Supreme Court dismisses appeal challenging lower court's evidence evaluation and document interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the High Court of Nauplia's decision. The appellant argued that the High Court erred in evaluating evidence and distorting document contents, but the Court held that factual assessments are not subject to appellate review unless specific legal violations occur. Since the High Court considered documents alongside other evidence without relying exclusively on them, and the appeal lacked precise details on alleged distortions, the request was deemed inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticle 561(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) and (20) of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging the evaluation of evidence or the interpretation of documents is inadmissible unless the lower court relied exclusively on the documents to form its opinion, and the appeal must precisely specify the distorted content and the resulting adverse conclusion.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1729 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Λ.Κ.
Αριθμός 1729/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Χριστοφοράκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θαλή Πολυχρονάκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, και με την από 10-11-1997 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπίκλησης του ήδη 1ου αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/1998 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο λόγω αρμοδιότητας, 254/2000 μη οριστική, 279/2001 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και 311/2004 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-7-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 25-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25-7-2004 αίτησης αναίρεσης της 311/2004 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει "ότι το Εφετείο, κατ' ορθή εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, θα έπρεπε να δεχθεί ότι υπήρχε στο πρόσωπό του άμεσο έννομο συμφέρον, υπάγοντας το σύνολο των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών, ήτοι και εκείνων από κάθε άλλη βιοτική σχέση αυτού με το πράγμα (κατοχή, διενέργεια υλικών πράξεων, πρόκληση εξαιτίας της αμφισβητήσεως του επιδίκου χώρου φθορών και βλαβών, που συνιστούσαν και αξιόποινες πράξεις και εντεύθεν διαφορών με τους αναιρεσιβλήτους) και επομένως το Εφετείο έσφαλε απορρίπτοντας την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, λόγω του ότι δεν υπάρχει στο πρόσωπό του έννομο συμφέρον και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ" είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού βάλλει ουσιαστικά κατά της εκτιμήσεως των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ανέλεγκτη αναιρετικώς.
Για τον ίδιο δε λόγο είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτα και όσα αναφέρονται στους λοιπούς λόγους του αναιρετηρίου και πλήττουν την περί την πραγμάτων κρίση του δικάσαντος την προκειμένη υπόθεση Εφετείου.
ΙΙ. Επειδή, με τον αριθ. ΙΙ λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ διότι έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άλλα μεν δεν είχαν επικαλεσθεί οι διάδικοι, αλλά δε τα επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι το πρώτο στην κατ' έφεση δίκη. Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, κατά το πρώτο μεν μέρος του διότι, από την επισκόπηση των προτάσεων των διαδίκων, προκύπτει ότι είχε γίνει επίκληση, των χρησιμοποιηθέντων από το Εφετείο εγγράφων, κατά δε το δεύτερο διότι ανήκει την κυριαρχική εκτίμηση του Εφετείου αν πρέπει ή όχι να λάβει υπόψη του τα προσκομιζόμενα το πρώτο σ' αυτό αποδεικτικά μέσα, ο κανόνας μάλιστα είναι ότι επιτρέπεται η επίκλησή τους και η λήψη υπόψη από το Εφετείο και αποτελεί εξαίρεση η απόκρουσή τους (άρθρο 529 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙΙ. Επειδή, από τη στην προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαίωση ότι το Εφετείο, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, συνεκτίμησε "τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται...... την επικαλούμενη και νομίμως προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης...... την από Μαίου 2001 τεχνική έκθεση... ... και όλα τα άλλα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και σχεδιαγράμματα, μεταξύ των οποίων φωτογραφίες και η από Μάρτιο 2001 έκθεση φωτοερμηνείας ακινήτου στο Ο.Τ. 31Α του Δήμου Σπάρτης, που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του ενάγοντος" προκύπτει αδιστάκτως ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τόσο την κατάθεση του μάρτυρα ..... (τον οποίο μάλιστα ρητώς κατονομάζει στην 11η σελίδα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), όσο και τα αναφερόμενα στον με στοιχ. Γ 1 και 2 λόγο αναιρέσεως έγγραφα, για τα οποία δεν ήταν υποχρεωμένο (το Εφετείο) να τα μνημονεύσει ή αξιολογήσει ειδικώς (το καθένα).
Συνεπώς, είναι απορριπτέος και ο λόγος αυτός της κρινομένης αιτήσεως.
IV. Επειδή, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι ουδέποτε ο ενάγων υπήρξε συγκύριος της επίδικης εκτάσεως 21,17 τ.μ. Τη συγκυριότητά του στην προπεριγραφόμενη επίδικη εδαφική λωρίδα, τη στηρίζει στα ως άνω συμβόλαια γονικής παροχής, στα οποία, όμως, ο επίδικος χώρος δεν περιλαμβάνεται.
Προς τούτο είναι χαρακτηριστικό ότι στο υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο η επίδικη εδαφική λωρίδα, ως βόρειο όριο του ακινήτου του, περιγράφεται κατά λέξη ως "δρομίσκος Γηροκομείου Σπάρτης", χωρίς άλλη αναφορά ότι ασκήθηκε ποτέ ή ότι μεταβιβάζεται αποκτηθέν δικαίωμα κυριότητας επ' αυτής, και στα δύο δε συμβόλαια (κτητικούς τίτλους) του ενάγοντος το οικόπεδό του φέρεται ότι έχει επιφάνεια, μετά νεότερη και πιο ακριβή καταμέτρηση, 140,91 τ.μ., ενώ στην ένδικη αγωγή το ακίνητο αυτό φέρεται να έχει εμβαδόν 202,95 τ.μ.
Αλλά και στον κτητικό τίτλο του άμεσου δικαιοπαρόχου του ..... (υπ' αριθμ. ..... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Τριαντάφυλλου Γ. Παπαδόπουλου) το εν λόγω οικόπεδο φέρεται να έχει συνολική έκταση 140,91 τ.μ. Εξάλλου, επί του ως άνω επίδικου τμήματος ουδέποτε ο ενάγων ή ο άμεσος δικαιοπάροχος πατέρας του ....., όπως και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του, που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή, ασκούσαν φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, τοποθετώντας διάφορα πράγματα, καυσόξυλα, παλέτες, πλάκες, κατασκευάζοντας ορνιθώνα και πλυσταριό ή σταθμεύοντας το αυτοκίνητό του, όπως αβάσιμα αυτός (ενάγων) ισχυρίζεται.
Αντίθετα, από την υπ' αριθμ. 57/1942 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και το υπ' αριθμ. ..... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σπάρτης Σπυρ. Κόντου, προκύπτει ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα αποτελούσε ανέκαθεν αναπόσπαστο τμήμα του όμορου ακινήτου των εναγομένων, οι οποίοι ασκούσαν φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, νόμιμο τίτλο (υπ' αριθμ. .....
δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Σπάρτης Πολυτίμης Αλεξανδρίδη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα) και καλή πίστη από το χρόνο κτήσεως (21-3-1994) και πριν απ' αυτούς ο άμεσος δικαιοπάροχός τους ..... από το έτος 1965 συνεχώς, τοποθετώντας διάφορα αντικείμενα σ' αυτό και επιτηρώντας το, χωρίς ποτέ να εμποδιστούν υπό του ενάγοντος ή του δικαιοπαρόχου του.
Ο ενάγων για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 1995 εκδήλωσε επιθυμία να αναγνωρισθεί το δικαίωμά του να διέρχεται πεζή και με τροχοφόρα από την επίδικη εδαφική λωρίδα και υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης του Ειρηνοδικείου Σπάρτης την από 17-9-1995 αγωγή του, ισχυρισθείς ότι απέκτησε πραγματική δουλεία διόδου επί της ήδη επίδικης εκτάσεως με χρησικτησία.
Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 41/1999 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Την απόφαση δε αυτήν αποδέχθηκε ο ενάγων και δεν άσκησε κατ' αυτής έφεση. Τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία σαφώς κατέθεσε ο μάρτυρας ανταποδείξεως .....
κύριος γειτονικού ακινήτου, αναφερθείς ειδικώς τόσο στις παρά των εναγομένων και του δικαιοπαρόχου τους ως άνω πράξεις νομής επί του επιδίκoυ, όσο και στην ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, δεν μπoρoύν να αναιρεθούν από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ....., στην οποία γίνεται λόγος περί τοποθετήσεως ξύλων, δεξαμενής πετρελαίου επί του επιδίκου από την πλευρά του ενάγοντος, ο οποίος όμως τελικά βεβαίωσε ότι " οι παλιοί τίτλοι αναφέρουν σαφέστατα τις διαστάσεις του οικοπέδου" και ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει πόσα μέτρα βάθος έχει το οικόπεδο του ενάγοντος.
΄Ομως, η περί των ως άνω δεκτών γενομένων περιστατικών κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την υπ' αριθμ. 14/2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ο διορισθείς πραγματογνώμονας, ο οποίος κλήθηκε να αποφανθεί, εάν το επίδικο εδαφικό τμήμα, εκτάσεως 21,17 τ. μ., περιλαμβάνεται ολόκληρο ή κατά ένα μέρος και πόσο, σε μια από τις όμορες ιδιοκτησίες των διαδίκων ή και στις δυο, στην ως άνω πλήρως αιτιολογημένη έκθεσή του διαλαμβάνει ως τελικό συμπέρασμα ότι "το τμήμα ΓΔΖΕΓ με πλευρές ΓΔ=6 μ., ΔΖ=3,35 μ., ΖΕ = 6,05 μ., ΓΕ = 3,55 μ.
και εμβαδόν 20,79 τ.μ. περιλαμβάνεται στον τίτλο των εναγομένων και δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους του ενάγοντος, το δε τμήμα ΓΔΔ1, εμβαδού 0,60 τ.μ., δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους των διαδίκων" . Η ως άνω πραγματογνωμοσύνη είναι σαφής, κατηγορηματική, πλήρως αιτιολογημένη και συντάχθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της τοπογραφικής επιστήμης, της ανθρώπινης εμπειρίας και λογικής.
Γι' αυτό το Δικαστήριο δεν κρίνει αναγκαίο να διατάξει την διεξαγωγή συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης και το οικείο αίτημα του εφεσίβλητου είναι αβάσιμο και απορριπτέο. Εξάλλου, ούτε από την από Μαΐου 2001 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Νικηφόρου Καλούδη και την από Μαρτίου 2001 έκθεση φωτοερμηνείας του περιβαλλοντολόγου Αναστασίου Κουρή, που προσάγει μετ' επικλήσεως ο εφεσίβλητος, το Δικαστήριο μπορεί να αχθεί σε διαφορετικό συμπέρασμα.
Υπό τα περιστατικά αυτά, δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη στον ενάγοντα του επικληθέντος έννομου συμφέροντος, δικαιολογούντος την αιτούμενη αναγνώριση, δηλαδή δεν αποδεικνύεται η διανοία συγκυρίου επικαλούμενη συννομή του ενάγοντος και η συγκυριότητά του στην επίδικη έκταση, κτηθείσα με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο κατά τα ανωτέρω, και η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί κατά την κύρια και τις επικουρικές της βάσεις.
Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα αντίθετα και με την εκκαλούμενη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή, έσφαλε. Γι' αυτό πρέπει, κατά τους βάσιμους περί τούτου σχετικούς λόγους της εφέσεως, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Στη συνέχεια θα πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί κατ΄ ουσίαν (άρθρ. 535 π αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί δε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και συνεπώς ο στον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. στηριζόμενος "ΙΙΙ" λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τα υπόλοιπα αναφερόμενα στον λόγο αυτό, που αφορούν στην λανθασμένη, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο προβάλλονται απαραδέκτως.
V. Επειδή, το ζήτημα αν θα διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης (για πρώτη φορά ή και συμπληρωματικής) ανήκει στην κυριαρχική και συνεπώς ανέλεγκτη από τον ΄Αρειο Πάγο εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, ο από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως περί απορρίψεως του αιτήματος του αναιρεσείοντος (προς το Εφετείο) για διενέργεια συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι το αίτημα αυτό δεν συνιστά "αίτηση" κατά την έννοια της άνω διατάξεως. Επίσης, δεδομένου ότι η κρινομένη υπόθεση ήταν της αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου παραδεκτώς το Εφετείο έλαβε υπόψη και την έκδοση πραγματογνωμοσύνης (άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), έστω και αν η διατάξασα αυτήν απόφαση είχε ανακληθεί και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός λόγος αναιρέσεως.
VI. Επειδή, τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου (ΑΠ 484/1997 ΝοΒ 1999.32) και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο, ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 715/1995 ΝοΒ 1998.211, ΑΠ 442/1993, 407/1994 Δ/νη 1995 σελ. 88 και 327, αντιστοίχως).
Επίσης, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος, διαφορετικού από εκείνο, που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων (ΑΠ 185/1993, 422/1993 Δ/νη 1995 σελ. 324 και 1078) αντιστοίχως). Εξάλλου, ο πιο πάνω λόγος είναι αόριστος, αν δεν προσδιορίζεται επαρκώς στο αναιρετήριο ποιό ακριβώς περιεχόμενο του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο και δεν παρατίθεται, κατά λέξη, το ακριβές περιεχόμενό του και το περιεχόμενο, που δέχθηκε το δικαστήριο ή δεν προκύπτει, έστω και εμμέσως ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο (ΑΠ 811/1998 Δ/νη 1998.1551, ΑΠ 883/1995 Δ/νη 1996.1547), καθώς και το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμορφώσεως (ΑΠ 31/1997 Δ. 1997.470).
Επίσης, πρέπει να εκτίθεται ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 432 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 55/1978 Αρχ. Ν. 1978. 546). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον "IV" και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων στον λόγο αυτό εγγράφων.
Όμως, και ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος είναι και αόριστος, όσο αφορά τα περισσότερα από τα έγγραφα, των οποίων το περιεχόμενο παραμορφώθηκε από το Εφετείο, κατά τον αναιρεσείοντα, αφού, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το περιεχόμενό τους, σύμφωνα με τα παραπάνω, είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος, δεδομένου ότι, όπως, από την προσβαλλομένη απόφαση, συνάγεται, το Εφετείο κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, συνεκτιμώντας όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και δεν στηρίχθηκε αποκλειστικώς ή κυρίως σε οποιοδήποε έγγραφο.
Συνακολουθα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, από 25 Ιουλίου 2004, αίτηση του ...... για αναίρεση της 311/2004 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλόυ. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ