Legislator Case Law & Legislation
1728/2016 AI generated

1728/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1728/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1728/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος, που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο Ποινικό δικαστήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1728 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1728/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνη Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παπή, για αναίρεση της υπ’ αριθ.432/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Με πολιτικώς ενάγοντα τον Π. Μ. του Β., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.

Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 873/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την προεκφώνηση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 432/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Κορίνθου Παναγιώτης Παπής, ως πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος και ζήτησε αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως για το λόγο, ότι ο αναιρεσείων, μετά του οποίου θα παρίστατο κατά την συζήτηση προκειμένου να τον νομιμοποιήσει, αδυνατεί λόγω ασθενείας του να εμφανισθεί και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τον εκπροσωπήσει.

Το αίτημα αυτό του ως άνω δικηγόρου, ο οποίος σημειωτέον είχε υπερασπισθεί τον αναιρεσείοντα στη δίκη που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και ο οποίος κατ’ εντολή του (αναιρεσείοντος) άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί περί της προβαλλόμενης ασθενείας του αναιρεσείοντος δεν προσκομίσθηκε καμμιά απολύτως απόδειξη (ιατρική βεβαίωση κ.λ.π.), ενώ επίκειται κίνδυνος παραγραφής των αξιοποίνων, σε βαθμό πλημμελήματος, πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία (παραγραφή) συμπληρώνεται την 11-12-2016.

Μετά την απόρριψη του αιτήματος αυτού κατά την επανεκφώνηση προς συζήτηση της υποθέσεως κατά την σειρά του εκθέματος, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος προσκόμισε την από 15-10-2016 εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος, συντεταγμένη σύμφωνα με τα άρθρα 42 παρ. 2 και 340 παρ. 2 του ΚΠΔ, με την οποίαν ο τελευταίος παρέχει προς αυτόν (ως άνω δικηγόρο) εξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος προς παράσταση στο δικαστήριο και εκπροσώπησή του προς υποστήριξή του (αναιρεσείοντος).

Κατόπιν του τελευταίου τούτου και δοθέντος, ότι η κρινόμενη υπ’ αριθμ. …/13-7-2016 από 11-7-2016 αίτηση του Χ. Π. του Δ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 432/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο την ...-2016, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.- Κατά την διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠΔ, αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου επέρχεται ακυρότητα, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη.

Η ακυρότητα, όμως, αυτή που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ΚΠοινΔ, επέρχεται μόνον όταν υπάρχει έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποιήσεως του πολιτικώς ενάγοντος ή όταν δεν τηρήθηκε η διαδικασία που επιβάλλεται από το άρθρο 68 του ιδίου Κώδικα ως προς τον τρόπο και χρόνο ασκήσεως και υποβολής της πολιτικής αγωγής και όχι άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων.

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 ΚΠΔ, εκείνος, που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο Ποινικό δικαστήριο, μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί.

Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο.

Η δήλωση δε αυτή, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να έχει και όλα τα παραπάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο ασκεί δικαιοδοσία, που δεν του δίνει ο νόμος.

Στα πλαίσια αυτού του ορισμού γίνεται διάκριση της υπέρβασης σε θετική και αρνητική. Στην πρώτη περίπτωση το δικαστήριο αποφασίζει κάτι, για το οποίο δεν έχει δικαιοδοσία, ενώ στη δεύτερη παραλείπει να αποφασίσει κάτι για το οποίο υποχρεούται στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο (πρώτο του αναιρετηρίου) λόγους αναιρέσεως του κατηγορούμενου για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση αναιρεσείοντος, πλήττεται η προσβαλλόμενη, καταδικαστική αυτού, απόφαση, αντιστοίχως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και υπέρβαση εξουσίας, διότι το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής του παθόντος μηνυτή και εγκαλούντος, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και επεδίκασε αυτήν, χωρίς ο εν λόγω παθών στη δήλωση παραστάσεως, να προσδιορίζει για ποία από τις δύο πράξεις παρίσταται.

Από τα παραδεκτώς, για τις ανάγκες των αναιρετικών αυτών λόγων, επισκοπούμενα πρακτικά της υπ’ αριθμ. 2989/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, που δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση, προκύπτει, ότι ο εγκαλών - μηνυτής στον πρώτο βαθμό, ως αμέσως ζημιωθείς, δήλωσε, χωρίς ο κατηγορούμενος να προβάλει καμμιά αντίρρηση, παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση ποσού τριάντα (30,00) ευρώ με επιφύλαξη, "ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε το αδίκημα", την οποίαν και το δικαστήριο του επεδίκασε, χωρίς να διακρίνει ποια από τις δύο πράξεις αφορά, συναγομένου συνεπώς ότι αφορά αμφότερες, αφού είναι δυνατή παράσταση πολιτικής αγωγής και για τις δύο και εκ παραδρομής χρησιμοποιήθηκε ενικός αριθμός.

Περαιτέρω, από τα επίσης επισκοπούμενα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, ότι ο αυτός ως άνω παθών στο ακροατήριο του δικαστηρίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δήλωσε ίδια παράσταση πολιτικής αγωγής "για χρηματική ικανοποίηση ποσού τριάντα (30,00) ευρώ, με επιφύλαξη, από την ηθική βλάβη που του προκάλεσε η κρινόμενη πράξη", χωρίς και πάλι ο κατηγορούμενος να προβάλει αντίρρηση, το δε δικαστήριο επεδίκασε την αιτηθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για αμφότερες τις πράξεις αυτές, όπως τούτο προκύπτει από το διατακτικό της αποφάσεως του αυτής.

Επομένως, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο η παράσταση του παθόντος ως πολιτικώς ενάγοντος δεν περιορίστηκε στο ένα από τα δύο προαναφερόμενα αδικήματα, για αμφότερα τα οποία, όπως προαναφέρεται, είναι η επιτρεπτή η παράσταση πολιτικής αγωγής του ψευδώς καταμηνυθέντος και δυσφημισθέντος παθόντος και για τα οποία καταδικάστηκε και στους δύο βαθμούς ο κατηγορούμενος, από παραδρομή δε, κατά την δήλωση της παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, χρησιμοποιήθηκε και πάλι ο ενικός αριθμός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ως άνω δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής του παθόντος, στο δεύτερο βαθμό, ήταν παραδεκτή, ορισμένη και σύννομη κατά τα ως άνω αναπτυχθέντα, αφού η πολιτική αγωγή στο δεύτερο βαθμό κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε ως άνω και έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με την καταδίκη του κατηγορουμένου και για τα δύο αδικήματα.

Ως εκ τούτου οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου και οι εξ αυτού συναφείς λόγοι αναιρέσεως (πρώτος λόγος του αναιρετηρίου) από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α’ και στοιχ. Η’ του ΚΠΔ, αντιστοίχως για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που, κατά τους ισχυρισμούς του, προκλήθηκε από την μη δήλωση υπό του πολιτικώς ενάγοντος εάν παρίσταται για αμφότερες τις αξιόποινες αυτές πράξεις ή για μια και ποία εξ αυτών και για θετική υπέρβαση εξουσίας, που, επίσης κατά τους ισχυρισμούς του, επήλθε από την επιδίκαση στον πολιτικώς ενάγοντα της αιτηθείσας και πρωτοδίκως επίσης επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως, είναι αβάσιμες και εξ αυτού του λόγου απορριπτέες.- Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.

δ’ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υφίσταται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... 4) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 3 εδάφιο δ’ της Ε.Σ.Δ.Α και 14 παρ. 3 εδάφιο ε’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, ο κατηγορούμενος δικαιούται σε εξέταση μαρτύρων υπερασπίσεως υπό τους αυτούς όρους, όπως των μαρτύρων κατηγορίας, την κατάθεση των οποίων οφείλει να λάβει υπ’ όψη το δικαστήριο προς διαμόρφωση της δικανικής του πεποιθήσεως.

Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αφορούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ` ακροατηρίου διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.3904/2010, με το οποίο ορίζεται, ότι ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται "αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν:

την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", η οποία (απόλυτη αυτή ακυρότητα) ιδρύει τον υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.

Α’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 339/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ, κατ’ ενδεικτική απαρίθμηση, κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι α) οι ενδείξεις, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) η ομολογία του κατηγορουμένου, ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα. Από την διάταξη αυτή και εκείνες των άρθρων 177 παρ.1 και 274 εδ.

β’ του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, οφείλει να λάβει υπ’ όψη και να συνεκτιμήσει όλα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ` επιλογήν, τα αποδεικτικά στοιχεία, επομένως και τις καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, που προς υπεράσπισή του ζήτησε να εξετασθούν ο κατηγορούμενος, και να μη αποστερείται ο τελευταίος του από το άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί ο ίδιος ή δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, να δημιουργείται εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα και να στοιχειοθετείται ο ως άνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται ως πλαστά, ουδέ προκύπτει ότι διορθώθηκαν, προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας η προεδρεύουσα ρώτησε τον κατηγορούμενο και τον συνήγορό του, αν κλήτευσαν μάρτυρες υπερασπίσεως και αμφότεροι απάντησαν αρνητικά.

Προκύπτει, επίσης από τα αυτά ως άνω πρακτικά, ότι στην συνέχεια και καθ’ όλη της διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας, την απολογία του αναιρεσείοντος, την ακολούθως πρόταση της εισαγγελέως επί της κατηγορίας και την αγόρευση των συνηγόρων υπερασπίσεως των διαδίκων, ούτε ο κατηγορούμενος ούτε ο συνήγορός του πρότειναν μάρτυρες υπερασπίσεως, ζητώντας την επ’ ακροατηρίου εξέτασή τους.

Εξ άλλου από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών της υπ’ αριθμ. 2989/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, που δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση, τα οποία επίσης δεν προκύπτει ότι διορθώθηκαν ουδέ προσβάλλονται ως πλαστά, προκύπτει, ότι πρωτοδίκως εξετάσθηκαν επ’ ακροατηρίου ο πολιτικώς ενάγων Π.

Β. Μ. και οι μάρτυρες, χωρίς διάκριση της ιδιότητάς τους σε μάρτυρες κατηγορίας ή υπερασπίσεως, Β. Κ. Ρ., Ι. Χ. Π., Β. Σ., Α. Π., Σ. Π. Γ. και Π. Ν. Π.. Από τα πρακτικά δε της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει, ότι οι αυτοί ως άνω εξετασθέντες πολιτικώς ενάγων και μάρτυρες, πλην του εξ αυτών (μαρτύρων) Π. Ν. Π. που ήταν απών, εξετάσθηκαν και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως μάρτυρες της κατηγορίας (του εξ αυτών φερομένου στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης ως ονόματι Β.

Σ., όντος, προδήλως, του αυτού προσώπου, το οποίο στα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως φέρεται ως ονόματι Β. Σ. του Κ.). Προκύπτει ακόμη, ότι τις καταθέσεις πάντων των ανωτέρω, πολιτικώς ενάγοντος και μαρτύρων, το δικαστήριο που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, τις έλαβε υπ’ όψη και τις συναξιολόγησε με τις λοιπές αποδείξεις, όπως τούτο διαβεβαιώνει στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων και αφού δεν προκύπτει, ότι ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου εξετάσθησαν μάρτυρες, οι οποίοι προτάθηκαν από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα προς υπεράσπισή του, η προβαλλόμενη υπ’ αυτού (αναιρεσείοντος) με τον τρίτο (δεύτερο του αναιρετηρίου) λόγο αναιρέσεως αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ’ όψη τις καταθέσεις των δύο μαρτύρων υπερασπίσεώς του με συνέπεια να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών αυτών δικαιωμάτων του, στοιχειοθετουμένου έτσι του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ του ΚΠΔ, στηρίζεται επί αναληθούς προϋποθέσεως και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.- Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά, που απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Για την βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμησις των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμησις εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγησις των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψις αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου κεχωρισμένως και η παράλειψις της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίσις του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση και να αχθεί στην καταδικαστική του αναιρεσείοντος κρίση του για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος Π.

Μ., τις ένορκες στο ακροατήριό του καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά της και την απολογία του κατηγορουμένου. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την απαιτούμενη κατά το μέρος αυτό της προσβαλλομένης αποφάσεως ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της, το δικαστήριο να προβεί στην αναφορά και αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου εκ των ανωτέρω κεχωρισμένως, ούτε να προβεί σε αξιολογική συσχέτιση αυτών μεταξύ τους, ούτε να διαλάβει τι προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά, όπως ισχυρίζεται με τον τέταρτο λόγο (τρίτο του αναιρετηρίου) ο αναιρεσείων, ότι έπρεπε να κάνει το δικαστήριο, προβάλλοντας ότι έτσι θα αποδεικνύονταν τα πραγματικά περιστατικά, που ο ίδιος επικαλείται και που άγουν στην αθώωσή του.

Επομένως, η σχετική αιτίαση, που προβάλλει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο (τρίτο του αναιρετηρίου) λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, για έλλειψη, ως προς την λήψη υπόψη και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εξ αυτού του λόγου δημιουργίας απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και στοιχειοθετήσεως του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α’ του ΚΠΔ, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων και πλήττουσα την ανέλεγκτη περί τούτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα.- Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως.

Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 3/08, ΑΠ 553/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο (τέταρτο του αναιρετηρίου) λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση, ότι εσφαλμένως το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που προβλέπουν τα εγκλήματα, για τα οποία καταδικάσθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δεδομένου ότι αυτός ουδέποτε ισχυρίσθηκε για τον πολιτικώς ενάγοντα κάποιο ψευδές γεγονός αφού αυτός δεν του κοινοποίησε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο και μέσο το υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../24-7-2008 έγγραφο, δεν έθιξε την τιμή και την υπόληψή του και η εναντίον του μήνυση έγινε όχι από δόλο και με πρόθεση ψευδούς καταμηνύσεως ή συκοφαντήσεως αλλά από δικαιολογημένο ενδιαφέρον όπως απέδειξε, στα πλαίσια προάσπισης των δικαιωμάτων του ως ελεγχόμενος για δασικές παραβάσεις που δεν είχε διαπράξει ποτέ, όπως αποδείχθηκε από δύο αμετάκλητες αποφάσεις του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, τρία δημόσια έγγραφα της Πολεοδο9μίας Λουτρακίου και ολόκληρο το σύνολο του αποδεικτικού του υλικού.

Υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο η αιτίαση αυτή, υπό την επίφαση της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί τα πράγματα και επομένως είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, όπως απαράδεκτος και απορριπτέος είναι και ο συναφής εκ του άρθρου 510 παρ. 1 εδ.

Ε’ του ΚΠΔ, ως άνω λόγος αναιρέσεως.- Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. …/2016 από 13-7-2016 αίτηση του Χ. Π. του Δ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 432/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης.

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. .../2016 από 13-7-2016 αίτηση του Χ. Π. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 432/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ