Legislator Case Law & Legislation
1729/2008 AI generated

Appeal dismissed; Supreme Court held that non-consideration of arguments is not a ground for appeal if arguments were actually considered and rejected.

Case Number 1729/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a civil compensation claim arising from a criminal defamation case. The appellant argued the Court of Appeal failed to consider specific arguments about the defendant's health and intent to incite prosecution, but the Court found these arguments were actually addressed and rejected in the lower court's reasoning. The Court ruled that an appeal based on non-consideration of arguments is invalid if those arguments were genuinely taken into account and dismissed for substantive reasons.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 8 KPolD; Art. 559 no. 19 KPolD: Arguments not considered by the court of first instance do not constitute a ground for appeal if they were actually considered and rejected for substantive reasons, provided the appeal specifically identifies the arguments and the factual basis for their rejection.

Keywords

AI generated
appeal grounds non-consideration of arguments substantive rejection civil compensation claim defamation case court of appeal legal reasoning

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 8 KPolD
Art. 559 no. 19 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 12/1991
OL. AP 11/1996
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1729 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1729/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με την ιδιότητά του ως δικηγόρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Τζοβάρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2858/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 793/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 15-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.

Δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα αποδεικτικά μέσα, ούτε οι ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κάθε μιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός, με την παραπάνω έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση έχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (Ολ. ΑΠ 11/1996). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης για παραβίαση της διάταξης αυτής πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν γεγονότα, και ο τρόπος που προβλήθηκαν ή επαναφέρθηκαν στο εφετείο, ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες και συντελέστηκε η παραβίαση.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο τις εξής πλημμέλειες: α) ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τον προβληθέντα με την αγωγή ισχυρισμό του, προς θεμελίωση της ασκουμένης με αυτή αξίωσης εις βάρος της εναγομένης για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ότι τα όσα ψευδή εν γνώσει της καταμήνυσε εις βάρος του η εναγομένη με την μηνυτήρια αναφορά, ότι δηλαδή ο ενάγων εγνώριζε κατά τη σύλληψη του συζύγου της ότι ο συλληφθείς είχε υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας του και παρά ταύτα επέμεινε στη σύλληψή του, η οποία είχε ως συνέπεια την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του και τον μετ' ολίγες ημέρες θάνατό του, επιβεβαίωσε και κατά την εξέτασή της από τον εισαγγελέα, (2ος λόγος), β) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα με την αγωγή ισχυρισμό του ότι η εναγομένη με την εναντίον του μηνυτήρια αναφορά της στον εισαγγελέα Ρόδου ισχυρίστηκε ότι "αυτή η αδικαιολόγητη επιμονή του ενάγοντος για παράνομη παρακράτηση και η ανεξήγητη εμπάθεια που επέδειξε προς τον σύζυγό μου διέλυσαν κάθε δισταγμό για την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς", ούτε επίσης έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από την ήδη αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της στο Εφετείο ισχυρισμό ότι "η συμπεριφορά του ενάγοντος ήταν καταστρεπτική για την οικογένειά μου και για μένα προσωπικά και μας προκάλεσε σοβαρότατη ψυχική οδύνη αφού η παράνομη κατά παραγγελία του ενάγοντος προσωποκράτηση του συζύγου μου προκάλεσε σ' αυτόν όχι μόνο σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα αλλά και ραγδαία επιδείνωση στην υγεία του που τον οδήγησε στο θάνατο" (5ος και 7ος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του).

Ο πρώτος των άνω λόγων (2ος του αναιρετηρίου) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τις οποίες και αναφέρει ο αναιρεσείων στο αναιρετήριο, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, κατά το χρόνο σύλληψης, έλαβε γνώση ότι ο καθού η εκτέλεση και συλληφθείς σύζυγος της εναγομένης είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο εκείνο την ηλικία των 65 ετών και το καταγγελθέν από την εναγομένη με τη μηνυτήρια αναφορά της και την εξέτασή της από τον εισαγγελέα, περί της γνώσεως αυτής του ενάγοντος, ήταν αληθές.

Ο δεύτερος των άνω λόγων (πρώτο σκέλος του 7ου λόγου του αναιρετηρίου) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο φερόμενος με το λόγο ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, που κατά τον αναιρεσείοντα προέβαλε η εναγομένη με τις πρωτόδικες και τις κατ' έφεση προτάσεις της προς απόκρουση της αγωγής και της έφεσης, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 αλλά αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ., με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Εξάλλου, κατά το άρθρο 536 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την εκδίκαση της υπόθεσης κατ' ουσία, μπορεί να εκδώσει απόφαση δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα και χωρίς την άσκηση από τον εφεσίβλητο (αντίθετης) δικής του έφεσης ή αντέφεσης.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μόνο κατά τα προσβαλλόμενα ''κεφάλαια'' και ότι ως προς τα ''κεφάλαια'' αυτά (που μεταβιβάζεται η υπόθεση), μπορεί το Εφετείο να εκδώσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, και δυσμενέστερη για τον εκκαλούντα απόφαση, χωρίς την άσκηση αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης και χωρίς η απόφασή του να προσκρούει, στην εκ του άρθρου 536 του Κ.Πολ.Δ.

αρχή, της ''μη χειροτερεύσεως της θέσεως του εκκαλούντος''. ''Κεφάλαιο'' θεωρείται, η αυτοτελής αίτηση δικαστικής προστασίας, που δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης (στα πλαίσια της ίδιας διαφοράς), και εκκρεμοδικία για την οποία (αίτηση) εκδόθηκε χωριστή διάταξη της απόφασης, όχι δε οι αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την εξής πλημμέλεια: 'Ότι με την οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αυτό δέχτηκε ότι ο ενάγων δεν εγνώριζε κατά τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση της υπ' αριθμ. 8894/1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την ηλικία του καθού η εκτέλεση συζύγου της εναγομένης.

Ότι το Εφετείο, χωρίς να μεταβιβασθεί σ' αυτό με λόγο έφεσης ή αντέφεσης το κεφάλαιο αυτό, απέρριψε την αγωγή δεχόμενο ότι η πεποίθηση της εναγομένης ότι ο ενάγων γνώριζε την ηλικία του συζύγου της κατά τη σύνταξη της επιταγής ενισχύθηκε από το γεγονός ότι ο ενάγων είχε επικαλεσθεί σε προηγούμενη δίκη μεταξύ του συζύγου της και των εντολέων του ενάγοντος αντίγραφα φορολογικών δηλώσεων του συζύγου της από τα οποία προέκυπτε η ηλικία του.

Ο λόγος αυτός πράγματι από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι ο φερόμενος ως παρά το νόμο ληφθείς υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμός δεν αποτελεί κεφάλαιο με την άνω εκτεθείσα έννοια αλλά αιτιολογίές της εκκαλουμένης πρωτοβάθμιας απόφασης.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου..." συνάγεται, ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου και αν αυτό ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της να αναφέρονται με πληρότητα οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 8ο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 39 παρ.1, 46 παρ.1 και 48 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποίο ισχυρισμό και με νόμιμο ποίο τρόπο προέβαλε στο πρωτοβάθμιο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο προς αντιμετώπιση του οποίου το Εφετείο δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε, τις άνω διατάξεις, και ποία η εσφαλμένη νομική συνέπεια από την μη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, εν όψει των παραδοχών του Εφετείου.

IV. Κατά μεν το άρθρο 57 ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομη και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά το άρθρο 920 ΑΚ, "όποιος, γνωρίζοντας ή υπαίτια αγνοώντας, υποστηρίζει ή διαδίδει αναληθείς ειδήσεις που εκθέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον άλλου, έχει την υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 920 ΑΚ, προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι: α) Υποστήριξη ή διάδοση αναληθών ειδήσεων, η οποία μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο.

Υποστήριξη είναι ο ισχυρισμός των ειδήσεων μπροστά σε τρίτους με επιχειρήματα υπέρ της αληθείας τους, ενώ διάδοση είναι η απλή ανακοίνωση (κοινολόγηση) των ειδήσεων που άλλος έχει υποστηρίξει. Ως ειδήσεις νοούνται οι πληροφορίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε περιστατικά, σχέσεις ή καταστάσεις, οι οποίες εκθέτουν σε κίνδυνο, κατά το χρόνο της υποστήριξης ή διάδοσης, ένα από τα περιοριστικώς αναφερόμενα στην πιο πάνω διάταξη αγαθά, ήτοι την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του θιγομένου.

Οι υποστηριζόμενες δε ή διαδιδόμενες ειδήσεις πρέπει να είναι σαφείς και συγκεκριμένες, να αναφέρονται δηλαδή σε ορισμένα γεγονότα, διότι αόριστες υπόνοιες, χωρίς αναφορά σε ορισμένα γεγονότα, δεν αποτελούν "ειδήσεις". Επιπλέον οι ειδήσεις αυτές πρέπει να είναι και αναληθείς, δηλαδή ή να μην αληθεύει εξολοκλήρου το σχετικό γεγονός ή να παρουσιάζεται παραποιημένο.

Αν το γεγονός αυτό αληθεύει, δεν γεννάται ευθύνη από την προαναφερόμενη διάταξη, αλλά ενδεχομένως από εκείνη του άρθρου 919 ΑΚ, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. β) Γνώση ή υπαίτια άγνοια της αναλήθειας των υποστηριζόμενων ή διαδιδόμενων ειδήσεων. Πρέπει δηλαδή, αυτός που υποστηρίζει ή διαδίδει τις αναληθείς ειδήσεις να γνωρίζει ή υπαιτίως (δηλαδή από αμέλεια) να αγνοεί την αναλήθεια αυτών.

Διαφορετικά, ευθύνη από την παραπάνω διάταξη δεν τον βαρύνει. γ) Οι υποστηριζόμενες ή διαδιδόμενες αναληθείς ειδήσεις να εκθέτουν αιτιωδώς και πραγματικά σε κίνδυνο ένα από τα προαναφερόμενα αγαθά του θιγομένου, χωρίς να αρκεί η διαπίστωση ότι αυτές είναι αφηρημένα ικανές να εκθέσουν τα αγαθά αυτά σε κίνδυνο.

Και δ) ύπαρξη ζημίας (περιουσιακής), αιτιωδώς προκαλούμενης από την έκθεση σε κίνδυνο ενός από τα παραπάνω αγαθά. Επιπλέον ο παθών, εκτός από την αποζημίωση, με βάση την αδικοπραξία του άρθρου 920 ΑΚ, δικαιούται και χρηματική ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις αναληθείς ειδήσεις. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ΠΚ 361 παρ. 1 "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται... ", με την ΠΚ 362 "όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται...", και με την ΠΚ 363 "αν στην περίπτωση του άρθρου 362, το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται... ".

Ειδικότερα, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές.

Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή εκ μεταδόσεως από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όπως ήδη έχει προεκτεθεί, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενόμενης ανακοινώσεως. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσεως ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Τέλος, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.

γ' και δ' ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη, όπως κατωτέρω, της ΠΚ 367 παρ. 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. 'Ετσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής.

Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κ.λ.π. και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωσή του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως των άρθρων 363 - 362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου.

Η προβολή δε από τον προσβληθέντα περιπτώσεως από την ΠΚ 367 παρ. 2 αποτελεί αντένσταση κατά της εκ της ΠΚ 367 παρ. 1 ενστάσεως. Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 229 παρ.1 ΠΚ προκύπτει ότι για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτείται ειδικός δόλος του δράστη να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική δίωξη του καταμηνυομένου για αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση με την εν γνώσει της αναληθείας καταμήνυση ή αναφορά στην αρχή ότι ο μηνυόμενος τέλεσε την πράξη ή την πειθαρχική παράβαση, είναι δε αδιάφορο αν ο καταμηνυτής απηλλάγη ή όχι κατ' ουσίαν ένεκα λόγων οι οποίοι αίρουν το αξιόποινο ή αποκλείουν την ποινή.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

Α.Π. 1/1999, Ολ. Α.Π. 32/1996). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. (Ολ. Α.Π. 661/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθ. 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του αριθ. 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου προκύπτει, αυτό δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: 'Ότι ο σύζυγος της εναγομένης Α, που απεβίωσε την 9.7.2002, όταν ζούσε είχε μακροχρόνια δικαστική αντιδικία, εξ αιτίας περιουσιακών διαφορών, με τον συγγενή του Β, ο οποίος απεβίωσε και κληρονομήθηκε από την Γ, πληρεξούσιος δικηγόρος της οποίας ήταν ο ήδη αναιρεσείων. 'Ότι στα πλαίσια του μακροχρόνιου αυτού δικαστικού αγώνα εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 8894/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε ο σύζυγος της εναγομένης σε λογοδοσία, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης.

Ότι μετά την τελεσιδικία της απόφασης αυτής και τη μη συμμόρφωση του συζύγου της εναγομένης να λογοδοτήσει, ο ήδη αναιρεσείων, ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Γ, έδωσε την εντολή στη δικαστική επιμελήτρια ..... να εκτελέσει την άνω απόφαση ως προς τη διάταξή της για προσωπική κράτηση του υπολόγου. Ότι την 19.6.2002 η εν λόγω δικαστική επιμελήτρια συνέλαβε τον καθού η εκτέλεση σύζυγο της ήδη αναιρεσίβλητης, ο οποίος, επειδή η γραμματεία του δικαστηρίου ήταν κλειστή και δεν μπορούσε να υποβάλλει αντιρρήσεις, αρχικώς κρατήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Ρόδου και κατόπιν, λόγω προβλημάτων υγείας μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Ρόδου, την επομένη δε ημέρα ο συλληφθείς κατέθεσε αντιρρήσεις οι οποίες έγιναν δεκτές και απολύθηκε, διότι κατά τη σύλληψή του είχε συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του, μετά δε την απόλυσή του, απεβίωσε την 9.7.2002, όπως προαναφέρθηκε.

Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, την 13.5.2003 υπέβαλε στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Ρόδου μηνυτήρια αναφορά εναντίον της δικαστικής επιμελήτριας ..... και του ήδη αναιρεσείοντος δικηγόρου, κατ'εντολή του οποίου ως πληρεξουσίου της επισπεύδουσας συνελήφθη ο σύζυγός της στην οποία ανέφερε τα εξής: "...Κατά τη διενέργεια της σύλληψης ο Α επέδειξε το δελτίο της αστυνομικής του ταυτότητας.

Η μηνυομένη όμως παρέλειψε εσκεμμένα να ελέγξει την ηλικία του ανωτέρω, ο οποίος είχε ήδη συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας του... Ως δικαστική επιμελήτρια η πρώτη μηνυομένη αλλά και ως δικηγόρος ο δεύτερος, γνώριζαν ότι σύμφωνα με το άρθρο 1048 παρ. γ του ΚΠολΔ προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους ...

Σύμφωνα με την ως άνω έκθεση βιαίας σύλληψης, παραγγείλας την εκτέλεση δικηγόρος ήταν ο δεύτερος μηνυόμενος. Ο συγκεκριμένος ήταν ο μόνος σίγουρος για την ηλικία του Α. Όχι μόνο αντιδικούσε με αυτόν από τριακονταετίας περίπου. Κατά τη σύλληψη πληροφορήθηκε την ηλικία του καθού η εκτέλεση από τον δικηγόρο μας Δ, καθώς και την κακή κατάσταση της υγείας του συλληφθέντος.

Προφανώς κατά την προσωπική του επικοινωνία με την επιμελήτρια επιβεβαιώθηκαν τα ανωτέρω γεγονότα. Παρ' όλα αυτά επέμεινε στην παράνομη κράτησή του. Επειδή δε όπως επιβεβαιώνεται και στην έκθεση σύλληψης η γραμματεία του Δικαστηρίου ήταν κλειστή, δεν ηδυνήθη ο συλληφθείς να προβάλλει τις κατ' άρθρο 1050 επ.

ΚΠολΔ αντιρρήσεις του. έτσι παρέμεινε κρατούμενος στο Αστυνομικό Τμήμα της Ρόδου και κατόπιν λόγω κακής κατάστασης της υγείας του (έπασχε από ζάχαρο) οδηγήθηκε στο Νοσοκομείου Ρόδου. Την κακή κατάσταση της υγείας του είχε πλέον αντιληφθεί η μηνυομένη επιμελήτρια η οποία παρ' όλα αυτά και παρόλο ότι εκ μέρους του δικηγόρου μας ετέθη το ζήτημα του παρανόμου της κρατήσεως του συζύγου μου τήρησε άτεγκτη στάση και επέμεινε στην κράτησή του.

Το ίδιο φυσικά έπραξε και ο δεύτερος μηνυόμενος οδηγίες του οποίου εκτελούσε η πρώτη. Την επομένη ο σύζυγός μου (κατέθεσε) τις με αριθμό κατάθεσης ..... αντιρρήσεις του ενώπιον του Προέδρου Πρωτοδικών Ρόδου, ο οποίος την ίδια ημέρα διέταξε την απόλυσή του. 'Όταν όμως ο συλληφθείς απολύθηκε ήταν πολύ αργά.

Η ταλαιπωρία του αυτή του στοίχησε την ίδια του την ζωή. Σύμφωνα με τις εξετάσεις που υποβλήθηκε στο νοσοκομείο την ημέρα της κράτησής του το ζάχαρό του είχε ανέλθει σε απαγορευτικά και επικίνδυνα επίπεδα. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο περιέπεσε σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση ενώ η κατάσταση της υγείας του χειροτέρευε καθημερινά.

Είκοσι ημέρες μετά, στις 9 Ιουλίου απεβίωσε. Για τους ανωτέρω λόγους μηνύω τους ..... ως αυτουργό και Χ ως ηθικό αυτουργό για τις ανωτέρω περιγραφόμενες αξιόποινες πράξεις και ζητώ την κατά νόμο τιμωρία τους...". Το Εφετείο δέχεται περαιτέρω ως αποδειχθέντα σχετικά με την αλήθεια ή όχι των όσων ως άνω με τη μηνυτήρια αναφορά της ισχυρίστηκε η εναγομένη, τα εξής: 'Ότι ο ήδη αναιρεσείων δικηγόρος που, όπως προαναφέρθηκε ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος των αντιδίκων του συζύγου της εναγομένης και με την ιδιότητά του αυτή είχε συμμετάσχει στη μακροχρόνια δικαστική διαμάχη των εντολέων του με το σύζυγο της εναγομένης, έλαβε γνώση ότι ο συλληφθείς ήταν κατά τη σύλληψή του ηλικίας μεγαλύτερης των 65 ετών και επομένως δεν επιτρέποταν η προσωπική του κράτηση, σύμφωνα με το άρθρο 1048 παρ.

γ ΚΠολΔ, το πρώτο κατά το χρόνο της σύλληψης κατόπιν επικοινωνίας με τον δικηγόρο του συλληφθέντος Δ, όταν ο τελευταίος επικοινώνησε με αυτόν τηλεφωνικώς και τον παρακάλεσε να μη επιμείνει στην κράτηση, διότι η υγεία του συλληφθέντος ήτο επισφαλής και ότι, αφού οι την επαύριο προβληθησόμενες κατά της κρατήσεώς του αντιρρήσεις του θα εγένετο δεκτές λόγω της ηλικίας του, η επί 24ωρο κράτησή του ήτο άσκοπη.

Ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος (ενάγοντος) ότι όταν ενημερώθηκε για την ηλικία του συλληφθέντος δεν μπορούσε να παρέμβει αυτοβούλως, χωρίς να συνεννοηθεί με την πελάτισσα -εντολέα του Γ που ευρίσκετο στην Ιταλία, κρίνεται αβάσιμος, καθόσον επί τέτοιων νομικών ζητημάτων, ως εν προκειμένω, δεν νοείται η εκ του πληρεξουσίου δικηγόρου αίτηση εγκρίσεως των ενεργειών του από τον εντολέα του. 'Οσον αφορά δε στο υποκειμενικό στοιχείο της γνώσεως από την εφεσίβλητη, κατά το χρόνο υποβολής της μηνυτηρίου κατά του εκκαλούντος αναφοράς της, από κανένα από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν απεδείχθη ότι αυτή ετέλει σε γνώση της αναλήθειας των όσων περιέλαβε σε αυτή και κατέθεσε την άνω μηνυτήρια αναφορά της με σκοπό να προκαλέσει τη δίωξη του εκκαλούνος.

Ειδικότερα απεδείχθη, ότι στην εφεσίβλητη λόγω της μακροχρονίου αντιδικίας της εντολέως του εκκαλούντος Γ -κληρονόμου του Β και συγγενούς του συζύγου της εφεσιβλήτου, της οποίας ήτο αυτός (εκκαλών) πληρεξούσιος δικηγόρος σε όλη την επί τριακονταετία δικαστική διαμάχη της (Γ και Β) με τον σύζυγό της Α, ευλόγως δημιουργήθηκε η πεποίθηση ότι ο εκκαλών γνώριζε την ηλικία του συζύγου της.

Το γεγονός δε ότι ο ήδη εκκαλών, σε δίκη μεταξύ της άνω εντολέως του και του Α προσεκόμισε και επικαλέστηκε τις φορολογικές δηλώσεις του τελευταίου συνετέλεσε στο να ενισχύσει την πεποίθησή της αυτή. 'Ότι με τα όσα η εφεσίβλητη περιέλαβε στην επίδικη αναφορά της σε ουδεμία παράνομη πράξη προέβη, οι περιεχόμενοι δε στην άνω μηνυτήρια αναφορά της ισχυρισμοί της περί επιδεινώσεως της υγείας του συζύγου της και του επελθόντος μετέπειτα σε σύντομο χρόνο θανάτου του, δεν συνιστούν αδικοπραξία αλλά έγιναν διηγηματικώς προκειμένου να έχει ο αρμόδιος εισαγγελέας την πληρέστερη εξιστόρηση των πραγματικών περιστατικών και όχι με σκοπό να προκαλέσει τη δίωξη του εκκαλούντος για ηθική αυτουργία σε ανθρωποκτονία.

Εξ άλλου, ουδαμού στην άνω μηνυτήρια αναφορά της η εφεσίβλητη χαρακτηρίζει σχετικώς τις ενέργειες του εκκαλούντος, χαρακτηρισμό άλλωστε, άνευ ιδιαιτέρας σημασίας, αφού τούτο αρμόδιος να πράξει είναι ο εισαγγελέας, ενώ, με την, ως τεκμήριο, κατά τα άνω, λαμβανόμενη υπόψη υπ' αριθμ. 7/2004 διάταξή του ο Εισαγγελέας Εφετών Δωδεκανήσου παράγγειλε τον εισαγγελέα Ρόδου να ασκήσει ποινική δίωξη κατά του εκκαλούντος για ηθική αυτουργία σε παράβαση καθήκοντος.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη από αυτόν απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που απέρριψε ως αβάσιμη αγωγή αυτού κατά της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, από την εναγομένη, από τα όσα αυτή ανέφερε εις βάρος του, στην άνω αναφορά της, τα οποία κατά τον ενάγοντα ήσαν ψευδή και η εναγομένη εγνώριζε την αναλήθεια αυτών, τα ανέφερε δε με σκοπό να πετύχει την εις βάρος του ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας του ενάγοντα σε ανθρωποκτονία του συζύγου της. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δεχόμενο ότι το καταγγελθέν από την εναγομένη ότι ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι ο συλληφθείς ήταν 65 ετών κατά τη σύλληψή του, είναι αληθές και όχι ψευδές, διότι ο ενάγων πληροφορήθηκε την ηλικία αυτή του συληφθέντος από τον δικηγόρο του κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του κατά το χρόνο σύλληψης, και ότι η εναγομένη ευλόγως είχε την πεποίθηση ότι ο ενάγων εγνώριζε την ηλικία αυτή του συζύγου της και πριν τη σύλληψή του, εξ αιτίας της μακροχρόνιας διαμάχης των εντολέων του ενάγοντος με τον συλληφθέντα σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι αυτός είχε προσκομίσει σε άλλη δίκη αντίγραφα των φορολογικών δηλώσεων του συλληφθέντος από τις οποίες προέκυπτε η ηλικία του, σκοπός δε της εναγομένης με την υποβολή της άνω μηνύσεώς της και κατά του ενάγοντος, δεν ήταν να πετύχει την ποινική του δίωξη με την αναφορά ψευδών εν γνώσει της γεγονότων εις βάρος αυτού, αλλά να γίνει σχετική δικαστική διερεύνηση των καταγγελλομένων και να αξιολογηθούν ποινικά από τον αρμόδιο προς τούτο εισαγγελέα.

Επομένως οι 1ος, 7ος κατά το δεύτερο σκέλος του, 4ος, και 6ος λόγοι με τους οποίους προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11 Μαϊου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 793/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ 1.800.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις . Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ