Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation and res judicata grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court improperly weighed witness testimonies and ignored prior judgments, but the court found these claims baseless. The court ruled that the Second Instance Court exercised its free evaluation of evidence correctly and did not violate legal definitions regarding res judicata.
Legislator headnote
AI generatedArticles 216(1), 340, 559(12), 559(16) of the Code of Civil Procedure; The appellate court's free evaluation of evidence does not constitute a violation of legal definitions unless it assigns undue weight to specific proof, and a res judicata argument fails if the lower court's decision does not explicitly reference the prior judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1729 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1729/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τρίγκα.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Στεργιόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1452/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 περ. α, β ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα άλλα στοιχεία, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου καθώς και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς.
Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 1094, 974, 1045 ΑΚ προκύπτει ότι, για το ορισμένο διεκδικητικής ακινήτου αγωγής, η οποία ως βάση της έχει την έκτακτη χρησικτησία του ενάγοντος, πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχεται, εκτός των άλλων, η ακριβής περιγραφή του ακινήτου, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, ήτοι να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και ο προσανατολισμός των πλευρών του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί αυτό να εντοπίζεται επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, έστω και αν δεν αναφέρεται το μήκος των πλευρών του σε μέτρα, (ή το εμβαδόν του), και να αναφέρονται οι πράξεις νομής που επί συνεχή εικοσαετία διενεργήθηκαν σ' αυτό από τον ενάγοντα, ήτοι οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του.
Περαιτέρω, από την αυτή ως άνω διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ και το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1121, 1132 ΑΚ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής ομολογήσεως πραγματικής δουλείας οδού, η οποία αποκτήθηκε με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται, εκτός των άλλων, να γίνεται περιγραφή του δεσπόζοντος και του δουλεύοντος ακινήτου, να προσδιορίζεται η δουλεία οδού και να αναφέρονται οι υλικές και εμφανείς πράξεις που διενεργήθηκαν στο δουλεύον ακίνητο επί μία εικοσαετία, οι οποίες ανταποκρίνονται στο κατά νόμο περιεχόμενο της πραγματικής αυτής δουλείας.
Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνιστά παραβίαση αυτού γιατί το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, προκειμένου να κρίνει την αγωγή νόμιμη και προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η δε ποσοτική ή ποιοτική αοριστία αυτής που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αγωγικό αίτημα, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται, η μεν ποσοτική αοριστία με βάση τον αριθ. 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ., η δε ποιοτική με βάση τον αριθ. 14 του ίδιου άρθρου.
Περαιτέρω, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί.
η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός .Τέλος, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης(άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, πλην των άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, με αυτήν ο ενάγων ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση μίας οικοπεδικής έκτασης η οποία βρίσκεται εντός του οικισμού ...του δημοτικού διαμερίσματος του Δήμου ... και συνορεύει ανατολικά με οικοπεδική έκταση 105, 79 τ.μ., του εναγομένου, δυτικά με ιδιοκτησίες ....
και ...., βόρεια με δημοτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία του εναγομένου. Επίσης ζήτησε την προστασία της δουλείας διόδου που έχει επί μίας εδαφικής λωρίδας, μήκους 5, 5μ. και πλάτους 2, 5 μ., που βρίσκεται στην ίδια ως άνω θέση και διέρχεται μέσω της ανωτέρω οικοπεδικής έκτασης των 105, 79 τ.μ. του εναγομένου, στην βορειοανατολική πλευρά της, και συνδέει τον ισόγειο όροφο της οικίας του(ενάγοντος), που είναι κτισμένη σε οικόπεδο, εμβαδού 550 τ.μ., το οποίο συνορεύει, ανατολικά με δασική έκταση και ιδιοκτησία Ιερού ναού ..., δυτικά με την ανωτέρω οικοπεδική έκταση(αυλή) του εναγομένου, βόρεια με δημοτικό δρόμο και νότια με ιδιοκτησία του εναγομένου.
Προς θεμελίωση της αγωγής, ισχυρίσθηκε ο ενάγων, ότι τη μεν κυριότητα της οικοπεδικής έκτασης απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία, διότι από το έτος 1964 και μετέπειτα έως την άσκηση της αγωγής (2003) το νέμεται με διάνοια κυρίου, ασκώντας σ' αυτήν όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν σε κύριο, και ειδικότερα επικοινωνεί με αυτή, από την πόρτα που υπάρχει στον ισόγειο όροφο της διώροφης οικίας του, μέσω της αυλής του αντιδίκου του των 105, 79 τ.μ., περιποιείται τα φυτεμένα σ' αυτήν δένδρα και τον κήπο, τοποθετεί σ αυτή τα γεωργικά του εργαλεία και καυσόξυλα, τη δε δουλεία διόδου απέκτησε επίσης με έκτακτη χρησικτησία, διότι από τον αυτόν ως άνω χρόνο(1964) έως και τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, ο ίδιος και η οικογένειά του χρησιμοποιεί την ως άνω εδαφική λωρίδα συνεχώς για να επικοινωνούν, πεζή και με ζώα, με τον ισόγειο όροφο της ανωτέρω οικίας του, ο οποίος λειτουργεί αυτόνομα.
Τα ανωτέρω στοιχεία είναι σαφή, επαρκή και καλύπτουν όλα τα περιστατικά που απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής αφού αναφέρονται κατά τρόπο σαφή, τόσο το είδος η θέση, τα όρια, ο προσανατολισμός των πλευρών του επίδικου ακινήτου, η έκταση, και η θέση της εδαφικής λωρίδας όπου ασκείται η δουλεία οδού, το είδος, η έκταση, τα όρια και η θέση του δουλεύοντος και του δεσπόζοντος ακινήτου, κατά τρόπο ώστε να μπορούν αυτά να εντοπίζονται επακριβώς και να διαχωρίζονται από τα γειτονικά ακίνητα, όπως επίσης καθορίζονται οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτά πράξεις που ασκούσε ο ενάγων, με διάνοια κυρίου και δικαιούχου, αντίστοιχα, επί χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ 8 και 14 ΚΠολΔ, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, κατ' ορθή υπαγωγή από τις ανωτέρω διατάξεις(και όχι από τον αριθ 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ο αναιρεσείων αναφέρει), με τον οποίο υποστηρίζονται ότι η αγωγή έπασχε αοριστία διότι δεν γινόταν περιγραφή των ανωτέρω ακινήτων, ούτε προσδιορίζονταν οι πράξεις νομής και οιονεί νομής, αντίστοιχα, που διενήργησε ο ενάγων, είναι αβάσιμος.
Ο αυτός λόγος αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρ.559 αριθ.8β ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας της αγωγής λόγο έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος, διότι, από την πληττόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον λόγο αυτό της έφεσης και τον απέρριψε.
Ο ίδιος πρώτος λόγος αναίρεσης, πέμπτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικώς με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα του ορισμένου της αγωγής, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γιαυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε ορισμένη ή νόμιμη.
Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.10 περ.α ΚΠολΔ, προβάλλεται ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, χωρίς περαιτέρω να αναφέρει ποία είναι τα πράγματα που δέχθηκε το Εφετείο χωρίς απόδειξη.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεση είναι αόριστος. Με τον ίδιο πρώτο λόγο αναίρεσης, τέταρτο μέρος, από το άρθρο 559 11 περ. β ΚΠολΔ, αποδίδεται, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το ανωτέρω ζήτημα του ορισμένου της αγωγής, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νομίμως από τον εναγόμενο, ήτοι το αναφερόμενο στο λόγο αυτό από μηνός Αυγούστου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφαση, το Εφετείο στήριξε την κρίση του για το ορισμένο της αγωγής αποκλειστικώς στα εκτιθέμενα στο δικόγραφο αυτής περιστατικά. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο.
Προς διαπίστωση της συνδρομής ή μη της παραπάνω παραβάσεως ο Αρειος Πάγος ελέγχει εάν τα όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πραγματικά περιστατικά μπορούν να δικαιολογήσουν ή όχι την εφαρμογή των διατάξεων περί δεδικασμένου, εάν δηλαδή αυτά πληρούν ή όχι τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 324 ΚΠολΔ, ενώ η διαπίστωση των πραγματικών αυτών περιστατικών, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και για το λόγο αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.Στην υπόθεση που κρίνεται, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, για την ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς την κυριότητα του επίδικου εδαφικού τμήματος των 90 τ.μ,, που απορρέει από την 613/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία επικυρώθηκε με την 1077/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με τις οποίες έγινε δεκτή διεκδικητική αγωγή ακινήτου του ιδίου κατά του αντιδίκου του, ήδη αναιρεσιβλήτου, διότι το επίδικο αυτό ακίνητο, δεν περιλαμβάνονταν στο ακίνητο, ήτοι στην οικοπεδική έκταση των 105, 79 τ.μ., επί του οποίου ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του ο ήδη αναιρεσείων με την ανωτέρω αγωγή του κατά του αντιδίκου του και επί της οποίας εκδόθηκαν οι ως άνω 613/1997 και 1017/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πατρών, αντίστοιχα, με τις οποίες έγινε δεκτή η εν λόγω αγωγή Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.16β ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ως προς το ζήτημα της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, από τις ανωτέρω αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου Πατρών, αντίστοιχα, είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.8β ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον περί δεδικασμένου ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε και απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Ο ίδιος, δεύτερος λόγο αναίρεσης, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος, με τον οποίο προβάλλονται αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθ. 10 περ. α, 11περ. β και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σχετικά με την ορθότητα της κρίσης του Εφετείου, ως προς το ότι το ανωτέρω δεδικασμένο, που απορρέει από τις 613/1997 και 1077/2001 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου, αντίστοιχα, δεν καταλαμβάνει και το διεκδικούμενο με την ένδικη αγωγή ακίνητο, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση των ως άνω διατάξεων πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης για εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγω παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας(άρθρο 559 αριθ.1 περ. β ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν.
Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, πρέπει να προσδιορίζονται σε αυτόν με ακρίβεια η αντίφαση των διατάξεων, που εντοπίζονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι, σύμφωνα με αυτά, έπρεπε να δεχθεί ότι ο πατέρας του ενάγοντος παραχώρησε σ' εκείνον την παρακείμενη οικία του μαζί με την αυλή της και όχι το πρανές της αυλής του αναιρεσείοντος, το οποίο βρίσκεται έμπροσθεν της δικής του και όχι έμπροσθεν της αυλής του ενάγοντος Ο λόγος αυτός είναι αόριστος διότι δεν περιέχονται στο αναιρεστήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία.
Επίσης αόριστος είναι ο ίδιος, τρίτος, λόγος αναίρεσης, έκτο μέρος, από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές διατάξεις, χωρίς όμως στο αναιρετήριο να αναφέρονται ποίες είναι οι διατάξεις στο διατακτικό της απόφασης αυτής στις οποίες εντοπίζεται η αντίφαση.
Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ 8 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα "πράγματα", ήτοι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και οι λόγοι έφεσης, που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ενώ δεν προτάθηκαν ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη παρά το ότι είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα "πράγματα" ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη λήψη ή τη μη λήψη υπόψη των "πραγμάτων".
Επομένως, ο τρίτος λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, με τον οποίο αποδίδεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ 8 ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρονται τα ως άνω στοιχεία είναι αόριστος.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην συγκεκριμένη υπόθεση, με το τρίτο λόγο αναίρεσης, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.10 περ. α ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού, χωρίς απόδειξη, ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 90 τ.μ., και ότι αυτό βρίσκεται, όπου ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην παραδοχή των ως άνω αγωγικών ισχυρισμών, που έχουν ουσιώδη επίδραση για την έκβαση της δίκης, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, των 27737/28-11-2003, 27743/1-12-2003 ενόρκων βεβαιώσεων, ενώπιον συμβολαιογράφου, των αναφερόμενων μαρτύρων καθώς και των εγγράφων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, και επομένως, στην ως άνω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη.
Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ` αυτό ο νόμος, ενώ δε δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ` ένα από αυτά.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, πέμπτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, όπως εκτιμήθηκε, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην κατάθεση του αναφερόμενου στον λόγο αυτό μάρτυρα του ενάγοντος, που δεν ήταν αξιόπιστος, σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, που ήταν αξιόπιστοι, και, επίσης, προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στα αναφερόμενα στον λόγο αυτό έγγραφα, που προσκόμισε ο ενάγων σε σχέση με τα προσκομισθέντα από τον εναγόμενο έγγραφα, που αναφέρονται στο λόγο αυτό, αναφορικώς με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ως προς την έκταση και τη θέση του διεκδικούμενου από τον ενάγοντα επίδικου ακινήτου.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν προσέδωσε στα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά, ως προς τα ανωτέρω αποδεικτά θέματα, εκτίμησε αυτά ελεύθερα κατά άρθρ. 340 ΚΠολΔ, μαζί με τα υπόλοιπα, κατ` είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.16 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο, δεν ιδρύεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη δεδικασμένου.
Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η πλημμέλεια από τον αριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς τις διαστάσεις της εδαφικής λωρίδας στην οποία έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσίβλητος έχει δικαίωμα δουλείας διόδου, από την 1017/2001 απόφαση του Εφετείου Πατρών, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, σ' αυτήν δεν αναφέρεται η ύπαρξη ή μη δεδικασμένου από την ως άνω 1017/2001 απόφαση του Εφετείου, αναφορικώς με το ως άνω ζήτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-1-2007 αίτηση του ..., για αναίρεση της 1452/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ