Legislator Case Law & Legislation
1727/2016 AI generated

1727/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1727/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1727/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όποιος διευθύνει τη συζήτηση φροντίζει να καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά λέξη εκείνα τα μέρη των μαρτυριών ή των δηλώσεων που κρίνει ουσιώδη για τους σκοπούς της απόδειξης. Επίσης έχει τη δυνατότητα και να τα υπαγορεύσει ή και να επιτρέψει σε εκείνον που εξετάζεται την υπαγόρευσή τους. Το γεγονός αυτό αναφέρεται στα πρακτικά.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1727 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1727/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Α. Κ., για αναίρεση της υπ’ αριθ.23169/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 701/2016.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 140, 141, 142, 143 και 145 του ΚΠΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Τα πρακτικά της συνεδριάσεως συντάσσονται από το γραμματέα με ευθύνη δική του, καθώς και με ευθύνη του δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση. Τα πρακτικά της συνεδριάσεως πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις προσθήκες ή τις διαφορές των καταθέσεων που γίνονται στο ακροατήριο σε σχέση με εκείνες που έγιναν στην ανάκριση.

Επίσης, τις απολογίες και τις δηλώσεις των κατηγορουμένων, τις προτάσεις και τις αιτήσεις και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς και δηλώσεις του εισαγγελέα και των διαδίκων, τις αποφάσεις του δικαστηρίου και τις διατάξεις εκείνου που διευθύνει τη συζήτηση και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως.

Όποιος διευθύνει τη συζήτηση φροντίζει να καταχωρίζονται στα πρακτικά κατά λέξη εκείνα τα μέρη των μαρτυριών ή των δηλώσεων που κρίνει ουσιώδη για τους σκοπούς της απόδειξης. Επίσης έχει τη δυνατότητα και να τα υπαγορεύσει ή και να επιτρέψει σε εκείνον που εξετάζεται την υπαγόρευσή τους. Το γεγονός αυτό αναφέρεται στα πρακτικά.

Την ευθύνη της πιστής τηρήσεως και ακρίβειας των πρακτικών έχει ο γραμματέας της έδρας, αλλά τελεί, κατά το άρθρο 141 παρ.1, υπό την ευθύνη όμως, άρα και εποπτεία του προεδρεύοντος, κατά το άρθρο 140, του οποίου η γνώμη υπερισχύει σε περίπτωση διαφωνίας τους για καταχωρούμενο ζήτημα, ο πρόεδρος δε μπορεί να τροποποιήσει ή να προσθέσει κάτι στα πρακτικά, σε περίπτωση αρνήσεως του γραμματέα, δικαιουμένου απλώς του γραμματέα, να διατυπώσει στα ίδια τα πρακτικά τις όποιες επιφυλάξεις ή παρατηρήσεις του, αν επιμένει στην άποψή του για διαφορετική αντίληψη των συμβάντων πραγμάτων.

Επί της έδρας ο γραμματέας οφείλει να ακολουθεί μόνο τις οδηγίες του προεδρεύοντος σχετικά με αυτά που πρέπει να καταχωρήσει στα πρακτικά, ακόμα και καθ’ υπαγόρευση και όχι άλλων παραγόντων της δίκης. Μόλις τελειώσει η συνεδρίαση, όποιος την διευθύνει θεωρεί και μονογράφει σε κάθε φύλλο τα πρόχειρα πρακτικά που συντάχθηκαν από το γραμματέα κατά τη διάρκεια της συνεδριάσεως.

Εντός οκτώ ημερών από τη συνεδρίαση καθαρογράφονται τα πρακτικά από τον γραμματέα και υπογράφονται από αυτόν και το δικαστή που διευθύνει τη συζήτηση, χωρίς να προκύπτει οιαδήποτε ακυρότητα από την παραβίαση της προθεσμίας αυτής (ΑΠ 1493/2009). Εντός είκοσι ημερών από την καταχώριση στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων των πρακτικών είναι δυνατό να ζητηθεί από τους διαδίκους και τον εισαγγελέα ή να προκληθεί αυτεπάγγελτα από το δικαστή η διόρθωση των λαθών, που υπάρχουν στα πρακτικά ή η συμπλήρωση των ελλείψεων.

Την διόρθωση ή την συμπλήρωση την διατάσσει, ύστερα από κλήτευση και ακρόαση των διαδίκων που ήσαν παρόντες, όποιος διευθύνει τη συνεδρίαση, και σε περίπτωση αρνήσεώς του το δικαστήριο που δίκασε. Τα πρακτικά της ποινικής δίκης, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά.

Δηλώσεις ή αιτήσεις και αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου που δεν καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, τα οποία δεν διορθώθηκαν κατά τούτο, ούτε προσβάλλονται ως πλαστά, θεωρούνται ότι δεν έγιναν (ΑΠ 38/2012, ΑΠ 2044/2007). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 38, 141 παρ. 3 και 338 παρ. 1, 2 του ΚΠΔ, αν κατά την ποινική δίκη προσβληθεί ως πλαστό κάποιο έγγραφο, όπως είναι και τα πρακτικά της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως, αποδίδεται δε η πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, α) το δικαστήριο ερευνά κατά το δυνατόν τη γνησιότητα αυτού και αν παρουσιαστούν ενδείξεις κατά ορισμένου προσώπου, αυτός που διευθύνει τη συζήτηση διατάσσει τη σύλληψη και την παραπομπή του στον αρμόδιο εισαγγελέα και β) αν κατά την κρίση του δικαστηρίου το έγγραφο είναι αναγκαίο για την απόφαση στην κύρια υπόθεση, το δικαστήριο ερευνά σε κάθε περίπτωση τη γνησιότητα αυτού και μόνο όταν κρίνει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι είναι πλαστό αναβάλλει με ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του τη δίκη ωσότου περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία (338 παρ. 2) και διαβιβάζεται στον αρμόδιο εισαγγελέα αντίγραφο των σχετικών πρακτικών μετά του προσβληθέντος εγγράφου (38).

Η άνω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα μπορεί να έχει εφαρμογή και ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν προσβάλλονται για πλαστότητα τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εφόσον όμως αυτή η πλαστότητα συνδέεται με λόγο αναιρέσεως και επηρεάζει την κρίση του Αρείου Πάγου με βάση τα αναγραφόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως συμβαίνει π.χ.

όταν στα πρακτικά δεν έχουν καταχωρηθεί ή αναγράφονται αλλοιωμένες οι καταθέσεις των μαρτύρων ή αν δεν έχουν καταχωρηθεί αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και αυτοί ουδόλως ερευνήθηκαν, δηλαδή αν πρόκειται για νομική πλημμέλεια, που ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 1498/2013, ΑΠ 38/2012, ΑΠ 2137/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 23169/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, απερρίφθη ως ανυποστήρικτη η υπ’ αριθμ. 6051/30-4-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 44591/2013 αποφάσεως του ΣΤ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποίαν κηρύχθηκε ένοχος εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η ως άνω απόφαση: 1) για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, που υπέβαλε ο απών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δια της συνηγόρου του Α. Κ., η οποία εμφανίσθηκε στο δικαστήριο και εδήλωσε το, συνιστάμενο στην απουσία του στο εξωτερικό, κώλυμά του να παραστεί και το κώλυμα της ιδίας (συνηγόρου) να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, ως στερούμενη σχετικής προς τούτο εξουσιοδοτήσεώς του, 2) απόλυτη ακυρότητα λόγω παραλείψεως του δικαστηρίου να αναγνώσει έγγραφο, που προσκόμισε ο αναιρεσείων δια της ως άνω συνηγόρου του προς απόδειξη του λόγου για τον οποίον ζήτησε την αναβολή της δίκης και 3) για υπέρβαση εξουσίας, συνισταμένης στο ότι το δικαστήριο πριν την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεώς του δεν ερεύνησε την δυνατότητα διακοπής της δίκης για δέκα πέντε ημέρες.

Περαιτέρω, με το αναιρετήριο ο αναιρεσείων προσβάλλει ως πλαστά τα ταυτάριθμα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος που, κατά τους συναφείς ισχυρισμούς του, δεν έχουν καταχωρηθεί, το μεν η ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο της ως άνω συνηγόρου του Α.

Κ., η οποία, εξετάσθηκε ως μάρτυρας και κατέθεσε ότι, παρ’ ότι ήταν συνήγορος υπερασπίσεώς του, δεν είχε εφοδιασθεί με έγγραφη εξουσιοδότησή του για να τον εκπροσωπήσει στη δίκη, λόγω απουσίας του, από τις 15-5-2015, στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους, το δε (δεν έχει καταχωρηθεί) ότι η ως άνω συνήγορός του (αναιρεσείοντος) προσκόμισε στο δικαστήριο έγγραφο, που ζήτησε να αναγνωσθεί, και ειδικότερα την, διαβιβασθείσα από τον αναιρεσείοντα σε αυτήν (ως άνω συνήγορό του) με ηλεκτρονικό μήνυμα, κάρτα επιβιβάσεως αυτού στο αεροπλάνο, κατά την αναχώρησή του στο εξωτερικό την 15-5-2015, από τα οποία αποδεικτικά αυτά μέσα (μαρτυρική κατάθεση της συνηγόρου του και κάρτα επιβιβάσεως) αποδεικνυόταν η κατά την ως άνω ημερομηνία (15-5-2015) μετάβασή του και η έκτοτε και κατά την ημέρα της δικασίμου (21-5-2015), παραμονή του στο εξωτερικό, και από τα οποία αποδεικνυόταν βάσιμο, το αίτημα το απορριφθέν αίτημά του για αναβολή της δίκης, προκειμένου η αναγγείλασα το κώλυμα αυτό συνήγορός του να εφοδιασθεί με την απαιτούμενη έγγραφη εξουσιοδότηση και να εκπροσωπήσει στην δίκη αυτή τον αναιρεσείοντα.

Κατονομάζει δε με το αναιρετήριο ως πλαστογράφους των εν λόγω πρακτικών την προεδρεύουσα του δικαστηρίου πρόεδρο πρωτοδικών Α. Μ. και την γραμματέα αυτού Β. Κ.. Τους αυτούς ισχυρισμούς περί πλαστότητας των εν λόγω πρακτικών ο αναιρεσείων επαναλαμβάνει με το από 4-11-2016 υπόμνημά του, που μετά την συζήτηση στο ακροατήριο κατέθεσε δια της ως άνω συνηγόρου του, δια της οποίας παρέστη στο δικαστήριο αυτό, η οποία προσκομίζει το υπ’ αριθμ. .../4-11-2016 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αττικής Αναστασίας Παν.

Λάφη, με το οποίο ο αναιρεσείων της παρέχει την ειδική πληρεξουσιότητα να κατονομάσει πλαστογράφο την προεδρεύουσα του δικαστηρίου Α. Μ. (όχι όμως και την ως άνω γραμματέα αυτού Β. Κ.) και εγκρίνει τις μέχρι τούδε ενέργειες της. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως η αυτή ως άνω πληρεξουσία δικηγόρος του αναιρεσείοντος, που τον εκπροσωπεί στην αναιρετική αυτή δίκη, υπέβαλε αίτημα αναβολής της συζητήσεως για το λόγο "ότι έχει κάνει αίτηση για προσβολή των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως" και θέλει να την προσκομίσει στο δικαστήριο.

Όμως, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων: α) δεν επικαλείται ότι έχει υποβάλει σχετική μήνυση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών για την πλαστογραφία αυτή, β) δεν επικαλείται τα αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη της εν λόγω πλαστότητας και τέτοιο, σημειωτέον, δεν αποτελεί, όπως μόνον επικαλείται, η ευρισκόμενη στην δικογραφία και συντεταγμένη εν μέρει στην ελληνική γλώσσα και εν μέρει στην αγγλική, κάρτα επιβιβάσεως, επί της οποίας υπάρχει μικρή ευθεία πράσινη γραμμή, την οποίαν κατά τους ισχυρισμούς του έθεσε η προεδρεύουσα του δικαστηρίου κατά την προσκομιδή της από την συνήγορό του, χωρίς οποιαδήποτε άλλη χειρόγραφη σημείωση αυτής, όπως π.χ.

προσκομίσθηκε, αναγνώσθηκε κλπ, από την οποίαν να μπορεί να συναχθεί ασφαλώς ότι αυτή ανεγνώσθη, όπως αρχικώς ισχυρίζεται ο αναιρεσείων (σελ. 2 του αναιρετηρίου), ενόψει του ότι ο ίδιος στην συνέχεια αντιφατικώς εκθέτει, προς στοιχειοθέτηση του ως άνω δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ότι δεν ανεγνώσθη (σελ. 6 του αναιρετηρίου), γ) δεν επικαλείται επίσης ότι ζήτησε εντός της προβλεπόμενης 20ημέρου προθεσμίας από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένων πρακτικών, την διόρθωση των νυν για πλαστότητα προσβαλλόμενων πρακτικών αυτών και δ) δεν προσάγει καν αντίγραφο των προχείρων πρακτικών της δίκης, που τήρησε η γραμματέας της έδρας, προς έρευνα της αμφισβητουμένης γνησιότητας των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, παρά το ότι τα προσβαλλόμενα για πλαστότητα (νόθευση) ως άνω πρακτικά αποτελούν μεν, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, αναγκαίο έγγραφο για να αποφανθεί επί του προβαλλομένου ως άνω πρώτου λόγου αναιρέσεως, αφού η αποδιδόμενη πλαστότητα των πρακτικών συνδέεται με λόγο αναιρέσεως και επηρεάζει την κρίση του Αρείου Πάγου, ως προς την βασιμότητα ή μη λόγου αναιρέσεως, με βάση τα αναγραφόμενα στα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το παρόν δικαστήριο, ερευνώντας την αμφισβητούμενη γνησιότητα των πρακτικών άγεται στην κρίση, ότι δεν υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις πλαστογραφίας των καθαρογραμμένων πρακτικών και συνεπώς, σε συνδυασμό με το ότι ως εκ του χρόνου τελέσεως, κατά την 5-1-2009 της αξιοποίνου πράξεως, για την οποίαν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων υφίσταται άμεσος κίνδυνος παραγραφής της, τα υποβαλλόμενα αιτήματα αναβολής της παρούσας αναιρετικής δίκης α) προκειμένου να προσκομισθεί η αίτηση για προσβολή ως πλαστών των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως", β) για να διαβιβασθεί κατά το άρθρο 38 ΚΠΔ η υπόθεση πλαστογραφίας στον αρμόδιο εισαγγελέα και γ) για να περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία (αρ. 338 παρ. 2 ΚΠΔ), παρίστανται αδικαιολόγητα και πρέπει να απορριφθούν.

Η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας λόγους ή λόγους ανώτερης βίας ή περί αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη.

Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία (ΑΠ 569/2015). Η δε εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεως του νομοτύπως και εμπροθέσμως κλητευθέντος εκκαλούντος - κατηγορουμένου, ως ανυποστήρικτης, ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως με την μορφή της αρνητικής υπερβάσεως εξουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 23169/21-5-2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, προκύπτουν τα εξής: Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς εκδίκαση της υπ’ αριθμ. 6051/30-4-2013 εφέσεως, που είχε ασκήσει κατά της υπ’ αριθμ. 55591/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν κηρύχθηκε ένοχος εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα πέντε (15) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, ο εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, ενώ εμφανίσθηκε η δικηγόρος Αθηνών Α.

Κ., η οποία ανήγγειλε στο δικαστήριο, ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους και ζήτησε την αναβολή της δίκης "λόγω σημαντικών αιτίων". Το δικαστήριο κατόπιν προηγουμένης συμφώνου προτάσεως του εισαγγελέως απέρριψε το αίτημα αυτό αναβολής της δίκης και ακολούθως, κρίνοντας ότι ο απών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων είχε κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως, απέρριψε την ως άνω έφεσή του ως ανυποστήρικτη.

Στην απορριπτική δε του αιτήματος αναβολής παρεμπίπτουσα απόφασή του το δικαστήριο διέλαβε την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "Επειδή από μόνη την επίκληση εκ μέρους της δικηγόρου κ. Κ., η οποία εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, για λογαριασμό του εκκαλούντα "επαγγελματικών λόγων" ως αιτία της απουσίας του τελευταίου στο εξωτερικό, χωρίς ο ισχυρισμός τούτος να συνοδεύεται από κανένα περαιτέρω στοιχείο, δεν αποδεικνύονται οι κατά το νόμο (άρθρο 349 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ) λόγοι ανωτέρας βίας για την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, πρέπει το σχετικώς προσβληθέν αίτημα να απορριφθεί".

Η απόφαση αυτή με την οποίαν απερρίφθη το αίτημα αναβολής της δίκης, είναι η απαιτούμενη κατά τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι λόγοι, για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας οδηγήθηκε στην απορριπτική αυτή παρεμπίπτουσα απόφαση του, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του αιτήματος, όπως υπεβλήθη από την ως άνω δικηγόρο και το ότι δεν προσκομίσθηκε κανένα στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει η κατά την ημέρα της δικασίμου αυτής, ήτοι κατά την 21-5-2015, απουσία του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος στο εξωτερικό για, συνιστώντες την έννοια της ανωτέρας βίας, επαγγελματικούς λόγους.

Επομένως, ο πρώτος εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλει την αιτίαση της ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της ως άνω συμπροσβαλλομένης απορριπτικής του αιτήματός του για αναβολή της δίκης παρεμπίπτουσας αποφάσεως, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο συναφής προς τον ανωτέρω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του αυτού Κώδικα, με τον οποίον ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι με την εν συνεχεία απόρριψη της εφέσεώς του ως ανυποστήρικτης το δικαστήριο υπερέβη αρνητικώς την εξουσία του. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.

δ’ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα υφίσταται: 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν ... 4) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα.

Η παραβίαση των διατάξεων αυτών, που αφορούν τα υπερασπιστικά δικαιώματα του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της επ` ακροατηρίου διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 2 του ν.3904/2010, με το οποίο ορίζεται, ότι ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη προκαλείται "αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν:

την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα", η οποία (απόλυτη αυτή ακυρότητα) ιδρύει τον υπό του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.

Α’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 339/2013). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 178 του ΚΠΔ, κατ’ ενδεικτική απαρίθμηση, κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία είναι α) οι ενδείξεις, β) η αυτοψία, γ) η πραγματογνωμοσύνη, δ) η ομολογία του κατηγορουμένου, ε) οι μάρτυρες και στ) τα έγγραφα. Από την διάταξη αυτή και εκείνες των άρθρων 177 παρ.1 και 274 εδ.

β’ του ΚΠΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, οφείλει να λάβει υπ’ όψη και να συνεκτιμήσει όλα, και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ` επιλογήν, τα αποδεικτικά στοιχεία, επομένως και τα έγγραφα, που προς υπεράσπισή του ζήτησε να αναγνωσθούν ο κατηγορούμενος, και να μη αποστερείται ο τελευταίος του από το άρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματός του να προβεί ο ίδιος ή δια του εκπροσωπούντος αυτόν συνηγόρου του σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο, να δημιουργείται εντεύθεν απόλυτη ακυρότητα και να στοιχειοθετείται ο ως άνω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Α’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή για την έρευνα του σχετικού λόγου αναιρέσεως επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει, ότι προσκομίσθηκε από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, νομίμως εκπροσωπούμενο από συνήγορο υπερασπίσεως και δη την δικηγόρο Αθηνών Α.

Κ., έγγραφο, του οποίου ζητήθηκε η ανάγνωση και δη η, με ηλεκτρονικό μήνυμα αποσταλείσα στην τελευταία υπ’ αυτού, κάρτα επιβιβάσεώς του στο αεροπλάνο, κατά την αναχώρησή του στο εξωτερικό την 15-5-2015, προς απόδειξη της βασιμότητας του ως άνω αιτήματος αναβολής της δίκης, που είχε προβάλει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο (προσκομισθέν αυτό έγγραφο) και την ανάγνωση αυτού το δικαστήριο την αρνήθηκε και μάλιστα μετά από προσφυγή του κατηγορουμένου και της άρνησης του προέδρου να το αναγνώσει.

Σημειωτέον ενταύθα, ότι ο αναιρεσείων αντιφατικώς, προς επιστήριξη του ως άνω ισχυρισμού του περί πλαστότητος των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, επικαλείται, ότι η εν λόγω κάρτα επιβιβάσεως ανεγνώσθη στο δικαστήριο από την προεδρεύουσα αυτού και τούτο σημειώθηκε υπ’ αυτής, με απλή ευθεία γραμμή που έθεσε με πράσινο στυλό (σελ. 2 του αναιρετηρίου).

Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 παρ.1 Α’ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως για απόλυτη ακυρότητα, που επήλθε από την παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος και προκλήθηκε από την παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει το έγγραφο αυτό, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Η αυτή αιτίαση, με την οποίαν πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Γ’ και Β’ του αυτού Κώδικα λόγους αναιρέσεως για σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά την διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε και για παραβίαση των διατάξεων για την δημοσιότητα στο ακροατήριο, στηρίζονται επί αναληθούς προϋποθέσεως και είναι επίσης αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Από τις διατάξεις του άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανισθεί ο εκκαλών αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 340 του Κ.Ποιν.Δ., η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη. Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση ως ανυποστήρικτη μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση.

Η διάταξη του άρθρου 349 για αναβολή της δίκης εφαρμόζεται και υπέρ του εκκαλούντος που δεν μπόρεσε να εμφανιστεί για λόγους ανώτερης βίας κ.λπ.. Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 349 παρ. 1, 2, 3 και 4 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Ν. 3904/2010, 33 παρ. 5 του Ν. 4055/2012 και 93 παρ. 4 του Ν.4139/2013, "1.

Το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει μόνο μία φορά την αναβολή της δίκης για λόγους ανώτερης βίας, με αίτημα δε κάποιου από τους διαδίκους, μία μόνο φορά, για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανώτερης βίας. 2. Η αναβολή που χορηγείται με αίτημα διαδίκου, για λόγο που αφορά αυτόν ή το συνήγορο του, δεν μπορεί να υπερβεί τους τρεις μήνες και διατάσσεται μόνο για σοβαρούς λόγους υγείας, οι οποίοι αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ή λόγους ανώτερης βίας.

Οι λόγοι αυτοί προσδιορίζονται στην απόφαση, η οποία πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη. 3. Το δικαστήριο πριν διατάξει την αναβολή υποχρεούται να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες, αιτιολογώντας συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή. 4.

Δεύτερη αναβολή μπορεί να δοθεί για τους ίδιους πιο πάνω λόγους και σύμφωνα με τους ως άνω όρους. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται και το δικαστήριο μπορεί μόνο να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι τρεις φορές. Κατά τη διακοπή της συνεδρίασης ο πρόεδρος κατανέμει τις μη εκδικασθείσες υποθέσεις του πινακίου στις επόμενες μετά τη διακοπή συνεδριάσεις".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει υποχρέωση, πριν διατάξει την αναβολή, να ερευνήσει τη δυνατότητα διακοπής της δίκης και να αιτιολογήσει συνοπτικά ότι δεν μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με διακοπή, όταν αποφασίσει για την αναβολή και πριν διατάξει την αναβολή και όχι όταν αποφαίνεται για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος, εκτός αν υποβληθεί ξεχωριστό αυτοτελές αίτημα για διακοπή της δίκης σε περίπτωση απορρίψεως του αιτήματος αναβολής της δίκης (ΑΠ 260/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία κατά το μέρος αυτό δεν προσβάλλονται ως πλαστά ουδέ προκύπτει ότι ζητήθηκε η διόρθωσή τους, δεν προκύπτει ότι εκτός του αιτήματος αναβολής της δίκης, κατά τα προαναφερόμενα, ο αναιρεσείων υπέβαλε δια της ως άνω δικηγόρου αυτοτελές αίτημα διακοπής της δίκης για κάποιο νόμιμο λόγο και συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο, μετά την, κατά τα προαναφερθέντα, απόρριψη του αιτήματος αναβολής της δίκης, αυτεπαγγέλτως να ερευνήσει την δυνατότητα διακοπής της δίκης, ουδέ υπερέβη την εξουσία του μη διακόπτοντας αυτεπαγγέλτως την δίκη.

Επομένως, ενόψει τούτων, ο σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Η’ του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και υπέρβαση εξουσίας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.

Μετά ταύτα, ελλείψει άλλου λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 24/15-4-2016 αίτηση του Κ. Χ. του Χ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 23169/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) και τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει το αίτημα του αναιρεσείοντος για αναβολή της δίκης προκειμένου: α) να προσκομισθεί η αίτηση για προσβολή ως πλαστών των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, β) να διαβιβασθεί κατά το άρθρο 38 ΚΠΔ η υπόθεση πλαστογραφίας στον αρμόδιο εισαγγελέα και γ) να περατωθεί η διαδικασία για την πλαστογραφία.

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 24/15-4-2016 αίτηση του Κ. Χ. του Χ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 23169/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ