Legislator Case Law & Legislation
1728/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property rights claim, citing lack of legal basis and abuse of rights.

Case Number 1728/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The appellants argued that the respondent's actions constituted an abuse of rights due to the long delay and the potential collapse of the building if the annexes were removed. The court rejected these claims, ruling that the appellants failed to prove the necessary conditions for abuse of rights and that the lower court's reasoning was legally sound.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1108 of the Civil Code and 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; The right to claim removal of property infringement requires proof of ownership and specific circumstances, and an appeal fails if the lower court's reasoning lacks a legal basis or if the alleged abuse of rights is not substantiated by required elements.

Keywords

AI generated
abuse of rights property ownership legal basis civil procedure appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 1108 of the Civil Code
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1728 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1728/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..., 2. ... και 3. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Νικολέρη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημοσθένη Βαρδαβούλια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/1999 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας λόγω αρμοδιότητας, 385/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας και 637/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-2-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 6-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1108 Α.Κ, κατά την οποία, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον, προκύπτει ότι θεμελιωτικό στοιχείο της αρνητικής αγωγής, το οποίο πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο ενάγων, είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος, η οποία προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση.

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αιτιολογίες, ούτε αν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια.

Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, αυτό έφερε ο αντίδικος του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.

Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, ήτοι εκείνου που προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσης του πραγματικών γεγονότων, με την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 Ι του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο.

Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικώς με την ένδικη αρνητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ότι με την 120/1992 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε επί αρνητικής αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, τον οποίο και διαδέχθηκαν στη δίκη εκείνη οι τελευταίοι μετά τον θάνατό του, κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, μήκους 20μ., πλάτους 1,80 μ., και εμβαδού 36 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας ...

και συνορεύει όπως στην απόφαση αναφέρεται, περιλαμβάνεται στον τίτλο κυριότητας του ήδη αναιρεσιβλήτου, ήτοι στο δωρητήριο συμβόλαιο της μητέρας του και ότι, επομένως, αυτός τυγχάνει κύριος της εδαφικής αυτής λωρίδας. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, ..., από το έτος 1980 και εντεύθεν, καθ' υπέρβαση της ...οικοδομικής άδειας, προέβη στην βορειοδυτική (πίσω) πλευρά της περιγραφόμενης στην απόφαση τριώροφης οικοδομής, που συνορεύει με το άνω ακίνητο του ενάγοντος, στην κατασκευή, α) ενός εξώστη στο ισόγειο, διαστάσεων 0,96 χ 3,45 μ., β) στην κατασκευή μίας ισόγειας αποθήκης 5,37 τ.μ, που εμποδίζει τον ενάγοντα να ασκήσει πλήρως τα εκ της κυριότητας του απορρέοντα δικαιώματα στην έκταση των 5,37 τ.μ. (χρήση, καλλιέργεια, κλπ) που αυτή καταλαμβάνει από την ως άνω εδαφική λωρίδα των 36 τ.μ., γ)στην κατασκευή ενός εξώστη του δευτέρου ορόφου, διαστάσεων 4,70 χ 1 μ.

και δ) στην κατασκευή δύο εξωστών, συνέχεια της πλάκας του τρίτου ορόφου, διαστάσεων 3,70 χ 1 μ., και 2 χ 1 μ. Οι άνω εξώστες και η αποθήκη βρίσκονται στην πλευρά της ανωτέρω οικοδομής των εναγομένων, από όπου αυτή συνορεύει (έχει πρόσοψη) προς το ως άνω ακίνητο του ενάγοντος, είναι δε κτισμένες εις τρόπο ώστε να επεκτείνονται εντός της ως άνω εδαφικής λωρίδας των 36 τ.μ., ιδιοκτησίας του ενάγοντος, διαταράσσοντας κατά τον τρόπο αυτό το δικαίωμα κυριότητάς του.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως βάσιμη την ένδικη αρνητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του, συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας του ενάγοντος - ήδη αναιρεσιβλήτου, επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας τόσο κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (1996) όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησης αυτής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (2003), η οποία επιτρέπει τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1108 ΑΚ, που εφαρμόσθηκε, αφού, ειδικότερα δέχθηκε, ότι με την 120/1992 απόφαση του Εφετείου Θράκης, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα, ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα και ότι το δικαίωμά του αυτό προσβάλλεται, από το έτος 1980 και εφεξής, από τους αντιδίκους του, με την κατασκευή και διατήρηση των προαναφερθέντων κτισμάτων, τα οποία παρεμποδίζουν τη χρήση, καλλιέργεια του εδαφικού αυτού τμήματος από εκείνον.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, από το αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από την αυτή ως άνω διάταξη, με τον οποίο προβάλλεται περαιτέρω έλλειψη νόμιμης βάσης της πληττόμενης απόφασης γιατί, ενώ οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες πρόβαλαν στο Εφετείο τον ισχυρισμό, ότι ο ενάγων μεταβίβασε το επίδικο ακίνητο πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, το έτος 1994, στον υιό του Μ1, δεν περιέχονται παραδοχές του Εφετείου πως ο εν λόγω διάδικος διατήρησε την κυριότητα επ' αυτού κατά τους ανωτέρω αναφερόμενους χρόνους, είναι απαράδεκτος, διότι οι ελλείψεις που με αυτόν αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε το Δικαστήριο της ουσίας από αυτές, αναφορικώς με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, της κυριότητας του ενάγοντος επί του επιδίκου, οι οποίες δεν θεμελιώνουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, αφού το πόρισμα του Εφετείου ως προς το ζήτημα αυτό εκτίθεται με σαφήνεια.

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρ. 559 αριθ.13 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ορισμών του νόμου ως προς το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης της κυριότητας του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο ενάγων, που σύμφωνα με το άρθρο 1018 ΑΚ, έφερε, προς ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής του, το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης του κρίσιμου αυτού γεγονότος, της κυριότητας του επί του επίδικου, ανταποκρίθηκε στην υποχρέωση του αυτή.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, εκείνες δηλαδή που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη, όχι δε σε ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου, όπως είναι και η νομιμοποίηση των διαδίκων (άρθρ.68 ΚΠολΔ), η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικώς με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 προβλεπόμενο λόγο. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αρνητική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, αφού, ο εν λόγω διάδικος, κατά τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής δεν ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου, το οποίο είχε ήδη μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή στον υιό του Μ1, και συνεπώς δε νομιμοποιούνταν ενεργητικώς σε άσκηση αυτής, είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη πλημμέλεια αφορά ουσιαστικό και όχι δικονομικό απαράδεκτο.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και οι λόγοι έφεσης.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα, με την έννοια της παραπάνω διάταξης, οι ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. Στην υπόθεση που κρίνεται οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλουν ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αναφερόμενο ισχυρισμό, που προτάθηκε από αυτούς προς απόκρουση της ένδικης αρνητικής αγωγής, περί ελλείψεως κυριότητας του ενάγοντος - ήδη αναιρεσιβλήτου επί του επίδικου ακινήτου.

Ο λόγος αυτός είναι προέχοντος απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του θεμελιωτικού της αγωγής περιστατικού, της κυριότητας του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, και επομένως δεν θεωρείται "πράγμα", κατά την έννοια που εκτέθηκε, ώστε η μη λήψη υπόψη αυτού από το δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσής.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει αντίθετα, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, τα οποία ανάγονται στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του υπόχρεου, από τα οποία γεννάται στον τελευταίο ευλόγως η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που τείνει σε ανατροπή μίας κατάστασης που δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα να συνεπάγεται, όχι αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειας για τον υπόχρεο, αλλά έστω δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ένσταση των εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος, διότι τα επικαλούμενα προς θεμελίωση της ένστασης αυτής περιστατικά, ότι δηλαδή με την κατάργηση των παραθύρων και θυρών θα καταστούν αχρησιμοποίητα πολλά δωμάτια των οικιών τους και θα αχρηστευθεί όλη η οικοδομή, αν αχρηστευθεί ο βόθρος, που βρίσκεται εκτός του επιδίκου και ότι η έκταση που καταλαμβάνουν οι επίδικες κατασκευές είναι μηδαμινή σε σχέση με την όλη έκταση του ακινήτου του ενάγοντος (4.000 τ.μ), η δε ένδικη αγωγή ασκείται μετά 30 έτη, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, καθόσον οι εναγόμενοι δεν επικαλούντο, για την θεμελίωση της ένστασης αυτής, και άλλα περιστατικά, που απαιτούντο προς τούτο, όπως προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, που να δημιουργεί στους υπόχρεους εύλογα την πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, οικονομικές συνέπειες για τον υπόχρεο, ώστε τελικώς να κρίνεται επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το αρθρ.559 αριθ. 1 περ.α ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 281ΑΚ, καθόσον, πέραν των ανωτέρω περιστατικών, που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ότι περιέχονταν σ' αυτά προς θεμελίωση της ένστασης αυτής των εναγομένων, στα δικόγραφα αυτά, περιέχονταν, προς θεμελίωση της εν λόγω ένστασης, και άλλα περιστατικά, ήτοι ότι οι κατασκευές (εξώστες), την καθαίρεση των οποίων ζήτησε ο ενάγων με την ένδικη αγωγή, κατασκευάσθηκαν το έτος 1967, η αποκαθήλωσή τους θα παρασύρει σε πτώση ολόκληρη την οικοδομή, αφού η συνοχή του κτιρίου είναι ενιαία και η στατική του επάρκεια αδιαίρετη και συνυφασμένη με όλες τις κατασκευές, η οικοδομή του ενάγοντος κτίσθηκε ενόσω υπήρχε η οικοδομή των εναγομένων, σε απόσταση 10-15 μ.

από την επίδικη έκταση και τους εξώστες, επί συνολικής έκτασης 4.000 τ.μ, καμία βλάβη ή διατάραξη δεν υφίσταται αυτή, η αφαίρεση των εξωστών και της κλίμακας θα υποχρεώσει τους εναγομένους να μετοικήσουν, γιατί, πέραν του κόστους των εργασιών, που θα ανέλθει στο ποσό των 15.000.000 - 20.000.000 δραχμών, θα αχρηστευθεί τελείως η οικοδομή τους με την καθαίρεση των εξωστών και της κλίμακας, που η κατάργηση της θα καταστήσει αδύνατη την πρόσβαση τους στο δεύτερο όροφο της οικοδομής.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, η ως άνω ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, και με την προσθήκη των περιστατικών αυτών, δεν είναι νόμιμη, καθόσον δεν συνοδεύεται και από τα ανωτέρω, αναγκαία για τη θεμελίωση της περιστατικά, που αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ανάγονται σε προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου - αναιρεσιβλήτου, που να δημιούργησε στους υπόχρεους - αναιρεσείοντες εύλογα την πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που τείνει σε ανατροπή μίας κατάστασης που δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα να συνεπάγεται τις ανωτέρω δυσμενείς επιπτώσεις για τα συμφέροντά τους που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-2-2007 αίτηση των ... κλπ, για αναίρεση της 637/2006 απόφασης του Εφετείου Θράκης

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ