Supreme Court allows appeal against second instance judgment for lack of reasoning and excess of power.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment regarding the defendants' request for a stay of proceedings and discontinuance of the trial. The defendants argued that the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting their claims based on the defense counsel's absence and the statute of limitations. The court found the lower court's reasoning insufficient as it relied solely on the timing of the acts rather than addressing the validity of the counsel's impediment, constituting a lack of full and reasoned justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462, 464, 466, 474, 510 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine appeals substantively and reject judgments that lack specific reasoning for procedural decisions or exceed their authority by failing to address relevant arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1728 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1728/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου- Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αριστέας Θεοδόση (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Δ. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 2) Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σκούτα, για αναίρεση της υπ' αριθ. 400/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Β. του Ε., κάτοικο ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την ως άνω απόφαση του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 8350/29-7- 2019 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1174/2019.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα για τον πρώτο λόγο αυτής, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εφαρμοσθησομένου του επιεικέστερου νόμου, να απαλειφθεί η διάταξη περί επιβολής στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων επί τρία (3) έτη σε κάθε αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. 8350/2019 από 29-7-2019 αίτηση των Δ. Μ. του Ν. κατοίκου ... και Ε. Γ. του Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 400/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3,εδ.α ΚΠΔ, βιβλίο, στις 8-7- 2019, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με κοινή δήλωση των αναιρεσειόντων, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, δηλαδή, από πρόσωπα που είχαν το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, ενώ περιλαμβάνει ως λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, την υπέρβαση εξουσίας, την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων. Επομένως, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462§1, 464, 466 και 474§§1 και 4 και 51 0§1 στοιχ.Α, Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ και κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, παρά την απουσία του πολιτικώς ενάγοντος, Α. Β. του Ε., ο οποίος δεν εμφανίσθηκε, καίτοι κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παρασταθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο (όπως προκύπτει από το από 27-8-2019 αποδεικτικό επίδοσης του Αρχιφύλακα AT ..., Φ. Α.) και ενόψει της εμφάνισης των αναιρεσειόντων η συζήτηση θα γίνει ωσάν να ήταν παρών και ο πολιτικώς ενάγων (άρθρα 513 § 1 β* και 515 §§1 και 2 α' ΚΠΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 590§1 του νέου ΚΠΔ (Ν.4620/2019), υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος ΚΠΔ, οι δε πράξεις που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους.
Επίσης, κατά το άρθρο 589§3 του ίδιου ως άνω νέου ΚΠΔ, αποφάσεις και βουλεύματα που εκδόθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος κώδικα υπόκεινται στα ένδικα μέσα και στις διατυπώσεις άσκησής τους που προέβλεπε ο καταργούμενος ΚΠΔ και εκδικάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κώδικα. Από τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, κατά το οποίον ο νόμος ορίζει για το μέλλον και δεν έχει αναδρομική ισχύ, συνάγεται η γενική δικαιϊκή αρχή, ότι οι δικονομικοί νόμοι, που αποσκοπούν στην ορθή απονομή του δικαίου, έχουν αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις (μόνο) ως προς το ατέλεστο μέρος τους, εκτός αν αυτοί ορίζουν διαφορετικά.
Έτσι, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σ' αυτόν, ο νέος δικονομικός νόμος διέπει το διαδικαστικό μέρος της ποινικής δίκης, που συντελείται μετά τη θέσπισή του και όχι και τις διαδικαστικές πράξεις που είχαν ήδη συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, οι οποίες διατηρούν το κύρος τους. Από αυτά παρέπεται ότι το επιτρεπτό του ενδίκου μέσου και οι σχετικές πλημμέλειες της απόφασης ή του βουλεύματος, για τις οποίες παρέχεται η άσκησή του, κρίνονται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης ή έκδοσης του βουλεύματος, το δε παραδεκτό του ενδίκου μέσου, δηλαδή, η συνδρομή των όρων νομότυπης και εμπρόθεσμης άσκησής του, κρίνεται με βάση τον νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο άσκησης αυτού.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 §§1,2,3 και 4 του ισχύοντος μέχρι 1-7-2019 ΚΠΔ, (όπως ίσχυε μετά τις τροποποιήσεις με τα άρθρα 20§1 του Ν.3904/2010, 33§5 του Ν. 4055/2012 και 93§4 του Ν.4139/2013), η οποία εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα προαναφερόμενα, λόγω του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (19-6- 2019) "1.
Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 2. Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορο του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας.
Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. 3. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή. 4.
Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τους ως άνω όρους. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις φορές. Κατά τη διακοπή της συνεδρίασης ο πρόεδρος κατανέμει τις μη εκδικασθείσες υποθέσεις του πινακίου στις επόμενες μετά τη διακοπή συνεδριάσεις".
Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, είτε αντικειμενικό, είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και σύνεσης, ενώ ως ανυπέρβλητο κώλυμα θεωρείται εκείνο που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου και δεν μπόρεσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανέναν τρόπο.
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει υποχρέωση, πριν διατάξει την αναβολή, να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης και να αιτιολογήσει συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή, όταν αποφασίζει για την αναβολή και πριν διατάξει αυτήν και όχι όταν αποφαίνεται για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, εκτός αν υποβληθεί ξεχωριστό αυτοτελές αίτημα για διακοπή της δίκης σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος αναβολής της δίκης.
Εξάλλου, η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, της οποίας η έλλειψη στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ"του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή στην καταδικαστική ή την απαλλακτική απόφαση, αλλά σε όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους εναπόκειται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου που τις εξέδωσε.
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αίτημα αναβολής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή για λόγο ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, παρότι η παραδοχή ή η απόρριψη της σχετικής αίτησης έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου.
Τούτων παρέπεται ότι η ως άνω απόφαση πρέπει να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της: α) τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη και αξιολόγησε το Δικαστήριο, για να διαμορφώσει τη σχετική (απορριπτική) κρίση του, β) τα πραγματικά περιστατικά και στοιχεία που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία θεμελιώθηκε η αβασιμότητα του αιτήματος αναβολής, γ) τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι ο προβαλλόμενος λόγος δεν αποτελεί νόμιμο και βάσιμο λόγο αναβολής της δίκης (σοβαρή ασθένεια ή γεγονός ανώτερης βίας του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του) και δ) ότι ο προβαλλόμενος λόγος αναβολής δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί με διακοπή της δίκης.
Πάντως η ως άνω αιτιολογία απαιτείται για την παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτημα του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, διότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα.
Διαφορετικά, ιδρύεται ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, για ελλιπή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ αν το Δικαστήριο μετά την απόρριψη του αιτήματος προχωρήσει στην έρευνα της υπόθεσης και είτε απορρίψει την έφεση του νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ως ανυποστήρικτη, είτε κηρύξει αυτόν ένοχο, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ.
Θ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης με την μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της κατ' έφεση δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε από το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, δικάζοντος ως δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι απορρίφθηκε αίτημα των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων για αναβολή της δίκης, κατά τη διάταξη του άρθρου 349 ΚΠΔ, λόγω αδυναμίας του συνηγόρου τους, δικηγόρου Αθηνών, Γεωργίου Σκούτα, να παρασταθεί και να τους εκπροσωπήσει.
Ειδικότερα, κατά την έναρξη της συνεδρίασης της 18-6-2019 εμφανίστηκαν στο ακροατήριο του ως άνω Δικαστηρίου οι ανωτέρω κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες και αφού δήλωσαν ότι έχουν διορίσει συνήγορο για να τους υπερασπιστεί τον προαναφερόμενο δικηγόρο Αθηνών, υπέβαλαν αίτημα αναβολής της δίκης, λόγω αδυναμίας αυτού εξαιτίας "ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων, συμφώνως με την από 13-6-2019 βεβαίωση την οποίαν προσεκόμισαν και ανεγνώσθη ενώπιον του Δικαστηρίου".
Ακολούθως, το Δικαστήριο, μετά από πρόταση του Εισαγγελέα, διέκοψε την εκδίκαση της υπόθεσης για την επόμενη ημέρα της 19- 6-2019, κατά την οποία οι ίδιοι ως άνω κατηγορούμενοι υπέβαλλαν εκ νέου αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης, "καθόσον ο συνήγορος τους αδυνατεί να παρασταθεί κατά τη σημερινή δικάσιμο, λόγω ανειλημμένων επαγγελματικών υποχρεώσεων, συμφώνως με τα από 19-6-2019 επισυναπτόμενα στη δικογραφία έγγραφα (έγγραφο αίτημα αναβολής, εξουσιοδοτήσεις, έκθεμα) τα οποία και ανεγνώσθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου".
Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο, μετά από σύμφωνη πρόταση του Εισαγγελέα, απέρριψε το αίτημα αναβολής ή διακοπής της δίκης, προχώρησε στην ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης και κήρυξε ένοχους τους αναιρεσείοντες για τις αξιόποινες πράξεις τον μεν πρώτο τούτων, της ψευδούς καταμή- νυσης, συκοφαντικής δυσφήμισης, ψευδορκίας και ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμιση, τη δε δεύτερη της ψευδορκίας και της συκοφαντικής δυσφήμισης και τους επέβαλε στον πρώτο συνολική ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών και έξι μηνών και στη δεύτερη συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και έξι (δ)μηνών, ανασταλείσες επί τριετία.
Η αιτιολογία της παραπάνω παρεμπίπτουσας απορριπτικής της αναβολής και της διακοπής της δίκης απόφασης, έχει, κατά λέξη, ως εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι γνωστοποίησαν στο Δικαστήριο ότι ο συνήγορος τους, δικηγόρος Αθηνών, Γεώργιος Σκούτας, αδυνατεί να προσέλθει και να τους υπερασπισθεί διότι είναι απασχολημένος σε δίκη που διεξάγεται ενώπιον του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προς υποστήριξη εφέσεως του εντολέα του Σ.
Β.. Από την επισκόπηση όμως του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι οι αποδιδόμενες στους εδώ κατηγορουμένους πράξεις έχουν χρόνο τελέσεως το Νοέμβριο 2011, με συνέπεια τον κίνδυνο παραγραφής. Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί το ως άνω υποβληθέν αίτημα αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης λόγω κωλύματος στο πρόσωπο του συνηγόρου υπερασπίσεως και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης".
Η αιτιολογία, όμως, αυτή δεν είναι η ειδική και εμπεριστατωμένη, που επιβάλλεται από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, αφού το ως άνω Δικαστήριο στήριξε την απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του αποκλειστικά στο χρόνο τέλεσης των αποδιδόμενων στους κατηγορούμενους αξιοποίνων πράξεων και στον κίνδυνο της παραγραφής αυτών, δηλαδή, σε στοιχεία άσχετα με το επικαλούμενο κώλυμα στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, χωρίς να εκτίθενται συνδυαστικά οι λόγοι για τους οποίους δεν κρίθηκε πειστική η βασιμότητα των στοιχείων που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και τα οποία λαμβάνοντας υπόψη το Δικαστήριο όφειλε, κατ' αξιολογική κρίση και εκτίμηση να ελέγξει τη βασιμότητα του ως άνω κωλύματος ή ότι αυτό ήταν προσχηματικό, δεδομένου ότι δεν μνημονεύεται στην απόφαση κάποιο αντίθετο στοιχείο, που να προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, το οποίο να στηρίζει την παραπάνω απορριπτική κρίση.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο με την ίδια ελλιπή αιτιολογία, απέρριψε και το αυτοτελές αίτημα διακοπής της δίκης, το οποίο υποβλήθηκε από τους κατηγορούμενους επικουρικά, με την επίκληση των ίδιων αποδεικτικών στοιχείων, αν και ήταν υποχρεωμένο μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής, το οποίο έκρινε ως ορισμένο, να απαντήσει και επί του αιτήματος διακοπής, το οποίο για τον προαναφερόμενο λόγο, ήταν επίσης ορισμένο.
Επομένως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί, από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' και Θ' του ΚΠΔ, λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη πλήρους και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για υπέρβαση εξουσίας, στην οποία υπέπεσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού απορρίπτοντας, κατά προαναφερόμενα, τα ως άνω αιτήματα, προχώρησε στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και κήρυξε ένοχους τους κατηγορούμενους, καταδικάζοντας αυτούς στις αναφερθείσες παραπάνω ποινές.
Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την απορριπτική των αιτημάτων αναβολής και διακοπής της δίκης διάταξή της και ακολούθως και ως προς τις καταδικαστικές για τους αναιρεσείοντες διατάξεις της και συνακόλουθα στο σύνολο της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 400/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Νοεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ