Supreme Court partially allows appeal regarding insufficient reasoning for rejecting a specific statutory mitigation circumstance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance criminal judgment for non-payment of public debts. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning for rejecting a statutory mitigation circumstance based on voluntary repayment efforts. The court found the reasoning for the main conviction sufficient but inadequate regarding this specific mitigation claim, necessitating a remand for a new trial on that point.
Legislator headnote
AI generatedArt. 34 para. 1 of Law 3220/2004; Art. 510 para. 1 item D of the Code of Criminal Procedure; Art. 519 of the Code of Criminal Procedure: An appeal is partially admissible when the lower court's reasoning regarding a specific statutory mitigation circumstance is insufficiently detailed to justify its rejection, requiring remand for a new trial on that issue.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1728 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1728/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου - Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Νικολακόπουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 7091/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. …13/30.4.2018 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 677/2018.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ. πρωτ. …13/30.4.2018 δήλωση της Μ. Α. του Β., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7091/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε την ήδη αναιρεσείουσα ένοχη - με το ελαφρυντικό της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ- για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο-, και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως τριάντα (30 ) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, ασκήθηκε παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 12.4.2018).Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί η βασιμότητα των λόγων της.
Κατά το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004, που αντικατέστησε το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του ν. 2523/1997 και όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 3 του ν. 3702/2011, η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.λ.π για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ κ.λ.π προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται, με ποινή φυλάκισης:
α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Η ίδια διάταξη τροποποιήθηκε εκ νέου με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011 και στη συνέχεια με το άρθρο 20 του ν. 4321/2015 ως εξής: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, β) τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ, ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων...". Τα ποσά των περιπτώσεων α και β της παρ. 1 του ως άνω άρθρου αναπροσαρμόστηκαν σε 100.000 και 200.000 ευρώ αντίστοιχα με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις η λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφου ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τέλεσής του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός εάν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου σκοπού περαιτέρω (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Το έγκλημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με βάση τη νομοτυπική του μορφή και ειδικότερα την υποκειμενική υπόστασή του, δεν υπάγεται στις τελευταίες περιπτώσεις (ΑΠ 1655/2016). Περαιτέρω, από τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις προκύπτει, ότι κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προαναφερθέντος εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση, για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, όπως επιβάλλεται κατά τα άνω, είναι: 1) η αρχή, που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφ' άπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, ενοποιημένου στον πίνακα, χρέους και 5) η μη πληρωμή του κατά τη λήξη του τετραμήνου από το χρόνο που αυτό έπρεπε να καταβληθεί, οπότε προσδιορίζεται έμμεσα και ο χρόνος τέλεσης της πράξης (ΑΠ 1513/2016).
Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη, δεδομένου ότι ο υπόχρεος οφειλέτης του Δημοσίου στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δημοσίων Εσόδων νόμιμα μέσα, όπως εξ άλλου δεν ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη και το κύρος ή μη της διοικητικής πράξεως με την οποία βεβαιώθηκαν τα χρέη.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Ε' ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης συνιστά η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το δικάσαν κατ' έφεση Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών με την υπ' αριθμ. 7091 /2017 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Σε βάρος της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", η οποία δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία εντύπων κάθε είδους, βεβαιώθηκαν από την Δ.Ο.Υ.
… διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου. Τα χρέη αυτά αναφέρονται στον υπ' αριθμ. …4/2011 πίνακα χρεών της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. ο οποίος επισυνάπτεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης και κατά το χρόνο σύνταξης του πίνακα, ανήρχοντο στο συνολικό ποσό του ενός εκατομμυρίου εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα ενός ευρώ και σαράντα λεπτών (1.125.931,40).
Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για δέκα συνολικά χρέη εκ των οποίων το πρώτο αφορά το οικονομικό έτος 2009 και βεβαιώθηκε στις 23-11-2009 και το δέκατο αφορά το οικονομικό έτος 2008, βεβαιώθηκε στις 14-1-2011 και ήταν καταβλητέο σε 2 εξαμηνιαίες δόσεις αντίστοιχων λήξεων στις 28-2-2011 και στις 31-3-2011. Η κατηγορουμένη εξάλλου, η οποία από τις 7-5-2003, είναι η μοναδική εταίρος, διαχειρίστρια και εκπρόσωπος της εν λόγω εταιρείας και συνεπώς, υπέχει ποινική ευθύνη για την περίπτωση της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο υπό τους όρους το άρθρου 25 παρ. 1 και 2 στοιχ.
β' εδάφ. δεύτερο του ν. 1882/1990, καθυστέρησε υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά της, να καταβάλει τα προαναφερόμενα βεβαιωμένα χρέη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών.
Συνεπώς, αυτή τέλεσε την 1-8-2011, το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται, δηλαδή μόλις συμπληρώθηκε το προαναφερόμενο τετράμηνο της καθυστέρησης καταβολής από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο και το τελευταίο επί μέρους χρέος του παραπάνω πίνακα. Πολύ αργότερα και δη, το έτος 2013, η κατηγορουμένη μείωσε την προαναφερόμενη οφειλή της εταιρείας κατά το ποσό των 105.050,81 ευρώ με την απόδοση πλειστηριάσματος περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας και με την απόδοση ποσού που προήλθε από κατάσχεση ενοικίου, πλην όμως σήμερα, η οφειλή λόγω των εν τω μεταξύ προσαυξήσεων, εξαιτίας της συνεχιζόμενης καθυστέρησης εξόφλησης, υπερβαίνει και το προαναφερόμενο συνολικό ποσό για το οποίο ασκήθηκε η ποινική δίωξη, καθώς ανέρχεται περίπου σε 1.380819 ευρώ. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορούμενη, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.".
Ακολούθως το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη ένοχη του ότι: "Στην …., την 01.-08-2011, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια, νόμιμη εκπρόσωπος και μοναδική εταίρος της μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", η οποία ήταν οφειλέτρια του Δημοσίου και ενώ τα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των χρεών αυτών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερέβαινε αυτό των 200.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της παραπάνω εταιρείας διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. …, όπως ακριβώς αυτά αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. βιβλίου …4/2011) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 11/8/2011 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., όπως κατωτέρω ο πίνακας αυτός επισυνάπτεται, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 1.125.931,40 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη της παραπάνω εταιρείας προς το Δημόσιο.
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΙΝΑΚΑΣ ΧΡΕΩΝ:
Με τις παραδοχές αυτές οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 περ.δ' Ν. 1882/1990, όπως αυτό ισχύει μετά από τις επανειλημμένες αντικαταστάσεις και τροποποιήσεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, ως με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και από τον συνημμένο στο τελευταίο πίνακα χρεών αναφέρεται, το είδος (πρόστιμο ΚΒΣ και ΦΠΑ) και το ύψος των χρεών ( 1.125.931,40 ευρώ), ο χρόνος βεβαίωσης για καθένα χρέος (23.11.2009, 19.11.2010,12.1.2011 και 14.1.2011), ο τρόπος πληρωμής τους (δόσεις), η αρχή που τα βεβαίωσε (Δ.Ο.Υ.,ΙΗ Αθηνών), και ο χρόνος καταβολής τους ( 1.8.11), δηλαδή ο χρόνος κατά τον οποίο αυτά, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαιώσεώς τους, έπρεπε να καταβληθούν από την κατηγορουμένη - αναιρεσείουσα, καθώς και ο ενυπάρχων δόλος αυτής, αφού με την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας, νομίμου εκπροσώπου και μοναδικής εταίρου της οφειλέτριας εταιρίας (μονοπρόσωπης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης) και της για το λόγο αυτό ενεργού αναμίξεώς της στη διοίκηση αυτής ενήργησε εκ προθέσεως.
Σημειωτέον ότι η αμφισβήτηση από την κατηγορουμένη ήδη αναιρεσείουσα του ύψους της οφειλής της από διοικητικής απόψεως ουδεμία ασκεί επιρροή στην ποινική δίκη, όπως και οι ισχυρισμοί της ότι το καταλογισθέν ποσό οφειλής προέρχεται από παράλειψη προσκόμισης βιβλίων και στοιχείων στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για την οποία προσκόμιση αυτή (ήδη αναιρεσείουσα) δεν κλήθηκε νομίμως, ότι δεν της κοινοποιήθηκαν τα έγγραφα καταλογισμού και βεβαίωσης των εξωλογιστικών οφειλών της, ισχυρισμοί οι οποίοι συνιστούν αμφισβήτηση της οφειλής της και οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο της αρμοδιότητος των διοικητικών δικαστηρίων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' αναιρετικοί λόγοι που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ουδόλως εξ άλλου παραβιάστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση οι διατάξεις του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974), περί του δικαιώματος δικαστικής προστασίας της αναιρεσείουσας με δίκαιη δίκη, μη επερχόμενης εντεύθεν ούτε απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' Κ.Ποιν.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το αρθρ. 11 παρ. 2 Ν. 3904/2010, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, είναι ομοίως αβάσιμα. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ λόγο αναίρεσης, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα ποινής.
Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, (αρθρ. 141 παρ.2 και 331 Κ.Ποιν.Δ.) δηλαδή με επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί, των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους (Ολ.ΑΠ 2/2005). .Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη σ' αυτό υπό στοιχείο α', ήτοι το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι την τέλεση της πράξεως ούτε η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλ' απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά, αποδεικνυόμενη με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά.
Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται και η προβλεπομένη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του Π.Κ., με στοιχείο δ, ήτοι το ότι ο υπαίτιος έδειξε ειλικρινή μεταμέλεια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του. Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της έμπρακτης μετάνοιας πρέπει η μετάνοια του υπαιτίου όχι μόνον να είναι ειλικρινής, αλλά να συνδυάζεται με περιστατικά του τρόπου εκδηλώσεως αυτής και με περιστατικά που να μαρτυρούν ειλικρινή προσπάθεια άρσεως η μειώσεως των συνεπειών της πράξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο συνήγορος υπερασπίσεως της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας, αφού έλαβε από την Πρόεδρο του δικάσαντος Δικαστηρίου τον λόγο (για την παροχή πληροφοριών για την πράξη για την οποία κατηγορείτο η εντολέας του ήδη αναιρεσείουσα), ανέπτυξε περαιτέρω τους εξής αυτοτελείς ισχυρισμούς για συνδρομή στο πρόσωπο της, εκτός άλλων και των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
α και δ του Π.Κ., διατυπώνοντας αυτούς ως εξής: "... επιδιώξαμε την εκποίηση του σπιτιού μας άμεσα. Η Εφορία από τον πλειστηριασμό πήρε, 166.000 ε. Χωρίσαμε το ακίνητο, το νοικιάσαμε και εκχωρήσαμε τα μισθώματα, 800 ευρώ το μίσθωμα το μήνα στην Εφορία. Επιδιώξαμε να αρθεί η γονική παροχή που ήταν προγενέστερη (το 2004), για να βγει στον πλειστηριασμό.
Συναινέσαμε να το πάρει η Εφορία. Ήταν μόνο προσωπική ΕΠΕ εταιρεία, τυπογραφείο. Η κατηγορουμένη είναι η σύζυγος του επιχειρηματία, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την επιχείρηση. Δεν είχε καμία διαχείριση της επιχείρησης. Έχει καταρρεύσει. Έχασε και τους δύο γονείς της. Στις 2 Ιουλίου 2016 έχασε τη μάνα της και στις 12 Νοεμβρίου 2016 τον πατέρα της .
Απεβίωσαν και οι δύο. Με μηδενικά εισοδήματα και μια τετραμελή οικογένεια . Όσον αφορά τον χαρακτήρα της είναι πολύ κοινωνική και προσφέρει στον Δήμο εθελοντικά δύο φορές την εβδομάδα για ρουχισμό και σίτιση των αστέγων. Η κοινωνική της προσφορά είναι πολύ μεγάλη.".
Μετά δε το πέρας της αποδεικτικής διαδικασίας, ο παριστάμενος κατ' άρθρο 340 παρ. 2 ΚΠΔ πληρεξούσιος δικηγόρος της κατηγορουμένης ήδη αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε και πάλι να αναγνωρισθούν στην κατηγορουμένη τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' και δ του Π.Κ.. Το Δικαστήριο απέρριψε τους εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμούς με την ακόλουθη αιτιολογία, η οποία, κατά πιστή μεταφορά από την προσβαλλομένη, είναι η εξής: ".....Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α' ΠΚ, απαιτείται ο υπαίτιος, με κριτήριο τους κανόνες της έννομης τάξης και τις κρατούσες ηθικές αρχές και αντιλήψεις για την ηθική αξία και την κοινωνική υπόληψη του προσώπου, να έζησε μέχρι τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή και να αποδεικνύονται κατά την ακροαματική διαδικασία συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θετικής και έντιμης συμπεριφοράς στους αντίστοιχους τομείς βιοτικής δράσεως, σε βαθμό που εύλογα να μην αναμένεται εκτροπή αυτού σε πράξεις ποινικής παραβατικότητας. Η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και γενικά η μη εμπλοκή σε παραβατική δραστηριότητα συνεκτιμάται με τα λοιπά στοιχεία, αλλά δεν αρκεί για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περιστάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, ούτε ο συνήγορος της κατηγορουμένης επικαλέσθηκε τέτοια περιστατικά αναγόμενα στον βίο της κατηγορουμένης πριν το χρόνο τέλεσης της πράξης της (1-8-2011) ούτε αυτά προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συνεπώς, το αίτημα της εντολέως του να της αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ. πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστο και σε κάθε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι η κατηγορουμένη δεν έχει "λευκό" ποινικό μητρώο.
Για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας (άρθρο 84 παρ. 2 στοιχ. δ' του Π.Κ.), πρέπει η μεταμέλεια του υπαιτίου όχι μόνο να είναι ειλικρινής, αλλά και να εκδηλώνεται εμπράκτως δηλαδή να συνδυάζεται με συγκεκριμένα περιστατικά, τα οποία δείχνουν ότι αυτός μεταμελήθηκε και για το λόγο αυτό επιζήτησε ειλικρινά και όχι προσχηματικά, να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξεώς του, χωρίς να αρκεί η απλή έκφραση συγγνώμης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημα της κατηγορουμένης περί συνδρομής στο πρόσωπο της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2 εδαφ. δ' του Π.Κ., κρίνεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και ότι επεδίωξε αυτοβούλως να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης της".
Εκ των ισχυρισμών της αναιρεσείουσας εκείνος για την αναγνώριση του κατά το άρθρο 84 παρ.2 εδ. α του ΠΚ ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο του, δεν ήταν επαρκώς ορισμένος, αφού, κατά την ως άνω νομική σκέψη, η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας τους μέχρι την τέλεση τους πράξεων, και η μέχρι τότε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεν αρκούν χωρίς την επιπλέον επίκληση και απόδειξη πραγματικών περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά τους τα οποία εν προκειμένω η κατηγορουμένη αυτή δεν επικαλέσθηκε, μη αρκούσης της εντελώς αόριστης επίκλησης εκ μέρους της εθελοντικής προσφοράς προς τους άστεγους.
Επομένως το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει στον ως άνω ισχυρισμό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του, παρ' όλα αυτά απάντησε σ' αυτόν αιτιολογημένα κατά τα ανωτέρω, απορριπτόμενου μετά ταύτα του υποστηρίζοντος τα αντίθετα σχετικού από το άρθρο 510 παρ. I στοιχ. Δ'ΚΠΔ λόγου αναίρεσης.
Αντίθετα, η αιτιολογία με την οποία απορρίφθηκε ο δεύτερος ισχυρισμός περί συνδρομής στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 δ'ΠΚ, ο οποίος ήταν σαφής και ορισμένος, δεν είναι η απαιτούμενη, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού δεν αιτιολογείται γιατί η εκ μέρους της κατηγορουμένης καταβολή δια της εκπλειστηριάσεως του ακινήτου της και δια της εκχωρήσεως προς την αρμόδια ΔΟΥ του ενοικίου ετέρου μισθωμένου ακινήτου της ενέργειες δια των οποίων το Δημόσιο ως δέχεται και η προσβαλλομένη έλαβε 105.050,81 ευρώ, δεν συνιστά έμπρακτη επιδίωξη μειώσεως των συνεπειών της πράξεώς της, απαιτώντας έτσι για τη χορήγηση του εν λόγω ελαφρυντικού την καταβολή του συνολικού παραπάνω χρέους αυτής.
Επομένως, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη της άνω ελαφρυντικής περίστασης, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την απορριπτική της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης διάταξή της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας, της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.δ' του ΠΚ και αναλόγως προς την επ' αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) ποινή, απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 7091/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και, συγκεκριμένα μόνο ως προς την απορριπτική τού αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας Α. Μ. για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 εδ. δ'ΠΚ διάταξή της καθώς και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής σ' αυτήν ποινής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ. πρωτ. ….13/30.4.2018 δήλωση - αίτηση της Α. Μ. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της αμέσως παραπάνω αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ