Supreme Court dismisses appeal against municipal expropriation compensation ruling, upholding property rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Municipality of Sparta's appeal against the Third-Instance Court of Nafplion's decision regarding expropriation compensation. The plaintiff argued that the municipality failed to pay compensation within the statutory deadline, causing the property to revert to her by operation of law. The court rejected this, ruling that the expropriation decree merely declared the public use of the land without transferring ownership until full payment was made.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that a municipal expropriation decree does not transfer ownership to the municipality until the legally determined compensation is fully paid, and the failure to pay does not automatically result in the loss of property rights by operation of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1728 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1728/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' Βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Σπάρτης", ο οποίος εδρεύει στην Σπάρτη Λακωνίας και επί της οδού Ευαγγελιστρίας, αρ. 85-87 και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Εμμανουήλ Μαργωμένο και Ολυμπία Μαγγιώρου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Σ. χήρας Γ. Ρ., το γένος Γ. Θ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ισαάκ-Γεώργιο Γεροντίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 330/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-1-2020 αίτηση και τους από 24-12-2020 προσθέτους λόγους αυτού.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης ασκήθηκε η από 15.11.2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή εξέθετε, ότι έχει καταστεί αποκλειστική κυρία με παράγωγο (κληρονομική διαδοχή), αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) συνολικού ακινήτου, ευρισκομένου στην πόλη του Δήμου Σπάρτης, τμήμα του οποίου, εκτάσεως 460,04 τ.μ., κατόπιν τροποποίησης του αρχικού ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Σπάρτης, παραχώρησε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο Σπάρτης, προκειμένου να διανοιχθεί δημοτική οδός, πρώην Λεωνίδου, ήδη Θερμοπυλών, υπό τον όρο καταβολής αποζημίωσης και ότι, ενώ εκδόθηκε από τον εναγόμενο η σχετική πράξη αναλογισμού αποζημιώσεων για τη διάνοιξη της ως άνω οδού, που εγκρίθηκε με νόμιμα μεταγραμμένη απόφαση της Νομαρχιακής Διεύθυνσης Λακωνίας και ακολούθησε η έκδοση των 84/1.4.2014 και 336/2016 αποφάσεων των Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης και του Εφετείου Ναυπλίου για τον καθορισμό αντίστοιχα της προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, παρήλθε άπρακτη η προθεσμία καταβολής της με συνέπεια την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης.
Επικαλούμενη δε ότι ο εναγόμενος Δήμος εξακολουθεί να κατέχει το επίδικο εδαφικό τμήμα, αρνούμενος την απόδοσή του στην ίδια, αιτήθηκε την απόδοσή τούτου και επικουρικά, σε περίπτωση ανέφικτης αυτούσιας απόδοσης, την καταβολή αποζημίωσης, αντιστοιχούσας στην αξία του, ποσού 253.942,08 ευρώ. Επί της ως άνω διεκδικητικής κυριότητας και αποζημιώσεως αγωγής, εκδόθηκε η 8/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, με την οποία απορρίφθηκε αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το κύριο αίτημά της και έγινε δεκτή κατά το επικουρικό της αίτημα, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, με νόμιμο τόκο 6% ετησίως.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 330/2019 προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση. Κατά της αποφάσεως αυτής του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου στρέφεται η υπό κρίση, από 8.1.2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.
Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) και να συνεκδικασθεί με τους από 24.12.2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' ΚΠολΔ), καθώς το δικόγραφο τους κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθμό κατάθεσης 129/24.12.2020 και σύμφωνα με την 8879δ' /24.12.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ναυπλίου, με έδρα το Πρωτοδικείο Σπάρτης, Παναγιώτη Νικ.
Ζούζουλα επιδόθηκε αυθημερόν στην αναιρεσίβλητη ήτοι εντός προθεσμίας τριάντα τουλάχιστον ημερών πριν από την πρώτη ορισθείσα δικάσιμο της 27ης.1.2012, για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 55 του ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, συνάγεται ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί, αδιακρίτως.
Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του ΠΔ της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση των οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος καθορίζουν τη διαδικασία η οποία απαιτείται για να χαρακτηρισθεί μια οδός ως εθνική ή επαρχιακή.
Η απόκτηση όμως του ιδιαίτερου γνωρίσματος μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής συνιστά, σύμφωνα με το άρθρο 4 του αυτού Προεδρικού Διατάγματος, ζήτημα πραγματικό, γιατί ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό την ανωτέρω ιδιότητα. Έτσι η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν. 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών", εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητας, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών.
Από καμιά διάταξη της κείμενης νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε τυχόν εκδιδόμενη από το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, δεν έχει καμία νομική σημασία, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.
Επί του ζητήματος του χαρακτήρα μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής αποφαίνονται τα δικαστήρια. Οι δημοτικές και κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος: α) από το νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό τους ως οδών ή πλατειών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, β) από τη βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη δικαιοπραξία (διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από την κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται δήλωση του κυρίου περιβαλλόμενη τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και υποβαλλόμενη σε μεταγραφή, αφού περιέχει κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν.3 παρ. 2 Πανδ. 43.7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) και σύμφωνα με την οποία η χρήση του πράγματος από Κοινότητα ή Δήμο ή από τους δημότες αυτών, μπορούσε να προσδώσει σε ακίνητο την ιδιότητα του κοινόχρηστου, εφόσον η αρχαιότητα στην άνω χρήση υπήρξε συνεχής επί δύο γενεές, η καθεμία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα έτη (vetustas), οι οποίες έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση και είχε συμπληρωθεί πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), ενόψει του ότι ο Κώδικας αυτός δεν αναγνωρίζει το θεσμό της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας (ΑΠ 1823/2014, ΑΠ 410/2013).
Μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, μπορεί έμμεσα να επιτευχθεί παρόμοιο αποτέλεσμα με βάση το άρθρο 281 αυτού, αν δηλαδή ο κύριος άφησε επί μακρό χρόνο το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση " ανεχόμενος ή πολύ περισσότερο επιθυμών αυτό να καταστεί κοινής χρήσεως" . Τούτο, ειδικότερα, μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που κάποιος χώρος αφήνεται από τον κύριο να χρησιμεύσει ως κοινοτική οδός, για τον καθορισμό και την ανακήρυξη της οποίας δεν προβλέπεται ορισμένη νόμιμη διαδικασία ή ακόμη και την από το ίδιο άρθρο (ΑΚ 281) ένσταση του γενικού δόλου (exception doli generalis) κατά του ιδιοκτήτη, ο οποίος άφησε το πράγμα εκτεθειμένο στην κοινή χρήση για πολύ χρόνο, υπό την έννοια όμως ότι δεν προσπορίζεται η κυριότητα του ακινήτου στον οικείο ΟΤΑ με χρησικτησία, αλλά απλώς προστατεύεται η κοινή χρήση έναντι του κυρίου.
Σύμφωνα δε με το άρθρο 2 παρ.2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο.
Εξάλλου, το άρθρο 20 παρ.1 του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 περί σχεδίων πόλεων απαγορεύει τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων (ιδιωτικών οδών και πλατειών κλπ.) με ιδιωτική βούληση. Από τον κανόνα όμως αυτό εισάγεται εξαίρεση στην παρ.3 του ίδιου άρθρου όσον αφορά τους κοινόχρηστους χώρους που σχηματίσθηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την ισχύ του άρθρου αυτού, που ορίζεται από την ισχύ του ΒΔ της 4/16-1-1924 (ήτοι από 1-3-1924).
Έτσι, οι σχηματισθείσες με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την έναρξη της ισχύος του άρθρου αυτού ιδιωτικοί οδοί, διατηρούνται και μετά την ισχύ του ΝΔ της 17.7/16.8.1923 και θεωρούνται κοινόχρηστοι χώροι για την εφαρμογή της πολεοδομικής εν γένει νομοθεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν διανοιχθεί και σχηματισθεί από τότε.
Με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί αυτού, αλλά αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. (ΑΠ 954/2017, ΑΠ 222/2019, ΑΠ 451/2015). Στην ειδικότερη δε προαναφερόμενη περίπτωση κατά την οποία προβλέπεται η απόδοση σε ακίνητο της ιδιότητας κοινοχρήστου πράγματος από το νόμο, όπως συμβαίνει με την επέκταση των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων και των χαρακτηρισμό συγκεκριμένων ακινήτων ως κοινοχρήστων (οδών, πλατειών, χώρων πρασίνων κλπ.), η ρυμοτόμηση ακινήτου και ο καθορισμός του ως κοινοχρήστου χώρου συνιστά αναγκαστική απαλλοτρίωση, ως προς την εφαρμογή του οικείου σχεδίου πόλεως, η οποία κηρύσσεται από και με τη δημοσίευση στο ΦΕΚ του προεδρικού (ή βασιλικού) διατάγματος που εγκρίνει ή τροποποιεί το ρυμοτομικό σχέδιο.
Ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τούτων αποκτάται μόνο με τη νομότυπη καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους (ή την παρακατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) ότε και εντεύθεν περιέρχονται τα ρυμοτομούμενα ακίνητα στην κοινή χρήση (ΑΠ 46/2018, ΑΠ 571/2015, ΑΠ 559/2013), καθώς το ρυμοτομικό διάταγμα αποτελεί απλώς την κήρυξη της απαλλοτριώσεως των προβλεπομένων ως κοινοχρήστων χώρων (ΟλΣτΕ 603/2008).
Στο δε άρθρο 28 του ν. 1337/1983 " Επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" (Α' 33) {άρθρο 415 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, που κυρώθηκε με το π.δ. της 14/27.7.1999 (Δ' 580)} ορίζεται ότι "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση ιδιωτικά ακίνητα, εφόσον αυτά προβλέπονται, από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι και έχουν τεθεί σε κοινή χρήση, με την προϋπόθεση ότι η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση διατηρηθείσα επί μακρό χρόνο κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.
Επομένως, για τη μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση αλλά πρέπει να υπάρχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
Με την έννοια αυτή, η ανωτέρω διάταξη δεν αντίκειται στη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας, δεδομένου ότι η απώλεια της κυριότητας συνδέεται με την υποκειμενική συμπεριφορά του κυρίου του ακινήτου, ο οποίος με τη συναίνεση ή την ανοχή του αποδέχθηκε τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του ακινήτου και δεν δύναται εκ των υστέρων να προβάλλει καταχρηστικώς δικαιώματα αποζημιώσεως.
Στην περίπτωση που συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, επέρχεται μετάθεση της κυριότητας υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α, αδιαφόρως εάν το ακίνητο έχει αφεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την άνω διάταξη, αλλά, αντιθέτως, ο δικαιολογητικός λόγος, ο οδηγήσας τον νομοθέτη να εισάγει τη συγκεκριμένη ρύθμιση συντρέχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις (ΣτΕ 346/2017, ΑΠ 680/2016, 1362/2014).
Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά δε το άρθρο 1097 ΑΚ ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο και κατά το άρθρο 1098 εδαφ.
α' ΑΚ, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος, αν όμως συντρέχουν οι όροι των άρθρων 1097 και 1098 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση προς την αξία αυτού (πράγματος) (ΑΠ 1258/2020, ΑΠ 1120/2019, ΑΠ 1388/2018, ΑΠ 144/2015).
Την έννοια της αδυναμίας προς αυτούσια απόδοση εντάσσεται και η κατάληψη του επιδίκου ακινήτου από τρίτο και η κατασκευή επ' αυτού μόνιμων εγκαταστάσεων, ώστε η επαναφορά του ακινήτου στην προτέρα αυτού κατάσταση και η απόδοση, έτσι, της νομής του ελεύθερης προς άσκηση στον κύριο να είναι ανέφικτη (ΑΠ 144/2015).
Η έκταση της ευθύνης του εναγομένου για αποζημίωση ένεκα του ανέφικτου της αυτούσιας απόδοσης εξαρτάται από το αν είναι καλόπιστος ή μη . Συγκεκριμένα, ο καλόπιστος νομέας πριν από την επίδοση της αγωγής, που εκτός από διεκδικητική μπορεί να είναι και απλή αναγνωριστική κυριότητας, δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου (ΑΚ 1100), ενώ μετά την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση ίση με την αξία του καταλειφθέντος πράγματος κατά το χρόνο εκείνο .
Ο κακόπιστος νομέας έχει την ίδια ευθύνη με τον καλόπιστο νομέα (ΑΠ 1793/2009). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 7/2002).
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, οπότε δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται στον υπαίτιο αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.
Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη. (ΟλΑΠ 8/2001). Ειδικότερη μορφή καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος συνιστά η αποδυνάμωση δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα αποδυναμώνεται και, άρα, δεν μπορεί να ασκηθεί, όταν ο δικαιούχος, αφενός αδράνησε επί μακρόν και αφετέρου δημιούργησε με τη συμπεριφορά του εύλογα στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν επιθυμεί να ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, υπό τις συνθήκες δε αυτές η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος από τον δικαιούχο, εφόσον συνεπάγεται δυσμενείς - επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, αποτελεί ενέργεια ασυμβίβαστη προς την προγενέστερη συμπεριφορά του δικαιούχου και αντίκειται, προφανώς, στις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών της ΑΚ 281 είναι δηλαδή καταχρηστική (ΑΠ 502/2021, ΑΠ 200/2018).
Επί πλέον κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 812/2021, ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ4979/2020, ΑΠ 1103/2011).
Ο από τον ως άνω αριθμό 19 όμως λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως όχι δε όταν απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση, ως μη νόμιμη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 19/2021, ΑΠ 216/2018, ΑΠ 679/2017).Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Επίσης, ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό. (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).
Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ άλλων, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν . Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ'αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη, αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).
Για να στοιχειοθετηθεί όμως λόγος αναίρεσης από τον ως άνω αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο να είχε εισέλθει στην έρευνα της ουσίας του ισχυρισμού στον οποίο αναφέρεται η λήψη ή μη λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων και να μην τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή νόμω αβάσιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 165/2021, ΑΠ 514/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 330/2019 αποφάσεως προκύπτει ότι το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Η ενάγουσα έχει καταστεί κυρία ενός οικοπέδου, συνολικής έκτασης κατά τον τίτλο κτήσεως αυτού 1.650 τ.μ., σύμφωνα δε με την επιμέτρηση από τον Ο.Κ.Χ.Ε 1624 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός της πόλεως της Σπάρτης, επί της οδού ...
με ΚΑΕΚ ..., το απέκτησε από κληρονομιά της αποβιώσασας την 27.3.1972 μητέρα της, Ε. συζ. Θ., το γένος Σ. Σ., δυνάμει της υπ' αριθ. ... δημόσιας διαθήκης της ενώπιον της συμβ/φου Σπάρτης Στέλλας Γκίνης-Σπύρου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθ. 111/1972 πρακτικό δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης. Την ανωτέρω κληρονομιά αποδέχθηκε η ενάγουσα με την υπ' αριθμ. ...
πράξη του συμ/φου Σπάρτης Δημήτριου Πελεκάνου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης στον τόμο 207 με α.α. 227. Στην ως άνω δικαιοπάροχο και μητέρα της το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει ως μέρος μεγαλύτερης έκτασης από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1949 κουνιάδου της Σ.
Θ. με βάση την από 2.2.1948 ιδιόγραφη διαθήκη του, που είχε δημοσιευθεί νόμιμα με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Σπάρτης, την οποία (κληρονομιά) και είχε αποδεχθεί η μητέρα της ενάγουσας με την υπ' αριθ. 6202/24.12.1952 πράξη του τότε συμ/φου Σπάρτης Δημήτριου Ανδριτσάκη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ως άνω Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης στον ....
Εξάλλου, στον παραπάνω κληρονομούμενο, το οικόπεδο αυτό είχε περιέλθει από αγορά από τον Σ. Μ., δυνάμει του με υπ' αριθ. ... συμβολαίου του τότε συμ/φου Σπάρτης Δημήτριου Ανδριτσάκη, που, επίσης, είχε μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης στον τόμο .... Επίδικο, στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί εδαφικό τμήμα του ως άνω ακινήτου με επιφάνεια 460,04 τ.μ, το οποίο εμφαίνεται στο από Δεκεμβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Αδαμαντίου Κουμουνδούρου με τα στοιχεία ΩΑ1Β1ΧΦΥΤΣΡΠΟΞΝΩ, έχει μήκος κατά τη βόρεια πλευρά 62,07 μέτρα, κατά τη νότια πλευρά 66,75 μέτρα, κατά την ανατολική πλευρά 8,65 μέτρα και κατά τη δυτική πλευρά 7,48 μέτρα.
Ενόψει των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το εν λόγω επίδικο εδαφικό τμήμα ανήκει κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην ενάγουσα, το δικαίωμά της δε αυτό έχει αναγνωρισθεί δυνάμει της υπ' αριθ. 307/2006 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία απέρριψε έφεση των εναγομένων κατά της υπ' αριθμ. 16/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που είχε κάνει δεκτή την από 30.11.1996 και με αρ.
κατ. δικογράφου 1821/ΤΠ236/1996 αγωγή της (ενάγουσας) κατά των όμορων ιδιοκτητών Α. χήρας Ν. Π. και Ε. συζύγου Γ. Λ.. Επίσης, με την υπ' αριθ. 32/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, το εν λόγω Δικαστήριο, αφού είχε ανακαλέσει εν μέρει την προηγούμενη με αριθμό 85/1998 μη οριστική απόφασή του, είχε ήδη απορρίψει ως μη νόμιμη την από 16.12.1997 και με αρ.
κατ. δικογράφου 1827/ΤΠ233/1977 κύρια παρέμβαση, που είχε ασκήσει στην ίδια ως άνω δίκη ο νυν εναγόμενος Α' βάθμιος Ο.Τ.Α., αιτούμενος την αναγνώριση του ιδίου ως κυρίου, μεταξύ άλλων και του επίδικου εδαφικού τμήματος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με την υπ' αριθμ. Οικ. Π-1916/11.5.1989 απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ/351/6.6.1989, εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως της Σπάρτης και δη η πολεοδομική μελέτη αναθεώρησης του σχεδίου αυτού, σύμφωνα με την οποία η δημοτική οδός Θερμοπυλών, όπως ονομάσθηκε η πρώην οδός Λεωνίδου, θα είχε πλάτος 20 μέτρων.
Ήδη, όμως, κατά την προπαρασκευαστική φάση της τροποποίησης του ως άνω ρυμοτομικού σχεδίου το έτος 1988 και με σκοπό την άμεση εξυπηρέτηση των δημοτών του νυν εναγομένου, η ενάγουσα αποδέχθηκε σχετικό αίτημα του τελευταίου και επέτρεψε σ' αυτόν να καταλάβει το επίδικο, προκειμένου να διανοίξει στοιχειωδώς την οδό Θερμοπυλών, να την ασφαλτοστρώσει σε πλάτος περίπου 3,5 μέτρων, καθώς και να κατασκευάσει το πεζοδρόμιο στη νότια πλευρά της (οδού), ήτοι προς την πλευρά του με αριθμό 45 οικοδομικού τετραγώνου.
Η συγκεκριμένη, όμως, αποδοχή από την ενάγουσα του ως άνω αιτήματος των υπηρεσιών του εναγομένου, τελούσε υπό τη σαφή προϋπόθεση και είχε γίνει μετά και από αντίστοιχη διαβεβαίωση των εκπροσώπων του εναγομένου ότι θα δρομολογούνταν άμεσα οι νόμιμες διαδικασίες για την πλήρη αποζημίωσή της. Πράγματι, σε εκτέλεση των ανωτέρω, οι αρμόδιοι υπάλληλοι του εναγομένου προέβησαν άμεσα, τόσο στη διάνοιξη της οδού και στην κατασκευή πεζοδρομίου το ίδιο έτος (1988), όσο και στην έκδοση του υπ' αριθ.
πρωτ. 6647/2.12.1988 εγγράφου της Τεχνικής Υπηρεσίας του εναγομένου προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών της Σπάρτης, με το οποίο ζητήθηκε η σύνταξη της απαιτούμενης πράξης αναλογισμού για τη διάνοιξη του προαναφερόμενου τμήματος της οδού Θερμοπυλών. Έκτοτε η ανωτέρω διανοιχθείσα οδός, που αποτελεί και το επίδικο εδαφικό τμήμα, παραδόθηκε με τον παραπάνω τρόπο από την ενάγουσα στον εναγόμενο, αποτελώντας μέρος του οδικού δικτύου της πόλεως της Σπάρτης, από το οποίο διέρχονται ελεύθερα και αδιακρίτως, δημότες του εναγομένου ή και τρίτοι, πεζοί ή με οχήματα.
Ακολούθως και μετά την πάροδο ικανού χρονικού διαστήματος από την παράδοση του επιδίκου σε κοινή χρήση και την έκδοση της υπ' αριθμ. Οικ.Π-1916/11.5.1989 απόφασης του Νομάρχη Λακωνίας χωρίς να έχει γίνει σύνταξη πράξης αναλογισμού και καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης της, η ενάγουσα με την από 22.7.1994 αίτησή της, όχλησε τον εναγόμενο, σε απάντηση δε της εν λόγω αίτησης ο τελευταίος απέστειλε το υπ' αριθ.
πρωτ. 4716/10.8.1994 έγγραφο, με το οποίο, επιβεβαιώνει την κατασκευή ασφαλτοστρωμένου οδοστρώματος 3,5 μέτρων επί του επίδικου εδαφικού τμήματος χωρίς την σύνταξη πράξης αναλογισμού, ενώ της γνωστοποιεί το αίτημά του προς το Πολεοδομικό Γραφείο Σπάρτης, για να προβεί στην σύνταξη της ανωτέρω πράξης, ώστε να αποζημιωθούν οι ιδιοκτήτες των ακινήτων, που καταλαμβάνονται από τον δρόμο, μεταξύ των οποίων φερόταν και εκείνη, υπό την αίρεση αναγνώρισής της ως δικαιούχου της αποζημίωσης από τα αρμόδια Δικαστήρια.
Στη συνέχεια και μετά την πάροδο αρκετών ετών, ο εναγόμενος εξέδωσε την υπ' αριθ. 1/2009 "πράξη αναλογισμού αποζημιώσεων για τη διάνοιξη της οδού Θερμοπυλών από την οδό Αγίου Νίκωνος έως την οδό Χαμαρέτου μεταξύ των οικοδομικών τετραγώνων 45 και 120 του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως Σπάρτης", μαζί με τους πίνακες αναλογισμού και το αντίστοιχο από Αυγούστου 2007 κτηματολογικό διάγραμμα.
Η πράξη αυτή εγκρίθηκε, ακολούθως, με την υπ' αριθ. 427/22.1.2009 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης ΠΟ.ΧΩ.ΠΕ. (Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος) της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας, επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 5507/21.10.2009 απόφαση του οικείου Νομάρχη και μεταγράφηκε νόμιμα στις 29.4.2011 στον τόμο 267 και με α.α. 229 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης.
Η προς διάνοιξη δημοτική οδός Θερμοπυλών, καταλάμβανε το οικόπεδο της ενάγουσας, καθόσον η οδός αυτή είναι διανοιγμένη σε όλο το προβλεπόμενο από την πολεοδομική μελέτη αναθεώρησης του ρυμοτομικού σχεδίου μήκος των 20 μέτρων, εκτός από το επίδικο τμήμα που περικλείεται μεταξύ των καθέτων προς αυτήν οδών Αγίου Νίκωνος και Χαμαρέτου, στο οποίο είναι διανοιγμένη κατά το ήμισυ, ήτοι στο νότιο τμήμα της με κατεύθυνση από δυσμάς προς ανατολάς, ενώ το υπόλοιπο ήμισυ με αντίστροφη κατεύθυνση δεν έχει ακόμα διανοιχθεί.
Ενόψει των ανωτέρω, το επίδικο εδαφικό τμήμα των 460,04 τ.μ. περιλαμβανόταν στην ανωτέρω υπ' αριθ. 1/2009 πράξη αναλογισμού, ως τμήμα του ρυμοτομούμενου ακινήτου, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, σύμφωνα δε με τους οικείους -Πίνακες αναλογισμού, που συνοδεύουν την παραπάνω υπ' αριθ. 427/22.1.2009 απόφαση, υπόχρεοι προς αποζημίωση για τη συνολική έκταση των 1.225,56 τ.μ., που απαιτείται να ρυμοτομηθεί για τη διάνοιξη της οδού σε όλο της το πλάτος των 20 μέτρων, είναι, εκτός των τμημάτων για τα οποία επιβάλλεται υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, ο εναγόμενος Δήμος, καθώς και παρόδιες ωφελούμενες ιδιοκτησίες, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο.
Μετά την έκδοση των ανωτέρω πράξεων και αποφάσεων, η ενάγουσα με την από 9.5.2011 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που δίκασε κατά τη διαδικασία των απαλλοτριώσεων, ζήτησε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ρυμοτομούμενο τμήμα της ιδιοκτησίας της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 84/1.4.2014 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, που καθόρισε την εν λόγω τιμή, αναφορικά με το τμήμα που βρίσκεται στο υπ' αριθμ. ...
στο οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο, στο ποσό των 642,24 ευρώ ανά τ.μ.. Στη συνέχεια με την υπ' αριθμ. 338/21.9.2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για το ίδιο παραπάνω τμήμα στο ποσό των 552,33 ευρώ ανά τ.μ., για την οποία υπόχρεος ήταν ο εναγόμενος και οι παρόδιοι ωφελούμενοι ιδιοκτήτες, ενώ ο εναγόμενος είχε υποχρέωση να την καταβάλει αρχικά στην ενάγουσα στο σύνολο της (άρθρ. 26 παρ. 11 του ν. 1828/1989, ως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με τη παρ. 1 άρθρου 67 ν. 4483/2017), προβαίνοντας ακολούθως σε βεβαίωση και είσπραξη του ποσού, που κατέβαλλε για λογαριασμό των παρόδιων.
Πλην όμως, ενόψει του ότι την 1.10.2015, ήτοι κατά το χρόνο που παρήλθε η προθεσμία των 18 μηνών, που ορίζεται από τη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α) από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης την 1.4.2014, ως ανώτατος για την παρακατάθεση της ορισθείσας υπέρ της ενάγουσας ως άνω αποζημίωσης, εκκρεμούσε ακόμη ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδας, η ενάγουσα με την από 19.10.2015 εξώδικη δήλωση-αίτηση της προς τον εναγόμενο Δήμο, που κοινοποιήθηκε σε αυτόν αυθημερόν (βλ.
την υπ' αριθ. 9.76 Γ' /19.10.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σπάρτης Α. Φασουλόπουλου), ήτοι εντός της τασσομένης προθεσμίας του ενός έτους από την παρέλευση της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, ζήτησε προς την αρμόδια διοικητική αρχή, τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την παράταση της προθεσμίας καταβολής της προσδιορισμένης αποζημίωσης κατά ένα ακόμη έτος, ήτοι έως 1.10.2016.
Η σχετική, όμως, αποζημίωση δεν καταβλήθηκε ούτε εντός του νέου χρονικού διαστήματος, όπως τούτο συνομολογείται από τον εναγόμενο, με συνέπεια την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.
Συνεπώς, η ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο εδαφικό τμήμα, ο δε εναγόμενος, ο οποίος εξακολουθεί να το κατέχει, μετά την 1.10.2016, ενεργεί παράνομα και παρά τη θέλησή της, προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητάς της επ' αυτού. Η αυτούσια, όμως, απόδοση του επίδικου εδαφικού τμήματος στην ενάγουσα, έχει καταστεί αδύνατη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λόγω των ανωτέρω μονίμων και οριστικού χαρακτήρα παρεμβάσεων του εναγομένου και δη της ασφαλτόστρωσης και πεζοδρόμησής του, αντίστοιχα, μέσω των οποίων τέθηκε σε μόνιμη εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα του οδικού δικτύου της πόλης της Σπάρτης, αποκλεισθείσας οριστικά με τον τρόπο αυτό της ενάγουσας με παράνομη πράξη από το συγκεκριμένο τμήμα της ιδιοκτησίας της.
Καθόσον, επομένως, αποκλείεται η αυτούσια απόδοση της νομής του επίδικου εδαφικού τμήματος ως άνω ακινήτου της, κρίνεται απορριπτέα η κύρια βάση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα δε δικαιούται αποζημίωση ίση με την αξία αυτού κατά τη διάταξη του 1097 ΑΚ., ενώ ο εναγόμενος Δήμος ευθύνεται σε αποζημίωση της από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, δεδομένου ότι αυτός μέσω των παραπάνω ενεργειών των αρμοδίων τεχνικών υπηρεσιών του, κατέστησε αδύνατη την αυτούσια απόδοση, ανεξάρτητα αν ενήργησε με καλή ή κακή πίστη.
Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδεικνύεται ότι η αξία του επιδίκου εδαφικού τμήματος, κατά το κρίσιμο χρόνο της παρούσας συζήτησης, το οποίο έχει έκταση, κατά τα ανωτέρω 460,04 τ.μ. λαμβανομένων υπόψη : α) της θέσης του και δη ότι βρίσκεται σε περιοχή εντός σχεδίου πόλης και σε απόσταση 400 περίπου μέτρων από το κέντρο της Σπάρτης, στην οποία (περιοχή) υπάρχουν πεπαλαιωμένες οικίες και μικρά ιδιόκτητα καταστήματα, 2) της ως άνω έκτασής του, 3) των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων στην περιοχή, αλλά και ειδικότερα στο συγκεκριμένο Ο.Τ., που βρίσκεται αυτό, ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 552,22 ευρώ ανά τ.μ, όπως έγινε δεκτό και κατά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης με την ως άνω υπ' αριθ. 338/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, ενώ τα ως άνω κριτήρια προσδιορισμού της αποζημίωσης δεν έχουν διαφοροποιηθεί από το χρόνο έκδοσης της εν λόγω απόφασης ώστε να μην προκύπτει οποιαδήποτε μεταβολή και της αξίας αυτού, καθόσον υφίσταται ακόμη η υπάρχουσα στην Ελληνική Επικράτεια δεινή οικονομική κρίση, με την αύξηση των οικονομικών βαρών στα ακίνητα, η οποία έχει επηρεάσει ιδιαίτερα τον κτηματομεσιτικό κλάδο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η συνολική αξία του επίδικου εδαφικού τμήματος ανέρχεται στο ποσό των 253.942,08 ευρώ (460,04 τ.μ. Χ 552,22 ευρώ ανά τ.μ.). Το εν λόγω ποσό, είναι υποχρεωμένος ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα, γενομένης δεκτής ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της επικουρικής βάσεως της αγωγής κατά το αίτημά της για αποζημίωση κατ' άρθρο 1097 ΑΚ. ..." Συνεχίζοντας το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς με τους οποίους, ο εναγόμενος - εκκαλών Δήμος Σπάρτης επανέφερε, με το σχετικό πρώτο λόγο έφεσης, τις κριθείσες ως νόμιμες από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ενστάσεις του άρθρου 28 του ν. 1337/83 και 281 του ΑΚ, εκ του ότι η ενάγουσα του παραχώρησε άτυπα το επίδικο εδαφικό τμήμα προκειμένου να διανοιχθεί στοιχειωδώς δημοτική οδός και ότι από τότε που αποδόθηκε αυτό σε κοινή χρήση έχουν παρέλθει 28 έτη, χωρίς ποτέ αυτή να το διεκδικήσει, με συνέπεια η ως άνω οδός να έχει καταστεί κοινόχρηστη με τη βούληση και ανοχή της και να καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της, απέρριψε τις ενστάσεις αυτές ως αβάσιμες κατ'ουσίαν διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του τα εξής : "...
αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα ουδέποτε συνήνεσε ή ανέχθηκε να τεθεί το επίδικο εδαφικό τμήμα εκ του ανωτέρω μείζονος ακινήτου κυριότητάς της σε κοινή χρήση, χωρίς να εισπράξει την αντίστοιχα καθορισθησόμενη αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, αλλ' αντίθετα κατ' επανάληψη αιτήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του εναγομένου να επισπεύσουν τη διαδικασία συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, όπως και το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης αυτής ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, εκδηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο την αδιάλειπτη και σταθερή βούλησή της για την καταβολή της αποζημίωσης της ιδιοκτησίας της.
Επιπροσθέτως, όταν ήρθη η απαλλοτρίωση, άσκησε άμεσα την κρινόμενη αγωγή για τη διεκδίκησή της και, επομένως, ουδέποτε δημιούργησε στον εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της κατ' αυτού, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης, που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησή του, να συνεπάγεται επαχθείς για αυτόν επιπτώσεις, μη συντρεχουσών, συνεπώς των απαιτούμενων για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ ειδικών περιστάσεων, που να έχουν αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, ώστε να καθίσταται η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος της αδικαιολόγητη και καταχρηστική, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Εξάλλου, το ύψος της αποζημίωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι είναι επαχθέστερη συνέπεια σε βάρος του εναγομένου, από τις επαχθείς συνέπειες, που προκλήθηκαν σε βάρος της ενάγουσας από την αυθαίρετη απαλλοτρίωση της επίδικης έκτασης του ακινήτου της, μετά την κατάληψη αυτής εκ μέρους του εναγομένου.". Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη έχει καταστεί αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή με την ...
διαθήκη της αληθούς κυρίας αυτού μητέρας της, την οποία αποδέχθηκε με την ... πράξη αποδοχής αυτής), με την επίκληση συνεχών μεταβιβαστικών νομίμως μεταγραμμένων συμβολαιογραφικών πράξεων των αμέσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της, αληθών κυρίων του επιδίκου, οι οποίοι το είχαν επίσης αποκτήσει με παράγωγο τρόπο (κληρονομιά με βάση την από 2.2.1948 ιδιόγραφη διαθήκη που δημοσιεύθηκε με το ...
πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Σπάρτης, αποδοχή της με την ... συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομιάς, αγορά με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) και ότι το δικαίωμα της κυριότητάς της έχει κριθεί αμετάκλητα, με την 307/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, η οποία απέρριψε έφεση των εναγομένων ομόρων ιδιοκτητών της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 16/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που είχε κάνει δεκτή την από 30.11.1996 αγωγή της (ενάγουσας) κατά τούτων, ενώ με την 32/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, το εν λόγω Δικαστήριο, είχε ήδη απορρίψει ως μη νόμιμη την από 16.12.1997 κύρια παρέμβαση, που είχε ασκήσει στην ίδια ως άνω δίκη ο ήδη αναιρεσείων Α' βάθμιος Ο.Τ.Α., αιτούμενος την αναγνώριση του ιδίου ως κυρίου, μεταξύ άλλων και του επίδικου εδαφικού τμήματος.
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε : α) ότι με την με αριθμό Οικ. Π- 1916/11.5.1989 απόφαση του Νομάρχη Λακωνίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ Δ/351/6.6.1989, εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως της Σπάρτης και δη η πολεοδομική μελέτη αναθεώρησης του σχεδίου αυτού, σύμφωνα με την οποία η δημοτική οδός Θερμοπυλών, όπως ονομάσθηκε η πρώην οδός Λεωνίδου, θα είχε πλάτος 20 μέτρων, και ότι κατά την προπαρασκευαστική φάση της τροποποίησης του ως άνω ρυμοτομικού σχεδίου το έτος 1988 η αναιρεσίβλητη αποδεχόμενη σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος για την άμεση εξυπηρέτηση των δημοτών του, του επέτρεψε να καταλάβει το επίδικο, προκειμένου να διανοίξει στοιχειωδώς την οδό Θερμοπυλών, να την ασφαλτοστρώσει σε πλάτος περίπου 3,5 μέτρων, καθώς και να κατασκευάσει το πεζοδρόμιο στη νότια πλευρά της (οδού), ήτοι προς την πλευρά του με αριθμό 45 οικοδομικού τετραγώνου, υπό τη σαφή όμως προϋπόθεση και έχοντας τις διαβεβαιώσεις των νομίμων εκπροσώπων του αναιρεσείοντος ότι θα δρομολογούνταν άμεσα οι νόμιμες διαδικασίες για την πλήρη αποζημίωσή της, γ) ότι πράγματι το επίδικο εδαφικό τμήμα εμβαδού 460,04τ.μ., είχε περιληφθεί ως τμήμα ρυμοτομούμενου ακινήτου, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, στην με αριθμό 1/2009 "πράξη αναλογισμού αποζημιώσεων για τη διάνοιξη της οδού Θερμοπυλών από την οδό Αγίου Νίκωνος έως την οδό Χαμαρέτου μεταξύ των οικοδομικών τετραγώνων 45 και 120 του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλης της Σπάρτης", που εγκρίθηκε με την 427/22.1.2009 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Λακωνίας και επικυρώθηκε με την 5507/21.10.2009 απόφαση του οικείου Νομάρχη που μεταγράφηκε νόμιμα, πλην όμως η σχετική διαδικασία απαλλοτριώσεως δεν ολοκληρώθηκε, καθόσον μετά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το ακίνητο αυτό με την 338/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, παρήλθε, χωρίς να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, η 18μηνη προθεσμία, που ορίζεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001, μετά δε την παρέλευση του δεκαοκτάμηνου, και της προθεσμίας της παράτασής της κατά ένα εισέτι έτος, με αίτηση της αναιρεσίβλητης, οπότε ήρθη αυτοδικαίως η ως άνω απαλλοτρίωση, με συνέπεια η αναιρεσίβλητη να διατηρεί το δικαίωμα κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο προσβάλλει ο αναιρεσείων Δήμος, καθώς εξακολουθεί να το κατέχει μετά την 1.10.2016, ενεργώντας παράνομα και παρά τη θέληση της αναιρεσείουσας.
Στη συνέχεια δε έκρινε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη διατηρεί το δικαίωμα κυριότητας στο επίδικο εδαφικό τμήμα, ο δε αναιρεσείων Δήμος Σπάρτης, ο οποίος εξακολουθεί να το κατέχει, μετά την 1.10.2016, ενεργεί παράνομα και παρά τη θέλησή της, προσβάλλοντας το δικαίωμα κυριότητάς της, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείσθηκε οριστικά η ενάγουσα με παράνομη πράξη από το συγκεκριμένο τμήμα της ιδιοκτησίας της και ότι η αυτούσια απόδοση του επιδίκου εδαφικού τμήματος έχει καταστεί αδύνατη, εξαιτίας του ότι ήδη η συγκεκριμένη οδός έχει ασφαλτοστρωθεί και πεζοδρομηθεί τιθέμενη πλέον σε μόνιμη και οριστική εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα του οδικού δικτύου της πόλεως της Σπάρτης, καταλήγοντας ότι υφίσταται υποχρέωση του αναιρεσείοντος Δήμου να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση αντίστοιχη με την αξία του επιδίκου εδαφικού τμήματος κατά τον κρίσιμο χρόνο, κατά παραδοχή της στηριζόμενης στο άρθρο 1097 ΑΚ, επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής της, ευθυνόμενος σε αποζημίωση της από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, δεδομένου ότι ο ίδιος μέσω των παραπάνω ενεργειών των αρμοδίων τεχνικών υπηρεσιών του, κατέστησε αδύνατη την αυτούσια απόδοση, ανεξάρτητα αν ενήργησε με καλή ή κακή πίστη .
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1097, που αφορούν στην ευθύνη του νομέα προς αποζημίωση του κυρίου πράγματος από επίδοση της αγωγής, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του αναφέρεται ότι για το επίδικο ακίνητο το οποίο είχε περιληφθεί ως τμήμα ρυμοτομούμενου ακινήτου, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, στην εγκριθείσα με τις νόμιμα μεταγραμμένες αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων 1/2009 "πράξη αναλογισμού αποζημιώσεων για τη διάνοιξη της οδού Θερμοπυλών από την οδό Αγίου Νίκωνος έως την οδό Χαμαρέτου μεταξύ των οικοδομικών τετραγώνων 45 και 120 του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου πόλης της Σπάρτης", η σχετική διαδικασία απαλλοτριώσεως δεν ολοκληρώθηκε, λόγω παρέλευσης της 18μηνης προθεσμίας που ορίζεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 11 του ν. 338/2016 μετά τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το ακίνητο αυτό, χωρίς να καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, καθώς και της, μετά την παρέλευση του δεκαοκτάμηνου προθεσμίας, της παράτασής της κατά ένα εισέτι έτος, με αίτηση της αναιρεσίβλητης, οπότε ήρθη αυτοδικαίως η ως άνω απαλλοτρίωση.
Επιπλέον, το Εφετείο ορθά έκρινε με αυτά που δέχθηκε, αποφαινόμενο εν τέλει ότι, εφόσον επήλθε αυτοδικαίως άρση της απαλλοτρίωσης η αναιρεσίβλητη διατηρεί το δικαίωμα κυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο προσβάλλει ο αναιρεσείων Δήμος που εξακολουθεί να το κατέχει μετά την 1.10.2016, ενεργώντας παράνομα και παρά τη θέληση της αναιρεσείουσας, την οποία έχει αποκλείσει οριστικά με παράνομη πράξη από το συγκεκριμένο τμήμα της ιδιοκτησίας της και ότι η αυτούσια απόδοση του επιδίκου εδαφικού τμήματος έχει καταστεί αδύνατη, εξαιτίας του ότι ήδη η συγκεκριμένη οδός έχει ασφαλτοστρωθεί και πεζοδρομηθεί, τιθέμενη πλέον σε μόνιμη και οριστική εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, αποτελώντας αναπόσπαστο τμήμα του οδικού δικτύου της πόλεως της Σπάρτης, καταλήγοντας ότι υφίσταται υποχρέωση του αναιρεσείοντος Δήμου να καταβάλλει στην αναιρεσίβλητη αποζημίωση, από την επίδοση της αγωγής, ίση με την αξία αυτού κατά τη διάταξη του 1097 ΑΚ, καθόσον ο ίδιος μέσω των παραπάνω ενεργειών των αρμοδίων τεχνικών υπηρεσιών του, κατέστησε αδύνατη την αυτούσια απόδοση, ανεξάρτητα αν ενήργησε με καλή ή κακή πίστη.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι εφόσον εξαιτίας των προαναφερομένων παρανόμων ενεργειών των αρμοδίων τεχνικών υπηρεσιών του αναιρεσείοντος Δήμου, κατέστη αδύνατη η αυτούσια απόδοση του επιδίκου ακίνητου στην αναιρεσίβλητη, η οποία εξακολουθεί να είναι κυρία τούτου, αυτός που συνεχίζει να το κατέχει παράνομα και παρά τη θέληση της, προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητάς της επί αυτού και ευθύνεται για την καταβολή αποζημιώσεως ίσης με την αξία του.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι δεύτερος και τρίτος (επικουρικός) πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται αντιστοίχως στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 1097 ΑΚ και στέρηση νόμιμης βάσης αυτής, με τις ειδικότερες ενδεικτικές αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση περί της ύπαρξης υπαιτιότητας του αναιρεσείοντος Δήμου αναφορικά με την απόδοση του πράγματος, έχοντας ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τη συνδρομή τυχόν υπαιτιότητας αυτού για τη μη απόδοση του πράγματος στην αναιρεσίβλητη, στην οποία (υπαιτιότητα)δεν αναφέρεται με τις παραδοχές της καθώς και ότι αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές διότι τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή τους για την οποία απαιτείται η ύπαρξη υπαιτιότητας του νομέα ακινήτου.
Περαιτέρω, όσον αφορά στους νομίμως προσβληθέντες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφερθέντες ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου ισχυρισμούς (ενστάσεις) του αναιρεσείοντος τους στηριζόμενους στο άρθρο 28 του ν. 1337/1983 και 281 του ΑΚ, με τους οποίους ο ίδιος υποστήριξε ότι η αναιρεσίβλητη του παραχώρησε άτυπα το επίδικο εδαφικό τμήμα προκειμένου να διανοιχθεί στοιχειωδώς δημοτική οδός και ότι από τότε που αποδόθηκε αυτό σε κοινή χρήση έχουν παρέλθει 28 έτη, χωρίς ποτέ αυτή να το διεκδικήσει, με συνέπεια η ως άνω οδός να έχει καταστεί κοινόχρηστη με τη βούληση και ανοχή της και να καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της, έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ ειδικές περιστάσεις, που να έχουν αιτιώδη σχέση με τη συμπεριφορά της ενάγουσας, ώστε να καθίσταται η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος της αδικαιολόγητη και καταχρηστική, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Ειδικότερα, σχετικά με το ζήτημα αυτό το Εφετείο απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς ως κατ'ουσίαν αβάσιμους διαλαμβάνοντας στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, αποδεικνύεται: α) ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε συνήνεσε ή ανέχθηκε να τεθεί το επίδικο εδαφικό τμήμα εκ του ανωτέρω μείζονος ακινήτου κυριότητάς της σε κοινή χρήση, χωρίς να εισπράξει την αντίστοιχα καθορισθησόμενη αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, αλλ' αντίθετα κατ' επανάληψη αιτήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες του εναγομένου να επισπεύσουν τη διαδικασία συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, όπως και το δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης αυτής ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, εκδηλώνοντας με αυτόν τον τρόπο την αδιάλειπτη και σταθερή βούλησή της για την καταβολή της αποζημίωσης της ιδιοκτησίας της, β) ότι η ίδια και μετά την άρνηση της απαλλοτριώσεως άσκησε άμεσα την ένδικη αγωγή για τη διεκδίκησή της και κατά συνέπεια ουδέποτε δημιούργησε στον εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της κατ' αυτου, έτσι ώστε η επιδίωξη ανατροπής της κατάστασης, που δημιουργήθηκε με τη μεταγενέστερη άσκησή του να συνεπάγεται επαχθείς για αυτόν επιπτώσεις και γ) ότι το ύψος της αποζημίωσης δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι είναι επαχθέστερη συνέπεια σε βάρος του εναγομένου, από τις επαχθείς συνέπειες, που προκλήθηκαν σε βάρος της ενάγουσας από την αυθαίρετη απαλλοτρίωση της επίδικης έκτασης του ακινήτου της, μετά την κατάληψη αυτής εκ μέρους του εναγομένου.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις του άρθρου 28 του ν. 1337/83 και 281 του ΑΚ, με τις οποίες ο αναιρεσείων υποστήριζε ότι η ενάγουσα του παραχώρησε άτυπα το επίδικο εδαφικό τμήμα προκειμένου να διανοιχθεί στοιχειωδώς δημοτική οδός και ότι από τότε που αποδόθηκε αυτό σε κοινή χρήση έχουν παρέλθει 28 έτη, χωρίς ποτέ αυτή να το διεκδικήσει, με συνέπεια η ως άνω οδός να έχει καταστεί κοινόχρηστη με τη βούληση και ανοχή της και να καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν τις προαναφερόμενες σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, οπότε είναι αβάσιμος ο πέμπτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενος ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου στις εν λόγω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Επιπροσθέτως, το Εφετείο εξέτασε τον δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ο ίδιος εξέθετε: " Ότι η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι το επίδικο τμήμα αποτελεί δημοτική οδό ήδη από το πρώτο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Σπάρτης κατά την ίδρυσή της το έτος 1834, δυνάμει του από 20.10.1834 ιδρυτικού βασιλικού διατάγματος και κατά συνέπεια προϋπήρχε ως δημόσιο κτήμα, το οποίο στη συνέχεια περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Σπάρτης, πριν από οποιαδήποτε ιδιωτική ιδιοκτησία στην περιοχή.
Ότι ειδικότερα οι κοινωφελείς χώροι είχαν παραμείνει στην ιδιοκτησία του Δημοσίου και κατ'επέκταση στην κυριότητα του εναγομένου, ο οποίος προχωρούσε σταδιακά στη διάνοιξη τους. Ότι η επίδικη οδός αποτυπώνεται σε όλα τα ισχύοντα κατά καιρούς σχέδια πόλης, από το αρχικό του 1834 και μετέπειτα .Ότι παρά την έκδοση αμετακλήτων αποφάσεων σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ενάγουσας, υπήρχε διαφοροποίηση μεταξύ των προγενεστέρων τίτλων των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, των τίτλων των όμορων ιδιοκτητών και των αρχικών ρυμοτομικών σχεδίων της πόλης της Σπάρτης, γεγονός που συνετέλεσε στην παραχώρηση σε κοινή χρήση του επίδικου τμήματος, καθώς και ότι η ενάγουσα γνωρίζοντας το πρόβλημα της ιδιοκτησίας της παραχώρησε το εδαφικό τμήμα σε κοινή χρήση, την οποία η ίδια και οι δικαιοπάροχοι της είχαν στερήσει από τον ίδιο (εναγόμενο)".
Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός (επιπρόσθετος λόγος καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της αναιρεσίβλητης) κρίθηκε από το Εφετείο ως "νέος", με τις παραδοχές, ότι αυτός δεν είχε προβληθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πλην όμως, παραδεκτά προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου αυτού Δικαστηρίου, με την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ για τη βραδεία προβολή του, ως δυνάμενος να αποδειχθεί ως προς την τυχόν ουσιαστική βασιμότητά του "παραχρήμα" από το σχετικό επικαλούμενο δημόσιο έγγραφο του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Σπάρτης, του έτους 1834 .
Στη συνέχεια το Εφετείο, προέβη, ως όφειλε, στην εξέταση του νόμιμου και ορισμένου του ως άνω πρόσθετου ισχυρισμού, με τον οποίο το αναιρεσείον επιχείρησε να θεμελιώσει ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, για απόδοση αυτούσιου του επίδικου ακινήτου της που απαλλοτριώθηκε για τη διάνοιξη της δημοτικής οδού Λεωνίδου, πρώην Θερμοπυλών, του αναιρεσείοντα Δήμου Σπάρτης, λόγω αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία καταβολής της καθοριζόμενης οριστικής αποζημίωσης και σε περίπτωση ανέφικτης αυτούσιας απόδοσης την καταβολή αποζημίωσης, αντιστοιχούσας στην αξία του.
Κατά την εξέταση δε του νόμιμου και ορισμένου του ισχυρισμού αυτού, με τον οποίο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων αμφισβήτησε συγχρόνως, για πρώτη φορά, την κυριότητα της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου, που έχει κριθεί καθ' ομολογίαν του ίδιου με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, υποστηρίζοντας ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημοτική οδό ήδη από το πρώτο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Σπάρτης κατά την ίδρυσή της το έτος 1834, δυνάμει του από 20.10.1834 ιδρυτικού βασιλικού διατάγματος και κατά συνέπεια προϋπήρχε ως δημόσιο κτήμα, το οποίο στη συνέχεια περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δήμου Σπάρτης, πριν από οποιαδήποτε ιδιωτική ιδιοκτησία στην περιοχή, το Εφετείο διέλαβε στις παραδοχές του τα ακόλουθα : 1) ότι εφόσον η απόδοση της ιδιότητας σε ένα ακίνητο του κοινοχρήστου πράγματος από το νόμο, όπως συμβαίνει με την επέκταση των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων και τον χαρακτηρισμό συγκεκριμένων ακινήτων ως κοινοχρήστων οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης, στην περίπτωση αυτή, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας των εν λόγω ακινήτων αποκτάται μόνο μετά τη νομότυπη καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους, (ή την παρακατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) οπότε και εντεύθεν μόνο περιέρχονται τα ρυμοτομούμενα ακίνητα στην κοινή χρήση καθώς το ρυμοτομικό διάταγμα αποτελεί απλώς την κήρυξη της απαλλοτριώσεως των προβλεπομένων ως κοινοχρήστων χώρων και ως εκ τούτου δεν επέρχεται απώλεια της κυριότητας τρίτου πριν από την εν λόγω καταβολή 2) ότι ο αναιρεσείων δεν ανέφερε προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί δημοτική οδό ήδη από το πρώτο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Σπάρτης κατά την ίδρυσή της το έτος 1834, δυνάμει του από 20.10.1834 ιδρυτικού βασιλικού διατάγματος, ότι συντελέσθηκε απαλλοτρίωση τούτου με βάση το ρυμοτομικό αυτό σχέδιο και ολοκληρώθηκε με την καταβολή αποζημίωσης, ομολογώντας αντιθέτως, ότι ουδέποτε προηγήθηκε καταβολή τέτοιας αποζημίωσης.
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ως μη νόμιμο με την πρόσθετη αιτιολογία ότι ακόμη και στην περίπτωση που αναφερόταν στο ανωτέρω ρυμοτομικό σχέδιο του έτους 1834 το επίδικο εδαφικό τμήμα ως οδός της πόλης της Σπάρτης, αυτό θα αποτελούσε μόνο απόδειξη για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης και όχι απόδοση της ιδιότητας του κοινόχρηστου χώρου στο επίδικο, εφόσον μάλιστα ο αναιρεσείων συνομολογεί και την κυριότητα της ενάγουσας επ' αυτού.
Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, κατά την εκτίμησή τους, ο αναιρεσείων καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την απόρριψη του άνω πρόσθετου ισχυρισμού της προς στήριξη της ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, παραβίαση των αριθμών 19,8 και 11 γ αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αιτιώμενος ειδικότερα όσον αφορά:
ί) στην παραβίαση του αριθμού 19, ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες, στερώντας την από νόμιμη βάση, διέλαβε στις παραδοχές της ότι ο κοινόχρηστος χαρακτήρας αποδίδεται σε ρυμοτομούμενα ακίνητα, μόνο μετά τη νομότυπη καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους, (ή την παρακατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) οπότε και εντεύθεν μόνο περιέρχονται τα ρυμοτομούμενα ακίνητα στην κοινή χρήση καθόσον το ρυμοτομικό διάταγμα αποτελεί απλώς την κήρυξη της απαλλοτριώσεως των προβλεπομένων ως κοινοχρήστων χώρων και ως εκ τούτου δεν επέρχεται απώλεια της κυριότητας τρίτου πριν από την εν λόγω καταβολή πλην όμως, κατά τον αναιρεσίοντα, δεν προκύπτει από τις ίδιες παραδοχές της "...αν τελικώς το Δικαστήριο δέχεται ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται στο Ρυμοτομικό σχέδιο του έτους 1834 και σε όλα τα επόμενα εφεξής, αλλά ούτε αν το Δικαστήριο εξέτασε και μετά λόγου γνώσεως αρνήθηκε τον αρχικό δημόσιο χαρακτήρα της έκτασης που αργότερα περιήλθε με το Βασιλικό Διάταγμα του 1834 στο νεοσύστατο Δήμο Σπάρτης...", ii) στην παραβίαση του αριθμού 8, ότι το Εφετείο, παρέλειψε να λάβει υπόψη του τον προταθέντα ως άνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε κοινόχρηστη οδό περιλαμβανόμενη στο πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Σπάρτης του 1834 και σε όλα τα υπόλοιπα ρυμοτομικά σχέδια της πόλης έκτοτε και συνεπώς τούτο "...κατέστη δημοτική κοινόχρηστη οδός με νομοθετική παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει του από 20.10.1834 Ιδρυτικού Βασιλικού Διατάγματος, και iii) στην παραβίαση του αριθμού 11γ, ότι το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου κατά τη μόρφωση της κρίσης του παρέλειψε να λάβει υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ίδιου ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο είχε καταστεί δημοτική κοινόχρηστη οδός δυνάμει του από 20.10.1834 Ιδρυτικού Βασιλικού Διατάγματος, και δεν εξέτασε αν πράγματι τούτο περιλαμβανόταν στο προσκομισθέν και επικληθέν ρυμοτομικό σχέδιο του έτους 1834.
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, εφόσον το Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω ισχυρισμό ως μη νόμιμο, είναι απαράδεκτοι, διότι, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην οικεία μείζονα σκέψη, ο λόγος αναίρεσης από αριθμό 19 λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως όχι δε όταν απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, απαράδεκτη κλπ, ήτοι για τυπικό λόγο, o δε λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση που ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, ενώ ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεν στοιχειοθετείται, καθόσον το δικαστήριο δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας του ισχυρισμού στον οποίο αναφέρεται μη λήψη υπόψη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου, αλλά τον απέρριψε ως μη νόμιμο.
Απαράδεκτος είναι πρωτίστως και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του ως άνω άρθρου 28 του Ν. 1337/1983, και συγκεκριμένα των διατάξεων αυτού, σύμφωνα με τις οποίες οι ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι, που ανήκουν στο Δήμο ή Κοινότητα, για τους οποίους δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, αιτιώμενος ότι, αν τις ερμήνευε και τις εφάρμοσε ορθά, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι, εφόσον στο ως άνω ρυμοτομικό σχέδιο του έτους 1834 το επίδικο εδαφικό τμήμα εμφανίζεται ως οδός της πόλεως Σπάρτης, η οδός αυτή έχει καταστεί ήδη από το 1834 κοινόχρηστη, λόγω ρυμοτομίας και ως εκ τούτου ο Δήμος δεν ενέχεται σε αποζημίωση.
Τούτο δε διότι ο λόγος αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, έγινε δεκτό ότι πράγματι στο ως άνω ρυμοτομικό σχέδιο του έτους 1834 το επίδικο εδαφικό τμήμα εμφανίζεται ως δημοτική οδός, ενώ, κατά τα προαναφερόμενα, ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, ελεγχόμενος μόνο στα πλαίσια επιπρόσθετου λόγου καταχρηστικής ασκήσεως του επίδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης για την αναγνώριση της κυριότητάς της επί αυτού και την απόδοσή του στην ίδια και επικουρικά, σε περίπτωση αδυναμίας της αυτούσιας απόδοσής του στην καταβολή αποζημίωσης ίσης με την αξία του, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος, κατά τα προαναφερόμενα, χωρίς το Δικαστήριο να εισέλθει στον έλεγχο της ουσιαστικής του βασιμότητας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094, 1096-1110, 1099, 249. 937 ΑΚ προκύπτει ότι οι αξιώσεις των άρθρων 1096-1110 ΑΚ, μεταξύ των οποίων και η αξίωση για αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του χειροτέρευσε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο λόγο, υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και, μόνον κατ'εξαίρεση, η από το άρθρο 1099 αξίωση για αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.
Κατά δε το άρθρο 91 του ν.δ. 321/17.8.1969 "Περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού" (το οποίο ν.δ. αντικαταστάθηκε με το ν. 2362/1995), ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής κατά δε το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η επιδίωξή της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η αξίωση του κυρίου για αποζημίωση, λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος, γεννιέται από τότε που βεβαιώνεται στην απόφαση του δικαστηρίου επί σχετικής αγωγής ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου πράγματος (ΑΠ 1388/2018,ΑΠ 1927/2014, ΑΠ 1732/2014, ΑΠ 1435/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένσταση παραγραφής που πρόβαλε ο αναιρεσείων Δήμος με τις πρωτόδικες προτάσεις του και με λόγο έφεσης προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός "... περί του ότι η αξίωση της ενάγουσας για καταβολή αποζημίωσης έχει υποπέσει σε παραγραφή, καθώς από το έτος 1988, οπότε το διεκδικούμενο από την ενάγουσα εδαφικό τμήμα κατέστη κοινόχρηστο, διότι η ενάγουσα του παραχώρησε οικειοθελώς την εν λόγω έκταση, έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον των είκοσι ετών, και, συνεπώς, η αδυναμία απόδοσης του πράγματος έχει ήδη συντελεστεί από το εν λόγω έτος.
Ο ισχυρισμός αυτός, με τον οποίο επιχειρείται η θεμελίωση ένστασης παραγραφής, κατ'άρθρο 271 ΑΚ, είναι μη νόμιμος και, επομένως, απορριπτέος, διότι... η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος, όπως η ένδικη αξίωση της ενάγουσας, αρχίζει από τότε, που βεβαιώνεται με την απόφαση ότι είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου ακινήτου, οπότε και γεννιέται η σχετική αξίωση, η αδυναμία δε αυτούσιας απόδοσης του επιδίκου ακινήτου της ενάγουσας θα βεβαιωθεί, εφόσον αυτή γίνει δεκτή κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, σύμφωνα με το σχετικό προβαλλόμενο πρώτο λόγο έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την απόρριψη ως ουσιαστικά αβασίμων των ενστάσεων του εναγομένου εκ του ότι το επίδικο έχει καταστεί κοινόχρηστο κατ'εφαρμογή του άρθρου 28 του ν. 1337/83 και εκ του άρθρου 281 ΑΚ με τη μορφή της exception doli generalis.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ομοίως τον παραπάνω ισχυρισμό, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι'αυτό και ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την πιο πάνω ένσταση παραγραφής τοϋαναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος, ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 937, 249, 271 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 91 του Ν.Δ.321 της 17/18.10.1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1094,1096-1100, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού της συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον κατά τις πιο πάνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας προς απόδοση του πράγματος, όπως η ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης, αρχίζει από τότε που βεβαιώνεται με την απόφαση ότι είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοση του διεκδικούμενου ακινήτου, οπότε και γεννιέται η σχετική αξίωση.
Η αδυναμία αυτούσιας απόδοσης του επιδίκου ακινήτου βεβαιώνεται από το Εφετείο, με την έκδοση της δημοσιευθείσας στις 25.9.2019 προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, στα πλαίσια του σχετικού προβαλλόμενου πρώτου λόγου έφεσης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την απόρριψη από αυτό ως ουσιαστικά αβασίμων των ενστάσεων του εναγομένου περί του ότι το επίδικο έχει καταστεί κοινόχρηστο κατ'εφαρμογή του άρθρου 28 του ν. 1337/83 και εκ του άρθρου 281 ΑΚ με τη μορφή της exception doli generalise.
Συνεπώς είναι αβάσιμος ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων καταλογίζει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 937, 249, 271 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 91 του Ν.Δ.321 της 17/18.10.1969 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 1094, 1096-1100, αιτιώμενος ότι η αξίωση αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης, εξαιτίας της αδυναμίας αποδόσεως σε αυτήν αυτούσιου του επιδίκου ακινήτου, έχει υποπέσει σε παραγραφή, διότι από το έτος 1988, οπότε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του παραδόθηκε τούτο από την αναιρεσίβλητη και οι αρμόδιοι υπάλληλοι του προέβησαν άμεσα στη διάνοιξη της οδού Θερμοπυλών και την κατασκευή πεζοδρομίου, μέχρι 20.11.2016, οπότε του επιδόθηκε η ένδικη αγωγή της έχει παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον της εικοσαετίας, Τούτο δε διότι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση της ένδικης αξίωσης αποζημιώσεως της αναιρεσίβλητης αποτελεί η βεβαίωση ότι είναι αδύνατη η αυτούσια απόδοση του επίδικου ακινήτου σε αυτήν, οι ως άνω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος στηρίζονται στις εσφαλμένες προϋποθέσεις ότι ο χρόνος παραγραφής της επίδικης αξιώσεως της αναιρεσίβλητης αρχίζει από το έτος 1988, οπότε του παραδόθηκε από αυτήν το επίδικο εδαφικό τμήμα και έγιναν οι προαναφερόμενες εργασίες κατασκευής της οδού Θερμοπυλών και της πεζοδρόμησης καθώς και ότι έκτοτε τούτο κατέστη κοινόχρηστο, ζήτημα που δεν έγινε δεκτό με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι, κατά τα εκτεθέντα στην οικεία μείζονα σκέψη, αλλά αντίθετα με αυτές έγινε δεκτό ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα, λόγω της μη καταβολής αποζημιώσεως και της εξ αυτού του λόγου μη ολοκληρώσεως της διαδικασίας απαλλοτριώσεώς του στον νόμιμο χρόνο, ουδέποτε κατέστη κοινόχρηστο.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).
Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1275/2018, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Στην παρούσα περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με τον λόγο αυτό, κατά την εκτίμησή του, αιτιάται ο αναιρεσείων, ότι το Εφετείο που απέρριψε τόσο τις ενστάσεις καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής της αναιρεσίβλητης (άρθρο 281 σε συνδυασμό και με το άρθρο 28 Ν. 1337/1983), όσο και τον ως άνω επιπρόσθετο λόγο καταχρηστικής ασκήσεως με τις προαναφερόμενες παραδοχές του "δεν διαλαμβάνει ρητώς συγκεκριμένες διατάξεις", τις οποίες εφάρμοσε, αντιθέτως, όπως υποστηρίζει, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο "φέρεται" ότι αυτό εφάρμοσε "εσφαλμένα" τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 και 4 εδ.
γ' του Συντάγματος, το άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α' και δ' του Ν. 2882/2001, και τούτο διότι τα ως άνω νομοθετήματα δεν ήταν σε ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης του Ρυμοτομικού Σχεδίου της πόλης της Σπάρτης το έτος 1834, "προεχόντως" δε διότι το δικαστήριο όφειλε να εφαρμόσει και να "υπαγάγει" την ένδικη περίπτωση στο ως άνω από 20.10.1834 Ιδρυτικό Βασιλικό Διάταγμα, με το οποίο, σύμφωνα με τις αιτιάσεις του ίδιου, το επίδικο εδαφικό τμήμα κατέστη κοινόχρηστη οδός, ήτοι δημόσιο κτήμα, περιερχόμενο στην ιδιοκτησία του (Δήμου Σπάρτης) πριν από οποιαδήποτε ιδιωτική ιδιοκτησία στην περιοχή.
Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο όφειλε να εφαρμόσει τις διατάξεις: Α) της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και τα από 3.2.1830, 4.6.1830, 19.6.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου, με τα οποία αναγνωρίσθηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας και με τις ρυθμίσεις τους το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε ως διάδοχος στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί των δημοσίων γαιών που ανήκαν στο Οθωμανικό Κράτος, αλλά και εκείνων των γαιών που απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, Β) τις έχουσες εφαρμογή, κατ' άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, για τον προ της ενάρξεως ισχύος του Α.Κ.
χρόνο, διατάξεις του ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν 9 παρ. 1 Πανδ. (50, 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3), ν.76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν.7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912, τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837, "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22-4/18-5-1926" περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 α.ν. 1539/1938 και 58 παρ. 1 ΝΔ 86/69, σύμφωνα με τις οποίες ήταν δυνατή η έκτακτη χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων μόνο με άσκηση τριακονταετούς νομής σε αυτά με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, εφόσον όμως η νομή αυτή είχε συμπληρωθεί μέχρι 11.9.1915, διαφορετικά, το Ελληνικό Δημόσιο είχε τη νομή των δημοσίων κτημάτων έστω και αν δεν ενεργούσε πράξεις νομής, απαγορευομένης, με τα ως άνω νομοθετήματα, οποιασδήποτε παραγραφής των δικαιωμάτων του και η κτήση κυριότητας τρίτων με χρησικτησία επί αυτών.
Σύμφωνα δε με τον αναιρεσείοντα Ο.Τ.Α., αν το Εφετείο εφάρμοζε τις ως άνω διατάξεις, θα οδηγούνταν στο ορθό συμπέρασμα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται σε ευρύτερη έκταση, η οποία αποτελούσε ανέκαθεν δημόσιο κτήμα ανήκουσα στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο την μεταβίβασε στον ίδιο, αποτελούσα δημοτική οδό ήδη από το έτος 1834, την κυριότητα της οποίας δεν είχε τη δυνατότητα να αποκτήσει η αναιρεσίβλητη με χρησικτησία.
Ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναιρέσεως, ως προς το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου όφειλε να εφαρμόσει τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, οι οποίες, σημειωτέον, αφορούν την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος, είναι πρωτίστως απαράδεκτος, διότι σε αυτόν δεν γίνεται μνεία ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός περί του ότι η επίδικη οδός ανήκουσα προηγουμένως στο Οθωμανικό Δημόσιο, περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο αυτού με βάση την συνθήκη της Κωνσταντινούπολης και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, δυνάμει δικαιώματος πολέμου, ως γαία η οποία κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830 είτε εγκαταλείφθηκε από τους απελθόντες στο εξωτερικό οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκε από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, επί πλέον δε από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της έφεσης και των προτάσεων του αναιρεσείοντος ως εκκαλούντος ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από αυτόν με λόγο εφέσεως, αλλά, κατά παράβαση των προεκτιθέμενων διατάξεων του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προβάλλεται κατά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Ο ίδιος λόγος ως προς το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του συγκεκριμένες διατάξεις, τις οποίες εφάρμοσε και με βάση αυτές απέρριψε τις ενστάσεις καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής της αναιρεσίβλητης (άρθρο 281 σε συνδυασμό και με το άρθρο 28 Ν. 1337/1983), και τον ως άνω επιπρόσθετο λόγο καταχρηστικής ασκήσεως, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, στη μείζονα σκέψη της αναφέρθηκε στις εφαρμοζόμενες στην προκειμένη υπόθεση διατάξεις των άρθρων 369, 966, 967, 968, 1033 και 1192 παρ. 1 ΑΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΠΔ της 25/28.11.1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση οδών", του άρθρου 4 του Ν. 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών", του άρθρου 2 παρ. 2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 1577/1985), του άρθρου 20 παρ. 1 και 3 του ΝΔ της 17.7./16.8.1923 περί σχεδίων πόλεων, του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 για την "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη και σχετικές ρυθμίσεις" και του άρθρου 281 ΑΚ, που αφορούν την ιδιότητα ως εκτός συναλλαγής πραγμάτων των οδών αδιακρίτως, τη διαδικασία του χαρακτηρισμού της οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, η οποία δεν καθορίζεται με ειδική προβλεπόμενη διοικητική διαδικασία, αλλά επί του ζητήματος αυτού αποφαίνονται τα πολιτικά δικαστήρια, τον τρόπο με τον οποίο οι δημοτικές και κοινοτικές οδοί και πλατείες αποκτούν την ιδιότητα κοινοχρήστου πράγματος, την απαγόρευση δημιουργίας κοινόχρηστων χώρων με ιδιωτική βούληση, με εξαίρεση εκείνους που δημιουργήθηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού, ήτοι από 1.3.1924,όπως καθορίσθηκε από το ΒΔ της 4/16.1.1924.
Τέλος, ο λόγος αυτός, ως προς το σκέλος με τον οποίο υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 και 4 εδ. γ' του Συντάγματος και του άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α' και δ' του Ν. 2882/2001, με την αιτίαση ότι τα ως άνω νομοθετήματα δεν ήταν σε ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύνταξης του Ρυμοτομικού Σχεδίου της πόλης της Σπάρτης το έτος 1834, είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν καθορίζει, όπως έπρεπε για την ίδρυση του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκαν και παραβιάσθηκαν από το Εφετείο, αλλά, σε συνέχεια της ως άνω αβάσιμης αιτίασής του ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρονται οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, με βάση τις οποίες το Εφετείο οδηγήθηκε στην απόρριψη των προαναφερόμενων ενστάσεών του, αποδίδει στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων ουσιαστικού νόμου, οι οποίες, κατά την άποψή του "φέρεται" ότι εφαρμόσθηκαν από αυτό.
Με τον έκτο και τελευταίο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1, 9 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με τον λόγο αυτό, κατά την εκτίμησή του, κατά το πρώτο, δεύτερο τρίτο και τέταρτο μέρος του υπό τις ενδείξεις (6.1, 6.2, 6.3. και 6.4.) ο αναιρεσείων καταλογίζει στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου ότι παραβίασε:
α) τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 369, 968, 972, 1076, 1134, 1169 εδ. 1 και 1097 ΑΚ, με την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, από τις οποίες προκύπτει ότι η απώλεια της κυριότητας επέρχεται δια παραλείψεως (εγκαταλείψεως) με το σκοπό το πράγμα να καταστεί αδέσποτο ή κοινόχρηστο και ότι για την παραίτηση αυτή απαιτείται, όπως και για την παραίτηση από οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου μονομερής δήλωση του κυρίου δια νομίμως μεταγραμμένου συμβολαιογραφικού εγγράφου περί παραιτήσεως, β) τις διατάξεις των άρθρων 511, 520, 522, 536 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, γ) ότι στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση και δ) ότι επιδίκασε περισσότερα του αιτηθέντος.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων, με τον λόγο αυτό αναίρεσης αναφέρεται στο επικουρικό αίτημα της διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσίβλητης, περί καταβολής αποζημιώσεως σε αυτήν από τον αναιρεσείοντα σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης του επιδίκου ακινήτου κυριότητάς της με το οποίο η ίδια αιτήθηκε, την ταυτόχρονη δήλωση παραίτησής της από το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητάς της ενώπιον συμβολαιογράφου με μεταγραφή, αίτημα που απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ήτοι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σπάρτης ως απαράδεκτο, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης.
Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων, παρέλειψε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, όπως όφειλε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο στα πλαίσια του παραδεκτού και νομίμου της αγωγής και χωρίς την προβολή ανάλογου λόγου εφέσεως, την, κατά την άποψη του ίδιου, εσφαλμένη ως άνω κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ήτοι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, όσον αφορά στο σκέλος του επικουρικού αιτήματος της αγωγής της αναιρεσίβλητης, περί δήλωσης παραίτησης από το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητάς της ενώπιον συμβολαιογράφου με μεταγραφή, ενώ έπρεπε να μην αρκεσθεί μόνο στη διαπίστωση αδυναμίας απόδοσης αυτούσιου του επίδικου ακινήτου, αλλά, δεχόμενο αυτεπαγγέλτως, ότι το συγκεκριμένο αίτημα είναι παραδεκτό και νόμιμο, να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση και να δεχθεί ότι, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου η καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδυναμίας αποδόσεως αυτούσιου πράγματος, κατά το άρθρο 1097, προϋποθέτει επίκληση νόμιμου τρόπου παραίτησης από το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, με την παράλειψή του δε αυτή στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και επιδίκασε περισσότερα του αιτηθέντος με την αγωγή της αναιρεσίβλητης, εφόσον επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, δεχόμενο την καταβολή αποζημιώσεως σε αυτήν, χωρίς να την υποχρεώσει σε ταυτόχρονη μεταγεγραμένη συμβολαιογραφική πράξη παραίτησής της από την κυριότητά της επί του επιδίκου ακινήτου, του οποίου η αυτούσια απόδοση κρίθηκε αδύνατη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθόλα τα μέρη του, πρωτίστως διότι σε αυτόν δεν γίνεται μνεία ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, περί του ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το αίτημα της αγωγής περί ταυτόχρονης, κατά την καταβολή της αποζημιώσεως στην αναιρεσίβλητη, λόγω αδυναμίας αποδόσεως σε αυτήν αυτούσιου του επίδικου ακινήτου, δηλώσεως παραιτήσεώς της από το δικαίωμα κυριότητάς της με μεταγραμμένη συμβολαιογραφική πράξη, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Επί πλέον δε εφόσον και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της έφεσης και των προτάσεων του αναιρεσείοντος ως εκκαλούντος ενώπιον του Εφετείου προκύπτει ότι δεν προβλήθηκε με λόγο εφέσεως τέτοιος ισχυρισμός, έστω και αν αυτός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, κατά παράβαση των προεκτιθέμενων διατάξεων του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, προβάλλεται κατά το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος είναι απαράδεκτος κατά το δεύτερο μέρος του και διότι δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβιάσεις κανόνων δικονομικού δικαίου, στους οποίους υπάγονται οι κανόνες που ρυθμίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας (ΑΠ 383/2021, ΑΠ 1556/2018, ΑΠ 1001/2018, ΑΠ 112/2016), όπως προδήλως είναι οι πληττόμενες διατάξεις των άρθρων 511, 520, 522, 536 ΚΠολΔ, που καθορίζουν ποιες αποφάσεις μπορούν να προσβληθούν με έφεση, το περιεχόμενο του δικογράφου της εφέσεως, τον τρόπο μεταβίβασης της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως και την μορφή της ένδικης προστασίας του εκκαλούντος με την έλλειψη δυνατότητας έκδοσης από το δευτεροβάθμιο επιβλαβέστερης απόφασης για τον ίδιο, όταν ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει έφεση ή αντέφεση, εκτός αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης εξετάσει την υπόθεση κατ'ουσίαν.
Επίσης ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αυτή παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, είναι και αβάσιμος, διότι ο αναιρεσείων αξίωσε και έτυχε δικαστικής προστασίας και δεν αποστερήθηκε το ουσιαστικό δικαίωμα της επανεξετάσεως της υποθέσεως του από το ανώτερο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο συγκροτούμενο κατά νόμο από δικαστές με μείζονα δικαστική εμπειρία, ορθά ερμηνεύσε και εφάρμοσε τις ως άνω πληττόμενεs διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που ρυθμίζουν αφενός μεν τις προϋποθέσεις καταβολής αποζημιώσεως στον κύριο ακινήτου του οποίου η αυτούσια απόδοση έχει καταστεί αδύνατη, και τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες οι δημοτικές και κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος από το νόμο, όπως συμβαίνει με την επέκταση των ρυμοτομικών σχεδίων πόλεων και τον χαρακτηρισμό συγκεκριμένων ακινήτων ως κοινοχρήστων οδών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλης, οπότε τα ρυμοτομούμενα ακίνητα περιέρχονται στην κοινή χρήση μόνο μετά τη νομότυπη καταβολή του δικαστικώς καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης στους δικαιούχους, (ή την παρακατάθεσή τους στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) καθώς το ρυμοτομικό διάταγμα αποτελεί απλώς την κήρυξη της απαλλοτριώσεως των προβλεπομένων ως κοινοχρήστων χώρων και ως εκ τούτου δεν επέρχεται απώλεια της κυριότητας τρίτου πριν από την εν λόγω καταβολή, αφετέρου δε τις προϋποθέσεις καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η από 8.1.2020 αίτηση και οι από 24.12.2020 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 330/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος Σπάρτης, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006 (Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.1.2020 αίτηση και τους από 24.12.2020 πρόσθετους λόγους του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' Βαθμού με την επωνυμία "Δήμος Σπάρτης" για αναίρεση της 330/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ