα ο την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το είδος τους, αποδεικτικά μέσα ,ήτοι από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του, τα πρακτικά της εκκαλουμένης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο του και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 24-4-2010 και περί ώρα 05.30 π.μ., στην παρέβρια περιοχή ..., οι κατηγορούμενοι, υπήκοοι ..., ενεργώντας από κοινού και μετά από συναπόφασή τους , μετέφεραν από την Τουρκική όχθη του ποταμού Έβρου στην Ελληνική όχθη, με τη χρήση πλαστικής βάρκας, δέκα οκτώ(18) αλλοδαπούς υπηκόους,(δεκαεπτά ενηλίκους και έναν ανήλικο), οι οποίοι στερούνταν του δικαιώματος εισόδου στην Ελλάδα ήτοι τους έξης αλλοδαπούς :1.
Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (επ.) A. T. (όν.) Α. του B. και Κ. S., γεν.11-12-1978 στο ..., κάτοικος ομοίως. 2. Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α)(Επ)Α. (Ov.) M. του A. και της S., γεν. την 1-1-1970 στο ..., κάτοικος ομοίως. 3.Αλλοδαπή υπήκοος ... (Θ) (Επ) S. (Ov.) O. του A. και R. γεv. 1-1-1982 στο ..., κάτοικος ομοίως, η οποία συνοδεύει και το ανήλικο τέκνο της (Θ) (Επ.) A.(Ov.) Τ.
του M. και O., γεν. 1-1-2008, στο .... 4. Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) Επ. A. (Ον.) T. του A. και A., γεν. 1-1-1983 στο ..., κάτοικος ομοίως. 5.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Θ) (Επ.) K. (Ον.) M. του M. A. και Β. S., γεν. 1-1-1980 στο ..., κάτοικος ομοίως. 6.Αλλοδαπή υπήκοος ... (Θ) (Επ.) R. (Ον.) A. του A. και O., γεν. 1-1-1960 στο ..., κάτοικος ομοίως. 7.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) H.(Ον.) F.
S. του F. και F., γεν. 01-01-1978 στο ..., κάτοικος ομοίως. 8.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) H. (Ον.) D. S. του Μ. και B. Β., γεν. 1-1-1977 στο ..., κάτοικος ομοίως. 9.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) A. (Ον.) Ν. του N. O. και F., γεν. 1-1-1967 στο ..., κάτοικος ομοίως. 10.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) I. (Ον.) A. του I. και της F., γεν. 1-1-1984 στο ..., κάτοικος ομοίως. 11.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) H. (Ον.) R.
του M. και S., γεν. 1-1-1984 στο ..., κάτοικος ομοίως. 12.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) N. (Ον.) J. του A. και S. , γεν. 1-1-1987 στο ..., κάτοικος ομοίως. 13.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) A. (Ον.) A. του S. και J., γεν. 01-01-1984 στο ..., κάτοικος ομοίως. 14.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) S. A. (Ον.) T. του M. και A., γεν. 1-1-1987 στο ..., κάτοικος ομοίως. 15.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) Α.
M. (Ον.) H. του A. και H., γεν. 1-1-1974 στο ..., κάτοικος ομοίως. 16.Αλλοδαπός υπήκοος ...(Α) (Επ.) M. (Ον.) O. του M. και της F., γεν. 1-1-1985 στο ..., κάτοικος ομοίως. 17.Αλλοδαπός υπήκοος ... (Α) (Επ.) F. (Ον.) H. του H. και R., γεν. 1-1-1978 στο ..., κάτοικος ομοίως. Αφού δε αποβιβάστηκαν από την πλαστική βάρκα στο ελληνικό έδαφος, οι κατηγορούμενοι οδήγησαν πεζή τους ως άνω αλλοδαπούς σε συγκεκριμένο σημείο επί της Εθνικής οδού ... - ...
και στη συνέχεια, ακολουθώντας το ίδιο δρομολόγιο επέστρεφαν κατευθυνόμενοι προς την πλαστική βάρκα για να επιβιβαστούν σε αυτήν και να επιστρέψουν στην Τουρκία, πλην, όμως, συνελήφθησαν, όπως και οι ως άνω λαθρομετανάστες, από άνδρες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Διδυμοτείχου και του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης ..., οι οποίοι, τελούντες σε διατεταγμένη υπηρεσία κατοπτεύσεως με κάμερα νυχτερινής απεικονίσεως στην ως άνω περιοχή, είχαν εντοπίσει τις παραπάνω κινήσεις των κατηγορουμένων και των δέκα οκτώ (18) αλλοδαπών-λαθρομεταναστών.
Οι κατηγορούμενοι, υπήκοοι ..., οι οποίοι, σημειωτέον, είχαν εισέλθει και αυτοί παράνομα στον ελληνικό χώρο στερούμενοι των νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων, κατά τα προαναφερθέντα, γνώριζαν ότι οι ανωτέρω δέκα οκτώ (18) αλλοδαποί δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, καθόσον στερούνταν των απαραίτητων νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων και τους μετέφεραν με την πλαστική βάρκα στον ελληνικό χώρο και στη συνέχεια τους οδήγησαν πεζή σε συγκεκριμένο σημείο στον ελληνικό χώρο, κατά τα προαναφερθέντα.
Την πράξη τους αυτή, που αποτελεί τμήμα συστηματικά σχεδιασμένης επιχειρήσεως μεταφοράς και προωθήσεως λαθρομεταναστών στην χώρα, τέλεσαν οι κατηγορούμενοι, από κοινού, μετά από συναπόφασή τους, κατ’ επάγγελμα, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, έναντι χρηματικής αμοιβής για τους ίδιους που το ύψος της δεν εξακριβώθηκε, έχοντας αναλάβει τους προαναφερόμενους ρόλους ως μέλη οργανωμένου κυκλώματος που μεταφέρει και προωθεί στην Ελλάδα από το εξωτερικό λαθρομετανάστες, το οποίο (κύκλωμα), με διαμορφωμένη την κατάλληλη υποδομή για την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως, στη συγκεκριμένη περίπτωση θα εισέπραττε από καθένα των ως άνω αλλοδαπών χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, μετά την άφιξη τους στον τόπο προορισμού τους, μέρος του οποίου και δεν διευκρινίσθηκε επακριβώς;
θα ελάμβαναν και οι κατηγορούμενοι. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά αναμφίβολα αποδείχθηκαν από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα , αλλά και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι ομολόγησαν κατά τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου απολογίες τους, (βλ. αυτές ανωτέρω), στοιχειοθετούνται αντικειμενικά και υποκειμενικά οι αξιόποινες πράξεις, που αποδίδονται στους κατηγορουμένους, ήτοι της παραβάσεως του άρθρου 88 παρ. 1β’ του ν. 3386/2005, από κερδοσκοπία, κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή από κοινού και επομένως πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι".
Ακολούθως με το διατακτικό του, κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι: "Στις 24-4-2010, στην παρέβρια περιοχή ..., ενεργώντας από κοινού, (εννοείται με τον συγκατηγορούμενο του και συγκαταδικασθέντα S. N. του S. και Η.),μετέφεραν με πλωτό μέσο από το εξωτερικό στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, πράγμα που αυτοί γνώριζαν.
Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, στον ως άνω τόπο και χρόνο, περί ώρα 5.30 π.μ., ενεργώντας από κοινού, μετέφεραν από την Τουρκική όχθη του ποταμού Έβρου, στην Ελληνική όχθη με την χρήση πλαστικής βάρκας δέκα οκτώ αλλοδαπούς υπηκόους, που όπως γνώριζαν στερούνταν δικαιώματος εισόδου στην Ελλάδα με στοιχεία.... (παρατίθενται τα στοιχεία των αλλοδαπών, όπως ακριβώς έχουν στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης).
Εν συνεχεία αφού αποβιβάσθηκαν από την πλαστική βάρκα στο Ελληνικό έδαφος οδήγησαν τους προδιαληφθέντες αλλοδαπούς σε συγκεκριμένο σημείο επί της Εθνικής οδού ... - ..., και εν συνεχεία , κατευθυνόμενοι προς την πλαστική βάρκα, για να επιβιβασθούν σ’ αυτή, και να επιστρέψουν στην Τουρκία καταληφθήκανε από άνδρες του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Διδυμοτείχου, και του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης Διδυμοτείχου ....
Από την τέλεση της ως άνω πράξης τους θα αποκέρδαιναν το ποσό των 2.000 Ευρώ, το οποίο θα κατέβαλε έκαστος εκ των μεταφερομένων αλλοδαπών, σε άγνωστο άτομο μέλος του κυκλώματος διακίνησης λαθρομεταναστών, ενώ όπως διαφαίνεται από την ως άνω διαμορφωθείσα υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος".
Στη συνέχεια αφού αναγνώρισε ότι στο πρόσωπο του συνέτρεχε η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 1 εδ. α’ Π.Κ., τον καταδίκασε σε συνολική ποινή καθείρξεως σαράντα (40) ετών, με εκτιτέα τα είκοσι πέντε (25) έτη.
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε στο αιτιολογικό της, σε συνδυασμό με το προπαρατεθεν διατακτικό της, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ’ αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο και καταδικάστηκε.
Αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας, συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ’ εδ. α, 26 παρ. 1, 27 παρ.1, 45, 83, 84παρ.2 α,94παρ.1, του ΠΚ σε συνδ. με άρθρα 88 παρ. 1 β του ν. 3386/2005, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 48 παρ.4 ν. 3772/10-7-2009, και ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, ή ασαφή, αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία, ενώ δεν ήταν αναγκαία κατά νόμο η αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων και τι προκύπτει χωριστά από το καθένα η δε απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, η καταφατική περί της ενοχής δικαιοδοτική κρίση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, αιτιολογείται από τις παραδοχές του: α)του τρόπου, με τον οποίο ο αναιρεσείων μετά από συναπόφαση και με κοινό δόλο, με τον συγκατηγορούμενο και συγκαταδικασθέντα με αυτόν, μετέφεραν τους αλλοδαπούς τους οποίους κατονομάζει, αναφέροντας για ένα έκαστο το επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός και μητρός τόπο, ημερομηνία γέννησης, και υπηκοότητα, από το Τουρκικό έδαφος στο Ελληνικό με πλαστικό σκάφος(βάρκα), β)ότι οδήγησαν, ήτοι προώθησαν αυτούς σε συγκεκριμένο σημείο της Ελληνικής Επικράτειας επί της Εθνικής Οδού ... -..., γ)ότι γνώριζαν ότι οι αλλοδαποί αυτοί στερούνταν νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων και δεν είχαν δικαίωμα εισόδου σε Ελληνικό έδαφος, δ)την υποδομή που είχαν διαμορφώσει από την οποία προέκυπτε σκοπός τους για επανειλημμένη τέλεση της πράξεως αυτής, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, που πηγάζει από την παραδοχή ότι είναι μέλη κυκλώματος που μεταφέρει και προωθεί λαθρομετανάστες από το Τουρκικό κράτος το Ελληνικό, διαθέτοντας πλαστικό σκάφος για τη μεταφορά τους από την Τουρκική όχθη του ποταμού Έβρου στην Ελληνική όχθη αυτού, και τους προωθούν στο εσωτερικό της Ελλάδας, με αμοιβή που καταβάλλει κάθε αλλοδαπός σε άγνωστο μέλος του κυκλώματος για την παράνομη μεταφορά και προώθηση του 2.000 Ευρώ.
Η ύπαρξη του δόλου τους αιτιολογείται με την παραδοχή ότι γνώριζε το γεγονός ότι όλοι οι μεταφερόμενοι αλλοδαποί στερούνταν νομίμων ταξιδιωτικών εγγράφων. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: Α)ότι το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι πανομοιότυπο με το διατακτικό της, είναι αβάσιμη ,διότι το αιτιολογικό διαλαμβάνει περισσότερα στοιχεία από το διατακτικό για την τέλεση της αξιόποινης αυτής πράξης, πέραν του γεγονότος ότι στο διατακτικό αυτής διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της εγκληματικής πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων.
Β) Η αιτίαση του ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία οδηγήθηκε το δικαστήριο της ουσίας στην καταδίκη του, είναι επίσης αβάσιμη, διότι αναφέρονται όλα τα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται δε και ειδικότερη μνεία στο σκεπτικό της για την απολογία του, κατά την οποία ομολόγησε την πράξη του.
Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ! και Ε! λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους ο αναιρεσείων, προσάπτει την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι.
Περαιτέρω, υπέρβαση εξουσίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η! ΚΠΔ, συντρέχει και όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία που δεν του παρέχεται από το νόμο. Αυτό συμβαίνει όταν, το επί της εφέσεως του καταδικασθέντος επιληφθέν δικαστήριο χειροτέρευσε τη θέση του εκκαλούντος, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου, προκύπτουν τα εξής: Με την υπ’ αριθμ. 293/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θράκης, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος για παράνομη μεταφορά 18 λαθρομεταναστών, και καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο λαθρομετανάστη και συνολική ποινή σαράντα τεσσάρων(44) ετών και συνολική χρηματική ποινή εκατόν δέκα πέντε χιλιάδων (115.000) ευρώ με εκτιτέα τα 25 έτη.
Με την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθμ.11/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως του, ο κατηγορούμενος κηρύχθηκε ένοχος παράνομης μεταφοράς επίσης 18 λαθρομεταναστών, και μετά από την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2α! ΠΚ, του επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως έξι (6) ετών για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο και συνολική ποινή καθείρξεως σαράντα(40) ετών, από την οποία εκτιτέα ορίσθηκαν τα 25 έτη.
Με βάση τα ανωτέρω, το επί της εφέσεως του καταδικασθέντος επιληφθέν δικαστήριο, δεν χειροτέρευσε (αλλά αντίθετα κατέστησε ευνοϊκότερη) τη θέση του εκκαλούντος. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η! ΚΠΔ λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, με την αιτίαση της χειροτερεύσεως της θέσεως του αναιρεσείοντος, λόγω του ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο του επέβαλε μείζονα της πρωτοδίκως επιβληθείσης ποινής, χωρίς άλλον ειδικότερα προσδιορισμό.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (αρθρ.583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την υπ’ αρ. πρωτ. ...2015 από 26-5-2015 αίτηση , του H. A. A. του M., υπηκόου ..., για αναίρεση της υπ’ αρ.111/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ