1729/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔιεκδικητική αγωγή κυριότητας: Ένσταση ιδίας κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία). Λόγος από 19 του 559 Κ.Πολ.Δικ. ως προς την απόρριψη της ένστασης. Απορρίπτει ως αβάσιμος
Legislator headnote
AI generated1729/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): αρ. ...), περιλαμβάνεται και αποτελεί τμήμα του εν λόγω ακινήτου της εφεσίβλητης. Η εκκαλούσα έλαβε το επίδικο στη νομή και κατοχή της για πρώτη φορά το Φθινόπωρο του έτους 1997. Από τότε και μέχρι την άσκηση της ανωτέρω αγωγής ασκούσε στο εν λόγω ακίνητο όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέληση της να είναι κυρία του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1729 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Διεκδικητική αγωγή κυριότητας: Ένσταση ιδίας κυριότητας (έκτακτη χρησικτησία). Λόγος από 19 του 559 Κ.Πολ.Δικ. ως προς την απόρριψη της ένστασης. Απορρίπτει ως αβάσιμος
Αριθμός 1729/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η κλήση: Ό. Μ. χήρας Γ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Χ. Λ. - Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Αικατερίνη Νικολάκη-Στάμου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 209/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 201/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 10/10/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 112/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 20/6/2011 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 3/11/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, η αναιρεσείουσα δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση του Δικαστηρίου τούτου της 24-10-2012, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από την 7407/24-10-2011 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ... την οποία επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αναιρεσίβλητη με την από 20-6-2011 κλήση της μετά την κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης της με την 112/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι η ως άνω κλήση επιδόθηκε νομότυπα (άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα στον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Φίλιππο Πανταζή. Επομένως παρά την απουσία της αναιρεσείουσας πρέπει η συζήτηση της υπόθεσης να προχωρήσει.
Σύμφωνα με το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει το χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051/ΑΚ), εφόσον είχε γίνει με το νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης ου νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο, δηλαδή εδαφική έκταση, εμβαδού 4.679,80 τετ. μέτρων, βρίσκεται στη θέση "Βοτανικός" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ιωαννίνων, παρεμβάλλεται μεταξύ ομόρων ακινήτων των διαδίκων και, σύμφωνα με το τίτλο κτήσης του ανωτέρω ακινήτου της εφεσίβλητης, δηλαδή το .../1962 συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων του συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίου Κωνστανταράκη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ιωαννίνων (τόμος 59, αύξ.
αρ. ...), περιλαμβάνεται και αποτελεί τμήμα του εν λόγω ακινήτου της εφεσίβλητης. Η εκκαλούσα έλαβε το επίδικο στη νομή και κατοχή της για πρώτη φορά το Φθινόπωρο του έτους 1997. Από τότε και μέχρι την άσκηση της ανωτέρω αγωγής ασκούσε στο εν λόγω ακίνητο όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέληση της να είναι κυρία του.
Συγκεκριμένα, την παραπάνω χρονολογία μπάζωσε το επίδικο, ρίχνοντας σ' αυτό μαρμαρόσκονη και υπολείμματα μαρμάρων από το εργοστάσιο μαρμάρων που λειτουργούσε στο παραπάνω όμορο ακίνητο της. Το ίδιο έτος περιέφραξε το επίδικο από τη μια πλευρά του με περίφραξη από τσίπα και το ενσωμάτωσε στο παραπάνω ακίνητο της, ενώ το επόμενο έτος 1998 κατασκεύασε μέσα στο επίδικο οικίσκο από λαμαρίνες, τον οποίο χρησιμοποιούσε ως αποθήκη, για την τοποθέτηση χόρτου και τη φύλαξη πουλερικών.
Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι ουδέποτε πριν από το έτος 1997 επιχείρησαν η εκκαλούσα ή ο σύζυγος της Γ. ή και ο τελευταίος μέχρι το έτος 1988 που πέθανε, κάποια πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο, με τη θέληση τους να είναι κύριοι αυτού και, συγκεκριμένα, δεν το μπάζωσαν το έτος 1973 με χαλίκι, ούτε το περιέφραξαν το έτος 1975 με περίφραξη από τσίπα και σιδερένιους πασσάλους, δεν μπάζωσαν την ίδια περίοδο τη μια πλευρά του, δεν το χώρισαν σε δυο τμήματα με τσίπα και σιδερένιους πασσάλους, ούτε έριχναν σ' αυτό πριν από το έτος 1997 ή σε τμήμα του μαρμαρόσκονη και γενικά υπολείμματα από το παραπάνω εργοστάσιο μαρμάρων, ενώ η αποθήκη που προαναφέρθηκε, κατασκευάστηκε στο επίδικο το έτος 1998.
Τέλος, δεν κατασκεύασαν το έτος 1976 δρόμο μέσα στο επίδικο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για το ότι η εκκαλούσα νέμεται και κατέχει το επίδικο με τη θέληση της να είναι κυρία του από το έτος 1997 και μετέπειτα, όπως και ότι ουδέποτε πριν από το έτος τούτο άσκησε αυτή ή ο ανωτέρω σύζυγος της οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο με τη θέληση τους να είναι κύριοι του, στηρίζεται, κυρίως, στην κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα της εφεσίβλητης, η οποία θεωρείται πειστικότερη από τις διαμετρικά αντίθετες, ως προς τα σημεία αυτά, καταθέσεις των ανωτέρω μαρτύρων της εκκαλούσης.
Διότι ο μάρτυρας αυτός της εφεσίβλητης ήταν και εξακολουθεί να είναι μισθωτής του ανωτέρω μεγαλυτέρου ακινήτου της εφεσίβλητης και, επομένως, λόγω της ιδιότητας του αυτής, έχει άμεση και προσωπική αντίληψη των όσων καταθέτει σχετικά με τα παραπάνω γεγονότα. Επίσης, η κρίση αυτή δεν αναιρείται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και, στη συνέχεια, έκανε δεκτή την ανωτέρω αγωγή της εφεσίβλητης, απορρίπτοντας την ένσταση της εκκαλούσης για δική της κυριότητα στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία, για το λόγο ότι από το έτος 1997, που, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατέλαβε αυτή για πρώτη φορά το επίδικο και μέχρι την άσκηση της παραπάνω αγωγής το έτος 1998 δεν είχε συμπληρώσει εικοσαετία στη νομή του, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε.
Γι' αυτό οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφού ως προς το κρίσιμο θέμα της μη συμπλήρωσης εικοσαετίας στη νομή του επιδίκου από την αναιρεσείουσα περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και επομένως ο μοναδικός λόγος της αίτησης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Αφού απορρίπτεται η αίτηση αναιρέσεως πρέπει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 έως 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2008 αίτηση της Ό. χας Γ. Μ. για αναίρεση της 201/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ