Legislator Case Law & Legislation
1728/2010 AI generated

1728/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1728/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1728/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...", αφού η διάταξη αυτή του αρθ. 48 §3 ν. δ. 496/1974 και η καθιερουμένη με αυτήν βραχυπρόθεσμη παραγραφή δεν εμποδίζει τους διαδίκους να παρουσιάσουν όλους τους ισχυρισμούς που θεωρούν πρόσφορους για την υποστήριξη των απόψεων και των συμφερόντων τους, ούτε συνεπάγεται στέρηση ή αποκλεισμό δικονομικών δικαιωμάτων (πρβλ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1728 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1728/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: (10). Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο, που δήλωσε ότι οι αναιρεσείοντες παραιτούνται του δικογράφου της αίτησής τους για τους 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οιονεί καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον 1ο βαθμό δικαιοδοσίας δεύτερης εταιρείας. Το 1ο των αναιρεσιβλήτων εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Τσαμούρη. Οι 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη, υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου, παρέμβαση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα ΑΕ". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 300/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6799/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-4-2009 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 7-4-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Βαρβάρας Κριτσωτάκη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο πρώτος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του 1ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των αρθ. 294, 295 §1, 297, 299 και 573 §1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ολική ή μερική και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους, μπορεί να γίνει χωρίς την συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο είτε από τον κατ' αρθ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (αρθ. 94 §1, 96 §1, 98 ΚΠολΔ).

Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκταση της, κατάργηση της δίκης, είναι δε έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στην συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, μετ' αναβολή από την δικάσιμο της 20-4-2010, οι αναιρεσείοντες με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση του έχοντος σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου τους παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ένδικης από 16-4-2009 αίτησης για αναίρεση της 6799/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις απολειπόμενες 2η και 3η αναιρεσίβλητες (ανώνυμες εταιρείες), ως προς τις οποίες, επομένως, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη, ενώ εξάλλου, ανεξάρτητα από την παραίτηση αυτή, που αφορά την ιδιότητα τους ως αναιρεσιβλήτων, με την νομότυπη κλήτευσή τους για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 20-4-2010 (με αριθ. 10131Ε/2009 και 1472Β/2009 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Αθηνών Σ.Ρ.

και Σ.Μ. αντίστοιχα), κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής, εκπληρώθηκε και η υποχρέωση κλήσης αυτών στην συζήτηση της ένδικης αίτησης κατ' αρθ. 81 §3 ΚΠολΔ, αφού οι αναιρεσίβλητες αυτές είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου (ΕΟΤ) και ειδικότερα η 2η (με την τότε επωνυμία της) στην πρωτοβάθμια δίκη και η 3η ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΙΙ. (Α) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του α.ν. 1565/1950, όπως αυτός, μετά την συμπλήρωση και τροποποίηση του, κυρώθηκε με το ν. 1624/1951, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ) αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους με σκοπό την οργάνωση και προαγωγή του τουρισμού στην Ελλάδα. (Β) Με το άρθρο 44 §1 νδ 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "κάθε χρέος προς το νομικό πρόσωπο παραγράφεται, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του παρόντος, μετά από πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου βεβαιώθηκε", ενώ με το αρθ. 48 του ιδίου νδ.

ορίζεται, στην §1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ. είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος..." και στην §3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών, κατά δε το αρθ. 49 του ιδίου νδ.

η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου, άρθ.2 §2 του αυτού νομοθετήματος, συμπίπτει δηλ. με το ημερολογιακό), κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Σύμφωνα, τέλος, με το άρθρο 51 του ως άνω ν.δ. "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται μόνον:

α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών, β) Δια της υποβολής προς το νομικόν πρόσωπον αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας δια την αναγνώρισιν ή την πληρωμήν της απαιτήσεως Αρχής.

Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως...", από τις διατάξεις δε αυτές του τελευταίου αυτού άρθρου (51) συνάγεται ειδικότερα ότι για να διακοπεί η παραγραφή με την υποβαλλομένη στο νομικό πρόσωπο αίτηση, θα πρέπει να ζητείται με αυτήν η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή ν' αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που την θεμελιώνουν, απαιτείται, όμως, να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της συγκεκριμένης απαίτησης και την διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν την δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του ν.π.δ.δ.

ν' αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν την βασιμότητα της. Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του αρθ. 48 του νδ. 496/1974 ( το οποίο, όπως και τα αρθ. 44, 49 και 51 αυτού, εφαρμόζονται και επί του ΕΟΤ, καθόσον δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο μόνο του ΠΔ 1143/1977 διατάξεις των αρθ. 4, 5 §3, 6, 12, 13, 15-20, 24, 30-38, 40, 41, 42, 43 αυτού, από της εφαρμογής και μόνον των οποίων εξαιρείται ο ΕΟΤ), με την παρ. 3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή (λαμβανομένη υπόψη αυτεπαγγέλτως, αρθ. 52 εδ.

γ') ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. κατ' αυτών που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλ.

που πρόκειται για την αποκαλούμενη αποζημιωτική αγωγή (λόγω της παράλειψης οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου σύμφωνα με τα αρθ. 105 και 106 του ΕισΝΑΚ), τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. ισχύει η οριζόμενη από την παρ. 1 του ιδίου αρθ. 48 νδ. 496 1974 πενταετής παραγραφή.

Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του αρθ. 48 παρ. 3 του νδ. 496/1974 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το αρθ. 250 αριθ. 6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά και από τον οριζόμενο στο αρθ. 44 του ιδίου νδ.

χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων (πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Συνεπώς η διάταξη αυτή του αρθ. 48 παρ. 3 νδ. 496/1974 που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ. δεν αντίκειται: (1) Στην αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από την διάταξη του αρθ. 4 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΕΔ 9/2009). Ειδικότερα, από την διάταξη αυτή που ορίζει, ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 31/2007, 3/2006).

Με την θέσπιση, όμως, της ως άνω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. έναντι αυτού, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, δηλ. από την προαναφερθείσα ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών (ΟλΑΠ 31/2007), για τον ίδιο δε λόγο η ρύθμιση αυτή δεν θίγει ούτε την συναγόμενη από το άρθρο 20 του Συντάγματος αρχή της ισότητας των διαδίκων που συνιστά ειδική εκδήλωση και μορφή της ως άνω γενικής αρχής της ισότητας, ενώ εξάλλου δεν δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ.

ούτε σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα ν.π.δ.δ., αφού δικαιολογείται όχι μόνον από την ως άνω ανάγκη προστασίας της περιουσίας των ν.π.δ.δ. αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες, υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των ν.π.δ.δ. σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους (ΟλΑΠ 31/2007). (2) Στις διατάξεις: (α) του άρθρου 6 §1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης "δια την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το νδ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (αρθ. 28 παρ. 1 Συντάγματος), το οποίο ορίζει ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει...

επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως...", αφού η διάταξη αυτή του αρθ. 48 §3 ν. δ. 496/1974 και η καθιερουμένη με αυτήν βραχυπρόθεσμη παραγραφή δεν εμποδίζει τους διαδίκους να παρουσιάσουν όλους τους ισχυρισμούς που θεωρούν πρόσφορους για την υποστήριξη των απόψεων και των συμφερόντων τους, ούτε συνεπάγεται στέρηση ή αποκλεισμό δικονομικών δικαιωμάτων (πρβλ.

και απόφαση του ΕΔΔΑ της 25-6-2009 στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας, σε σχέση με την διάταξη του αρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 που καθιερώνει επίσης διετή παραγραφή για τις αντίστοιχες αξιώσεις κατά του Δημοσίου) και (β) του αρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το νδ. 53/1974 και έχει την αυτή αυξημένη ισχύ, το οποίο ορίζει "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους (παρ. 1). Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων (παρ. 2)".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το αρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Οι προπαρατεθείσες, όμως, υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του αρθ. 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα) και του αρθ. 1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής (που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου) παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών) και δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου, και δη να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους, όταν συντρέχουν, όπως στην περίπτωση αξιώσεων κατά ν.π.δ.δ., λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος που δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση, όπως άλλωστε το δικαίωμα αυτό του Κράτους αναγνωρίζεται ευθέως και από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ. 2 του αρθ. 1 του ως άνω Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΟλΑΠ 31/2007) (γ) του αρθ. 14 της ως άνω Σύμβασης (ΕΣΔΑ) που ορίζει ότι "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", αφού η θέσπιση της ως άνω βραχείας παραγραφής έγινε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος που ουδεμία σχέση έχουν με τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης. (3) Στις διατάξεις (α) του αρθ. 2 παρ. 3 α και β του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, αφού αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ότι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θ' αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως, στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν ούτε παρεμποδίζουν την άσκηση της (β) του αρθ. 14 παρ. 1 εδ.

α' του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος αρθ. 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο, την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητο και αμερόληπτο κλπ.) και για τους πιο πάνω αναφερόμενους λόγους και (γ) του αρθ. 26 του ίδιου Διεθνούς Συμφώνου που ορίζει ότι "Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου.

Ως προς το ζήτημα αυτό, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης", καθόσον η θέσπιση της ως άνω βραχυχρόνιας παραγραφής δικαιολογείται και υπαγορεύεται από τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, αφορά όλες αδιακρίτως τις αξιώσεις των προσώπων της ως άνω κατηγορίας (δηλ.

των υπαλλήλων ν.π.δ.δ.) και ουδεμία σχέση έχει με τα παραπάνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, ως εκ τούτου δε ουδόλως παραβιάζεται η καθιερουμένη ως άνω αρχή. Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από έφεση των ήδη αναιρεσειόντων, επί της από 20-6-2001 (και με αριθ.

έκθ. κατ. 1251/2001) αγωγής αυτών για την καταβολή οφειλομένων διαφορών αποδοχών που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1998, δέχθηκε με την προσβαλλομένη 6799/2008 απόφασή του, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσελήφθησαν από το εναγόμενο και τώρα (πρώτο) αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (ΕΟΤ) κατά τους εκεί αναφερόμενους χρόνους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για να εργασθούν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων Καζίνου (γκρουπιέ), ότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων από την εργασία τους αυτή, που γεννήθηκαν τα έτη 1997 και 1998, κατά του εναγομένου ΕΟΤ, ως αρχικού εργοδότη, υπόκεινται στην διετή παραγραφή και όχι σε πενταετή, ως μη απορρέουσες από αδικοπραξία, ως εκ τούτου δε ο σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων ήταν απορριπτέος (καθόσον αυτοί δεν επικαλέσθηκαν παράνομη παράλειψη των οργάνων του ΕΟΤ να εκδώσουν την αναγκαία διοικητική πράξη για την θεμελίωση των αποδοχών τους αλλά απλά μη συμμόρφωση αυτών σε δικαστικές αποφάσεις που δικαίωσαν υπαλλήλους του), ότι κατά συνέπεια οι ως άνω αξιώσεις τους είχαν παραγραφεί μέχρι την επίδοση στον ΕΟΤ της ένδικης αγωγής την 27-6-2001, ότι ειδικότερα (α) ως προς τις αξιώσεις του έτους 1997, με την επίδοση την 29-11-1997 στον εναγόμενο ΕΟΤ της κατ' αρθ. 51 ν.δ. 496/1974 αίτησης των εναγόντων προς πληρωμή της απαίτησης τους η παραγραφή άρχισε (μετά πάροδο εξαμήνου) την 29-5-1998 και συμπληρώθηκε την 29-5-2000 πριν και από την επίδοση ως άνω της αγωγής (β) ως προς τις αξιώσεις του έτους 1998 είχαν και αυτές παραγραφεί, καθόσον πριν από την επίδοση της αγωγής δεν υπάρχει διακοπτικό αυτής γεγονός, ο δε ισχυρισμός (αντένσταση) των εναγόντων, που προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προς απόκρουση της προταθείσας από το εναγόμενο ΝΠΔΔ ένστασης παραγραφής και επανέφεραν ενώπιον αυτού, περί διακοπής της παραγραφής αυτής με την επίδοση στον ΕΟΤ την 29-12-2000 της από 28-12-2000 (από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στο σημείο αυτό: 28-12-2002) εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησής τους, με την οποία ζητούσαν από τον εναγόμενο ΕΟΤ να καταβάλει σ' αυτούς τις οφειλόμενες μισθολογικές διαφορές, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η διακοπή της παραγραφής επέρχεται σύμφωνα με το αρθ. 51 ν.δ. 496/1974, δηλ.

μόνο με τους ειδικά για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ τρόπους, μεταξύ των οποίων δεν είναι η εξώδικη διαμαρτυρία, με βάση δε τα παραπάνω απέρριψε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, δέχθηκε την ένσταση παραγραφής και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε για τον λόγο αυτόν την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων.

Με την κρίση του αυτή το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών: (Α) Καθόσον δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή σε ορθό αποτέλεσμα κατέληξε ως προς τον χρόνο παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων και ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αρθ. 48 ν.δ. 496/1974 μη δεχθέν ότι αυτές είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς τις διατάξεις των 4 §1 και 20 του Συντάγματος, 6 §1, 14 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 §3 α και β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τις οποίες επίσης δεν παραβίασε και επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το αρθ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ εξάλλου δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της κρινόμενης αίτησης στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προκειμένου να κρίνει, εάν οι διατάξεις του αρθ. 48 του ν.δ. 496/1974 αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ύστερ' από την έκδοση της από 25-6-2009 απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Ζουμπουλίδης κατά της Ελλάδος (με την οποία κρίθηκε ότι η διάταξη του αρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 που επίσης καθιερώνει ως προς τις αντίστοιχες αξιώσεις κατά του Δημοσίου διετή παραγραφή παραβιάζει το αρθ. 1 του ως άνω Πρωτοκόλλου), καθόσον το Τμήμα τούτο δεν κρίνει αντισυνταγματικές τις διατάξεις του αρθ. 48 ν.δ. 496/1974 (αρθ. 100 §5 του Συντάγματος, 563 §2 ΚΠολΔ) και επομένως το συναφές αίτημα των αναιρεσειόντων που υποβλήθηκε με τις προτάσεις τους πρέπει ν' απορριφθεί. (Β) Καθόσον, όμως, απέρριψε την αντένσταση παραγραφής, δεχθέν ότι η παραγραφή των αξιώσεων των αναιρεσειόντων δεν διακόπηκε με την επίδοση στο αναιρεσίβλητο της από 28-12-2000 διαμαρτυρίας, με την ως άνω αιτιολογία (που αφορά ειδικά, όπως και στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται τις αγωγικές αξιώσεις που γεννήθηκαν εντός του 1998), δηλ.

ότι "η διακοπή της παραγραφής επέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 51 ν.δ 496/1974 δηλ. μόνο με τους ειδικά για το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ) προβλεπόμενους τρόπους, μεταξύ των οποίων δεν είναι η εξώδικη διαμαρτυρία", παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 51 ν.δ. 496/1974, η οποία για την διακοπή της παραγραφής προβλέπει, μεταξύ άλλων, και "αίτηση", με την ουσιαστική έννοια του όρου, για την πληρωμή της απαίτησης, ανεξάρτητα από την ειδικότερη μορφή και ονομασία που δίνουν οι επιδιώκοντες την διακοπή της παραγραφής στο σχετικό έγγραφο, άρα ουδόλως αποκλείει την υποβολή τέτοιας αίτησης και την συνακόλουθη διακοπή της παραγραφής, με την μορφή της εξώδικης διαμαρτυρίας, εφόσον με αυτήν ζητείται και η πληρωμή ορισμένης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, απαίτησης.

Επομένως, πρέπει κατά μερική παραδοχή του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης από το αρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, μόνο καθόσον μέρος της απέρριψε την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής ως προς τις αξιώσεις του έτους 1998 (οι αξιώσεις του 1997 είχαν παραγραφεί, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, σε κάθε περίπτωση και με οποιανδήποτε εκδοχή), να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580 §3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί το (1°) αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη την δίκη επί της από 16-4-2009 αίτησης αναίρεσης μεταξύ των αναιρεσειόντων και των 2ης (ανώνυμης εταιρείας "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ") και 3ης (ανώνυμης εταιρείας "Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ") των αναιρεσιβλήτων.

Αναιρεί την 6799/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της ως προς το (1°) αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού" (ΕΟΤ).

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το ως άνω αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ (ΕΟΤ) σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων που ορίζει σε χίλια τετρακόσια (1.400) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ