Legislator Case Law & Legislation
1727/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment due to lack of legal interest and procedural defects.

Case Number 1727/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court's decision rejecting a land correction request. The State argued procedural flaws regarding the public's participation, while the opposing party claimed no legal interest in overturning the rejection. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to demonstrate a direct legal interest in reversing the decision, rendering the appeal futile.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant lacks a direct legal interest in the reversal of the contested judgment, as the outcome cannot alter the legal position sought by the appellant.

Keywords

AI generated
lack of legal interest inadmissible appeal procedural defect futile litigation civil procedure code direct legal interest land registration dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 226 paragraph 4 items b and c of the Code of Civil Procedure
Article 575 item b of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14a of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 6 paragraph 3 and 19 paragraph 2 of Law 1664/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1727 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1727/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: ... με την επωνυμία "..." ή "...", που εδρεύει στην Κομοτηνή επί της οδού ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο της Μουσουλμανικής Επιτροπής Μουσουλμανικής Περιουσίας Κομοτηνής, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-11-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 2-4-2013 κύρια παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 305/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-12-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον παραστάθηκε, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Εάν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ` άρθρο 575 εδ. β` του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ` αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και την μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 259/2022, ΑΠ 152/2022, ΑΠ 834/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά του οικείου πινακίου, και τη συζήτηση αυτής, το αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τη με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θράκης Ι. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, με επιμέλεια του οποίου επισπεύδεται η συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με την, στη συνέχεια αυτής από 995/06-08-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Γ' Τμήματος, ως αρμοδίου για την εκδίκαση της υπόθεσης, και την κάτωθι αυτής πράξη της Αντιπροέδρου του ανωτέρω τμήματος, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 22-09-2021, μαζί με κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω αναφερόμενη δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο.

Κατά την ανωτέρω συνεδρίαση, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο, η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, και επομένως, εφόσον το αναιρεσίβλητο, δεν εμφανίστηκε, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 περ.

γ` σε συνδυασμό 226 παρ. 4 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρίς την παρουσία του.

ΙΙ. Με την κρινόμενη, από 09-12-2016, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αριθμ. 161/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την εκουσία δικαιοδοσία, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από το κυρίως παρεμβαίνον Ελληνικό Δημόσιο, από 02-02-2015, έφεση κατά της με αριθμ. 305/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη η ασκηθείσα από το αναιρεσείον κύρια παρέμβαση και είχε απορριφθεί, ως απαράδεκτη, η δια χωρικής μεταβολής των γεωμετρικών στοιχείων του ΚΑΕΚ ... διόρθωση της κτηματολογικής του εγγραφής, και έγινε δεκτή ως βάσιμη η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών των αναφερόμενων ΚΑΕΚ ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" Η ανωτέρω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 571, 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. [1] Η έννοια του διαδίκου, στη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπου ελλείπει παντελώς κάθε διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, δεν ταυτίζεται απόλυτα με την αντίστοιχη έννοια της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Ο όρος "διάδικοι" προσεγγίζεται με την ευρύτερη έννοια των "μετεχόντων στη διαδικασία προσώπων", στην οποία περιλαμβάνονται όσοι απέκτησαν τυπικά την ιδιότητα του συμμετασχόντος στη δίκη προσώπου, σύμφωνα με έναν από τους τρόπους που ορίζει ο νόμος, δηλαδή με: (α) την υποβολή της αίτησης από τον αιτούντα (άρθρο 747 ΚΠολΔ), (β) με την κλήτευση προσώπου με διαταγή του δικαστηρίου (άρθρο 748 παρ. 3 του ΚΠολΔ), (γ) με την προσεπίκλησή του από τον αιτούντα ή από το δικαστήριο (άρθρο 753 ΚΠολΔ), (δ) με την άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης στην ανοιγείσα με την αίτηση δίκη (άρθρο 752 ΚΠολΔ) και (ε) [εκ των υστέρων, μετά την έκδοση της απόφασης] με την άσκηση τριτανακοπής (άρθρο 773 ΚΠολΔ) (ΑΠ 805/2021, ΑΠ 153/2020, ΑΠ 41/2003). [2] Με τις διατάξεις του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι ο δικαστής που είναι αρμόδιος κατά την παράγραφο 1 μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, η κλήτευση γίνεται με κοινοποίηση αντιγράφου της αίτησης στο οποίο σημειώνεται ο προσδιορισμός της δικασίμου ενώ από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βεβαίως συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης άμεσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κύριας και της πρόσθετης παρέμβασης διατάξεις των άρθρων 79 και 80 ΚΠολΔ., ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκουσίας δικαιοδοσίας, κατά την οποία, κατά κανόνα, δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αίτησης είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (ΑΠ 41/2022, ΑΠ 457/2020, ΑΠ 546/2018), εφόσον, βέβαια, συντρέχει η, κατά το άρθρο 68 ΚΠολΔ, διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης άμεσου εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος (ΑΠ 546/2018, ΑΠ 258/2013). [3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 761, 748 παρ. 3, 753 παρ. 1 και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου ο καθ' ου η κοινοποίηση της αίτησης, αν δεν κλητεύθηκε ύστερα από διαταγή του δικαστηρίου, δεν προσεπικλήθηκε ή δεν άσκησε παρέμβαση, ούτε άλλωστε ο, από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας για την τυχόν κοινοποίησή της στον καθ' ου η κοινοποίηση για να ασκήσει παρέμβαση ή να προστατεύσει κατ` άλλο, ενδεχομένως, τρόπο τα πιθανά συμφέροντά του, συνιστά ή μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, κλήτευση, με διαταγή του αρμόδιου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε να προσδίδει στον καθ' ου η κοινοποίηση της αίτησης την ιδιότητα του διαδίκου (ΑΠ 1305/1994, ΑΠ 646/1978), όπως επί της αίτησης, του άρθρου 6 παρ. 3α και 8α του ν. 2664/1998, διόρθωσης στοιχείων εμβαδού της πρώτης εγγραφής, που καταχωρήθηκε ως ιδιοκτησία με ένδειξη αρχικής εγγραφής "αγνώστου ιδιοκτήτη" και 19 παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου, με τις οποίες προβλέπεται κοινοποίηση, επί ποινή απαραδέκτου, στο Ελληνικό Δημόσιο, με μόνη την οποία (κοινοποίηση) δεν καθίσταται διάδικος, εκτός αν συντρέχουν οι όροι των διατάξεων των άρθρων 742 παρ. 3, 752 -753 ΚΠολΔ. [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 651/2022, ΑΠ 1131/2021). [5] Κατά τις διατάξεις των άρθρων 68 και 761 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση έφεσης απαιτείται ο εκκαλών να έχει έννομο συμφέρον, τούτο δε συμβαίνει κατ' αρχήν, όταν αυτός έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει με την οριστική απόφαση την οποία προσβάλλει, θεωρείται δε αυτός ότι έχει ηττηθεί, όταν με την απόφαση απορρίπτονται αιτήσεις και προτάσεις του ή αντιθέτως γίνονται δεκτές αιτήσεις και προτάσεις του αντιδίκου του.

Εξάλλου, το έννομο συμφέρον ως γενική διαδικαστική προϋπόθεση, που κατά το άρθρο 73 του ίδιου κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, συνίσταται στη δυνατότητα να διαμορφωθεί η δικαστική κρίση προς όφελος του εκκαλούντος, και η έλλειψή του έχει ως συνέπεια την απόρριψη της έφεσης ως απαράδεκτης, ενώ η μη κήρυξη του απαραδέκτου αυτού ιδρύει την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 109/2022, ΑΠ 730/2019, ΑΠ 154/2019, ΑΠ 66/2018). [6] Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, ένεκα σφάλματος, που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο.

Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, πλην όμως η μία από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, ήτοι δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσβάλλεται η άλλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελείς, γιατί οι προσβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς από την ή τις μη πληττόμενες επιτυχώς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1349/2022, ΑΠ 1495/2021).

IV. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος προκύπτουν τα ακόλουθα: Το αναιρεσίβλητο, με την ασκηθείσα στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης, κοινοποιουμένη στο Ελληνικό Δημόσιο, από 19-11-2012 αίτησή του, όπως συμπληρώθηκε, κατ' άρθρο 224 ΚΠοΔ, με τις οικείες προτάσεις του, αφού εξέθετε ότι : 1) είναι κύριο, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, του αναφερόμενου αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στην κτηματική περιοχή Κομοτηνής, επιφάνειας, κατά πρόσφατη καταμέτρηση 59.763,19 τ.μ., που περιήλθε σ' αυτό με δωρεά - αφιέρωση μεγαλύτερης έκτασης 400, περίπου, στρεμμάτων, που πραγματοποιήθηκε την 25-12-1455, και περιβλήθηκε τον έγγραφο τύπο στις 03-07-1929, και καταχωρήθηκε, με αριθμ. ..., στη ..., στο οποίο από 25-12-1455 ασκούσε πράξεις διανοία κυρίου, με καλή πίστη, μέχρι την ημεροχρονολογία έναρξης του κτηματολογίου (25-02-2008), και 2) ότι εσφαλμένα καταχωρήθηκε επ' ονόματί του σε μικρότερη έκταση 52.249,35 τ.μ., τονγεωτεμάχιο, με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ. ..., με εσφαλμένη ένδειξη ορίων και έκτασης, ενώ τα περιγραφόμενα τμήματα του ως άνω ακινήτου του, επιφάνειας 2.762,95 τ.μ.

και 740,24 τ.μ., εμπεριέχονται λανθασμένα ως τμήμα των γεωτεμαχίων με ΚΑΕΚ ..., συνολικής επιφάνειας 2.994,00 τ.μ. και ..., συνολικής επιφάνειας 945,00 τ.μ., αντίστοιχα, που φέρονται ως αγνώστου ιδιοκτήτη, με αίρεση, ως τέτοιου θεωρουμένου του Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε τη διόρθωση της εγγραφής των ανωτέρω τμημάτων, εμβαδού 2.762,95 τ.μ.

και 740,24 τ.μ., να συμπεριληφθούν στο γεωτεμάχιό του, το οποίο έχει καταχωρηθεί με αριθμό Κ.Α.Ε.Κ. ..., και με εμβαδόν κατά την κτηματολογική καταχώρηση 52.249,35 τ.μ. και με νέα και επακριβή καταμέτρηση 59.763,19 τ.μ., ήτοι [(52.249,35 + 2.762,95 + 740,24) + 4.010,65], ήτοι περιλαμβάνονται πλην των ανωτέρω τμημάτων 2.762,95 τ.μ. και 740,24 τ.μ. και, επιπλέον 4.010,65 τ.μ.

κατά ακριβή καταμέτρηση, και να καταχωρηθεί επ' ονόματι του αιτούντος με αριθμό ΚΑΕΚ ... με εμβαδόν κατά μεν την κτηματολογική καταχώριση 52.249,35 τ.μ., και κατά νέα ακριβή καταμέτρηση 59.763,19 τ.μ., με κύριο το αναιρεσίβλητο και τίτλο κτήσης την έκτακτη χρησικτησία και την απαλειφή των ανακριβών εγγραφών και τη διόρθωση των ως άνω ανακριβών εγγραφών.

Ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με πράξη του, κάτωθι της αίτησης, προσδιόρισε δικάσιμo και όρισε την προθεσμία της κοινοποίησης στο Ελληνικό Δημόσιο, που από το νόμο ήταν προς ον η κοινοποίηση της αίτησης, είκοσι ημέρες από την κατάθεση αυτής. Ο παραπάνω ορισμός, κατά την κατάθεση της αίτησης, απλώς της προθεσμίας, για την κοινοποίηση της αίτησης στο Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορεί να αναπληρώσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 748 παρ. 3 ΚΠολΔ κλήτευση, με διαταγή του αρμοδίου δικαστή, εκείνου που έχει έννομο συμφέρον από τη δίκη, ώστε δεν προσδίδει στο καθ' ου η κοινοποίηση ιδιότητα διαδίκου.

Στην ανοιγείσα με την παραπάνω αίτηση δίκη, το Ελληνικό Δημόσιο, με το από 02-04-2013 αυτοτελές δικόγραφο, άσκησε κύρια παρέμβαση, με την οποία επικαλούμενο έννομο συμφέρον, και ειδικότερα, στη διατήρηση του Κ.Α.Ε.Κ. ..., ως έχει, για το λόγο ότι : 1) τμήματα αυτού εμβαδού 2.011,31 τ.μ. και 1.422,94 τ.μ. αποτελούν δημόσια δασική έκταση, που περιήλθε στην κυριότητά του, με καθολική διαδοχή, επελθούσα, με την προσάρτηση των εδαφών της Θράκης, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 της Συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το ν.δ. 25/25-08-1923 και 2) μέσω της διόρθωσης γεωμετρικών στοιχείων, και δη του εμβαδού αυτού με επέκταση του επικαλούμενου μείζονος ακινήτου της στα αναφερόμενα δύο έτερα ΚΑΕΚ, πρώτης εγγραφής άγνωστου ιδιοκτήτη, επιδιώκει, με διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, να αλλοιώσει την ταυτότητα του παραπάνω ΚΑΕΚ ...

καταχωρηθέντος στο ΚΑΕΚ γεωτεμαχίου και την επίλυση ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης ως προς τα στοιχεία του εμβαδού, τις πλευρικές διαστάσεις, τη θέση και το σχήμα του επίδικου ακινήτου, ως συνολικού εμβαδού 59.763,19 τ.μ., σε σχέση με την πραγματική κατάσταση σε συνδυασμό με τους τίτλους του, ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση.

Μ' αυτό το περιεχόμενο και αίτημα το κυρίως παρεμβαίνον θεμελιώνει άμεσο έννομο συμφέρον προς επίλυση της ιδιοκτησιακής αμφισβήτησης του εμβαδού του ακινήτου προς αποφυγή αλλοίωσης, μέσω και της διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής, της ταυτότητας του ακινήτου ΚΑΕΚ ... και του τίτλου κυριότητάς του.

Επί της αίτησης, στην οποία εκτιμήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι διαλαμβάνεται και το αίτημα διόρθωσης της πρώτης εγγραφής ως αγνώστου ιδιοκτήτη των ανωτέρω τμημάτων (2.762,95 τ.μ. και 740,24 τ.μ.), ως ανήκον στην κυριότητά του, και της κύριας παρέμβασης, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμ. 305/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αίτηση του αναιρεσίβλητου, και διέταξε τη διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κομοτηνής ώστε μέρος του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, που συμπεριλαμβάνεται εσφαλμένα :

Α) κατά μεν ένα τμήμα του, εμβαδού 2.762,95 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία ..., στο συνταχθέν σύμφωνα με το ΕΓΣΑ ..., από 13-9-2012 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Σ. Σ., και περιλαμβάνεται στο ευρύτερης έκτασης γεωτεμάχιο που καταχωρίστηκε με ΚΑΕΚ ..., εμβαδού 2.994,00 τ.μ. και Β) κατά το έτερο τμήμα του εμβαδού 740,24 τ.μ., όπως αυτό αποτυπώνεται με τα στοιχεία γ-ζ-ε-β-γ στο άνω τοπογραφικό διάγραμμα, που περιλαμβάνεται στο ευρύτερης έκτασης γεωτεμάχιο που καταχωρίστηκε με ΚΑΕΚ ..., τα οποία φέρονται ότι ανήκουν κατά ποσοστό 100% σε άγνωστο ιδιοκτήτη, να καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία ως ένα ενιαίο αυτοτελές γεωτεμάχιο και να δημιουργηθεί ιδιαίτερο κτηματολογικό φύλλο γι' αυτό, με περιμετρικά στοιχεία ..., με ξεχωριστό ΚΑΕΚ, στο οποίο θα εγγραφεί το αιτούν - αναιρεσίβλητο ως αποκλειστικός κύριος, με τίτλο έκτακτης χρησικτησίας, και να διορθωθούν, με αφαίρεση των τμημάτων αυτών, από τα στοιχεία του εμβαδού των με τα αντίστοιχα ΚΑΕΚ γεωτεμαχίων, και απέρριψε, ως απαράδεκτη, την αίτηση κατά το μέρος που με αυτήν αιτήθηκε την αποτύπωση του αγρού του γεωτεμαχίου του ΚΑΕΚ ...

με τα τμήματα 2.994,00 τ.μ. και 740,24 τ.μ. σε ενιαίο γεωτεμάχιο ΚΑΕΚ, εμβαδού 59.763,19 τ.μ., που καταλαμβάνεται με περιμετρικά στοιχεία ... του παραπάνω τοπογραφικού διαγράμματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το ΚΑΕΚ ..., λόγω μη εγγραφής της στα αντίστοιχα ΚΑΕΚ, ενώ απέρριψε την κύρια παρέμβαση, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, καθόσον το κυρίως παρεμβαίνον κατέστη στην κύρια δίκη διάδικος με την κλήτευσή του από τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.

Έτσι, το ανωτέρω κυρίως παρεμβαίνον δεν είχε άμεσο έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση, καθώς δεν επικαλέστηκε τέτοιο για την ανατροπή της εκκαλούμενης απόφασης, αφού η αίτηση κατά το μέρος με την οποία αιτήθηκε την αποτύπωση του αναφερόμενου αγρού σε ενιαίο γεωτεμάχιο, έκτασης 59.763,19 τ.μ., απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ενώ κατά το μέρος που δημιουργήθηκε νέο ΚΑΕΚ με τα ανωτέρω τμήματα δεν επικαλέστηκε, με την κύρια παρέμβασή του, το κυρίως παρεμβαίνον άμεσο έννομο συμφέρον.

Ωστόσο, το ήδη αναιρεσείον (κυρίως παρεμβαίνον), με την άσκηση της, από 02-02-2015, έφεσής του, επανέφερε, με μοναδικό λόγο έφεσής του, ως παραδεκτή, στο σύνολό της, την κύρια παρέμβασή του. Επί της έφεσης εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως απαράδεκτη, κρίνοντας ως εξής: "...Και ναι μεν η κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου κλήτευση του Ελληνικού Δημοσίου διατάχθηκε ως εκ περισσού, δεδομένου ότι το αιτούν εκ του νόμου (άρθρα 6 παρ. 3 και 19 παρ. 2 ν.2664/1998) είχε υποχρέωση κοινοποίησης προς αυτό της αίτησης, εφόσον δι' αυτής αιτείτο, μετά από εξέταση της ορθότητας ή μη της πρώτης εγγραφής στις σχετικές κτηματολογικές εγγραφές, που αφορούσαν εγγραφές δύο ακινήτων που είχαν καταχωρηθεί σε "άγνωστο ιδιοκτήτη", η χωρική μεταβολή των εν λόγω ακινήτων με την ένδειξη "αγνώστου ιδιοκτήτη", πλην όμως το Ελληνικό Δημόσιο με την κατόπιν διαταγής κλήτευσή του κατέστη διάδικος στη δίκη και ως εκ τούτου μη έχον την ιδιότητα του τρίτου δεν δικαιούτο να ασκήσει κύρια παρέμβαση.

Επαλλήλως δε πρέπει να σημειωθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο δια της κυρίας παρεμβάσεώς του επικαλείτο για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του ότι θίγονται τα δικαιώματά του επί τμημάτων του με ΚΑΕΚ ... ακινήτου, πλην όμως για τα εν λόγω αναφερόμενα στην κύρια παρέμβαση τμήματα του μείζονος ακινήτου, το αιτούν, δεν αιτείτο διόρθωση κτηματολογικής εγγραφής, ενώ ως προς τα ακίνητα με ΚΑΕΚ ...

και με ΚΑΕΚ ..., για τα οποία το αιτούν ζητούσε διόρθωση κτηματολογικών εγγραφών και χωρική μεταβολή αυτών, το κυρίως παρεμβαίνον δεν αντέλεγε στη διάγνωση του επίδικου δικαιώματος. Ως εκ τούτων σε κάθε περίπτωση στο πρόσωπο του κυρίως παρεμβαίνοντος δεν θεμελιωνόταν έννομο συμφέρον για την άσκηση της κυρίας παρεμβάσεως και αυτή τύγχανε ως απαράδεκτη.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα από το Ελληνικό Δημόσιο κύρια παρέμβαση, ως η αιτιολογία της επιτρεπτώς συμπληρούται με την παρούσα, ορθώς το νόμο εφάρμοσε, οι δε αιτιάσεις της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Μη υπάρχοντος δε άλλου λόγου έφεσης που να συνάπτεται με την παραδοχή της αίτησης ως παραδεκτής, νομίμου και εν τέλει βάσιμου στην ουσία της κατά ένα μέρος, δεδομένου ότι το εκκαλούν ως διάδικος, που συμμετείχε στην πρωτόδικη δίκη, είχε δικαίωμα, κατ' άρθρο 761 ΚΠολΔ, να προσβάλλει τις σχετικές με την αίτηση κρίσεις της εκκαλουμένης, πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη στην ουσία της...".

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά κατά αποτέλεσμα απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η κύρια παρέμβαση ως απαράδεκτη. Και τούτο, διότι, το εκκαλούν, όπως προαναφέρθηκε, με την έφεσή του, δεν επικαλέστηκε άμεσο έννομο συμφέρον για την ανατροπή της εκκαλούμενης απόφασης, αφού η αίτηση κατά το μέρος με την οποία αιτήθηκε την αποτύπωση του αναφερόμενου αγρού σε ενιαίο γεωτεμάχιο, έκτασης 59.763,19 τ.μ., απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω μη εγγραφής της στα αντίστοιχα ΚΑΕΚ, ενώ κατά το μέρος που δημιουργήθηκε νέο ΚΑΕΚ με τα ανωτέρω δύο τμήματα (2.762,95 τ.μ.

και 740,24 τ.μ.), το κυρίως παρεμβαίνον, με την κύρια παρέμβασή του, δεν επικαλέστηκε άμεσο έννομο συμφέρον, και, έτσι, η άσκηση της έφεσης είναι αλυσιτελής διότι ως προς το μεν απορριφθέν αίτημα της αίτησης, δεν υφίσταται δυνατότητα να διαμορφωθεί δικαστική κρίση άλλη διάφορη προς όφελος του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος, και δεν υπολείπεται των προσδοκιών του, αφού αίτημά του ήταν η απόρριψη της αίτησης και όχι η διόρθωση της εγγραφής, επιφυλασσόμενο να ασκήσει τακτική αγωγή για ευρύτερη έκταση, και κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αίτηση δεν επικαλέστηκε, με την κύρια παρέμβασή του, άμεσο έννομο συμφέρον, για την απόρριψη της αίτησης.

Επομένως, ο, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, η, από τον αρ. 14α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια, με την οποία το αναιρεσείον επιχειρεί να πλήξει την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη την κύρια παρέμβαση, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αίτηση διόρθωσης, για τα δύο τμήματα σε έτερο ενιαίο ΚΑΕΚ, εκλαμβάνοντας ότι μόνο ο ορισμός από το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης της προθεσμίας κοινοποίησης της αίτησης προς το καθ' ου η κοινοποίηση Ελληνικό Δημόσιο, που επιβάλλεται από τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 3 και 19 παρ. 2 του ν. 1664/1998, επί ποινή απαραδέκτου, αναπληρώνει την διαταγή του Δικαστή προς κλήτευση του προαναφερθέντος Ελληνικού Δημοσίου, και καθιστά αυτό διάδικο μέρος, και μη όντας τρίτος δεν νομιμοποιείται να ασκήσει κύρια παρέμβαση, που πλήττει την προσβαλλόμενη κατά την πρώτη επάλληλη αιτιολογία αυτής, για την απόρριψη της κύριας παρέμβασης ως απαράδεκτης, είναι αλυσιτελής, ενόψει του ότι ελλείπει το έννομο συμφέρον αυτού, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού η τυχόν ευδοκίμησή του δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, το διατακτικό της οποίας πλήρως στηρίζει η επιτυχώς, με τον παραπάνω πρώτο λόγο αναίρεσης, πληγείσα ως άνω δεύτερη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ο οποίος κατά τα προαναφερθέντα είναι αβάσιμος.

V. Κατ' ακολουθίαν, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής δικαστικών εξόδων υπέρ του αναιρεσιβλήτου, το οποίο λόγω της ερημοδικίας του, δεν υπέβαλλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09-12-2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 161/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Απριλίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ