Legislator Case Law & Legislation
1728/2011 AI generated

1728/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1728/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2010 αίτησή τους και με τους από 23-3-2011 πρόσθετους λόγους.

Legislator headnote

AI generated

1728/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σημειωτέον, ότι την κυριότητα της ίδιας έκτασης ως βοσκήσιμης γαίας θα μπορούσε να αποκτήσει και υπό τους όρους του άρθρου 12 § 4 Ν. ΔΝΖ/1912, όπως αυτό ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 1 Ν. ...8/1922, ως άλλοτε εθνικό βοσκήσιμο τόπο εντός των διοικητικών του ορίων περιερχόμενο στην κυριότητά του δυνάμει της άνω διάταξης.

Keywords

AI generated
public domain rezoning of building area municipal land protected zone zoning violation public utility zone
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1728 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1728/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Κ. του Μ. και 2. Α. Κ. του Ε., κατοίκων .... Η μεν 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαθανασίου ο δε 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.

Του αναιρεσίβλητου: Εδρεύοντος στο Βόλο Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως με την επωνυμία "Δήμος Βόλου" εις τον οποίον συνεχωνεύθη ο αρχικός διάδικος (τέως) "Δήμος Ιωλκού", νομίμως εκπροσωπουμένου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρούλα Τσακανίκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-5-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 177/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2010 αίτησή τους και με τους από 23-3-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10-5-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πολυμελών Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ..., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος .., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Από την προαναφερόμενη διάταξη προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, οι οποίες εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση για ορισμένους λόγους που αναφέρονται περιοριστικώς στο νόμο, αφού στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.

Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερόμενων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπόλοιπων δικαστηρίων. Άλλες αιτιάσεις δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση.

Ο ως άνω περιορισμός των επιτρεπτών λόγων δεν επηρεάζεται από τις διατάξεις του άρθρου 561 ΚΠολΔ, με τις οποίες αφενός θεσπίζεται ο κανόνας, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου και αφετέρου ορίζεται, ότι η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αφού με τις εν λόγω διατάξεις δεν ιδρύεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως.

Ο περιορισμός αυτός των λόγων αναιρέσεως, με κριτήριο την υλική αρμοδιότητα και την βάσει αυτής υπαγωγή της διαφοράς σε ορισμένη κατηγορία δικαστηρίων, αποβλέπει στην ταχύτερη επίλυση των υπαγόμενων στα ειρηνοδικεία διαφορών, που κατ' αρχή είναι ήσσονος σημασίας, χάριν εξυπηρετήσεως του γενικού κοινωνικού συμφέροντος, και γι' αυτό δεν αντίκειται η ρύθμιση αυτή στις αρχές του Συντάγματος για την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου (άρθρ. 4 παρ. 1), ούτε αντίκειται στο από τα άρθρα 1 και 6 της ΕΣΔΑ δικαίωμα για δίκαιη δίκη.

Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του, πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του, έβδομος κατά το δεύτερο μέρος του και όγδοος από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, τρίτος κατά το δεύτερο μέρος του και πέμπτος κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, έκτος από τον αριθμό 13 του ίδιου άρθρου, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις, αντίστοιχα, για στέρηση νόμιμης βάσης, για μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για την παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μη είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται οι πλατείες και οι οδοί αδιακρίτως.

Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3, ν. 28 Πανδ. 22, 3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (νetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.

Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί, σχετικά με το καθεστώς της κτήσης του κοινοχρήστου χαρακτήρα μιας έκτασης, η οποία βρίσκεται στη Θεσσαλία που απελευθερώθηκε το έτος 1881, ότι κατά την Οθωμανική Νομοθεσία μεταξύ των οθωμανικών γαιών περιλαμβανόταν και η κατηγορία των γαιών που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση.

Ο προσδιορισμός της έννοιας των γαιών αυτών γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες, που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του Οθωμανικού Κράτους, και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της Ελληνικής αστικής νομοθεσίας κατ' άρθρο 2 παρ. 4 ν. 147/1914.

Από τις διατάξεις δε αυτές και ειδικότερα από εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του νόμου αυτού, προκύπτει, ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλειμμένες - μετρουκέ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι δρόμοι (άρθρο 5, 93 Οθ.Ν. περί γαιών), αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριγέ), διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες, στο Οθωμανικό Δημόσιο, αλλά ενώ στις δημόσιες γαίες ήταν δυνατή η παραχώρηση σε ιδιώτες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, του δικαιώματος εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παραχωρούνταν, είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανίων), είτε και απλώς κατ' ανοχή του τουρκικού κράτους, στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων μάλιστα είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του περί γαιών νόμου.

Τα δικαιώματα αυτά των κατοίκων κάποιου χωρίου έμειναν αλώβητα και μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, δυνάμει των άρθρων 4 και 9 της από 20.6/2.7-1881 μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας συμβάσεως, η οποία κυρώθηκε με το ν. ΠΛΖ της 11/13 Μαρτίου 1882. Δεν θίχθηκαν δε ούτε από το ν. 2074/1920, ο οποίος έχει εφαρμογή μόνο στις Νέες Χώρες, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η Θεσσαλία, ή οποία από το έτος 1881 αποτελεί τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας.

Ακολούθως εκδόθηκε ο ν. ΔΝΖ/1912 σύμφωνα με τον οποίο οι μέσα στα διοικητικά όρια Δήμου ή Κοινότητας υφιστάμενων ή συσταθέντων κατά το έτος 1912 περιλαμβανόμενες ως άνω γαίες, περιέρχονται στην κυριότητα του Δήμου ή της Κοινότητας με βάση το άρθρο 12 παρ. 4 του ως άνω νόμου, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 1 Ν. ...8/1922.

Εκείνος δε που ισχυρίζεται, ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει το νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος εκθέτει στην ένδικη από 6-9-2005 διεκδικητική αγωγή του, ότι στις 14-6-2002 οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαρπώτρια και ψιλός κύριος, αντίστοιχα, έκτασης 4.019 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια το Δήμου αυτού, προσπάθησαν να καταπατήσουν κοινόχρηστη δημοτική έκταση εμβαδού 1.179,19 τ.μ., όπως η έκταση εμφαίνεται και περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια, σε συνάρτηση με το αναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, που είναι ενσωματωμένο στην αγωγή, περιφράσσοντας την έκταση αυτή κατά τους όρους οικοδομικής άδειας, στην οποία το ακίνητό τους εμφανιζόταν με εμβαδό 4.019 τ.μ., όταν δε ο ίδιος ζήτησε την διακοπή των εργασιών περίφραξης, οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν σε αναθεώρηση της άδειας, κατά τρόπο που αυτή να αφορά πλέον έκταση 4.514,17 τ.μ., ενώ και πάλι ένα καταπατημένο τμήμα δεν περιεχόταν στην έκταση που αφορούσε και η αναθεωρημένη άδεια.

Ότι οι εργασίες περίφραξης συνεχίστηκαν τον Ιανουάριο του 2003 με κατασκευή περίφραξης εν μέρει τσιμεντένιας και εν μέρει με σιδηροπασσάλους και σύρμα, καθώς και τσιμεντένιας θύρας εισόδου στην ανατολική πλευρά της έκτασης των 1.179,19 τ.μ., που με τον τρόπο αυτό οι αναιρεσείοντες περιέλαβαν στην ιδιοκτησία τους, αποβάλλοντας τον αναιρεσίβλητο Δήμο από αυτή.

Ότι η επίδικη έκταση αποτελεί δημοτική κοινόχρηστη έκταση και δη το πρανές του εκεί αγροτικού δρόμου, που ανήκει κατά κυριότητα στον ίδιο τον αναιρεσίβλητο Δήμο, διότι ήδη πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατά τη γενιά που ζούσε τότε και την προηγούμενή της γενιά, την έκταση αυτή χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν οι κάτοικοι της περιοχής ως χώρο βοσκής των ζώων τους.

Ότι με τις παραπάνω ενέργειες των αναιρεσειόντων αυτός (αναιρεσίβλητος) αποβλήθηκε από την κυριότητα, νομή και κατοχή της επίδικης έκτασης και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, με την κατάθεση μάλιστα και αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, που έγινε δεκτή με την 41/2003 απόφαση του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου, αυτοί συνεχίζουν να αρνούνται να συμμορφωθούν και να αποδώσουν την έκταση που κατέλαβαν.

Ζητούσε δε να αναγνωριστεί κύριος, νομέας και κάτοχος της επίδικης δημοτικής κοινόχρηστης έκτασης και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να του αποδώσουν την έκταση αυτή. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιέχει όλα τα αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής και μάλιστα για ακίνητο που αφορά κοινόχρηστη εδαφική έκταση, διότι γίνεται με επάρκεια η επίκληση, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ήδη πριν την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ήτοι πρανές οδού που ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτόν αναιρεσίβλητο Δήμο - και το οποίο αποτελούσε βοσκήσιμη γαία, που από αμνημονεύτων ετών είχε αφεθεί στην κοινή χρήση, και ως βοσκήσιμη γαία είχε καταστεί περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχε ανέκαθεν προοριστεί.

Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, που, με την προβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε πλήρως ορισμένη την ένδικη διεκδικητική αγωγή, δεν έσφαλε και δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα νόμιμα στοιχεία και, έτσι, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν.3 Πανδ. 43, 7, ν. 6 παρ. 2 Πανδ. 34.2, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3 και ν. 28 Πανδ. 22, 3, των άρθρων 5, 97, 98 και 102 του Οθωμανικού Νόμου περί γαιών της 7 Ραζαμάν 1274/1856, καθώς και του ν. 1337/1983 και του ν. 1072/1917, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, και συνακόλουθα οι συναφείς πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, που υποστηρίζουν, ότι δεν αναφέρεται στην αγωγή νόμιμος τρόπος πρόσληψης του κοινόχρηστου χαρακτήρα της επίδικης έκτασης, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, με τους ίδιους ως άνω πρόσθετους λόγους αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε τους ως άνω κανόνες δικαίου και παρά το νόμο έκανε δεκτή μια παντελώς αόριστη αγωγή και τούτο, διότι "δεν περιλαμβάνεται σ' αυτή ακριβής περιγραφή του επιδίκου με ενσωμάτωση στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος, στο οποίο να είναι ευκρινές το σχήμα του επιδίκου, το μήκος της κάθε πλευράς του, η αναφορά θέσης και δη ότι πρόκειται για ακίνητο κείμενο στη θέση "..." ...

εκτός σχεδίου και δεν υπάρχει αναφορά στο τοπογραφικό του προσώπου που υπέδειξε τα όρια του κτήματος των αναιρεσειόντων, του πλάτους και της κατεύθυνσης της αναφερόμενης αγροτικής οδού και ειδικότερον χαρακτηριστικών στοιχείων του κτήματός του". Οι αναφερόμενες όμως στους λόγους αυτούς αοριστίες δεν αποτελούν νομική, αλλά ποσοτική αοριστία της αγωγής, γιατί δεν αφορούν στοιχεία που απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ένδικου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, αλλά ανάγονται στην έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στην αγωγή και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου.

Επομένως οι παραπάνω λόγοι αναιρέσεως, υπαγόμενοι στη ρύθμιση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των αναιρετικών λόγων που περιοριστικά προβλέπει το άρθρο 560 ΚΠολΔ. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Εντός των διοικητικών ορίων του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ο.Τ.Α. περιλαμβάνεται και μείζονα έκταση στη θέση "...", για την οποία τόσο η γενιά που ζούσε κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, όσο και η προηγούμενή της γνώριζαν, κατά τρόπο που η συλλογική αυτή μνήμη αναγόταν χρονικά και πριν το έτος 1866, ότι επρόκειτο για έκταση προοριζόμενη, κατά την εκάστοτε αυτοδιοικητική βούληση, για την κοινή χρήση των κατοίκων του οικισμού με τη βόσκηση σε αυτή ζώων, χρήση γης που διατηρήθηκε μέχρι και τις αρχές τουλάχιστον της δεκαετίας του 1990.

Τμήμα της βοσκήσιμης αυτής γαίας αποτελεί η επίδικη έκταση, ήτοι έκταση με εμβαδόν 1.179,19 τ.μ., εμφαινομένη στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε τον Ιούνιο του έτους 2002 ο Τοπογράφος Β. Ν. με τα αριθμητικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-1, η οποία, κατά το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, συνορεύει νότια σε πλευρά 1-16 μήκους 3,50 μ.

με ιδιοκτησία Κ. Χ., δυτικά σε τεθλασμένη πλευρά 1-2-3-4-5 συνολικού μήκους (34,08 + 26,96 + 20,83 + 8,41 =) 90,28 μ. με ιδιοκτησία Ε. K. (ήτοι της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας), ορθότερα δε των εναγομένων (όπως άλλωστε αναφέρεται και στην αγωγή), βόρεια εν μέρει σε πλευρά 5-6 μήκους 40,24 μ. με οριογραμμή ρέματος και εν μέρει σε πλευρά 6-7 με έτερη δημοτική έκταση, ενώ ανατολικά το όριό της αποτελεί η τεθλασμένη πλευρά 7-8-9-10-11-12-13-14-15-16 συνολικού μήκους (5,78 + 15,35 +10,18 + 5,34 + 2,32 + 1,93 + 25,45 + 6,42 + 4,85 =) 77,62 μ., που σχηματίζεται από την εκεί διέλευση αγροτικής οδού ιδιοκτησίας ομοίως του αναιρεσιβλήτου, της οποίας οδού αποτελεί εδαφολογικά το πρανές.

Με το .../5-11-1985 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου Αντωνίου Δημητριάδη, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου στον τόμο ... και αριθμό 421 στις 7-11-1985, η πρώτη αναιρεσείουσα κατέστη αποκλειστική κυρία ενός αγρού που κατά τον εν λόγω τίτλο κτήσης βρισκόταν στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της τότε Κοινότητας ...

Βόλου, του άλλοτε (αλλά και ήδη) Δήμου Ιωλκού, έκτασης 4.019 τ.μ. εμφαινομένου με τον αριθμό 1 και τα στοιχεία Κ-Υ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε η Τοπογράφος Μηχανικός Γ. Π. - Ζ. το Νοέμβριο του έτους 1985, άρτιου και οικοδομήσιμου, ο οποίος συνόρευε κατά την περιγραφή του ίδιου τίτλου νότια σε πλευρά Κ-Υ μήκους 61,15 μ.

με υπόλοιπο τμήμα αγρού του πωλητή Κ. Χ., βόρεια εν μέρει σε πλευρά Δ-Ε-Ζ μήκους 29,56 με ρέμα και εν μέρει σε πλευρά Ζ-Η-Θ μήκους 33,55 μ. με οδό, ανατολικά σε πλευρά Θ-Ι-Κ μήκους 61,03 μ. με οδό και δυτικά σε πλευρά Υ-Δ 61,38 μ. με υπόλοιπο τμήμα του ίδιου αγρού του προαναφερόμενου πωλητή. Ο αγρός αυτός, κατά τα αναγραφόμενα στο παραπάνω συμβόλαιο, είχε περιέλθει στον πωλητή σε μεγαλύτερη έκταση από αγορά που είχε κάνει με το .../22-7-1966 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε Συμβολαιογράφου Βόλου, που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ...

και αριθμό 458 στις 23-7-1966. Στο συμβόλαιο αυτό ο μείζων αγρός περιγράφεται ως ευρισκόμενος στη θέση "..." της Κοινότητας ... του τέως Δήμου Ιωλκού και συνορευόμενος βόρεια με κοινοτική οδό, νότια με ιδιοκτησία με ιδιοκτησία Ε. Π. Π. και Ε. Ζ., ανατολικά με ρέμα και δυτικά με ρέμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.

Ζ., αδελφών Μ. και Ε. Π. Π., που είχε περιέλθει στην πωλήτρια Ε. Μ. του Ν. και Ά., σύζυγο Π. Π., σε μείζονα έκταση από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1964 συζύγου της, την οποία αποδέχθηκε με την .../22-7-1966 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου, η οποία με τη σειρά της μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ...

και αριθμό 457, ομοίως στις 23-7-1966. Στη δήλωση αυτή το εκεί μείζον ακίνητο περιγραφόταν ως αγρός όσης έκτασης και αν είναι κείμενος στην αυτή θέση "..." και συνορευόμενος βόρεια με κοινοτική οδό, ανατολικά με ρέμα, νότια με ιδιοκτησία Ε. Ζ. και με Γ. Σ. και Γ. Τ., μεσολαβούντος δρόμου και δυτικά εν μέρει με ρέμα και με αδελφών Μ., εν μέρει με βακουφικό Αγίου Ιωάννη ...

και εν μέρει με δρόμο, εν μέρει δε με ιδιοκτησία Χ. Κ. και με Ιερού Ναού Παναγίας Άνω Βόλου, μεσολαβούντος δρόμου, ο οποίος αγρός είχε περιέλθει στον κληρονομούμενο με το .../26-11-1918 πωλητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Βόλου Αποστόλου Τσικρίκη, που είχε μεταγραφεί νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ...

και αριθμό 134 στις 27-11-1918. Με τον απώτατο αυτό τίτλο κτήσης μεταβιβάστηκε στο Ν. Μ. ένα ακίνητο περιγραφόμενο ως "αγρόκτημα" στη θέση "..." ή "..." της περιφέρειας Άνω Βόλου του τέως Δήμου Ιωλκού, αποτελούμενο από αγρούς μαζί με τα ευρισκόμενα σε αυτούς δύο συνεχόμενα καλύβια και τρία ελαιόδεντρα, όσης έκτασης και αν ήταν, που συνόρευε, κατά τον εν λόγω τίτλο κτήσης "με δρόμον, άμπελον Γ.

Τ., ελαιοπερίβολον Σ Π., Κοινοτικόν και με Νεκροταφείον ...". Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ενόψει επικείμενης οικιστικής εκμετάλλευσης του ακινήτου που αγοράστηκε το έτος 1985, καταρτίστηκε μεταξύ των αναιρεσειόντων το .../31-12-1998 συμβόλαιο γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα, που μεταγράφηκε στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ...

και αριθμό 392 στις 12-2-1999. Στο συμβόλαιο αυτό, όμως, η πρώτη των αναιρεσειόντων δεν δήλωσε, ότι μεταβιβάζει στο δεύτερο εναγόμενο υιό της την ψιλή κυριότητα, παρακρατώντας η ίδια την επικαρπία, ενός ακινήτου με εμβαδόν 4.019 τ,μ., όπως αναφερόταν στον προαναφερόμενο τίτλο κυριότητας της ιδίας, αλλά ενός ακινήτου με επικαλούμενο εμβαδόν 4.514,17 τ.μ., κείμενου στη θέση "..." του ήδη ενάγοντος Δήμου Ιωλκού, εμφαινομένου με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α σε τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε τότε η αυτή Τοπογράφος Μηχανικός Γ.

Π. - Ζ. και προσαρτήθηκε στο εν λόγω συμβόλαιο γονικής παροχής, το οποίο στον άνω τίτλο κτήσης περιγράφεται να συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ συνολικού μήκους (7,33 + 22,24 + 12,69 + 20,83 + 18,14 =) 81,23 μ. με πρανές χάνδακα, ανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά Ζ-Η-Θ συνολικού μήκους (18,96 + 39,77=) 58,73 μ. με αγροτική οδό από Βόλο - Άλλη Μεριά προς Άγιο Γεώργιο - Ανακασιά, νότια σε πλευρά Θ-Ι μήκους 63,77 μ.

με ιδιοκτησία αγνώστου και δυτικά σε πλευρά ΙΑ μήκους 61,30 μ. με ιδιοκτησία αγνώστου. Ακολούθως, μετά από αίτηση της πρώτης των αναιρεσειόντων εκδόθηκε η 93/8-3-1999 άδεια οικοδομής ισόγειας κατοικίας με υπόγειο, στο τοπογραφικό σκαρίφημα της οποίας τα όρια του ακινήτου που αφορούσε η άδεια δεν ερχόταν σε επαφή με τον ανατολικά πλησιόχωρο αγροτικό δρόμο και αυτό αποτυπωνόταν να ορίζεται βόρεια από τρεις πλευρές 29,57 μ., 12,89 μ.

και 20,83 μ., ανατολικά από πλευρά 61,07 μ., νότια από πλευρά 61,17 μ. και δυτικά από πλευρά 61,30 μ., η δε εντός αυτού οικία να απέχει 15,00 μ. από το βόρειο όριο αυτού και ομοίως 15,00 μ. από το ανατολικό όριο αυτού. Όταν ξεκίνησαν οι οικοδομικές εργασίες με χρήση σκαπτικών μηχανημάτων, διαμορφώθηκε οδός πρόσβασης από την αγροτική οδό προς το χώρο ανέγερσης της οικοδομής, ήτοι έγινε διαμόρφωση τέτοιου κεκλιμένου επιπέδου ("ράμπας") που να επιτρέπει την πρόσβαση βαρέων οχημάτων, κατάλληλων για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών.

Κατά την κατασκευή αυτή καταστράφηκε παλαιό τοιχίο αντιστήριξης ("πεζούλα") που βρισκόταν στη βάση του πρανούς της οδού. Επίσης, κατά την ίδια χρονική περίοδο και δη τον Ιούνιο του 1999 οι αναιρεσείοντες τοποθέτησαν στο ακίνητό τους πρόχειρη συρμάτινη περίφραξη που κατά το ανατολικό όριο αυτού δεν ακολούθησε τα όρια του τοπογραφικού διαγράμματος του 1985, αλλά τοποθετήθηκε σε επαφή με την αγροτική οδό και δη επί του ανατολικού ορίου της επίδικης έκτασης, όπως αυτή εμφαίνεται με τα στοιχεία 7-8-9-10-11-12-13-14-15-16 στο τοπογραφικό διάγραμμα του Β.

Ν., με αποτέλεσμα οι αναιρεσείοντες να καταλάβουν το σύνολο της επίδικης έκτασης. Το καλοκαίρι του 2002 θέλησαν να αντικαταστήσουν την άνω πρόχειρη περίφραξη με τοιχίο περίφραξης κατά το τμήμα αυτής που ταυτιζόταν με το εμφαινόμενο στο τοπογραφικό διάγραμμα της Γ. Π. - Ζ. του έτους 1998 ως ανατολικό όριο της ιδιοκτησίας τους.

Στην ενέργεια αυτή, αντέδρασε άμεσα ο ενάγων Ο.Τ.Α. και στις 10-6-2002 μετέβη επιτόπου η τότε Δήμαρχος Ιωλκού Β. Σ., συνοδεία αστυνομικής δύναμης, και ζήτησε την παύση των εργασιών. Παράλληλα, ενημερώθηκε η αρμόδια Πολεοδομική αρχή, ότι η υλοποίηση της άνω περίφραξης δεν ανταποκρινόταν στα όρια ακινήτου των αναιρεσειόντων.

Άμεσα εκδόθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Μαγνησίας το 4043/14-6-2002 σήμα διακοπής οικοδομικών εργασιών, ακριβώς λόγω της μη τήρησης του τοπογραφικού διαγράμματος που εγκρίθηκε με την προαναφερόμενη οικοδομική άδεια. Κατόπιν τούτου με υποβολή νέου τοπογραφικού διαγράμματος, που εγκρίθηκε από την άνω Πολεοδομική αρχή στις 18-7-2002, με την .../18-7-2002 πράξη αυτής αναθεωρήθηκε η παραπάνω οικοδομική άδεια, ενώ διορθώθηκε και το τοπογραφικό της σκαρίφημα, ούτως ώστε να περιλαμβάνει και το τμήμα έκτασης 495 τ.μ.

περίπου της επίδικης έκτασης, το οποίο, κατά το τοπογραφικό διάγραμμα που είχε συντάξει η Γ. Π. - Ζ. για τις ανάγκες του .../1998 συμβολαίου γονικής παροχής του Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα, εμφανίζεται εντός των ορίων του ακινήτου των αναιρεσειόντων. Μετά την αναθεώρηση αυτή, ακολούθησε η έκδοση του .../22-7-2002 εγγράφου της αυτής πολεοδομικής αρχής για συνέχιση των οικοδομικών εργασιών που είχαν διακοπεί.

Μη αποδεχόμενος ο αναιρεσίβλητος την κατάληψη από τους αναιρεσείοντες του συνόλου της επίδικης δημοτικής έκτασης υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου την από 17-1-2003 αίτησή του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων της νομής του στο επίδικο τμήμα, επί της οποίας εκδόθηκε η 41/2003 απόφαση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Βόλου, που δεχόμενη εν μέρει την αίτηση διέταξε την άμεση διακοπή των οικοδομικών εργασιών καθώς και την παράλειψη στο μέλλον οποιασδήποτε οικοδομικής εργασίας στο επίδικο τμήμα μέχρι την οριστική επίλυση της διαφοράς από το αρμόδιο δικαστήριο και απαγόρευσε σε αμφότερους τους διαδίκους και σε κάθε τρίτο περαιτέρω διακατοχικές πράξεις στην επίδικη έκταση.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας οι αναιρεσείοντες με την από 30-5-2003 ανακοπή τους, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία με την 3/4-11-2003 απόφαση του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας. Ειδικότερα, ο δημοτικός χαρακτήρας της επίδικης έκτασης, μπορεί να μην συνάγεται από κάποια μαρτυρική κατάθεση, δεδομένου ότι μόνο η κατάθεση του μάρτυρα Δ.

Β. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της εκκαλουμένης αγωγής αξιολογείται ως μαρτυρική κατάθεση, ωστόσο περί αυτού δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία από τα λοιπά, έγγραφα, αποδεικτικά μέσα. Συγκεκριμένα, η ύπαρξη κοινοτικών εκτάσεων στην ευρύτερη περιοχή συνάγεται ιδίως από τα διαλαμβανόμενα στα 9/29-9-1986 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Κοινοτικού Συμβουλίου Άνω Βόλου, όπου εκτίθεται ότι ο Κ.

Χ. με την από 16-7-1986 αίτηση του είχε ζητήσει να εγκριθεί η ισοπέδωση του αναχώματος ευρισκόμενου ανάμεσα στο κτήμα του και μια κοινοτική έκταση, τη δημιουργία δρόμου στη θέση αυτή και κατάργηση του υφιστάμενου δρόμου, διατεινόμενος ότι με την ενέργεια αυτή θα επιτυγχανόταν αφενός η ενοποίηση κοινοτικής έκτασης που είναι διχοτομημένη σε δύο μικρά και άχρηστα τεμάχια σε ενιαίο τέλειο σχήμα και αφετέρου η άνετη προσπέλαση με δρόμο χωρίς ανωμαλίες και στροφές, αίτηση που εγκρίθηκε με το σκεπτικό, ότι με την εκτέλεση του προς έγκριση έργου θα γίνονταν σαφή τα όρια του αγροκτήματός του και των κοινοτικών συνεχόμενων εκτάσεων.

Μπορεί, δηλαδή, ενόψει του χρόνου υποβολής της αίτησης του Κ. Χ., δικαιοπαρόχου της πρώτης των αναιρεσειόντων, που είναι μεταγενέστερος (16-7-1986) της από 5-11-1985 μεταβίβασης τμήματος από μείζον ακίνητό του προς αυτήν, να μην αποδεικνύεται, ότι η αίτηση αφορούσε το επίδικο τμήμα, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την ύπαρξη κοινοτικών εκτάσεων στην ευρύτερη περιοχή και δη όμορων σε ιδιοκτησία του Κ.

Χ., ο οποίος, κατά τα εκτιθέμενα στο ίδιο μεταβιβαστικό συμβόλαιο της 5-11-1985, είχε διατηρήσει στην κυριότητά του αγροτικές εκτάσεις κείμενες νότια και δυτικά της έκτασης που πώλησε τότε στην πρώτη εναγόμενη. Εξάλλου και στο .../26-11-1918 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Βόλου Αποστόλου Τσικρίκη, ήτοι στο νόμιμο τίτλο απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, γίνεται λόγος ότι το εκεί περιγραφόμενο "αγρόκτημα" συνορεύει και με "κοινοτικόν" (ακίνητον).

Περαιτέρω, το γεγονός ότι η επίδικη έκταση συνιστά το φυσικό πρανές αγροτικής οδού, της οποίας η κυριότητα δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους, ότι ανήκει στον αναιρεσίβλητο Ο.Τ.Α., συνάγεται ιδίως από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από αμφότερα τα διάδικα μέρα φωτογραφίες. Το γεγονός δε ότι το φυσικό αυτό πρανές αποτελούσε βοσκότοπο, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, προκύπτει, ιδίως από τις διαλαμβανόμενες στα 139/2005 και 12/2003 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου καταθέσεις του Α.

Κ.. Η βασιμότητα αυτών ενισχύεται όχι μόνο από τη μορφολογία της επίδικης έκτασης, όπως εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, αλλά ιδίως και από τις αεροφωτογραφίες των ετών 1973 και 1988, καθώς στην πρώτη από αυτές είναι εμφανής η διάκριση της καλλιεργούμενης έκτασης μετέπειτα ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων από την επίδικη, που εμφανίζεται με πιο σκούρο χρώμα, αποδεικνύοντας έτσι τη διαφορετική χρήση γης από εκείνη του ακινήτου των αυτών, ενώ στη δεύτερη από αυτές είναι διακριτή η ανάπτυξη θαμνώδους βλάστησης στην επίδικη έκταση.

Αποδεικτική της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στο επίδικο είναι και η από 15-1-2003 γνωμοδότηση του Τοπικού Συμβουλίου Άνω Βόλου, όπου με σαφήνεια ο Πρόεδρος αυτού Ζ. Δ. εκθέτει, ότι με την άποψη του Τοπικού Συμβουλίου ότι το καταπατούμενο από την Ε. Κ. συνιστά δημοτική έκταση, συμπίπτουν και οι μαρτυρίες όλων των εν ζωή προγενεστέρων κοινοταρχών της πρώην Κοινότητας Άνω Βόλου.

Η ανωτέρω κρίση δεν κλονίζεται από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο και δη ούτε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων Δ. Β. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε από τις διαλαμβανόμενες στα 139/2005 και 12/2003 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου, αντίστοιχα, καταθέσεις του Ι.

Χ., που υποστήριξαν μεν ότι το πρανές ανήκει στους αναιρεσείοντες, ωστόσο κανένας από αυτούς δεν κατέθεσε οτιδήποτε για ανυπαρξία βοσκήσιμης έκτασης του αναιρεσιβλήτου στην κρίσιμη περιοχή. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τα διαλαμβανόμενα στις 128 και 129/10-2-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Βόλου, όπου οι αυτοί Δ.

Β. και Ι. Χ. αντίστοιχα, αναφέρθηκαν και πάλι στη δική τους νομική εκτίμηση για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, και πάλι όμως χωρίς καμία αναφορά στην ύπαρξη ή μη βοσκήσιμων εκτάσεων στην κρίσιμη περιοχή. Στην έκθεση φωτοερμηνείας του που συνέταξε το Φεβρουάριου του έτους 2003 ο Α. Σ., υποστηρίζει μεν ότι από τις ίδιες αεροφωτογραφίες, ο ίδιος συμπεραίνει, ότι στο "επίδικο κατάντη τμήμα του χωματόδρομου" (όπως το χαρακτηρίζει) δεν γινόταν καμία άλλη χρήση νομής, όπως βοσκή ζώων κ.λπ., πλην όμως η ερμηνεία του αυτή δεν κλονίζει την άνω δικανική πεποίθηση, ακριβώς διότι στις πλέον ευκρινείς αεροφωτογραφίες των ετών 1973 και 1988 είναι διακριτή η διαφορετική χρήση γης του επιδίκου από αυτή της υπόλοιπης έκτασης που αναμφισβήτητα ανήκει στους αναιρεσείοντες.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται ούτε από την 15-11-2007 τεχνική έκθεση της Γ. Π. - Ζ., καθώς αυτή περιορίζεται σε απλή υποστήριξη των θέσεων των αναιρεσειόντων, χωρίς καμία μνεία στην ύπαρξη ή μη βοσκοτόπων στην κρίσιμη περιοχή. Μάλιστα, ουδόλως πειστική γίνεται η έκθεση αυτή και οι σύστοιχες υποστηριζόμενες από αυτή αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, ότι η πραγματική έκταση του ακινήτου τους είναι 4.514,17 τ.μ.

και όχι 4.019,00 τ.μ., η δε διαφορά των 495,17 τ.μ. οφείλεται σε νεότερη και ακριβέστερη καταμέτρησή του, διότι δεν είναι δυνατόν στην πρώτη εμβαδομέτρηση της ίδιας Τοπογράφου Μηχανικού το έτος 1985 το βόρειο σύνορο της τότε αγοραζόμενης έκτασης να είχε μετρηθεί με συνολικό μήκος (29,56 + 33,55 =) 63,11 μ., και στην επιγενόμενη μέτρηση της ίδιας το έτος 1998 το ίδιο βόρειο σύνορο να έχει μετρηθεί με συνολικό μήκος (7,33 + 22,24 + 12,69 + 20,83 + 18,14 =) 81,23 μ., ήτοι μεγαλύτερο κατά 18,12 μ., η δε νότια πλευρά να έχει μετρηθεί 61,17 μ.

και 63,77 μ. αντίστοιχα, ήτοι μεγαλύτερη κατά 2,60 μ. στη δεύτερη μέτρηση. Θα μπορούσε βάσιμα να γίνει λόγος για σφάλμα μέτρησης στις δύο επιμέρους βόρειες πλευρές και για ακριβέστερη μέτρηση αυτών αντί 29,56 μ. σε (7,33 + 22,24 =) 29,57 μ. και αντί 33,55 μ. σε (12,69 + 20,83 =) 33,52 μ., ωστόσο είναι περισσότερο από προφανές ότι τα 18,14 μ.

της τελευταίας μέτρησης δεν αφορούν σε ακριβέστερη καταμέτρηση, αλλά σε ισομήκη επέκταση της βόρειας πλευράς, εντός της επίδικης έκτασης, κατά τρόπο που να τη χωρίζει σε δύο τμήματα, αυτό έκτασης 495 τ.μ. περίπου, το οποίο εμπεριέχεται και στο τοπογραφικό διάγραμμα του 1998, και το υπόλοιπο έκτασης 684 τ.μ. περίπου, που μολονότι δεν εμπεριέχεται εντός των ορίων του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος, έχει περιφραχθεί προς ανατολάς από τους αναιρεσείοντες και έτσι έχει καταπατηθεί, ομοίως, από αυτούς.

Ομοίως, και η καταμέτρηση της νότιας πλευράς μεγαλύτερης κατά 2,60 μ. δεν μπορεί να αποδοθεί σε σφάλμα καταμέτρησης, όπως, ενδεχομένως, θα μπορούσε να γίνει αν, ενώ παρέμεναν ίδιες ή με ελάχιστες αποκλίσεις οι πλευρικές διαστάσεις, υπήρχε διαφορά στο εμβαδόν λόγω εσφαλμένου υπολογισμού του. Εξάλλου, και στο 8.376/17-12-1998 έγγραφο του Δασαρχείου Βόλου γίνεται σαφής μνεία, ότι κατόπιν της από 10-4-1998 αίτησης της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας εκδόθηκε η 5.064/14-9-1998 πράξη χαρακτηρισμού, με την οποία έκταση 4.019,24 τ.μ.

και όχι 4.514,17 τ.μ. χαρακτηρίστηκε ως γεωργική. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί, ότι το υποστηριζόμενο από το μάρτυρα των εναγομένων Δ. Β., που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και τον Ι. Χ. στην κατάθεσή του που διαλαμβάνεται στα 139/2005 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Βόλου και στα 12/2003 πρακτικά της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου περί αναφοράς στον τίτλο κτήσης της πρώτης αναιρεσείουσας σε αγορά 4 και όχι 4,5 στρεμμάτων για φορολογικούς λόγους ελέγχεται ως αντιφατικό με την παραπάνω θέση των αναιρεσειόντων, καθόσον είτε η πρώτη αναιρεσείουσα θα γνώριζε από το 1985, ότι η αληθής έκταση του ακινήτου που αγόραζε ήταν 4,5 στρέμματα περίπου είτε δεν θα το γνώριζε και αυτό θα προέκυψε από νέα καταμέτρηση.

Αναφέρεται, βέβαια, ήδη στον τίτλο κτήσης της πρώτης αναιρεσείουσας του έτους 1985, ότι το ακίνητο που τότε αγόραζε συνορεύει ανατολικά με οδό και όχι με δημοτική έκταση, ενώ και, σε καμία άλλη πλευρά του δεν γίνεται μνεία ότι συνορεύει με δημοτική έκταση. Ωστόσο, ούτε η άνω περιγραφή συνόρων κλονίζει τη δικανική πεποίθηση που έχει σχηματιστεί.

Ειδικότερα, στο ίδιο συμβόλαιο του έτους 1985 γίνεται μνεία, ότι το τότε μεταβιβαζόμενο ακίνητο συνόρευε βόρεια εν μέρει με ρέμα και εν μέρει με οδό, περιγραφή που δεν ακολουθείται από το μεταγενέστερο συμβόλαιο του έτους 1998, όπου αναφέρεται ότι το κατά ψιλή κυριότητα μεταβιβαζόμενο ακίνητο συνόρευε βόρεια με πρανές χάνδακα, ενώ ανατολικά συνέχιζε να συνορεύει με οδό.

Η διαφορά αυτή στην περιγραφή του αντικειμένου της κάθε συμβολαιογραφικής πράξης δεν είναι τυχαία και η εξήγησή της αντικατοπτρίζει την ουσία της επίδικης διαφοράς. Συγκεκριμένα, κατά την περιγραφή του έτους 1985, καθώς τόσο η βόρεια πλευρά Ζ-Η-Θ μήκους 33,55 μ. όσο και η ανατολική Θ-Ι-Κ μήκους 61,03 μ. συνιστούσαν τη βάση του φυσικού πρανούς της πλησιόχωρης αγροτικής οδού και δεδομένου, ότι κατά κανόνα, τηρούμενο και στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα πρανή είναι κοινόχρηστα εξίσου με τις οδούς, επιλέχθηκε το μεταβιβαζόμενο ακίνητο να περιγραφεί, ότι συνορεύει και βόρεια (εν μέρει) και ανατολικά με οδό, ενώ κατά κυριολεξία αυτό συνόρευε βόρεια (εν μέρει) και νότια με το πρανές κοινόχρηστης αγροτικής δημοτικής οδού, ούτως ώστε να καταλειφθεί περιθώριο για μετέπειτα επέκταση των ορίων του ακινήτου μέχρι την οδό αυτή.

Όταν δε το έτος 1998 η κατάληψη αυτή ήταν άμεσα επικείμενη και προαποφασισμένη, επιλέχθηκε ο εξοβελισμός της οδού ως βορείου συνόρου του ακινήτου των αναιρεσειόντων και η αναφορά ως τέτοιου μόνο του πρανούς χάνδακα, επιλογή που καταλείπει και περιθώρια για περιορισμό και του πρανούς του μη οριοθετημένου ρέματος.

Επίσης, οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να στηρίξουν τη βασιμότητα των αιτιάσεών τους, ότι η επίδικη έκταση και ιδίως (ακριβέστερα) το τμήμα αυτής, έκτασης 495 τ.μ. περίπου, που εμπεριέχεται στο τοπογραφικό διάγραμμα της Γ. Π. - Ζ. του έτους 1998, ανήκε ανέκαθεν στους ίδιους και τους δικαιοπαρόχους τους, στα 1/25-1-1968 πρακτικά συνεδριάσεως του Κοινοτικού Συμβουλίου Άνω Βόλου, με τα οποία εγκρίθηκε αίτηση του Κ.

Χ. για διάνοιξη της υπάρχουσας αμαξιτής οδού από τη Γέφυρα της Άλλης Μεριάς και μέχρι του κτήματος πρώην Ε. Π. προκειμένου να μπορεί να διέλθει αυτοκίνητο και δεδομένου ότι αυτό θα ωφελούσε τα απερχόμενα της οδού κτήματα. Ωστόσο, η ύπαρξη απερχομένων της οδού κτημάτων δεν αποκλείει την εκεί ύπαρξη κοινοτικών εκτάσεων και δη βοσκοτόπων, ούτε ασυνήθιστο είναι μια αμαξιτή οδός να διασχίζει κάποιο βοσκότοπο.

Υποστηρίζουν, ακόμα, οι αναιρεσείοντες, ότι η πεζούλα στην οποία αναφέρονται οι διαλαμβανόμενες στα 139/2005 και 12/2003 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Βόλου και της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Βόλου, αντίστοιχα, καταθέσεις του Α. Κ. δεν ήταν στη βάση του πρανούς, αλλά στην κορυφή του, σε επαφή με την άνω οδό και επ' αυτής αναγέρθηκε το ήδη υφιστάμενο τοιχίο περίφραξης.

Ωστόσο, ούτε από όσα κατέθεσε σχετικά ο μάρτυράς τους Δ. Β. ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε από τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από αυτούς αποδεικτικά μέσα, προκύπτει κάτι τέτοιο, καθώς ιδίως από τις υπ' αριθ. 4 και 5 φωτογραφίες, που εμπεριέχονται στην άνω έκθεση φωτοερμηνείας, η λιθοδομή που εμφανίζεται ως βάση του με τσιμεντόλιθους τοιχίου περίφραξης των αναιρεσειόντων προβάλλει όχι προϋφιστάμενη, αλλά σύγχρονη του τοιχίου, όπως ιδίως οι σε αυτή ογκόλιθοι μαρτυρούν.

Εξάλλου, και η λιθοδομή που εικονίζεται στη φωτογραφία με αριθμό 5 που οι αναιρεσείοντες προσκομίζουν με σήμανση δείκτη, ότι πρόκειται για την εν λόγω πέτρινη πεζούλα, δεν υποδηλώνει αυτό που υποστηρίζουν αυτοί, καθώς πρόκειται για λιθοδομή εξολοκλήρου, έστω και ελάχιστα, υπό την επιφάνεια του εδάφους και όχι υπερκείμενη αυτού, όπως θα συνέβαινε, αν επρόκειτο για υπολείμματα παλαιότερης πεζούλας, κάτι το οποίο αντίθετα συμβαίνει με τους λίθους που εικονίζονται συσσωρευμένοι σε σειρά προεξέχουσα του εδάφους στην εμπεριεχόμενη στην άνω έκθεση φωτοερμηνείας με αριθμό 1 φωτογραφία, κατά τρόπο που προσήκει σε υπολείμματα ανθρωπογενούς κατασκευής και όχι σε τυχαία σύμπτωση φερτών υλικών.

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος Ο.Τ.Α. απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτακτης με συνδρομή των στοιχείων της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, ως τμήμα κοινόχρηστης βοσκήσιμης γαίας, την οποία διέσχιζε αγροτική δημοτική οδός, το φυσικό πρανές της οποίας και αποτελούσε εδαφολογικά, χωρίς έκτοτε να την απωλέσει.

Σημειωτέον, ότι την κυριότητα της ίδιας έκτασης ως βοσκήσιμης γαίας θα μπορούσε να αποκτήσει και υπό τους όρους του άρθρου 12 § 4 Ν. ΔΝΖ/1912, όπως αυτό ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 1 Ν. ...8/1922, ως άλλοτε εθνικό βοσκήσιμο τόπο εντός των διοικητικών του ορίων περιερχόμενο στην κυριότητά του δυνάμει της άνω διάταξης.

Αβασίμως δε ισχυρίζονται οι ήδη αναιρεσείοντες, ότι πρόκειται για έκταση δικής τους κυριότητας, ισχυρισμό που εντοπίζεται κυρίως σε τμήμα έκτασης 495 τ.μ. περίπου από την όλη επίδικη έκταση, που αποτυπώνεται εντός των ορίων του ακινήτου αυτών, όπως αυτό τοπογραφήθηκε το έτος 1998, ενώ ούτε προέκυψε νομή των δικαιοπαρόχων τους στην επίδικη έκταση (στο σύνολο ή σε μέρος της) σε τέτοια έκταση χρόνου που να έχει συμπληρωθεί χρόνος χρησικτησίας μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.δ. 31/1968, δεδομένου ότι αποκλείεται μεταγενέστερα η νομή τρίτου επί δημοτικής έκτασης, ακόμα και αν δεν ασκούνται πράξης νομής από τον επιχώριο Ο.Τ.Α." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι o ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Δήμος απέκτησε την κυριότητα της επίδικης έκτασης με συνδρομή των στοιχείων της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας ως τμήμα κοινόχρηστης βοσκήσιμης γαίας, την οποία διέσχιζε αγροτική δημοτική οδός, το φυσικό πρανές της οποίας και αποτελούσε εδαφολογικά, χωρίς έκτοτε να την απωλέσει, και ότι ειδικότερα για τη μείζονα έκταση, στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη, τόσο η γενιά που ζούσε, κατά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), όσο και η προηγούμενή της, γνώριζαν, κατά τρόπο που η συλλογική αυτή μνήμη αναγόταν χρονικά και πριν το έτος 1866, ότι επρόκειτο για έκταση προοριζόμενη για την κοινή χρήση των κατοίκων του οικισμού με τη βόσκηση σε αυτή ζώων, χρήση γης που διατηρήθηκε μέχρι και τις αρχές τουλάχιστον της δεκαετίας του 1990, και ότι ουδόλως αποδείχθηκε οποιαδήποτε νομή των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων στο σύνολο ή σε μέρος της επίδικης έκτασης για τόσο χρονικό διάστημα, ώστε να έχει συμπληρωθεί χρόνος χρησικτησίας μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.δ/τος 31/1968.

Κατόπιν τούτου, το άνω δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 966, 967, 968, 971, 1094 ΑΚ, του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου ν.3 Πανδ. 43, 7, ν. 6 παρ. 2 Πανδ. 34.2, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39. 3 και ν. 28 Πανδ. 22, 3 και του άρθρου 1 του οθωμανικού νόμου περί γαιών της 7 Ραζαμάν 1274/1856, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, οι συναφείς δεύτερος λόγος της αναίρεσης, καθώς και οι δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, τέταρτος, και έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 ν. δ/τος 31/1968, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 62 ν. 1416/1984, ως προς τα ακίνητα των Δήμων και των Κοινοτήτων εφαρμόζεται η νομοθεσία που ισχύει εκάστοτε για την προστασία της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου εκτός από τα άρθρα 8 έως 20 του αναγκαστικού νόμου 1539/1938. Επομένως, εφαρμόζεται το άρθρο 2 του α.ν. 1539/1938, κατά το οποίο τα ακίνητα του Δημοσίου και κατ' επέκταση και των Δήμων και Κοινοτήτων, είναι ανεπίδεκτα νομής τρίτου και γι' αυτό τα ακίνητα αυτά εξαιρούνται και είναι ανεπίδεκτα χρησικτησίας τακτικής ή έκτακτης.

Η διάταξη αυτή προϋποθέτει, ότι οι Δήμοι είναι κύριοι των εξαιρουμένων της χρησικτησίας ακινήτων πραγμάτων. Επίσης, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938, κατά την οποία "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν. Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμένη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμιμον συνέπειαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε, κατά τους προϊσχύσαντας νόμους".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968. Κατά συνέπεια, επί των ακινήτων αυτών είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον, που τα διεκδικεί, για την οποία απαιτείται, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, ανεπίληπτη νομή επί τριάντα (30) έτη και υπό τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 1045 αυτού, συνεχής νομή επί είκοσι (20) έτη, με την προϋπόθεση ότι αυτή (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι 2-12-1968, οπότε άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών ενώπιον των νόμων αλλά και η έναντι τούτων ισότητα του νόμου, δεσμεύοντας έτσι και το νομοθέτη, ο οποίος, στη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων και κατηγοριών προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετική τούτων μεταχείριση, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας εν γένει διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση αυτών δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων, υπόκειται στον έλεγχο του δικαστηρίου.

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που μαζί με την σύμβαση κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγωσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίον, προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Επιδιώκεται δηλαδή με τη διάταξη αυτή η προστασία της περιουσίας του φυσικού ή νομικού προσώπου από κάθε στέρηση. Η προστασία, όμως, που παρέχεται με τις διατάξεις αυτές δεν είναι απόλυτη, διότι είναι επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών, εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημόσιου ή κοινωνικού συμφέροντος.

Συνεπώς, η άνω διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 ν. δ/τος 31/1968, δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, όπως επίσης η ίδια ρύθμιση δεν είναι αντίθετη ούτε προς τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού και το Πρωτόκολλο αυτό ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει και η προστασία της ακίνητης περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως. Επομένως, οι τρίτος λόγος της αναίρεσης, καθώς και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να δεχτεί, ότι οι δικαιοπάροχοί τους δεν έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν αποδείχθηκε νομή αυτών σε τέτοια έκταση χρόνου, ώστε να έχει συμπληρωθεί χρόνος χρησικτησίας μέχρι την έναρξη ισχύος του ν.δ. 31/1968 (2-12-1968), και κατόπιν τούτου να απορρίψει την ένστασή τους περί ιδίας κυριότητας, είναι αβάσιμοι και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, προκύπτει, ότι ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο, όταν η παραβίαση αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και όχι, όταν το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο (Ολ.ΑΠ 5/2003, Ολ.ΑΠ 3/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί έφεσης αυτών κατά της 137/2006 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή τους για καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δέχτηκε ότι το τελευταίο, δηλαδή το Ειρηνοδικείο, ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει την υπόθεση, ενώ αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, ήταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Όμως, η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με τη δική του αρμοδιότητα να επιληφθεί της έφεσης, και, επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-3-2010 αίτηση της Ε. Κ. του Μ. κλπ, για αναίρεση της 177/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε ως Εφετείο, καθώς και το από 16-3-2011 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων της.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ