1728/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1728/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι ενώ εκτελούντο από τον πρώτο εναγόμενο - εργολάβο της οικοδομής εργασίες σκυροδέτησης σε τμήμα τοιχίου μάνδρας, υπό τις υποδείξεις του δεύτερου εναγόμενου επιβλέποντος μηχανικού, περί τις 8.30 πμ ο J. S. μετά από εντολή του πρώτου εναγόμενου ανέβηκε στο υπάρχον τοιχίο όμορου οικοδομήματος, ύψους περίπου 1,40 μ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1728 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1728/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.M. (Μ.) S. (Σ.) του Q. (Κ.), 2.M. (Μ.) S. (Σ.) του J. (Γ.), 3.G. (Γ.) S. (Σ.) του J. (Γ.), κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεωργίου Δρύλλη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 2.Θ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 3.Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ... Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Πολυζωγοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις και οι δεύτερος και τρίτος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Περδικάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, με αριθμό κατάθεσης 157174/5383/2013 που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την από 23-6-2014 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1572/2017 μη οριστική, 2294/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5096/2020 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-1-2023 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αυτοπροσώπως παρασταθείσα πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 25 Ιανουαρίου 2023 με αριθ. κατάθ. 797/66/26-1-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 5096/31-8-2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες και από τον τρίτο εναγόμενο-παρεμπιπτόντως ενάγοντα και ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο ασκηθείσες αντίστοιχα από 16 Σεπτεμβρίου 2019 με αριθ.καταθ. 81547/6361/25-9-2019 και από 12-12-2019 με αριθ.καταθ.109251/8600/2019 εφέσεις κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων με αριθμό 2294/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η από 10-11-2013 με αριθ.καταθ. 157174/5383/2013 αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων και η από 23-6-2014 με αριθ. καταθ. 73508/2423/2014 παρεμπίπτουσα αγωγή του τρίτου εναγόμενου ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου. Με την ανωτέρω κύρια αγωγή, που ενδιαφέρει εν προκειμένω την αναιρετική δίκη, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι ο σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών, J.
S. του G., είχε προσληφθεί από τον πρώτο εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να εργαστεί ως οικοδόμος. Ότι την 2-12-2011 εργαζόταν στην οικοδομή της οδού ... στο Χαλάνδρι ιδιοκτησίας του τρίτου εναγόμενου, ο οποίος διαφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα επιλογής των συνεργείων, χωρίς τη μεσολάβηση του μηχανικού και είχε την ευθύνη έναρξης, συνέχισης και αποπεράτωσης των εργασιών της οικοδομής.
Ότι ενώ εκτελούντο από τον πρώτο εναγόμενο - εργολάβο της οικοδομής εργασίες σκυροδέτησης σε τμήμα τοιχίου μάνδρας, υπό τις υποδείξεις του δεύτερου εναγόμενου επιβλέποντος μηχανικού, περί τις 8.30 πμ ο J. S. μετά από εντολή του πρώτου εναγόμενου ανέβηκε στο υπάρχον τοιχίο όμορου οικοδομήματος, ύψους περίπου 1,40 μ.
και πλάτους 15 εκ., προκειμένου να εκτελέσει δόνηση του σκυροδέματος, από το οποίο έπεσε προς την πλευρά του όμορου ακινήτου, όπως ειδικότερα στην αγωγή αναφέρεται. Ότι μετά την πτώση μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο "Α. ΦΛΕΜΙΝΓΚ", όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Ότι ο θάνατος του J. S. του G. οφείλεται στην πτώση του από ύψος κατά τη διάρκεια της εργασίας του και συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη των εναγόμενων να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας, όπως ειδικότερα στην αγωγή αναφέρονται.
Ότι οι ενάγοντες από τον θάνατο του προσφιλούς τους συζύγου και πατέρα υπέστησαν ψυχική οδύνη και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση και επιπρόσθετα η πρώτη ενάγουσα η οποία συντηρείτο αποκλειστικά από τον θανόντα σύζυγό της, δικαιούται προς κάλυψη των αναγκών διατροφής της το ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως.
Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν κατόπιν παραδεκτής μετατροπής των αιτημάτων σε εν μέρει αναγνωριστικά να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους να καταβάλουν στους ενάγοντες για τις παραπάνω αιτίες, εις ολόκληρον ο καθένας, τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις.
καθώς και να απειληθεί προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την με αριθμό 1572/2017 μη οριστική του απόφαση διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και εν συνεχεία εκδόθηκε η με αριθμό 2294/2018 οριστική του απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή κατ' ουσίαν και με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, η από 16-9-2019 έφεση των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων κατ' ουσίαν.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, από τη δημοσίευση της οροσβαλλόμενης απόφασης στις 31-8-2020, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 26-1-2023 και δεν προκύπτει η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, όπως αναφέρεται και στο αναιρετήριο και δεν αντιλέγουν οι αναιρεσίβλητοι, δεδομένου ότι, λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 25 του ν. 4792/2021), δεν υπολογίζεται το ως άνω χρονικό διάστημα και για την καταχρηστική προθεσμία άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 του ν. 4963/2022, (άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 και 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 1 του κ.ν. 551/1915, όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με το β.δ.
της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, που είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, το οποίο δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο δεν θα συνέβαινε χωρίς την παροχή της εργασίας και κατά την εκτέλεσή της υπό τις σχετικές περιστάσεις (ΟλΑΠ 1287/1986).
Τέτοιο ατύχημα θεωρείται και η νόσος του εργαζομένου, εφόσον προήλθε ή επιδεινώθηκε, όχι από τη βαθμιαία εξασθένιση και φθορά του οργανισμού του εξαιτίας του είδους και της φύσης της συμφωνημένης εργασίας, αλλά από την παροχή αυτής κάτω από τελείως εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς και ανώμαλες συνθήκες ή από την εξακολούθηση της απασχόλησής του, έστω και υπό κανονικές συνθήκες μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο που να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων (άρθρο 662 ΑΚ), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχόλησης του ασθενούντος εργαζομένου, και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οσάκις οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται πλέον εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι το χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (ΑΠ 961/2018, ΑΠ 1602/2012, ΑΠ 1437/2002, ΑΠ 337/2000).
Οσάκις όμως η ασθένεια προϋπήρχε στον εργαζόμενο, χωρίς να έχει εμφανή συμπτώματα ή χωρίς να γνωρίζει αυτήν ο εργοδότης, η αιφνίδια εκδήλωση ή η επιδείνωση αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή αυτή, όταν η εργασία παρέχεται, σύμφωνα με τη σύμβαση, υπό κανονικές συνθήκες, δίχως δε τη μεσολάβηση άλλου εξωτερικού γεγονότος, ξένου προς τον οργανισμό του παθόντος (ΑΠ 961/2018, ΑΠ 337/2000, ΑΠ 275/1991).
Σε αυτή δε την περίπτωση που η (αιφνίδια) εκδήλωση της ασθένειας οφείλεται κατά την περί τούτου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σε ενδογενή αιτία και συγκεκριμένα αποκλειστικά σε παθολογικά αίτια του εργαζομένου, η τυχόν έλλειψη των προβλεπομένων από το νόμο μέτρων ασφαλείας στον τόπο εργασίας του παθόντος κατά το χρόνο εκδήλωσης αυτής δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα (σωματική βλάβη, θάνατος) υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό συνέβη, και επομένως δε μπορεί να γίνει λόγος περί "εργατικού ατυχήματος" επαγομένου τη γένεση αξιώσεων του παθόντος ή σε περίπτωση θανάτου του των συγγενών αυτού για την καταβολή αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή (σε περίπτωση θανάτου) της ψυχικής οδύνης, τόσο κατά τις ειδικές διατάξεις του κ.ν. 551/2015, όσο και κατά τις κοινές διατάξεις περί αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (άρθ. 914, 932 του ΑΚ).
Και τούτο διότι και αν ακόμη είχαν τηρηθεί οι ειδικές διατάξεις νόμων για τη τήρηση των μέτρων ασφάλειας και πάλι κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων αντικειμενικά το ως άνω ζημιογόνο αποτέλεσμα θα επερχόταν. Μόνο εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την περί τούτου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας η ύπαρξη μέτρων ασφαλείας θα απέτρεπε το επελθόν (τελικό) ζημιογόνο αποτέλεσμα ή θα περιόριζε την έκταση της προκληθείσας βλάβης, θα μπορούσε να γίνει λόγος περί συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της έλλειψης των μέτρων ασφαλείας και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος και συνακόλουθα ευθύνης των κατά νόμο ενεχομένων προσώπων από εργατικό ατύχημα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία),(ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 9/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1797/2022, ΑΠ 380/2019, ΑΠ 114/2019). Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:
α) η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 687/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013).
Δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 687/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1446/2019).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 203/2022, ΑΠ 667/2018). Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1446/2019, ΑΠ 76/2016).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018,ΑΠ 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ, 203/2022, ΑΠ 1108/2020, ΑΠ 771/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί.
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016,ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 804/2022, ΑΠ 957/2020, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 573/2018).
Ακόμη, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1449/2019).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται, υπό την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας, η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνεκτιμώντας τα ενώπιόν του νόμιμα από τους διαδίκους, με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, το περιεχόμενο των οποίων διαλαμβάνεται στο ταυτάριθμο με τη με αριθμό 1572/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πρακτικό, όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται στις προτάσεις τους οι διάδικοι, στα οποία επίσης συμπεριλαμβάνονται α) εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων που διορίζονται αιτήσει των διαδίκων επί πραγματογνωμοσύνης, β) τα έγγραφα της ποινικής διαδικασίας και γ) οι φωτογραφίες που επισκοπούνται και των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διεξήχθησαν μετά από διαταγή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και συγκεκριμένα α)τη με αριθμό .../2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή Σ.
Τ. και β) τη με αριθμό .../2018 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του καρδιολόγου Ν. Α. και τη με αριθμό ...-2017 ένορκη βεβαίωση του Β. Μ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου που λήφθηκε νόμιμα, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: Ότι ο J. S. του G., ηλικίας 52 ετών, σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, προσληφθείς από τον πρώτο εναγόμενο ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο εργολάβο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας για να εργαστεί ως οικοδόμος, την 2-12-2011, ενώ εργαζόταν στο εργολαβικό έργο του πρώτου εναγόμενου για την κατασκευή οικοδομής σε οικόπεδο της οδού ...
στο Χαλάνδρι, ιδιοκτησίας του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου, με επιβλέποντα μηχανικό του έργου τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, κατά την εκτέλεση εργασιών σκυροδέτησης τμήματος τοιχίου μάνδρας, μετά τις 8.00 π.μ και καθόν χρόνο αυτός έπρεπε να δονήσει το σκυρόδεμα που είχαν ρίξει οι χειριστές αντλίας, ευρισκόμενος πάνω σε τοιχίο ύψους 1,40 μ.
και πλάτους 15 εκ. όμορου ακινήτου, έπεσε από το τοιχίο προς την πλευρά του γειτονικού ακινήτου και πάνω στην κεκλιμένη ράμπα εισόδου αυτού, που οδηγούσε σε υπόγειο χώρο στάθμευσης. Ότι κατόπιν ειδοποίησης προσήλθε το ΕΚΑΒ περί ώρα 8.28 π.μ., που τον μετέφερε στο Νοσοκομείο "ΑΜΑΛΙΑ ΦΛΕΜΙΓΚ" και σύμφωνα με το δελτίο του ασθενοφόρου δεν υπήρχε αναπνοή και ο κορεσμός οξυγόνου ήταν 0%.
Ότι στο ως άνω νοσοκομείο διαπιστώθηκε ο θάνατός του και αναγγέλθηκε στον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, στο Αστυνομικό Τμήμα και στο Γραφείο Κίνησης Ασθενών του Νοσοκομείου και ζητήθηκε η διενέργεια νεκροψίας και νεκροτομής για τη διαπίστωση της αιτίας θανάτου του, η οποία και διατάχθηκε από την αστυνομία και διενεργήθηκε την 3-12-2011 από την ιατροδικαστή Σ.
Π., λήφθησαν δε η καρδία και ιστοτεμάχια εγκεφάλου, πνεύμονα, ήπατος και νεφρού για τη διενέργεια ιστοπαθολογικών εξετάσεων και ποσότητα αίματος και ούρων για τη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων. Ότι στη συνταχθείσα από την ως άνω ιατροδικαστή με αριθ. πρωτ. ....2012 ιατροδικαστική έκθεση διαλαμβάνεται ως προς την αιτία θανάτου, ότι "ο θάνατος του S. J.
επήλθε συνεπεία πρόσφατης ισχαιμίας του μυοκαρδίου επί εδάφους στεφανιαίας νόσου". Ότι το συμπέρασμα στην 2406/2-2-2012 έκθεση ιστολογικής εξέτασης του Ν. Γ. αναφέρει εικόνα πρόσφατης ισχαιμίας μυοκαρδίου ενώ η τοξικολογική εξέταση είχε αρνητικά αποτελέσματα. Ότι με βάση την ιατροδικαστική έκθεση οι κακώσεις που ανευρέθησαν και οι οποίες προκλήθηκαν στον J.
S. από την πτώση δεν επέφεραν τον θάνατό του και ο θάνατος αποδίδεται σε παθολογικά αίτια και συγκεκριμένα σε πρόσφατη ισχαιμία του μυοκαρδίου, η δε ως άνω ιατροδικαστής στην από 25-10-2013 ένορκη κατάθεσή της κατά την αστυνομική προανάκριση σαφώς κατέθεσε ότι οι κακώσεις συνεπεία της πτώσης δεν συνέβαλαν στην επέλευση του θανάτου και ότι πιθανότατα η πτώση συνέβη λόγω απώλειας των αισθήσεων συνεπεία της ισχαιμίας του μυοκαρδίου.
Ότι την ίδια θέση ως προς την αιτία θανάτου του J. S. εξέφρασε και ο πραγματογνώμονας ιατροδικαστής Σ. Τ. κατά τον οποίο ο θάνατος " επήλθε συνεπεία πρόσφατων ισχαιμικών αλλοιώσεων μυοκαρδίου επί εδάφους στεφανιαίας νόσου και οφείλεται σε παθολογικά αίτια. Ως αιτία πρόκλησης της ισχαιμίας, θα πρέπει να συσχετιστούν η μετρίου βαθμού στεφανιαία νόσος, το σχετικά μεγάλο βάρος καρδιάς και το ιατρικό του ιστορικό.
Συνυπήρχαν σοβαρές κακώσεις κεφαλής- σπλαχνικού κρανίου, με θλαστικά τραύματα και κατάγματα ρινός, οι οποίες επέφεραν επιπρόσθετο στρες κατά τον χρόνο του θανάτου, λόγω άλγους. Δηλαδή οι κακώσεις που υπέστη δεν ήταν ικανές να προκαλέσουν θάνατο, μπορεί όμως να επέδρασαν δυσμενώς στην ήδη ευπαθή κατάσταση της υγείας του εξαιτίας της εξελισσόμενης παθολογίας που προϋπήρχε του τραυματισμού του - ισχαιμία του μυοκαρδίου, δεν ήταν όμως θανατηφόρες κακώσεις".
Ότι στα ίδια παθολογικά αίτια αποδίδουν τον θάνατο ο ιατροδικαστής Φ. Κ., η καρδιολόγος Τ. Μ. και ο καρδιολόγος Κ. Γ. Ότι αντιθέτως σύμφωνα με τον πραγματογνώμονα καρδιολόγο Ν. Α. και τους ιατροδικαστές τεχνικούς συμβούλους των εναγόντων Α. Ρ. και Γ.Λ., η ισχαιμία του μυοκαρδίου που διαπιστώθηκε από την ιατροδικαστή είναι αποτέλεσμα της πτώσης και προκλήθηκε από την εισρόφηση αίματος προερχόμενου από τη ρινική κοιλότητα που εισήλθε στο φάρυγγα και κατόπιν στο λάρυγγα, την τραχεία και τους πνεύμονες με αποτέλεσμα οι αεροφόρες οδοί να πλημμυρίσουν με αίμα και να προκληθούν ασφυκτικά φαινόμενα.
Ότι όμως η περίπτωση ασφυξίας πρέπει να αποκλεισθεί, καθόσον κατά τη νεκροψία-νεκροτομή δεν διαπιστώθηκαν ευρήματα που χαρακτηρίζουν τον θάνατο από ασφυξία, Ότι επομένως οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο J. S. από την πτώση του με κανέναν τρόπο δεν προκάλεσαν το αποτέλεσμα του θανάτου, ούτε συνέβαλαν σ' αυτόν, καθώς και ο πραγματογνώμων Σ.
Τ., πέραν του επιπρόσθετου στρες και άλγους που μπορεί να προκάλεσαν μέχρι την επέλευση του θανάτου, δεν αναφέρεται συγκεκριμένα σε άλλη συμβολή τους στο θανατηφόρο αποτέλεσμα και αποδίδει τον θάνατο, όπως και στην από 23-2-2016 προηγούμενη πραγματογνωμοσύνη του στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας, αποκλειστικά σε παθολογικά αίτια, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι πρόσφατες ισχαιμικές αλλοιώσεις του μυοκαρδίου αφορούν παθολογία που προϋπήρχε του χρόνου του τραυματισμού.
Ότι ο J. S. κατά την ώρα που βρισκόταν ανεβασμένος στο τοιχίο απώλεσε τις αισθήσεις του λόγω της ισχαιμίας του μυοκαρδίου και έπεσε με το πρόσωπο στο έδαφος, όπου και επήλθε ο θάνατός του, αποκλειστικά από την εξελισσόμενη ισχαιμία του μυοκαρδίου, η οποία ως μόνη αιτία θανάτου επιβεβαιώθηκε και από την ιστοπαθολογική εξέταση .
Ότι τα παραπάνω συνάδουν και με το περιεχόμενο της από 2-12-2011 ένορκης εξέτασης του Δ. Υ., κατά την αστυνομική προανάκριση, ο οποίος κατέθεσε ότι είδε τον J. S. να πέφτει χωρίς να τον σπρώξει κάποιος ή να φανεί ότι σκοντάφτει κάπου και την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου Ν.
Β., ο οποίος φτάνοντας στον τόπο της πτώσης πριν να φτάσει το ΕΚΑΒ πληροφορήθηκε από τους παριστάμενους ότι "έπεσε σαν σακί",. 'Ότι ενισχυτικό δε στοιχείο του ότι ο J. S. υπέστη ισχαιμία του μυοκαρδίου πριν την πτώση του, ανεξαρτήτως αν τελικώς ο θάνατος επήλθε μετά από αυτή και μετά τον τραυματισμό του, ο οποίος όμως δεν σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με τον θάνατο, είναι και ότι δεν έκανε καμία κίνηση να προστατευθεί κατά την πτώση βάζοντας τα χέρια του μπροστά, όπως συνάγεται από το ότι έπεσε με το πρόσωπο και δεν υπάρχουν ίχνη τραυματισμού στα χέρια του.
Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο, απέρριψε όλους τους λόγους της έφεσης με τους οποίους αποδίδεται μομφή στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ως κατ' ουσίαν αβάσιμους και συνακόλουθα απέρριψε κατ' ουσίαν την από 16-9-2019 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων.
Με τις προεκτεθείσες παραδοχές το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, .αφού συνεκτίμησε όλα τα αναλυτικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρει ή να αξιολογήσει κάθε έγγραφο χωριστά και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνοντο στην από 16-9-2019 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, με επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες διαμόρφωσε το αποδεικτικό του πόρισμα που στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το οποίο ο θάνατος του συγγενούς των αναιρεσειόντων, καθόν χρόνο αυτός εργαζόταν ως οικοδόμος στην οικοδομή ιδιοκτησίας του τρίτου αναιρεσίβλητου με εργολάβο και εργοδότη του τον πρώτο αναιρεσίβλητο, υπό τις οδηγίες του επιβλέποντος το έργο μηχανικού δεύτερου αναιρεσίβλητου, επήλθε αποκλειστικά από την εξελισσόμενη ισχαιμία του μυοκαρδίου, που υπέστη ενώ ευρισκόταν πάνω σε τοιχίο από το οποίο έπεσε λόγω της απώλειας των αισθήσεών του εκ της αιτίας αυτής και ο τραυματισμός από την πτώση του δεν σχετίζεται με τον επελθόντα μετά την πτώση θάνατό του και απέρριψε στο σύνολό της την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την από 3-2-2020 αγωγή των αναιρεσειόντων.
Απορρίπτοντας την έφεση στο σύνολό της το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία όλους τους προβληθέντες με τους λόγους της έφεσης ισχυρισμούς των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, στους ισχυρισμούς δε αυτούς περιλαμβάνονται και όσοι αφορούν την μη λήψη από τους αναιρεσίβλητους υπό τις προαναφερόμενες ιδιότητές τους, των κατάλληλων μέτρων ασφάλειας προς προστασία του εργαζόμενου συγγενούς των αναιρεσειόντων, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, αν είχαν ληφθεί θα αποφευγόταν το ατύχημα και ο επελθών θάνατός του.
Συνεπώς ο πρώτος αναιρετικός λόγος με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τους προταθέντες με την έφεσή τους ισχυρισμούς περί μη λήψης από τους αναιρεσίβλητους των κατάλληλων μέτρων ασφάλειας, κατά την εκτέλεση της εργασίας του θανόντος στο οικοδομικό έργο του οποίο αυτοί κατασκεύαζαν και εξαιτίας των μη υπαρχόντων μέτρων ασφάλειας συνέβη το θανατηφόρο ατύχημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, εφόσον απέρριψε στο σύνολό της την έφεση, καθότι δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι ο ως άνω θάνατος του J.
S. οφειλόταν αποκλειστικά σε παθολογικά αίτια και δεν δέχθηκε συνεπώς ότι οφειλόταν στην έλλειψη μέτρων ασφαλείας. Ακόμη από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων καθώς και από το περιεχόμενο αυτής καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την από 28-12-2012 έκθεση έρευνας ατυχήματος των τεχνικών επιθεωρητών του Υπουργείου Εργασίας στην οποία αναφέρεται ότι "γνώμη μας είναι ότι το συγκεκριμένο ατύχημα θα είχε αποφευχθεί εάν κατά την οργάνωση της εργασίας είχαν εκτιμηθεί επαρκώς πιθανές επικίνδυνες καταστάσεις που μπορεί να προκύψουν καθώς και τα προβλήματα που αφορούν την ασφαλή διαχείρισή τους (Ν. 3850/2010 ΦΕΚ 84Α, άρθρα 42 παρ.7ε, 43 παρ.1, 477 και 48)".
Το Δικαστήριο συνεκτίμησε το ως άνω έγγραφο μαζί με όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά σχημάτισε δικανική πεποίθηση, διαφορετική από την εκτίμηση των αναιρεσειόντων, Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη του το Μονομελές Εφετείο και δεν συνεκτίμησε το ανωτέρω έγγραφο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου με τη μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 1, 38 παρ. 1 ΠΔ 1073/1981, παρ. 5.1 Μέρος Β' Παράρτημα IV του άρθρου 12, παρ. 5.2. Τμήμα II. Mέρος Β. Παράρτημα IV του άρθρου 12 του ΠΔ 305/1996, 6.16 του Ν. 551/1915, 297,298 και 914 ΑΚ, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, παραθέτοντας τις ακόλουθες παραδοχές από τις σελ. 10-11 της προσβαλλόμενης απόφασης: "Επομένως,. οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο J. S. από την πτώση του με κανέναν τρόπο δεν προκάλεσαν το αποτέλεσμα του θανάτου, ούτε συνέβαλαν σε αυτόν, καθώς και ο πραγματογνώμονας Σ. Τ., πέραν του επιπρόσθετου στρες και άλγους που μπορεί να προκάλεσαν μέχρι την επέλευση του θανάτου, δεν αναφέρεται συγκεκριμένα σε άλλη συμβολή τους στο θανατηφόρο αποτέλεσμα, και αποδίδει τον θάνατο, όπως και στην από 23.2.2016 προηγούμενη πραγματογνωμοσύνη του στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας αποκλειστικά σε παθολογικά αίτια, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι πρόσφατες ισχαιμικές αλλοιώσεις του μυοκαρδίου αφορούν παθολογία που προϋπήρχε του χρόνου του τραυματισμού.
Εξάλλου, η παρουσία αίματος που διαπιστώθηκε νεκροτομικά δεν συνδέεται απαραιτήτως με την εισρόφηση του αίματος της ρινορραγίας, καθώς ο J. S. ανασηκώθηκε από τον πρώτο εναγόμενο μετά την πτώση του και τοποθετήθηκε σε φορείο από το προσωπικό του ασθενοφόρου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν συνθήκες ροής του αίματος στην τραχεία.
Συνεπώς, ο J. S. κατά την ώρα που βρισκόταν ανεβασμένος στο τοιχίο απώλεσε τις αισθήσεις του λόγω της ισχαιμίας του μυοκαρδίου και έπεσε με το πρόσωπο στο έδαφος όπου και επήλθε ο θάνατός του, αποκλειστικά από την εξελισσόμενη ισχαιμία του μυοκαρδίου, η οποία ως μόνη αιτία θανάτου επιβεβαιώθηκε και από την ιστοπαθολογική εξέταση....[...] Ενισχυτικό στοιχείο του ότι ο J. S. υπέστη ισχαιμία του μυοκαρδίου πριν την πτώση του, ανεξαρτήτως αν τελικώς ο θάνατος επήλθε μετά από αυτή και μετά το τραυματισμό του, ο οποίος όμως δεν σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με το θάνατο, είναι και ότι δεν έκανε καμία κίνηση να προστατευθεί κατά την πτώση βάζοντας τα χέρια του μπροστά, όπως συνάγεται από το ότι έπεσε με το πρόσωπο και δεν υπάρχει ίχνη τραυματισμού στα χέρια του. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι τα αίτια θανάτου του J. S. είναι παθολογικά και ανεξάρτητα με την πτώση του και τον εξής τραυματισμό του, δεν έσφαλε και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις".
Ο ανωτέρω εξεταζόμενος τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος α)διότι δεν περιέχονται όλες οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης παρά μόνο το ανωτέρω απόσπασμα με πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με το αποδεικτικό πόρισμα και δεν συνιστούν αιτιολογίες και το συμπέρασμα αυτού, β) η εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι το ένδικο ατύχημα και ο θάνατος του συγγενούς των αναιρεσειόντων προήλθαν αποκλειστικά από παθολογικά αίτια ήτοι από ισχαιμία του μυοκαρδίου που επέφερε την πτώση του, ο δε τραυματισμός λόγω της πτώσης δεν σχετίζεται με το θάνατο αυτού.
Η μη λήψη ως εκ τούτου, των επικαλούμενων από τους αναιρεσείοντες μέτρων ασφάλειας προστασίας εργαζομένων από ατυχήματα, που προβλέπονται από τις ανωτέρω διατάξεις, δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνδέονται αιτιωδώς με το θάνατο και κατά συνέπεια το θανατηφόρο ατύχημα δεν κρίθηκε ως εργατικό, ώστε να ευθύνονται αδικοπρακτικά οι αναιρεσίβλητοι λόγω μη λήψης μέτρων ασφάλειας, γ)με τις περιεχόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, αναλύσεις, συγκρίσεις και εκτιμήσεις των αποδεικτικών μέσων, από τους αναιρεσείοντες και την παράθεση των απόψεών τους αναφορικά με την αιτία της πρόκλησης του θανατηφόρου ατυχήματος του συγγενούς τους, υπό την επίφαση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας στη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, στο οποίο κατέληξε με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες.
Πρέπει ακόμη να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8περ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε αυτόν εκ του πράγματος δεχόμενο ότι οι προκληθείσες σωματικές βλάβες που υπέστη ο J. S. από την πτώση του με κανένα τρόπο δεν προκάλεσαν το θάνατο αυτού, ούτε συνετέλεσαν σ'αυτόν.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν με διαφορετικούς πληρεξούσιους δικηγόρους ο πρώτος που δεν κατέθεσε προτάσεις και οι δεύτερος και τρίτος που κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιανουαρίου 2023 με αριθ. κατάθ. 797/66/26-1-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 5096/31-8-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ και των δεύτερου και τρίτου αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ