Legislator Case Law & Legislation
1727/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of abuse of rights claim due to procedural defect in lower court ruling.

Case Number 1727/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an abuse of rights claim, finding the lower court erred by rejecting the claim on procedural grounds of vagueness. The appellant argued that the claim was valid but procedurally flawed, while the respondent contended the claim lacked legal certainty. The Court ruled that the lower court should have examined the substantive merits of the abuse of rights argument rather than dismissing it outright, thus remanding the case for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and 559 of the Code of Civil Procedure; where a lower court dismisses a claim for abuse of rights solely on grounds of vagueness without examining its substantive merit, the appellate court must remand the case for further trial.

Keywords

AI generated
abuse of rights procedural defect vagueness of claim remand for trial abuse of process

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 260 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1727 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1727/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Σιούφα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: αστικής επαγγελματικής εταιρείας δικαστικών επιμελητών με την επωνυμία "Π. Γ. και Π - Μ. και Συνεργάτες", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρο της Θωμά Σπυρίδη και Ζαχαρία Σαλούστρο, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-9-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 214/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 4822/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 1-1-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η υπό κρίση από 1 Φεβρουαρίου 2021 και με αριθμό κατάθεσης 1169/119/12-2-2021 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών - διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας με αριθμό 4822/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών της οποίας αρχική δικάσιμος ορίστηκε η 17η-10-2023, οπότε και ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω διεξαγωγής αυτοδιοικητικών εκλογών και προσδιορίστηκε οίκοθεν με την από 18-10-2023 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 τμήματος κατ' εφαρμογή του άρθρου 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 16 του Ν.4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 (άρθρο 116 παρ. 1β αυτού), για την παρούσα δικάσιμο της 16ης Ιανουαρίου 2024, εγγραφείσα στο πινάκιο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, η εγγραφή δε της υπόθεσης στο πινάκιο, ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 5 (διαφορές από αμοιβές).

Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της προαναφερόμενης ένδικης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προέβη στην κατάθεση του υπ' αριθ. .../2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως διαφορά από αμοιβές για την παροχή εργασίας απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου και το καταβληθέν ως άνω παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 319/2017).

Με την προσβαλλόμενη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 27-12-2018 με αριθ. καταθ. 121981/8539/2018 έφεση της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμό 214/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία και δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 14-9-2017 με αριθ.

καταθ.580521/239/2017 αγωγή. Με την αγωγή αυτή η ενάγουσα, Αστική Επαγγελματική Εταιρεία Δικαστικών Επιμελητών, με αριθμό μητρώου 10-10-17/2013, με την επωνυμία "Π. Γ. και Π. Μ. και Συνεργάτες", μετά τη δεύτερη τροποποίηση στις 25-1-2016 της αρχικής επωνυμίας "Π.-Μ.-Κ. και Συνεργάτες" και ήδη αναιρεσίβλητη, εξέθετε, ότι μετά από πολύμηνο έλεγχο που διενεργήθηκε, μεταξύ άλλων και για τα έτη 2014 και 2015, κατά τα οποία τη διαχείριση της εταιρείας είχαν πρώην εταίροι αυτής, με τους οποίους βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη, διαπιστώθηκαν διαφορές τιμολόγησης μεταξύ των υπηρεσιών που τιμολογήθηκαν προς την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία και των νομίμων με βάση τις ισχύουσες κατά το ανωτέρω διάστημα Κ.Υ.Α.

και του Κ.Δ.Ε. αμοιβών, συνολικού ποσού 24.571,38 ευρώ για το έτος 2015 και 63.448,98 ευρώ για το έτος 2014. Οτι τους σχετικούς πίνακες ορθής και σύννομης τιμολόγησης, οι οποίοι συντάχθηκαν από την ενάγουσα με βάση όσα έγγραφα περιήλθαν στην κατοχή της, κατόπιν εκτέλεσης των αναφερόμενων στην αγωγή αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, παρέδωσε στην εναγόμενη στις 27-10-2016, γνωστοποιώντας της ταυτόχρονα την πρόθεσή της να επανατιμολογήσει τις υπηρεσίες αυτές.

Ότι, ακολούθως, της ενεχείρισε στις 20-1-2017 τα επίδικα συγκεντρωτικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών με συνημμένους σχετικούς πίνακες στους οποίους αποτυπώνονται οι διαφορές τιμολόγησης, με πίστωση τριάντα ημερών, η οποία έχει παρέλθει, χωρίς η εναγόμενη να αντιλέξει.

Περαιτέρω, παραθέτοντας αναλυτικούς πίνακες με τις επιμέρους επιδόσεις που διενήργησε η ίδια κατόπιν εντολών και υποδείξεων της εναγόμενης, τον δικαστικό επιμελητή που διενήργησε κάθε πράξη, το χρόνο διενέργειας αυτής, το είδος του επιδοθέντος εγγράφου, το πρόσωπο προς το οποίο έγινε η επίδοση, τον τόπο και τον τρόπο επίδοσης, το ποσό της νόμιμης αμοιβής αναλυόμενο κατά τις επιμέρους χρεώσεις και την τιμολογηθείσα αμοιβή, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τις καταβάλει τη διαφορά μεταξύ τιμολσγηθεισών και νομίμων αμοιβών για τις αναφερόμενες στους πίνακες υπηρεσίες, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παρέλευσης της τριακονθήμερης προθεσμίας για έκαστο τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, άλλως από την επίδοση της αγωγής και, συγκεκριμένα, α) ποσό 63.448,98 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% για το υπ' αριθμ. ...-2017 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για τις επιδόσεις του έτους 2014 και β) ποσό 24.571,38 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% για το υπ' αριθμ. ...-2016 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών για τις επιδόσεις του έτους 2015 ήτοι, ποσό 88.020,36 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 21.124,89 ευρώ, και συνολικά 109.145,25 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 214/2018 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή, απορρίφθηκε η παραδεκτά προβληθείσα από την εναγόμενη ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης ως μη νόμιμη και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως από 25-1-2017.

Κατά της απόφασης αυτής η εναγόμενη άσκησε την από 27-12-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως αόριστη η επαναφερθείσα με το δεύτερο λόγο έφεσης ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 20-11-2020 (βλ.

επισημείωση επί του επιδοθέντος αντιγράφου του δικαστικού επιμελητή Ε. Π.Κ.) και η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 12-2-2021 και δεδομένου ότι, λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (άρθρο 83 του ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 25 του ν. 4792/2021), δεν υπολογίζεται το ως άνω χρονικό διάστημα και για τις προθεσμίες άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης (άρθρα 495 παρ.1, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 και 569 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζει τη γένεση ή να επάγεται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστά μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγομένη επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και είχε διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από την ανωτέρω διάταξη.

Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.

Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη, (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 1126/2023, ΑΠ 686/2022, ΑΠ 648/2022,ΑΠ 626/2020),.

Εξ` άλλου, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημόσιας τάξης εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξης διατάξεις (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 1126/2023, ΑΠ 60/2023, ΑΠ 686/2022, ΑΠ 648/2022,ΑΠ 626/2020), όπως οι αξιώσεις των δικαστικών επιμελητών προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους, που ορίζεται από τις οικείες ΚΥΑ, για την παροχή των υπηρεσιών τους κατά τα άρθρα 1, 49,50 και 52 του ν. 2318/19-6-1995 "περί του Κώδικα δικαστικών επιμελητών" (ΑΠ 1126/2023, ΑΠ 60/2023).

Οι ΚΥΑ καθορίζουν τα κατώτατα όρια αμοιβών των δικαστικών επιμελητών οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικαστικού επιμελητή ως εργαζομένου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του λειτουργήματός του, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος και της κοινωνικής ειρήνης που συνεπάγεται η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων και επιταγών, η συμφωνία δε μεταξύ εντολέως και δικαστικού επιμελητή για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων καθοριζομένων ορίων, ανεξαρτήτως του χρόνου σύναψής της (πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας) και της μορφής υπό την οποία συνάπτεται (άφεσης χρέους ή άλλης συμφωνίας) είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (ΑΚ 174, 180).

Ο δικαστικός επιμελητής, παρά την συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, τα από το νόμο οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί ν` αντιτάξει κατά της απαίτησής του προς καταβολή της εν λόγω αξίωσης, ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη (ΑΠ 1126/2023).

Όμως, η αφορμή ή οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικαστικού επιμελητή από κάθε απαίτησή του για την κατώτατη αμοιβή του, μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντίθεσης της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραίτησής του η αβίαστη παραίτηση του δικαστικού επιμελητή από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής, που προκύπτει από τις περιστάσεις, καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της (ΟλΑΠ 10/2012, ΟλΑΠ 33/2005, ΑΠ 1126/2023, ΑΠ.648/2022, ΑΠ 626/2020, ΑΠ 534/2020).

Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος, ταυτόχρονα δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής, για το συγκεκριμένο λόγο (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 1433/2022).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο αγωγή ή ένσταση.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτές όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός τους, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται εάν το δκαστήριο της ουσίας έκρινε ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή ή την ένσταση παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της γεγονότα, ενώ ο από τον αριθμό 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτές των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός τους, τις έκρινε ορισμένες, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, τις απέρριψε ως αόριστες (ΑΠ 333/2021, ΑΠ 670/2020, ΑΠ 726/2019, ΑΠ 1114/2018).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1482/2021).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 203'2022, ΑΠ 667/2018). Ειδικότερα επί ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, εάν για τη στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά για τη στοιχειοθέτηση αυτής, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 8 εδ.

β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτά προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτών ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 528/2021, ΑΠ 461/2019). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου και τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 575/2021, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1692/2017, ΑΠ 726/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1451/2021, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018), όχι όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 427/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β και 9γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους αναφερόμενους στον πρώτο λόγο της έφεσής της αλλά και πρωτοδίκως στις προτάσεις της, ισχυρισμούς της, με τους οποίους αρνήθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη και τους οποίους στήριξε σε ειδικές συνθήκες και συγκεκριμένα περιστατικά όπως ότι, οι απολειπόμενες των κατωτάτων ορίων αμοιβές είχαν συμφωνηθεί εν γνώσει και με την ελεύθερη βούληση της αναιρεσίβλητης, οι αμοιβές αυτές αποτυπώνονταν στα τιμολόγια, ως παραστατικά και φορολογικά στοιχεία, που εξέδιδε η αναιρεσίβλητη, τα τιμολόγια αυτά εξοφλούνταν και εισπράττονταν τα αντίστοιχα ποσά, χωρίς καμία εναντίωση ή επιφύλαξη, προς πλήρη και εντελή εκκαθάριση κάθε συναφούς υποχρέωσής της, συναγόμενης εκ των δεδομένων αυτών, κατά τρόπο αμάχητο, της παραίτησης της αναιρεσίβλητης, από κάθε συμπληρωματική αξίωση, όπως η επίδικη. 'Οτι ο προεκτεθείς λόγος έφεσης, υπό την έννοια προταθέντος πράγματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, επί του επίμαχου ζητήματος της καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος, δεν λήφθηκε υπόψη με καμία διάταξη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης η οποία εκτέθηκε στο σφάλμα που ιδρύει τον με αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο.

Ότι ο προειρημένος εφετήριος λόγος, ως αυτοτελής αίτηση παροχής έννομης προστασίας, έμεινε αδίκαστος και ως εκ τούτου η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκτέθηκε στο σφάλμα που ιδρύει τον με αριθμό 9 του ίδιου ως άνω άρθρου λόγο αναίρεσης. Ο εξεταζόμενος πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος για αμφότερες τις αποδιδόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση με αυτόν πλημμέλειες.

Και τούτο διότι 1)αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του ως άνω άρθρου ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μη νόμιμης αγωγής, δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, όπως προεκτέθηκε, αλλά άρνηση της αγωγής που δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης, τα δε πραγματικά περιστατικά που αναφέρει για την υποστήριξη της άποψής της σε σχέση με την επικαλούμενη από αυτήν μη νομιμότητα της αγωγής, αποτελούν τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνει μεταξύ άλλων, την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που διαλαμβάνεται στο δεύτερο λόγο έφεσης, όπως στο αναιρετήριο εκτίθεται, και τον δεύτερο με στοιχεία Α,Γ και Ε υπό ββ κατωτέρω εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο, 2)αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 9γ του ως άνω άρθρου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται κατά τα προεκτεθέντα, από τη μη λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο του πρώτου λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας, ο οποίος ελέγχεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης και ήδη ερευνήθηκε ανωτέρω.

Με τον δεύτερο με στοιχεία Α,Γ και Ε υπό ββ αναιρετικό λόγο στο σύνολό του, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες ότι το Μονομελές Εφετείο, παρά τον νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προβληθείσα πρωτοδίκως από αυτήν και επαναφερθείσα με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της προς απόκρουση της εναντίον της αγωγής της αναιρεσίβλητης, περί καταβολής διαφορών αμοιβών από παρεχόμενη εργασία, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρότι στις κατατεθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγγραφες προτάσεις και στο δεύτερο λόγο της έφεσης ανέπτυσσε πλήρως τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελίωναν αυτήν ώστε να είναι ορισμένη η ένστασή της, τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, περιλάμβανε δε και αίτημα απόρριψης της αγωγής.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του ως άνω λόγου αναίρεσης προκύπτουν τα εξής : Η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αλλά και με τις από 27-3-2018 πρωτόδικες προτάσεις της.

προέβαλε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ένσταση καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας, την οποία επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το δεύτερο λόγο της έφεσης αυτής. Από την επισκόπηση των ως άνω πρωτόδικων προτάσεών της προκύπτει ότι η εναγόμενη ισχυρίσθηκε προς θεμελίωση της ένστασής της 1)Ότι η συνεργασία μελών της ενάγουσας εταιρείας δικαστικών επιμελητών ήταν μακρόχρονη ήτοι άρχισε με την Εμπορική Τράπεζα από το έτος 2008 και ακολούθως με αυτήν (αναιρεσείουσα ως καθολική διάδοχό της), και συμφώνησαν και υποσχέθηκαν τήρηση των όρων της μεταξύ τους συνεργασίας περί εφαρμογής του πίνακα αμοιβών που ίσχυε για όλους τους συνεργαζόμενους με την αναιρεσείουσα Τράπεζα δικαστικούς επιμελητές, εν συνεχεία όμως άσκησαν αγωγές από τις οποίες παραιτήθηκαν και ακολούθως και την κρινόμενη αγωγή ζητώντας διαφορές αμοιβής μεταξύ των τιμολογηθεισών και των νομίμων αμοιβών τους, παρότι οι αμοιβές που είχαν αναγράψει στα τιμολόγιά τους είναι αυτές που είχαν ελεύθερα και ανεπιφύλακτα αποδεχθεί και συμφωνήσει. 2)'Οτι με την ελεύθερη έκδοση και ανεπιφύλακτη είσπραξη του κάθε τιμολογίου ή απόδειξης παροχής υπηρεσιών (ΑΠΥ) συμφωνούσαν και αποδέχονταν ότι εξοφλείτο και εκκαθαρίζετο η αμοιβή τους και ότι δεν εδικαιούντο καμία επιπλέον αμοιβή και κάθε φορά που προσκόμιζαν τιμολόγιό τους προς είσπραξη, γνώριζαν ότι η Τράπεζα δεχόταν την προτεινόμενη τιμολόγηση (και εξόφληση), μόνον υπό τον όρο εξόφλησης και παραίτησής τους από επιπλέον αμοιβή. 3)Ότι, καθόλα τα έτη της συνεργασίας της μαζί τους και εν συνεχεία με την ενάγουσα.

τιμολογούσαν τις υπηρεσίες τους (και εξοφλούντο) χωρίς να διατυπώσουν παράπονο, επιφύλαξη ή αιτίαση για κανένα λόγο ή αιτία, ούτε ανέγραψαν ποτέ σε ΑΠΥ ούτε διατύπωσαν κατ' άλλο, γραπτό ή προφορικό τρόπο, επιφύλαξη για διεκδίκηση επιπλέον αμοιβής ούτε δήλωσαν ποτέ προς την Τράπεζα ότι θα συνεχίσουν την συνεργασία τους υπό τον όρο, ότι η αμοιβή τους θα είναι μεγαλύτερη από αυτή που ανέγραφαν στα τιμολόγιά τους. 4)Ότι εάν είχαν πρόβλημα με κάποια από τις αμοιβές τους, μπορούσαν και όφειλαν να θέσουν το θέμα ευθέως και αμέσως στην Τράπεζα.

όπως επιβάλλει η ευθύτητα και η αξιοπρέπεια στις συναλλαγές και όπως επιβάλλεται από τη σχέση εντολής που στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη και καλή πίστη και αν δεν επήρχετο συμφωνία, όφειλαν να διακόψουν την συνεργασία τους, όπως θα έπραττε κάθε δικαστικός επιμελητής που διαφωνεί ως προς το θέμα της αμοιβής με τον πελάτη του. 5)Ότι έχοντας σταθμίσει το μειονέκτημα της μικρότερης σε σχέση με την νόμιμη αμοιβής και τα πλεονεκτήματα της συνεργασίας με την Τράπεζα που τους απέφερε σταθερό και ικανοποιητικό εισόδημα, προερχόμενο κυρίως από απλές και τυποποιημένες επιδόσεις, επέλεξαν, με ελεύθερη απόφασή τους, να συνεχίσουν την συνεργασία τους εισπράττοντας τις εύλογες αμοιβές που ανέγραφαν στα τιμολόγιά τους, σε εξόφλησή τους, με ταυτόχρονη παραίτησή τους από οποιαδήποτε επιπλέον αμοιβή. 6)Ότι, με βάση πάντα τα ανωτέρω, η Τράπεζα, προβαίνοντας κάθε φορά στην εξόφληση των ποσών των ΑΠΥ και βασιζόμενη καλόπιστα στη συμπεριφορά τους, ήταν ευλόγως πεπεισμένη ότι εξοφλούσε κάθε υποχρέωσή της απέναντί τους, ότι ήταν ικανοποιημένοι με τη συμφωνηθείσα αμοιβή και ότι δεν ήταν εκτεθειμένη σε μελλοντική αξίωση για οποιαδήποτε επιπλέον αμοιβή. 7)Ότι με την υπό κρίση αγωγή επιδιώκεται η ανατροπή των μέχρι τώρα αμοιβών και της πραγματικής κατάστασης που δημιουργήθηκε με την προαναφερθείσα σταθερή και ενεργό συμμετοχή και των δικαστικών επιμελητών. 8)Ότι η ανατροπή αυτή, που επιχειρείται με αθέτηση των από το έτος 2008 συμφωνηθέντων και εφαρμοσθέντων, έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που θα έπρεπε να διέπει τη σχέση τους με την Τράπεζα, τη στιγμή, μάλιστα που μέχρι τον Ιανουάριο του 2017 που προβλήθηκε για πρώτη φορά αξίωση για επιπλέον αμοιβές, είχαν δημιουργήσει στην Τράπεζα την ακράδαντη πεποίθηση ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα ως προς το ύψος των αμοιβών τους, ότι ήταν απολύτως ικανοποιημένοι από τις αμοιβές που εισέπρατταν και ότι με την είσπραξη εκάστης αμοιβής εξοφλούντο, παραιτούμενοι από κάθε αξίωσή τους για λήψη επιπλέον αμοιβής, ανεξάρτητα από την τυχόν ακυρότητα της παραίτησής τους αυτής. 9)Ότι η, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, αβίαστη παραίτησή τους, καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκηση των αξιουμένων επιπλέον αμοιβών και τυχόν ικανοποίηση των αγωγικών αξιώσεων, θα ήταν άδικη για την Τράπεζα, διότι θα προσέκρουε στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, στους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. 10)Ότι, ακόμη και στην υποθετική περίπτωση που αξίωναν μεγαλύτερες αμοιβές, (όπερ ούτε έπραξαν ούτε καν ισχυρίζονται ότι έπραξαν), αποδέχονταν όμως, στη συνέχεια, τις χαμηλότερες αμοιβές που τους πρότεινε η Τράπεζα σε εξόφλησή τους, εκδίδοντας ανεπιφύλακτα εξοφλητικά τιμολόγια με τις χαμηλότερες αυτές αμοιβές, η μεταγενέστερη αξίωσή τους για λήψη επιπλέον αμοιβής, είναι αντίθετη προς την καλή πίστη και επομένως καταχρηστική. 11)Ότι, η επιχειρούμενη ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης με την άσκηση της ένδικης αγωγής θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην Τράπεζα, οι οποίες μπορεί να μην είναι αφόρητες ή δυσβάσταχτες λόγω της οικονομικής της επιφάνειας, πλην όμως το στοιχείο αυτό δεν αναιρεί την ως άνω καταχρηστικότητα, καθόσον η τυχόν αμετάκλητη αποδοχή της κρινόμενης αγωγής προβλέπεται να οδηγήσει στην άσκηση και άλλων ομοίων αγωγών από άλλους δικαστικούς επιμελητές, αμειβόμενους κατά τον ίδιο τρόπο, με αποτέλεσμα, την πρόκληση λειτουργικού και οικονομικού προβλήματος. 12)Ότι συνακόλουθα η υπό κρίση αγωγή προσκρούει στο αίσθημα του δίκαιου και στην ηθική τάξη και ότι η τυχόν ικανοποίηση των αγωγικών αξιώσεων θα προκαλέσει έντονη σε βάρος της εναγόμενης αδικία και πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη λόγω της έκδηλης καταχρηστικότητάς της.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την ως άνω ένσταση ως μη νόμιμη και κατόπιν τούτου δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, ως προεκτέθηκε. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δικάζοντας την από 27-12-2018 έφεση της εναγόμενης-εκκαλούσας έκρινε ότι η ανωτέρω ένσταση δεν ήταν ορισμένη και απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας με την ακόλουθη αιτιολογία: "Εν προκειμένω η εναγόμενη αναπτύσσοντας με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις της, τον προβαλλόμενο ισχυρισμό της περί καταχρηστικής άσκησης του δια της ενδίκου αγωγής ασκουμένου δικαιώματος της ενάγουσας, κατά άρθρο 281 Α.Κ.

στα πραγματικά περιστατικά που αναφέρει, αφενός μεν δεν δέχεται επικουρικώς, ότι η ενάγουσα έχει βάσιμο δικαίωμα αναζητήσεως των διαφορών αμοιβής από τις πράξεις επιδόσεως όπως αυτές αναλύονται με λεπτομέρεια στην αγωγή, και οι οποίες υπολείπονται των ελάχιστων ορίων αμοιβής, όπως τούτες έχουν τεθεί και προσδιοριστεί επακριβώς από το νόμο, αφού δεν νοείται η εν λόγω ένσταση εκ του άρθρου 281 Α.Κ.

άνευ της παραδοχής ότι υφίσταται μεν το δικαίωμα, πλην όμως ασκείται καταχρηστικώς. Αντιθέτως η εναγομένη αναφέρει επί λέξει: "Επικουρικά και σε κάθε, περίπτωση, αν τυχόν ήθελε κριθεί ότι είναι νόμιμο το αγωγικό αίτημα", ενώ έπρεπε να αναφερθεί στην κρίση επί της ουσιαστικής βασιμότητας. Και όχι επί της νομιμότητος του αγωγικού αιτήματος αλλά του συγκεκριμένου δικαιώματος της εναγόμενης.

Επιπλέον, δεν αναφέρει τα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι ημεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος θα έχει επαχθείς συνέπειες για αυτήν και ποιες είναι αυτές οι επαχθείς συνέπειες, οι οποίες εξάλλου, καθιστούν την άσκησή του αδικαιολόγητη και μάλιστα καθ' ην στιγμήν τα έξοδα επιδόσεως και των πράξεων εκτελέσεως που διενεργούν οι δικαστικοί επιμελητές, κατά νόμον, μετακυλίονται και χρεώνονται στους οφειλέτες - πελάτες της εναγομένης κατά των οποίων διενεργούνται οι ως άνω πράξεις και επιδόσεις.

Κατά συνέπεια, η ανωτέρω εκ του άρθρου 281 Α.Κ ένσταση, η οποία επαναφέρεται με το δεύτερο λόγο εφέσεως, πρέπει, σύμφωνα και με τη μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεκτού γενομένου ως βάσιμου και του σχετικού ισχυρισμού της εφεσιβλήτου, να, απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως, προεχόντως ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο απέρριψε την εν λόγω ένσταση ως αόριστη, διότι με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα πραγματικά περιστατικά η ως άνω, περί καταχρηστικής άσκησης του αξιούμενου δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ένσταση είναι πλήρως ορισμένη, δεδομένου ότι επαρκώς αναφέρονται, σύμφωνα με το προεκτεθέν περιεχόμενό της, όλα τα απαιτούμενα πραγματικά περιστατικά που δε λήφθηκαν υπόψη από το Μονομελές Εφετείο καθώς και αίτημα και ειδικότερα α) η μακροχρόνια αδράνεια από το έτος 2008 που άρχισε η συνεργασία της Εμπορικής Τράπεζας, της οποίας η εναγόμενη τράπεζα κατέστη καθολική διάδοχος με τους δικαστικούς επιμελητές-μέλη της ενάγουσας και εν συνεχεία με την ίδια έως το έτος 2017, που ασκήθηκε η κρινόμενη αγωγή, με την προαναφερθείσα συμφωνία τιμολόγησης και είσπραξης αμοιβών, β) η έλλειψη οποιασδήποτε διαμαρτυρίας, γραπτής ή προφορικής των δικαστικών επιμελητών και της ενάγουσας για αξιώσεις μεγαλύτερες σύμφωνα με τις νόμιμες αμοιβές των δικαστικών επιμελητών που προβλέποντο από τις ισχύουσες Κ.ΥΑ, καθόλο το προαναφερόμενο διάστημα, γ) η δημιουργία από την ως άνω συμπεριφορά εύλογης πεποίθησης στην εναγόμενη ότι δεν θα ασκηθούν κατ' αυτής αξιώσεις που απορρέουν από την συνεργασία τους για μεγαλύτερη αμοιβή, καθόσον ανεπιφύλακτα εισέπρατταν τα αναγραφόμενα συμφωνηθέντα μικρότερα εν γνώσει τους ποσά στα εκδοθέντα τιμολόγια για τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους και εξοφλούντο με ελεύθερη βούληση, και με αβίαστη παραίτηση από οποιαδήποτε άλλη αμοιβή, καθιστά κακόπιστη τη μεταγενέστερη συμπεριφορά αξίωσης επιπλέον αμοιβής, δ) η εκ μέρους των δικαστικών επιμελητών-μελών της αναιρεσίβλητης επιλογή, με ελεύθερη απόφασή τους, της είσπραξης μεν μικρότερης αμοιβής που τους επέφερε όμως σταθερό και ικανοποιητικό εισόδημα, προερχόμενο κυρίως από απλές και τυποποιμένες επιδόσεις στο πλαίσιο της ως άνω συνεργασίας τους με την Τράπεζα και ε) η επιδίωξη εκ μέρους της ενάγουσας με την άσκηση των ενδίκων αξιώσεων ανατροπής της κατάστασης που είχε παγιωθεί με την ως άνω συμπεριφορά θα προκαλέσει στην εναγόμενη δυσμενείς οικονομικές συνέπειες και από την άσκηση και άλλων όμοιων αγωγών εναντίον της.

Ζητείται δε η απόρριψη ως αβάσιμης της αγωγής και στο αίτημα αυτό εμπεριέχεται η κρίση της ουσιαστικής αβασιμότητας του αγωγικού δικαιώματος λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτού.

Συνεπώς εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του ορισμένου της επίδικης ένστασης το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας αυτήν ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, υπέπεσε στις αποδιδόμενες με τον δεύτερο με στοιχεία Α,Γ και Ε υπό ββ αναιρετικό λόγο πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη προταθέντων ισχυρισμών, ως επί μέρους στοιχείων για τη θεμελίωση της από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης και της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτου.

Ο λόγος αυτός που είναι ορισμένος καθόσον αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η ένσταση υποβλήθηκε παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε με το δεύτερο λόγο έφεσης, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού περί αοριστίας του αναιρετικού λόγου ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, είναι και βάσιμος. Κατόπιν της παραδοχής του λόγου αυτού.

πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ως αόριστη. Παρέλκει δε η έρευνα των δεύτερου, με στοιχεία Β,Δ και Ε υπό αα λόγου αναίρεσης με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με την παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ ευθέως και εκ πλαγίου καθόσον οι αιτιάσεις αυτές αφορούν τη νομική και την ουσιαστική βασιμότητα της προβαλλόμενης ένστασης, που δεν ερευνήθηκαν διότι η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ένσταση ως αόριστη και συνακόλουθα δεν προχώρησε στην έρευνα της νομιμότητας και ουσιαστικής βασιμότητας αυτής.

Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 4822/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του υπ'αριθ. .../2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450), στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ