Legislator Case Law & Legislation
1729/2011 AI generated

1729/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1729/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1729/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Keywords

AI generated
parking area public space historic town zone public domain pedestrian zone public deposit
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1729 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1729/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον κ. Δήμαρχο. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μουχτούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου του Δημοσίου, με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Σταματάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5038/2-7-1985 αγωγή και με την από 4040/27-5-1985 προσεπίκληση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 593/1996 μη οριστική, 1499/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5398/2007 μη οριστική, 4232/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-1-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 31-8-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση της αγωγής, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αορίστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή, ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής, αναφορικά με την περιγραφή του ακινήτου, να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο και τα υπάρχοντα στο ακίνητο κτίσματα, οι πλευρικές διαστάσεις αυτού και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του δικογράφου της από 3-7-1985 ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, το οποίο εκτιμά, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο ο Άρειος Πάγος, το ενάγον ανέφερε, ότι είναι κύριο ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "Παραπήγματα" του Δήμου Αθηναίων, έχει έκταση 1.730 τ.μ. και συνορεύει, σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 1967 σχεδιάγραμμα του τότε Διευθυντή της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, ανατολικά επί πλευράς Β-Γ με ακίνητο του "Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών" (ΑΟΟΑ ), νότια επί πλευράς Δ-Γ με ανώνυμη οδό και πέραν αυτής με παραπήγματα, δυτικά επί πλευράς Δ-Α με γήπεδο πρώην Μετοχικού Ταμείου Στρατού και ήδη αγνώστων και βόρεια επί πλευράς Α-Β με ανώνυμη οδό. Από την ως άνω περιγραφή του επίδικου ακινήτου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητά του, δεν πάσχει δε αοριστία η ένδικη αγωγή για το λόγο ότι δεν γίνεται μνεία σ' αυτήν των υπαρχόντων, κατά την άσκησή της, εντός του ως άνω ακινήτου δύο παλαιών κτισμάτων, που χρησιμοποιούσε το ΕΑΤ-ΕΣΑ κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε, κατά τον αναιρεσείοντα, αποδεχόμενο τον περί αοριστία της λόγο έφεσης του τελευταίου.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμησή του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 2.- Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, και με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Άσκηση νομής, (η οποία χρειάζεται για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία), αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του - ακινήτου - με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να το έχει σαν δικό του. Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η επίβλεψη του ακινήτου, ο καθαρισμός του, η δενδροφύτευσή του και η φύλαξή αυτού από παραβιάσεις τρίτων.

Δεν είναι δε αναγκαίο η νομή ν' ασκείται αυτοπροσώπως, αλλά μπορεί ν' ασκείται μέσω άλλου (άρθρο 980 ΑΚ). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 1054 ΑΚ, ανεπίδεκτα χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, είναι τα εκτός συναλλαγής πράγματα. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968 ΑΚ, εκτός συναλλαγής είναι και τα κοινόχρηστα πράγματα, τα οποία, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.

Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.

Έτσι, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α., δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια (ΟλΣτΕ 774/1987).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς ή αντιφατικής αιτιολογίας, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Α) Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην θέση "Παραπήγματα" του Δήμου Αθηναίων, έχει έκταση 1.730 τ.μ. και συνορεύει σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 1967 σχεδιάγραμμα του τότε Διευθυντή της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, ανατολικά επί πλευράς Β-Γ με ακίνητο του "Αυτόνομου Οικοδομικού Οργανισμού Αξιωματικών" (ΑΟΟ ), νότια επί πλευράς Δ-Γ με ανώνυμη οδό και πέραν αυτής με παραπήγματα, δυτικά επί πλευράς Δ-Α με γήπεδο πρώην Μετοχικού Ταμείου Στρατού και ήδη αγνώστων και βόρεια επί πλευράς Α-Β με ανώνυμη οδό.

Με βάση τα σύγχρονα δεδομένα το ακίνητο έχει τραπεζοειδές σχήμα με την στενή πλευρά προς βορρά και αποτελεί κεντρικό τμήμα του χώρου που σήμερα ονομάζεται Πάρκο Ελευθερίας, όπου παλαιότερα υπήρχαν οι εγκαταστάσεις του EAT-ΕΣΑ, ορίζεται δε προς βορρά από το Ναυτικό Νοσοκομείο, από το οποίο χωρίζεται νοητά από την προβλεπόμενη να διανοιχθεί προέκταση της οδού Σουηδίας, προς νότο από χώρο όπου ευρίσκεται το μνημείο-ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου, από το οποίο χωρίζεται με χωματόδρομο, (πρώην οδό Ευζώνων ), προς ανατολάς από υπόλοιπο τμήμα του ίδιου "πάρκου" ιδιοκτησίας ΑΟΟΑ και πέραν αυτού με εγκαταστάσεις του Μεγάρου Φίλων της Μουσικής, προς δυσμάς δε από υπόλοιπο τμήμα του ίδιου "πάρκου" ιδιοκτησίας Μετοχικού Ταμείου Στρατού και πέραν αυτού με το Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού (ΝΙΜΤΣ).

Το ακίνητο τέμνεται κατά πλάτος εν μέρει από δύο παλαιά κτίρια που χρησιμοποιούνταν κατά την διάρκεια της τελευταίας δικτατορίας ως θάλαμοι κρατήσεως του EAT-ΕΣΑ. Β) Από της συστάσεως του ελληνικού κράτους το επίδικο, σε ευρύτερο ενιαίο ακίνητο, που εκτεινόταν περίπου από το σημερινό Νοσοκομείο Ευαγγελισμός μέχρι και την Αμερικανική Πρεσβεία, ανήκε στην Ιερά Μονή Πετράκη, ενώ η κατοχή του είχε παραχωρηθεί στον Ελληνικό Στρατό για τον στρατωνισμό σωμάτων πεζικού.

Είχαν δε ανεγερθεί για τον λόγο αυτό στην υπόψη έκταση στρατιωτικά παραπήγματα, γεγονός που ονοματοδότησε την ευρύτερη περιοχή. Την περίοδο του μεσοπολέμου το όλο ακίνητο περιήλθε στον ΟΔΕΠ. Στις 12-3-1939 καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ αφενός του ΟΔΕΠ και αφετέρου του "Ειδικού Ταμείου Μονίμων Οδοστρωμάτων Αθηνών" (ΕΤΜΟΑ) με εκ τρίτου συμβαλλόμενο το Ελληνικό Δημόσιο.

Με τη σύμβαση αυτή ο ΟΔΕΠ πώλησε την όλη ευρύτερη έκταση στο ΕΤΜΟΑ αντί τιμήματος 63.000.000 δραχμών και το Δημόσιο, ως κάτοχος αυτής, υποσχέθηκε ότι θα άρει τις επ' αυτής στρατιωτικές εγκαταστάσεις και θα παραδώσει την κατοχή στον αγοραστή. Παράλληλα το ΕΤΜΟΑ ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει στο κέντρο της αποκτώμενης έκτασης άλσος σύμφωνα με σχεδιάγραμμα που θα εγκρινόταν από τον Υπουργό Συγκοινωνίας μετά από γνώμη του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και χωρίς την ανάγκη τηρήσεως των διατάξεων περί σχεδίων πόλεων.

Μετά την κατασκευή του άλσους προβλεπόταν ότι αυτό θα παραδιδόταν στην Επιτροπή Κήπων και Δεντροστοιχιών και συνακόλουθα στην κοινή χρήση. Η σύμβαση αυτή επικυρώθηκε με τον α.ν. 1706/1939 (ΦΕΚ Α' αριθ. 158 της 20-4-1939). Η ανωτέρω υποχρέωση του ΕΤΜΟΑ δεν είχε τον χαρακτήρα αίρεσης αναβλητικής ή διαλυτικής της εμπράγματης δικαιοπραξίας μεταβίβασης της κυριότητας του ακινήτου, όπως συνάγεται σαφώς από το κείμενο της δικαιοπραξίας που περιέχεται στον κυρωτικό νόμο.

Επομένως, επρόκειτο για απλή ενοχική υποχρέωση έναντι του εκ τρίτου συμβληθέντος Δημοσίου, (ο πωλητής δεν ενδιαφερόταν προφανώς για την θέση του ακινήτου σε κοινή χρήση), η παράβαση της οποίας μπορούσε να δημιουργήσει μόνο αξίωση αποζημίωσης εκ μέρους του δέκτη της υπόσχεσης Δημοσίου εάν συνέτρεχε περίπτωση ζημίας του από την αθέτηση της ενοχής.

Προκειμένου όμως να γίνει εφικτή η τήρηση της υποχρέωσης του ΕΤΜΟΑ θα έπρεπε κατ' αρχήν να αρθούν από το Δημόσιο όλες οι εντός του ακινήτου στρατιωτικές εγκαταστάσεις και περαιτέρω να καθορισθεί το κέντρο της όλης έκτασης και η συγκεκριμένη επιφάνεια αυτού σε τ.μ. όπου θα δημιουργείτο το άλσος. Καμία από τις προϋποθέσεις αυτές δεν προέκυψε ότι τηρήθηκε, διότι αφενός σε τμήμα του ευρύτερου ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο εδαφοτεμάχιο, στεγάζονταν μέχρι και το 1980 στρατιωτικές υπηρεσίες και ειδικότερα μέχρι το 1976 το EAT- ΕΣΑ και έκτοτε η ΣΥΚΕΑ, αφετέρου δεν υπάρχουν στοιχεία προσδιοριστικά της συγκεκριμένης θέσης και επιφάνειας του προβλεπόμενου άλσους.

Από όλα τα προηγούμενα συνάγεται ότι, α) το ΕΤΜΟΑ κατέστη κύριο με τον προεκτεθέντα τρόπο της όλης έκτασης περιλαμβανομένου και του επιδίκου, β) η κατοχή του ακινήτου παρέμεινε στο Δημόσιο για στρατιωτικούς σκοπούς με την έγκριση του κυρίου και γ) το ΕΤΜΟΑ δεν εκδήλωσε με βάση το περιεχόμενο της σύμβασης θέληση να παραδώσει άμεσα το όλο ακίνητο στην κοινή χρήση.

Γ) Με βάση το εγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο της πόλης των Αθηνών το όλο ακίνητο είχε χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστος χώρος άλσους, εφόσον δε το ΕΤΜΟΑ είχε δεσμευθεί συμβατικά να συναινέσει στην δημιουργία άλσους, έπεται ότι είχε παραιτηθεί και από την αξίωση αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας και επομένως η παραχώρηση στην κοινή χρήση μπορούσε να υλοποιηθεί και χωρίς να συντελεσθεί η αντίστοιχη απαλλοτρίωση.

Παρά ταύτα με τον νόμο 3700/1957 (ΦΕΚ Α' αριθ. 82/11-5-1957) κυρώθηκαν οι Πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου Α' 179/7-2-1956 και Β' 286/17-2-1956, εκ των οποίων με την πρώτη εγκρίθηκε η παραχώρηση από το ΕΤΜΟΑ προς τον Σύλλογο "Οι Φίλοι της Μουσικής" μέρους της όλης έκτασης εκ τ.μ. 14.610 στο ανατολικό άκρο της για την ανέγερση επ' αυτού του Μεγάρου Μουσικής, ενώ με την δεύτερη εγκρίθηκε η από 15-2-1956 σύμβαση ανταλλαγής μεταξύ αφενός του ΤΕΘΑ (Ταμείου Εθνικής Αμύνης) και του ήδη αναφερθέντος ΑΟΟΑ και αφετέρου του ΕΤΜΟΑ.

Δυνάμει της τελευταίας σύμβασης το ΕΤΜΟΑ ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει προς τον ΑΟΟΑ λόγω ανταλλαγής μεταξύ άλλων ακινήτων και εκτάσεις συνολικού εμβαδού 18.200 τ.μ. στην θέση Παραπήγματα, οι οποίες εμφαίνονται στο προσαρτηθέν στην ίδια ΠΥΣ (Β'286) σχεδιάγραμμα "Ρ" υπό τα στοιχεία III και IV. Στην τελευταία έκταση περιλαμβάνεται και το ήδη επίδικο ακίνητο.

Η ανταλλαγή του επιδίκου δεν υλοποιήθηκε άμεσα με αποτέλεσμα λίγο αργότερα να ματαιωθεί. Ειδικότερα, με βάση το από 25-9-1957 Β.Δ/μα (ΦΕΚ Α' 208/12-10-1957) εγκρίθηκε τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών στην περιοχή "Παραπηγμάτων" σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων με αριθμό πράξης θεώρησης Ε 40145/1957.

Από το σχεδιάγραμμα αυτό σε συνδυασμό με τα μεταγενέστερα έγγραφα: αριθ. Φ.930.5/4/3γ/623990/18-6-1960 σημείωμα του ΕΕΣ, αριθ. Ε.48752/10444/.12-12-1967 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων και αριθ. Ε.23524/4820/30-7-1968 απόφαση του Διευθυντή της Ε2 Διευθύνσεως της Υπηρεσίας Οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, προκύπτει ότι το επίδικο μετά την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου που έγινε με το Β.Δ.

της 25-9-1957 έπαυσε να περιλαμβάνεται στην έκταση IV της περιοχής "Παραπηγμάτων" που προβλεπόταν ως ανταλλάξιμη με τον ΑΟΟΑ δυνάμει της ΠΥΣ Β' 286/1956 και επομένως αυτό παρέμεινε στην κυριότητα του ΕΤΜΟΑ. Το 1968 δυνάμει του υπ' αριθ. 3452/7-8-1968 συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Κονταρίνη το επίδικο περιήλθε κατά κυριότητα στο ήδη εφεσίβλητο-ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας.

Επομένως, αποδεικνύεται παράγωγος τρόπος κτήσης κυριότητας από το εφεσίβλητο-ενάγον. Δ) Κατά το χρονικό διάστημα από το 1939 μέχρι το 1968, κατά το οποίο η κυριότητα του επιδίκου ανήκε στο ΕΤΜΟΑ, το τελευταίο ασκούσε, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (1946) και έκτοτε αδιάφορα από αυτήν, όλες τις προσιδιάζουσες στην φύση του υλικές, εμφανείς στους τρίτους, διακατοχικές πράξεις νομής και συγκεκριμένα επέβλεπε τα όριά του, διαπραγματευόταν με άλλα νομικά πρόσωπα την ανταλλαγή του ως ανωτέρω, είχε παραχωρήσει την κατοχή και χρήση του άνευ ανταλλάγματος σε στρατιωτικές μονάδες και μεριμνούσε μέσω των αρμοδίων οργάνων αυτών για την καθαριότητα, την δεντροφύτευση και την φύλαξή του από παραβιάσεις τρίτων.

Επομένως, είχε καταστεί κύριο του επιδίκου και με έκτακτη χρησικτησία τουλάχιστον από το 1966 με την συμπλήρωση 20ετίας από το 1946 (εισαγωγή ΑΚ).

Συνεπώς, κατά το 1968 το εφεσίβλητο- ενάγον απέκτησε με παράγωγο τρόπο το ακίνητο από νομικό πρόσωπο που σε κάθε περίπτωση είχε γίνει κύριο αυτού με έκτακτη χρησικτησία και άρα κατέστη και το ίδιο κύριο του ακινήτου ασκώντας έκτοτε πράξεις νομής ως κύριο. Ε) Αλλά και αν ακόμη με την ΠΥΣ Β' 286/56 το δικαιοπάροχο του ενάγοντος είχε στερηθεί την κυριότητά του, προκύπτει ότι παρ' όλα αυτά παρέμεινε στην νομή του ακινήτου και συνέχισε τις ίδιες πράξεις νομής ασκώντας αυτές δια των προστηθέντων του - κατόχων στρατιωτικών μονάδων- μέχρι το 1968, οπότε μεταβίβασε στο ενάγον, αν όχι την κυριότητα, πάντως οπωσδήποτε την νομή του επιδίκου.

Ακολούθως δε τις ίδιες πράξεις και άλλες επιπλέον συνέχισε το ενάγον. Ειδικότερα ανέθεσε σε μηχανικούς την εκπόνηση τοπογραφικών διαγραμμάτων του επιδίκου, αντιδίκησε το 1969 με το ΜΤΣ για την διατάραξη της νομής του, διαπραγματεύθηκε με τον Όμιλο Δοξιάδη την ανέγερση ξενοδοχείου στο επίδικο, η οποία ματαιώθηκε το 1973 από υπαιτιότητα του επίδοξου εργολήπτη, υπέβαλε ένσταση το 1974 κατά του Δήμου Αθηναίων για την διαπλάτυνση της οδού Σουηδίας σε βάρος της ιδιοκτησίας του, ζήτησε από το Δημόσιο την ανταλλαγή του επιδίκου με άλλο ισάξιο μετά το από 21-2-1976 π.δ.

που χαρακτήρισε το επίδικο ως χώρο πρασίνου και υπέβαλε εκτεταμένη αλληλογραφία προς τους αρμόδιους υπουργούς και άλλους υπηρεσιακούς παράγοντες σχετικά με το τελευταίο θέμα μέχρι το 1980, όταν δε το 1981 ο αντίδικος Δήμος προέβη σε αυθαίρετη κατάληψη του επιδίκου με την αιτιολογία ότι δήθεν αποτελούσε κοινόχρηστο χώρο, το ίδιο ζήτησε άμεσα την λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής του από το Ειρηνοδικείο Αθηνών και από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, με προσμέτρηση του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου του από το 1956 συμπληρώθηκε χρόνος συνεχούς και αδιάκοπης εικοσαετούς έκτακτης χρησικτησίας κατά τον ΑΚ στο πρόσωπο του ίδιου του εφεσίβλητου- ενάγοντος και έτσι κατέστη αυτό και πρωτοτύπως κύριο ήδη από το έτος 1976. ΣΤ) Επίσης με την κατάληψη της νομής του ακινήτου το 1968 βάσει του προαναφερθέντος συμβολαίου, ακόμη και αν το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν ήταν πράγματι κύριο του φερομένου ως μεταβιβασθέντος ακινήτου, το εφεσίβλητο-ενάγον καλόπιστα και χωρίς βαριά αμέλεια πίστευε και εξακολούθησε να πιστεύει ότι είχε αποκτήσει από κύριο, έτσι ώστε εφόσον είχε και νόμιμο τίτλο, με την άσκηση των ανωτέρω πράξεων νομής επί 10ετία από το 1968, ήτοι μέχρι το 1978, είχε καταστεί κύριο και με τακτική κατά τον ΑΚ χρησικτησία.

Ζ) Αντίθετα από τα ίδια αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε : α) Ότι, αν και το επίδικο έχει κηρυχθεί δύο φορές σε απαλλοτρίωση με τα πρ. δ/τα της 21-2-1976 και της 22-10-1992 (ΦΕΚ 59Δ/76 και 1070Δ/92 αντίστοιχα), έχει καταβληθεί οποιαδήποτε σχετική αποζημίωση προς το εφεσίβλητο - ενάγον, ώστε να έχει συντελεσθεί η απαλλοτρίωσή του, β) ότι είτε το δικαιοπάροχο του ενάγοντος ΕΤΜΟΑ από το 1939 μέχρι το 1968, είτε το ίδιο το εφεσίβλητο-ενάγον από το 1968 μέχρι το 1981, είχαν οπωσδήποτε αφήσει το επίδικο στην κοινή χρήση είτε με ρητά εκφρασμένη βούληση σε δικαιοπραξία που έχει μεταγραφεί είτε σιωπηρά, γ) ότι μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ είχαν συμπληρωθεί τουλάχιστον 80 χρόνια κατά τα οποία η μόνη γνωστή χρήση του επιδίκου ήταν εκείνη του κοινόχρηστου χώρου περιπάτου και αναψυχής, όπως ισχυρίζεται ο εκκαλών ΟΤΑ, δ) ότι μετά την εισαγωγή του ΑΚ και μέχρι το 1981 το ακίνητο αφέθηκε από τους κατόχους του με την ανοχή των διαδοχικών ιδιοκτητών του (ενάγοντος ΜΤΑ και δικαιοπαρόχου αυτού ΕΤΜΟΑ) σε κοινή χρήση με δήθεν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία μόνιμη κατάσταση, η οποία σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη από το ρυμοτομικό σχέδιο χρήση του ως κοινόχρηστου χώρου να κατέστησαν αυτό κοινόχρηστο από άποψης ιδιοκτησιακού καθεστώτος, όπως επίσης ισχυρίζεται ο εκκαλών και δ) ότι ο εκκαλών Δήμος είχε ασκήσει, πριν από την αποχώρηση των στρατιωτικών μονάδων από το επίδικο και αναδρομικά από αμνημονεύτων χρόνων ή πάντως από τα έτη 1939-1940 αμέσως μετά την παραχώρηση από τον ΟΔΕΠ, οποιεσδήποτε πράξεις νομής σε αυτό, όπως περιοδικοί καθαρισμοί, περιποίηση του αστικού πρασίνου και εν γένει καλλωπισμός του χώρου, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ώστε να έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό του έκτακτη χρησικτησία.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις περί κοινοχρήστου και ιδίας κυριότητας, που πρότεινε ο αναιρεσείων, δέχθηκε και ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, με τη μη εφαρμογή τους, τις επικαλούμενες (με το αναιρετήριο) ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 28 του ν. 1337/1983, 966, 967, 968, 1054 και 174 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους. Ειδικότερα το επίδικο ακίνητο δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, αφού, όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποδείχθηκε, ότι είτε το δικαιοπάροχο του ενάγοντος ΕΤΜΟΑ από το 1939 μέχρι το 1968, είτε το ίδιο το εφεσίβλητο-ενάγον από το 1968 μέχρι το 1981, είχαν οπωσδήποτε αφήσει το επίδικο στην κοινή χρήση είτε με ρητά εκφρασμένη βούληση σε δικαιοπραξία που έχει μεταγραφεί είτε σιωπηρά, ούτε και ότι μετά την εισαγωγή του ΑΚ και μέχρι το 1981 το ακίνητο αφέθηκε από τους κατόχους του με την ανοχή των διαδοχικών ιδιοκτητών του (ενάγοντος ΜΤΑ και δικαιοπαρόχου αυτού ΕΤΜΟΑ) σε κοινή χρήση με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία μόνιμη κατάσταση.

Συνεπώς, δεν συνέτρεχαν σωρευτικώς οι αναφερόμενες στην αρχή προϋποθέσεις για να αποκτήσει το επίδικο ακίνητο την ιδιότητα του κοινοχρήστου και να είναι έτσι ανεπίδεκτο χρησικτησίας. Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί συναφείς αντίθετοι δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτος και τέταρτος, έκτος και έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, α) ότι το επίδικο δεν απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου, κατ' εφαρμογή της προδιαληφθείσης διάταξης, β) ότι τόσο το δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου όσο και το τελευταίο απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και γ) ότι το αναιρεσίβλητο έγινε κύριο του επίδικου και με τακτική χρησικτησία, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω σχετικών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι σχετικοί αντίθετοι δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος, πέμπτος, έκτος, κατά το πρώτο μέρος, έβδομος, κατά το πρώτο μέρος και όγδοος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

3 .- Επειδή, από τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα σφάλματος που αναφέρεται στο λόγο. Έτσι, αν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς επί δύο επάλληλων αιτιολογιών και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, διότι οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΟλΑΠ 25, 26, 27/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτή κρίθηκε ουσιαστικώς βάσιμη η ένδικη διεκδικητική ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου με παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο (και το άμεσο δικαιοπάροχό του) καθώς και με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, διότι νεμήθηκαν το επίδικο για τουλάχιστον είκοσι έτη, το δε διατακτικό της απόφασης αυτής, με την οποία το αναιρεσίβλητο αναγνωρίστηκε κύριο του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 1.730 τ.

μ., όπως τούτο ειδικότερα προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση, στηρίζεται αυτοτελώς και στις δύο αυτές επάλληλες αιτιολογίες. Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι ως προς το ζήτημα, ότι το άμεσο δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, παραβίασε αυτό τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 και 1198 ΑΚ, καθόσον δεν αναφέρεται μεταγραφή της σχετικής από 12-3-1939 σύμβασης μεταξύ αυτού και του ΟΔΕΠ.

Με τον λόγο αυτό όμως πλήττεται η πρώτη αιτιολογία της απόφασης, με την οποία κρίθηκε το ουσιαστικώς βάσιμο της πρώτης βάσης της αγωγής, που στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου, ενώ οι αιτιολογίες της απόφασης, με τις οποίες κρίθηκε το ουσιαστικώς βάσιμο της δεύτερης βάσης της αγωγής, που στηρίζεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσίβλητο και το δικαιοπάροχό του (έκτακτη χρησικτησία), οι οποίες και στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης, δεν πλήττονται, επιτυχώς, με λόγους αναίρεσης Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι, προεχόντως, αβάσιμος, ως αλυσιτελής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-1-2010 αίτηση του Δήμου Αθηναίων για αναίρεση της 4232/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ