Supreme Court dismisses appeal on expropriation compensation, ruling partial value reduction not significant enough to warrant reversal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court of Larissa regarding expropriation compensation. The appellants argued that the court failed to account for significant damage to the remaining land portions, yet the court found the value reduction to be minor and the reasoning sufficient. Consequently, the appeal was rejected as both unfounded and inadmissible due to lack of specific factual basis.
Legislator headnote
AI generatedArticles 17(2) and (3) of the Constitution; Article 13(1)(e) of Law 2882/2001: Full compensation requires replacement with equivalent property, and significant damage must be objectively proven to justify a reduction in the awarded value.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1728 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1728/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. χας Ε. Δ., 2) Κ. Δ. του Ε. και 3) Γ. Δ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην … και το Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας και Στερεάς Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στη …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Σοφία Διαμαντοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2013 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσιβλήτου (μετά την έκδοση της 47/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 6-3-2015 (διά των προτάσεων) ανταίτηση των ήδη αναιρεσειόντων.
Εκδόθηκε η 246/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-11-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 4-5-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 246/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου (Ολ.ΑΠ 8/1999).
Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. τελευτ. του ν. 2882/2001 (ΚΑΛΑ), "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου".
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριούμενου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Περαιτέρω, ως πρόσοδος κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, νοείται, η προερχόμενη από τη φύση και τη δυνατότητα εκμετάλλευσης του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου αλλά ως εκ της θέσης, της μορφής και του προορισμού του σε σχέση με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται. Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποίησης και στοιχείο αξιολόγησης αποτελεί προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοί είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση όμως με τη συγκεκριμένη περιοχή στην οποία βρίσκεται το ακίνητο και όχι αν σε αυτό ασκείται συγκεκριμένη επικερδής επιχείρηση, η οποία με την απαλλοτρίωση θα διακόψει τη λειτουργία της.
Και τούτο διότι η πλήρης αποζημίωση, όπως αυτή νοείται στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 17 του Συντάγματος αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης της Ρώμης, περιλαμβάνει παν ό,τι απαιτείται για να αντικατασταθεί το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας ακίνητο. Προκειμένου δε περί ακινήτου το οποίο κρίνεται ότι έχει έστω και ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση πρέπει να διασαφηνίζεται αν αυτό πληρούσε τους επιτρεπόμενους όρους δόμησης, κατά τον κανόνα ή κατά την παρέκκλιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 24/1985 (άρθρ. 1 §§ 1, 2 περ.
α’ , β’ ), δηλαδή αν μεν αυτό δεν είχε πρόσωπο προς την οδό (διεθνή, εθνική, επαρχιακή, δημοτική και κοινοτική) ότι είχε ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. ή αν τούτο είχε πρόσωπο προς την οδό ότι πληρούσε τους όρους της κατά παρέκκλιση αρτιότητας, που διαφοροποιείται κατά το εμβαδόν, ανάλογα με το χρόνο δημιουργίας του γηπέδου και το ελάχιστο πρόσωπο και βάθος του.
Τέλος, με τη διάταξη του άρθρ. 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/ 2012 και ισχύει, ορίζεται ότι: "4. Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".
Σύμφωνα δε με την παρ. 9 του άρθρου 146 του αυτού ν. 4070/2012, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις. Από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 προκύπτει ότι εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνον την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη μειώνεται σημαντικά σε σχέση με τη χρήση για την οποία προορίζεται.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το απομένον τμήμα υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ’ αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δε ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, όταν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικό, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 669/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, το οποίο καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητο των αναιρεσειόντων και τα εναπομένοντα, εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα της ιδιοκτησίας τους, διέλαβε σε αυτήν ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την αξία του ένδικου απαλλοτριωθέντος ακινήτου με αριθμό ΑΚΠ ... και των εναπομεινάντων τμημάτων του, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για το αν ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν ορθά οι διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος, 13 παρ. 1 έως 3 και 4 του ν. 2882/2001 αλλά και το π.δ. 24/1985, που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου ακίνητα, τις οποίες επίσης παραβίασε και ευθέως.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο συνεκδικάζοντας: 1) την από 10-9-2013 (αρ. εκθ. κατ. ...-9-2013) αίτηση που ασκήθηκε από το φερόμενο ως υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης, λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με την οποία αυτό ζήτησε (α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης στο ποσό των 9,29 ευρώ/τ.μ.
για το αναφερόμενο σ’ αυτή ακίνητο (τμήμα έκτασης 4.089,60 τ.μ, ως προς το οποίο έχει προηγηθεί προσωρινός προσδιορισμός στο Μονομελές Πρωτοδικείο με την υπ’ αριθμ. 47/11-4-2013 απόφαση), συνιδιοκτησίας των καθ’ ων και ήδη αναιρεσειόντων, το οποίο κηρύχθηκε αναγκαστικά απαλλοτριωτέο με τη νομίμως δημοσιευθείσα (ΦΕΚ 343/31-8-2010) με αριθμό 1103954/4566/ Δ0010/16-8-2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Πολιτισμού και Τουρισμού, για δημόσια ωφέλεια υπέρ του Δημοσίου και με δαπάνες του Δημοσίου και συγκεκριμένα για τις ανάγκες κατασκευής της Π.Ε.Ο Λαρίσης - Βόλου, από κόμβο Βελεστίνου έως κόμβο Β’ ΒΙ.ΠΕ Βόλου στη χιλιομετρική θέση 0+000 έως χιλιομετρική θέση 4+130, όπως αυτό εμφαίνεται στο κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακα της ΕΥΔΕ/ΠΑΘΕ της Γ.Γ.Δ.Ε του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (που έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Π.
Τ., έχουν εγκριθεί με την ...7-8-2009 απόφαση της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της ως άνω Διεύθυνσης Ι. Σ.) και (β) Το μη καθορισμό αποζημίωσης για τα εκτός της απαλλοτρίωσης απομένοντα τμήματα της συνιδιοκτησίας των καθ’ ων και σε κάθε περίπτωση τον καθορισμό αποζημίωσης λόγω ελάχιστης υποτίμησης της αξίας τους σε ποσοστό 1% επί της ανωτέρω καθορισθησόμενης αποζημίωσης και 2) την ανταίτηση (την οποία εσφαλμένα αυτοί "τιτλοφορούν και ως κύρια παρέμβαση), που ασκήθηκε από τους καθών η ως άνω αίτηση και ήδη αναιρεσείοντες με τις κατατεθείσες στις 6-3-2015 προτάσεις τους, με την οποία ως συνιδιοκτήτες του ως άνω αναγκαστικώς απαλλοτριωθέντος ακινήτου με κωδικό κτηματογράφησης 02, ζήτησαν τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου στο ποσό των 35 ευρώ/τ.μ.
καθώς επίσης και τον καθορισμό αποζημίωσης για τα εκτός της απαλλοτρίωσης απομένοντα δύο τμήματα της συνιδιοκτησίας τους, έκτασης 7.715,95 τ.μ και 1.913,35 τ.μ, τα οποία υπέστησαν σημαντική υποτίμηση της αξίας τους, σε ποσοστό, αντίστοιχα, 70% και 100%, δέχτηκε, αναφορικά με το ζήτημα του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος της εδαφικής εκτάσεως που απαλλοτριώθηκε, τα ακόλουθα: "Με τη με αριθμό 1103954/4566/ Δ0010/16-8-2010 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και Πολιτισμού και Τουρισμού, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ 343/31-8-2010) και μεταγράφηκε νόμιμα, κηρύχθηκε συμπληρωματική αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, και συγκεκριμένα για τις ανάγκες κατασκευής της Π.Ε.Ο Λαρίσης - Βόλου, από κόμβο Βελεστίνου έως κόμβο Β’ ΒΙ.ΠΕ Βόλου στη χιλιομετρική θέση 0+000 έως χιλιομετρική θέση 4+130 στο Δήμο Φερών Ν.
Μαγνησίας. Αφορά έκταση, συνολικού εμβαδού 4.089,60 τ.μ., που βρίσκεται στην περιοχή του Δήμου Φερών νομού Μαγνησίας και εικονίζεται υπό κλίμακα 1:500 στο από 17-7-2009 κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακα της ΕΥΔΕ/ΠΑΘΕ της Γ.Γ.Δ.Ε του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων με αριθμό σχεδίου Κ.Δ.1 και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα με αριθμό τεύχους Τ.2, τα οποία έχει συντάξει ο τοπογράφος μηχανικός Π.
Τ., έχουν εγκριθεί με την ...7-8-2009 απόφαση της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ και έχει θεωρήσει ο Προϊστάμενος της ως άνω Διεύθυνσης Ι. Σ. στις 7-8-2009. Η περιοχή στην οποία βρίσκεται το απαλλοτριούμενο ακίνητο, το οποίο είναι κατ’ αρχήν αγροτικό, είναι εκτός σχεδίου πόλης. Το επίδικο, το οποίο έχει αριθμό κτηματολογικού πίνακα ..., είναι αγρόκτημα, αρδευόμενο, μονοετούς καλλιέργειας με πρόσωπο στην Εθνική Οδό Λάρισας - Βόλου.
Το απαλλοτριούμενο ακίνητο εκτάσεως 4.089,60 τ.μ. αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως εμβαδού 13.718,90 τ.μ. και απεικονίζεται με τα στοιχεία ... στο παραπάνω κτηματολογικό διάγραμμα. Το ακίνητο αυτό, ως τμήμα μεγαλύτερης έκτασης ανήκε αρχικώς κατά κυριότητα στον Ε. Δ., ο οποίος απεβίωσε στις 17-6-1999, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του, ήδη πρώτη αιτούσα, και τα δύο τέκνα του, δηλαδή τους δεύτερο και τρίτο των αιτούντων, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του ανωτέρω, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../17-4-2000 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Βόλου Λ.
Β., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φερών στο τόμο … και αριθμό …, όπως αποδεικνύεται από το υπ’ αριθμ. ...-2-2013 πιστοποιητικό της αναπληρώτριας Υποθηκοφύλακος του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου. Η πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και αφού ληφθεί υπόψη, ότι δεν αποδεικνύεται η μέση καθαρή πρόσοδος αυτού κατά την τελευταία τριετία πριν από τον κρίσιμο χρόνο (την οποία, άλλωστε, δεν επικαλούνται τα διάδικα μέρη) ανέρχεται, χωρίς βέβαια να υπολογίζεται η τυχόν μεταβολή λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, σε 15ευρώ/τ.μ.
Από την απαλλοτρίωση εκτός του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εμβαδού 4.089,60 τ.μ., προέκυψαν και δύο επιμέρους τμήματα, και πιο συγκεκριμένα το τμήμα 1 εμβαδού 7.715,95 τ.μ., που απεικονίζεται με τα στοιχεία ... και το τμήμα 2 εμβαδού 1.913,35 τ.μ. που απεικονίζεται με τα στοιχεία ... στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα. Το με στοιχείο 1 ακίνητο με εμβαδόν 7.715,95 τ.μ.
παραμένει άρτιο μεν αλλά όχι οικοδομήσιμο λόγω των αποστάσεων από την Εθνική Οδό, την παράπλευρη οδό και το όριο απαλλοτρίωσης της σιδηροδρομικής γραμμής και τα πλάγια όρια, υφισταμένης όμως της δυνατότητας να καλλιεργηθεί. Το με στοιχείο 2 ακίνητο με εμβαδόν 1.913,35 τ.μ. καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, δυσχεραίνεται βέβαια η καλλιέργειά του, όμως δεν αποκλείεται ως δυνατότητα.
Η απομείωση της αξίας του με στοιχεία 1 ακινήτου ανέρχεται σε ποσοστό 50% και του με στοιχεία 2 ακινήτου σε ποσοστό 90% επί της πραγματικής αξίας τους, η οποία ανέρχεται σε 15 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει την αίτηση και την ανταίτηση και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου των 4.089,60 τ.μ.
στο ποσό των 15 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, και περαιτέρω καθόρισε αποζημίωση για τα εναπομείναντα της απαλλοτρίωσης ακίνητα ανερχόμενη για το με στοιχεία 1 ακίνητο σε ποσοστό 50% και το με στοιχεία 2 ακίνητο σε ποσοστό 90% επί της πραγματικής αξίας τους, ανερχόμενης, όπως και για το απαλλοτριωθέν ακίνητο των 4.089,60 τ.μ., σε 15 ευρώ/τ.μ.
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα παραπάνω ζητήματα και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο από το άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναίρεσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους καθόρισε την κατά τον κρίσιμο χρόνο αποζημίωση για το έδαφος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου των αναιρεσειόντων στο αναφερόμενο σ’ αυτήν παραπάνω ποσό, αφού, όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προέβη στον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων αφού έλαβε υπόψη τη θέση του απαλλοτριούμενου ακινήτου στην περιοχή του Δήμου Φερών νομού Μαγνησίας, η οποία δεν είναι ενταγμένη στο σχέδιο πόλεως, τη φύση του ακινήτου των αναιρεσειόντων, ως αγροτικού δη ως αγροκτήματος, αρδευόμενου, μονοετούς καλλιέργειας, την ιδιότητα αυτού, εμβαδού 13.718,90 τ.μ.
με πρόσωπο στην Εθνική Οδό Λάρισας - Βόλου ως άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, όπως τούτο σαφώς προκύπτει ότι έγινε δεκτό από το Εφετείο από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες, λόγω της απαλλοτρίωσης, τμήματος εμβαδού 4.089,60 τ.μ. από τη συνολικώς απαλλοτριωθείσα έκταση των 13.718,90 τ.μ., το μεν εναπομένον ακίνητο εμβαδού 7.715,95 τ.μ.
παραμένει άρτιο μεν αλλά όχι οικοδομήσιμο, το δε με στοιχεία 2 ακίνητο με εμβαδόν 1.913,35 τ.μ καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, και συνεπώς το αγροτικό αυτό ακίνητο είχε ως δευτερεύοντα προορισμό την ανοικοδόμηση. Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. πρώτος κατά σειρά λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 13 § 1 εδάφ.
γ’ και του άρθρου 1 §§ 1, 2 περ. α’ , β’ του Π.Δ/τος 24/1985, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, Περαιτέρω, με το δεύτερο. λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικάσαν Εφετείο, με το να κρίνει ότι η ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των απομενόντων, εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων υπολογίζεται σε ποσοστό μόνον 90% για το ένα απομένον τμήμα (εμβαδού 1.913,35 τ.μ) και 50% για το έτερο (εμβαδού 7.715,95 τ.μ.), (και όχι 100% και 60% αντίστοιχα), που αιτήθηκαν οι αναιρεσείοντες σύμφωνα και με την κρίση του δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου με την με αριθμ. 47/2013 απόφασή του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (όπως ισχύει μετά από την τροποποίησή του με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012), αφού αφ’ ενός μεν αγνόησε και παρέλειψε να χρησιμοποιήσει και να εφαρμόσει την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής" ζημίας κατά τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα του απαλλοτριωθέντος που παρέμειναν εκτός των ορίων της απαλλοτρίωσης, αφ’ ετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ίδιο ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για τα εναπομείναντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα, αφού δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, αν καθένα από αυτά τα τμήματα υποβαθμίζεται λόγω της υψομετρικής διαφοράς που δημιουργείται από την απαλλοτρίωση, αν αποκλείεται η ευθεία πρόσβαση στην εθνική οδό και προς την ευρύτερη περιοχή, αν υπάρχει αδυναμία δημιουργίας κόμβου σύνδεσης με την εθνική οδό, αν περιορίζεται η δυνατότητα ανοικοδόμησης και αξιοποίησης αυτών, καθώς και αν αποκόπτεται η θέα αυτών, ενώ ακόμη, αν και στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η εδαφική έκταση του ακινήτου, που απομένει μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους αποτελείται από δύο τμήματα, εν τούτοις δεν διευκρινίζεται ποιό είναι το σχήμα εκάστου, εάν τα τμήματα αυτά έχουν πρόσοψη στην οδό ή είναι περίκλειστα και εάν οι συνθήκες αυτές δυσχεραίνουν ή όχι την καλλιέργειά τους, εάν επί των απαλλοτριωθέντων μερών των ίδιων ακινήτων και επί των εναπομεινάντων τμημάτων αυτών υπήρχαν εγκαταστάσεις που εξυπηρετούσαν την καλλιέργειά τους και σε καταφατική περίπτωση, εάν είναι πλέον δυνατή η εξυπηρέτηση του κάθε εναπομείναντος τμήματος από τις εγκαταστάσεις αυτές.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα του ακινήτου των αναιρεσειόντων, αφού έκανε δεκτό ότι η εναπομείνασα εδαφική έκταση, μετά την απότμηση του απαλλοτριωθέντος μέρους δεν είναι ενιαία, αλλά αποτελείται από δύο τμήματα με στοιχ. 1 και 2, αναφέροντας την έκταση καθενός απ’ αυτά (7.715,95 τ.μ.
και 1.913,35 τ.μ., αντίστοιχα) προσδιόρισε την απομείωση της αξίας, του μεν με στοιχεία 1 ακινήτου σε ποσοστό 50%, του δε με στοιχεία 2 ακινήτου σε ποσοστό 90% επί της προσδιορισθείσας απ’ αυτό πραγματικής αξίας τους, την οποία καθόρισε σε 15 ευρώ ανά τ.μ. εδάφους, αφού έλαβε υπόψη ως αποφασιστικά κριτήριά του εάν έκαστο τούτων, μετά την απαλλοτρίωση ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο ή όχι, καθώς και τη δυνατότητα αυτών να καλλιεργηθούν, καταλήγοντας ότι "Από την απαλλοτρίωση εκτός του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εμβαδού 4.089,60 τ.μ, προέκυψαν και δύο επιμέρους τμήματα, και πιο συγκεκριμένα το τμήμα 1 εμβαδού 7.715,95 τ.μ., που απεικονίζεται με τα στοιχεία ...
και το τμήμα 2 εμβαδού 1.913,35 τ.μ. που απεικονίζεται με τα στοιχεία ... στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα. Το με στοιχείο 1 ακίνητο με εμβαδόν 7.715,95 τ.μ. παραμένει άρτιο μεν αλλά όχι οικοδομήσιμο λόγω των αποστάσεων από την Εθνική Οδό, την παράπλευρη οδό και το όριο απαλλοτρίωσης της σιδηροδρομικής γραμμής και τα πλάγια όρια, υφισταμένης όμως της δυνατότητας να καλλιεργηθεί.
Το με στοιχείο 2 ακίνητο με εμβαδόν 1.913,35 τ.μ. καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, δυσχεραίνεται βέβαια η καλλιέργειά του, όμως δεν αποκλείεται ως δυνατότητα. Η απομείωση της αξίας του με στοιχεία 1 ακινήτου ανέρχεται σε ποσοστό 50% και του με στοιχεία 2 ακινήτου σε ποσοστό 90% επί της πραγματικής αξίας τους, η οποία ανέρχεται σε 15 ευρώ ανά τ.μ.
εδάφους", δεχόμενο έτσι σημαντική επιδείνωση της κατάστασης της εναπομείνασας εκτός της απαλλοτρίωσης εδαφικής έκτασης της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων και ειδικότερα ως προς την οικοδομησιμότητά της και επί πλέον καθόσον αφορά στο δεύτερο τμήμα της (με στοιχ. 2 ακίνητο) ως προς τη δυνατότητα καλλιέργειάς της.
Επομένως, είναι, αβάσιμες οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που ανάγονται στην παράλειψη εφαρμογής της έννοιας της "σημαντικής" ζημίας κατά τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα τμήματα του απαλλοτριωθέντος που παρέμειναν εκτός των ορίων της απαλλοτρίωσης. Περαιτέρω, με τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τη σημαντική μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, χωρίς να είναι αναγκαία η αναφορά και άλλων και ειδικότερα των επικαλούμενων από τους αναιρεσείοντες, ενώ καθόσον αφορά στις λοιπές προβαλλόμενες με το λόγο αυτό αιτιάσεις για ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες αναφέρονται σε υποθετικές ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης (αν καθένα από τα εναπομένοντα τμήματα υποβαθμίζεται λόγω υψομετρικής διαφοράς, αν αποκλείεται η ευθεία πρόσβαση στην εθνική οδό και προς την ευρύτερη περιοχή, αν υπάρχει αδυναμία δημιουργίας κόμβου σύνδεσης με την εθνική οδό, αν περιορίζεται η δυνατότητα ανοικοδόμησης και αξιοποίησης αυτών, αν αποκόπτεται η θέα αυτών), χωρίς να συνδέονται με συγκεκριμένους ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων και να δικαιολογείται η αναγκαιότητα αναφοράς αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, εφόσον, οι φερόμενες ως ελλείψεις δεν συνιστούν τέτοιες.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, κατά ένα μέρος του ως αβάσιμος και κατά άλλο μέρος του ως απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι έναντι του αναιρεσιβλήτου, στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης, το οποίο παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), την οποία ορίζει μειωμένη κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 ΚΠολΔ (άρθρο 2 παρ. 3 ν. 2882/2001).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-11-2015 (αριθμ. εκθ. κατ. …2015) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμό 246/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου με αριθμούς διπλοτύπων ... (Δημοσίου) και ... (ΤΑΧΔΙΚ) στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ