Legislator Case Law & Legislation
1727/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and inadmissibility of proportionality argument in car accident damages case.

Case Number 1727/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Thessaloniki's award of 50,000 euros for personal injury in a car accident. The appellant argued the lower court violated the principle of proportionality by awarding less than the requested 500,000 euros. The court ruled that such awards are not subject to direct proportionality review and must be challenged through the specific legal remedies provided in Article 932 of the Civil Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; The principle of proportionality cannot be directly applied by courts to review specific damage awards, which must instead be evaluated through the specific legal remedies and limits set by the relevant substantive law.

Keywords

AI generated
principle of proportionality civil procedure appeal car accident damages discretionary power legal remedies substantive law review judicial discretion

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 25 of the Constitution
Article 932 of the Civil Code
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1727 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1727/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Φ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σαράντη Τόλια, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2. Της εδρεύουσας στην ... ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία "Α. Φ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και 3. Του εδρεύοντος στην Αθήνα, Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό κατάθεσης 46940/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23622/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2692/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31-10-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης ανέγνωσε την από 4-1-2012 έκθεσή της κωλυομένης να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτου Μαρίας Βασιλάκη-Φραγκίσκου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των υπό στοιχεία 1.1 και 3.1.1 λόγων της αιτήσεως αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 3ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.-

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 1047 Ζ και 1046 Ζ/21.1.2011 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο της 13.1.2012 κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για εκείνη της 9.11.2012, οπότε και πάλιν ανεβλήθη για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια αυτού (αναιρεσείοντος) στους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων Δ. Π. και εδρεύουσα στην ... ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α. Φ. και Σια Ο.Ε.", αντίστοιχα. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 § 2 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 226 § 4 και 573 § 1 του ίδιου Κώδικα.-

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 περ. α' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δημιουργείται και όταν ο αυτοτελής ισχυρισμός, που συνιστά κατά τη διάταξη αυτή "πράγμα" και λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο, δεν είχε επαναφερθεί κατά τρόπο παραδεκτό σε αυτό. Για τη νόμιμη επαναφορά του αρκεί, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, η επανυποβολή του με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τον περιέχουν, καθώς και η προσκόμιση επικυρωμένου αντιγράφου των προτάσεων αυτών, δεν θεωρείται δε νόμιμη επαναφορά του η ενσωμάτωση στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, με τις οποίες είχε προβληθεί ο ισχυρισμός πρωτοδίκως και η γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις με παραπομπή στους ισχυρισμούς που είχαν προβληθεί με αυτές (ΑΠ 1837/2009).-

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Δ. Φ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 25.10.2006 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 46940/2006 αγωγή, με την οποία εξέθετε ότι ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων Δ.

Π. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Φ. Και Σία Ο.Ε.", η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Γενική Ένωση Α.Ε.Ε.Γ.Α.", στην δικονομική θέση της οποίας, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, υπεισήλθε ήδη αυτοδικαίως, κατ' άρθρο 25 § 4 Ν. 489/1976, το νυν τρίτο των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ.

με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων" (του λοιπού : Επικουρικό Κεφάλαιο), προκάλεσε από υπαιτιότητά του (αμέλεια) τις φθορές και βλάβες στη μοτοσυκλέτα της δικής του ιδιοκτησίας, καθώς και τον τραυματισμό του (ενάγοντος) κατά την σύγκρουση των οχημάτων αυτών, που έγινε κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή.

Επιπλέον ως προς την τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία επικαλέσθηκε σύμβαση αναδοχής χρέους, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και εκείνης, κατά τον τρόπο που ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή. Με βάση δε αυτά και τα λοιπά στην αγωγή εκτιθέμενα και μετά από περιορισμό αυτής, που έγινε με μετατροπή του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματός της σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, έκαστος εις ολόκληρον, ως αποζημίωση για την θετική και αποθετική ζημία την οποία υπέστη από την εις βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το συνολικό ποσό των 1.376.950,70 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο, και ειδικότερα α) ποσό 3.200 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία της ολοσχερώς καταστραφείσας μοτοσυκλέτας του, μετά την αφαίρεση της αξίας των υπολειμμάτων της, β) ποσό 953 ευρώ, που κατέβαλε για αμοιβές ιατρών, νοσήλια και για τις εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, και το οποίο ποσό δεν καλύφθηκε από τον ασφαλιστικό του οργανισμό (ΙΚΑ), γ) ποσό 622.797,70 ευρώ, που αντιστοιχεί στα εισοδήματα τα οποία απώλεσε από την ημέρα του ενδίκου ατυχήματος και θα απολέσει μέχρι τις 4.8.2039, σύμφωνα με τα ειδικότερον εκτιθέμενα στην αγωγή, δ) ποσό 500.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την εις βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία και ε) ποσό 250.000 ευρώ, ως αυτοτελή αποζημίωση με βάση την διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ.

Επικουρικά δε, για την περίπτωση που η κύρια αγωγή του θα απορριπτόταν ως προς την τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, επικαλούμενος την αδράνεια των δύο πρώτων εναγομένων να ασκήσουν τα κατά της ασφαλιστικής εταιρίας δικαιώματά τους, σώρευσε στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή, το αίτημα της οποίας μετέτρεψε σε αναγνωριστικό, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η πλαγιαστικώς εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, υποχρεούται να καταβάλει στους ασφαλισμένους της, πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, οποιοδήποτε ποσό αναγνωρισθεί ότι υποχρεούνται αυτοί να του καταβάλουν, με την απόφαση που θα εκδοθεί επί της ευθείας αγωγής του.

Κατά την επ' ακροατηρίου ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, οι εναγόμενοι, προεχόντως, αρνήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούσαν την ιστορική βάση της αγωγής, ισχυριζόμενοι ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού προκληθεισών βλαβών του ενάγοντος είναι αυτός ό ίδιος ο ενάγων επικουρικά δε ότι συνυπαίτιος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών είναι ο ενάγων και μάλιστα κατά ποσοστό 95%.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η υπ' αριθμ. 23622/2006 οριστική απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η πλαγιαστική αγωγή ως απαράδεκτη, έγινε δεκτή η νομοτύπως και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προβληθείσα ένσταση της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού προκληθεισών συνεπειών, κριθέντος ότι το ποσοστό της συνυπαιτιότητάς του ανέρχεται σε 20% και του πρώτου εναγόμενου - οδηγού του ζημιογόνου φορτηγού - σε 80%, και στη συνέχεια (έγινε) δεκτή κατά ένα μέρος, ως και μερικώς κατ' ουσίαν βάσιμη, η ευθεία αγωγή, αναγνωρισθέντος ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 43.322,40 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο μεν ενάγων την από 5.9.2007 και με αριθμό κατάθεσης 3487/2007 έφεση οι δε εναγόμενοι την από 17.9.2008 και με αριθμό κατάθεσης 3614/2008 έφεσή τους. Με τον πρώτο δε λόγο και των δύο παραπάνω εφέσεων προσεβλήθη η ως άνω πρωτόδικη απόφαση για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το κεφάλαιο της υπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού επελθόντων δυσμενών γι' αυτόν συνεπειών, του μεν ενάγοντος ισχυριζομένου ότι ουδεμία υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα τον βάρυνε στην επέλευση αυτού και των εξ αυτού δυσμενών συνεπειών, των δε εναγομένων ισχυριζομένων ότι ουδεμία υπαιτιότητα βάρυνε για τα ανωτέρω ζητήματα τον πρώτο τούτων - οδηγό του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου.

Ζήτησαν δε αμφότεροι την εξαφάνιση κατά τούτο της εκκαλουμένης απόφασης, έτσι ώστε κατά μεν τον ενάγοντα να απορριφθεί ο ανωτέρω νομοτύπως προβληθείς ισχυρισμός των εναγομένων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας αυτού, στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών και να γίνει εξολοκλήρου δεκτή η αγωγή, κατά δε τους εναγόμενους να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός τους περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών και να απορριφθεί η αγωγή.

Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με την οποία το Εφετείο δέχθηκε, ότι ορθώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως συνυπαίτιους του ενδίκου ατυχήματος τους οδηγούς αμφοτέρων των συγκρουσθέντων οχημάτων και ειδικότερα τον μεν ενάγοντα ως οδηγό της με γερμανικές πινακίδες υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, τον δε πρώτο των εναγομένων ως οδηγό του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... φορτηγού αυτοκινήτου και ορθώς καθόρισε το ποσοστό συνυπαιτιότητας του μεν ενάγοντος σε 20%, του δε πρώτου εναγομένου σε 80%. Κατ' ακολουθίαν δε της παραδοχής του αυτής απέρριψε τους ανωτέρω εκ διαμέτρου αντίθετους μεταξύ τους λόγους των προαναφερομένων εφέσεων των διαδίκων.

Εφόσον λοιπόν το Εφετείο επιλήφθηκε του κρισίμου στην προκειμένη περίπτωση ζητήματος της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων κατόπιν του προαναφερόμενου πρώτου λόγου αμφοτέρων των ως άνω εφέσεων των διαδίκων δεν τίθεται ζήτημα νομοτύπου ή μη, κατ' άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ, επαναφοράς εκ μέρους των εναγομένων στην κατ' έφεση δίκη του ισχυρισμού αυτών περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, αφού το ζήτημα τούτο ήταν αντικείμενο αμφοτέρων των εφέσεων και έπρεπε να αποφανθεί επ' αυτού το Εφετείο, γι' αυτό και ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 α' Κ.Πολ.Δ., λόγος της αναίρεσης (υπό στοιχεία δικογράφου 1.1.), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της λήψης υπόψη μη νομίμως επαναφερθέντος στην κατ' έφεση δίκη πρωτοδίκως προβληθέντος ισχυρισμού (ένσταση συνυπαιτιότητας ενάγοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος), πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-

ΙΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται κατ' αρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα του ατυχήματος συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται την μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή την μείωση του ποσού της (άρθρ. 300 ΑΚ).

Ακόμη από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του προαναφερόμενου πταίσματος.

Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο εξ αυτού του λόγου πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (ΑΠ 854/1994 Ελλ.Δνη 37.292). Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο.

Εξάλλου, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παράβασης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1208/2011, ΑΠ 2120/2007).-

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα σχετικά με τις συνθήκες επέλευσης του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος και την σ' αυτή (επέλευση) υπαιτιότητα των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων :

Στις 4.8.2004 και περί ώρα 14.15', ο ενάγων, οδηγώντας την με γερμανικές πινακίδες αριθμού κυκλοφορίας υπό στοιχεία ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, της ιδιοκτησίας του, κινείτο επί της Ε.Ο. Θεσσαλονίκης - Καβάλας με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη. Στο ύψος του 79ου χιλιομετρικού σημείου η εν λόγω Ε.Ο. έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,40 μ.

και δύο ρεύματα κυκλοφορίας, πλάτους 3,70 μ. το καθένα, με δύο λωρίδες κυκλοφορίας έκαστο, τα οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους με συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή. Στο σημείο εκείνο υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους 1,10 μ. στο ρεύμα προς Θεσσαλονίκη και πέραν αυτού χωμάτινο έρεισμα και στην συνέχεια υπάρχει η περίφραξη του ιδιωτικού χώρου, στον οποίο λειτουργεί πίστα αυτοκινήτων τύπου cart.

Στο ρεύμα δε προς Καβάλα υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα, πλάτους 6,10 μ. και πέραν αυτού (υπάρχει) ο χώρος της αυλής του πρατηρίου υγρών καυσίμων της ανώνυμης εταιρίας υγρών καυσίμων με το διακριτικό σήμα "ΒΡ". Η εν λόγω Ε.Ο., στο σημείο εκείνο, είναι ευθεία και κατά την ως άνω ημερομηνία και ώρα, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, επικρατούσε καλοκαιρία και υπήρχε φως ημέρας και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ήταν 70 χλμ/ώρα, όπως, κατά τις παραδοχές της απόφασης του Εφετείου, τα ανωτέρω προέκυπταν από την με ημερομηνία 4.8.2004 έκθεση αυτοψίας επί τροχαίου ατυχήματος του Τμήματος Τροχαίας Ασπροβάλτας Θεσσαλονίκης και το συνοδεύον αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα.

Την ίδια ημέρα και ώρα ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... φορτηγό αυτοκίνητο, ανατρεπόμενο, με ανοικτή καρότσα, που φέρει ανυψωτικό μηχάνημα (γερανό), ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης, η οποία τον είχε προστήσει στην οδήγησή του και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινείτο ομόρροπα με την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, προπορευόμενο αυτής και έχοντας μικρότερη από αυτήν ταχύτητα.

Περαιτέρω, κατά τις παραδοχές πάντοτε της πληττόμενης απόφασης, " Την ώρα που τα προαναφερόμενα οχήματα πλησίαζαν στο σημείο που βρίσκεται η πιο πάνω πίστα αυτοκινήτων cart και το πρατήριο υγρών καυσίμων, ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου ανέκοψε σταδιακά την ταχύτητα του οχήματός του και αφού αρχικά πλησίασε προς την διαχωριστική, των δύο ρευμάτων, γραμμή, προκειμένου να έχει μεγαλύτερο περιθώριο ελιγμού, κατόπιν επιχείρησε να στρίψει προς τα δεξιά σε σχέση με την έως τότε πορεία του, για να εισέλθει στον χώρο της πίστας, χωρίς όμως προηγουμένως, να βεβαιωθεί, ότι με τον ελιγμό του αυτόν δεν θα παρεμπόδιζε την κίνηση των υπολοίπων χρηστών της οδού αυτής.

Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του αυτής, ήταν να ανακόψει την πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του ενάγοντος, που ακολουθούσε το φορτηγό αυτοκίνητο, ο οδηγός της οποίας, αντιλαμβανόμενος τον ελιγμό του φορτηγού αυτού αυτοκινήτου, όταν βρισκόταν σε απόσταση 20 περίπου γραμμικών μέτρων πίσω από αυτό, επιχείρησε να τροχοπεδήσει, ώστε να ακινητοποιηθεί, πλην όμως τα περιθώρια του χώρου δεν ήσαν ικανά και έτσι η προσπάθειά του δεν τελεσφόρησε.

Τα δύο οχήματα συγκρούσθηκαν σε σημείο που βρίσκεται σε απόσταση 2,95 γραμμικών μέτρων από την δεξιά άκρη του οδοστρώματος του ρεύματος της κυκλοφορίας τους, τα σημεία τους δε όπου εντοπίζεται η πρώτη μεταξύ τους επαφή είναι το εμπρόσθιο μέρος της δίκυκλης μοτοσικλέτας και το οπίσθιο δεξιό τμήμα του φορτηγού αυτοκινήτου στο ύψος των φώτων του.

Στην συνέχεια η δίκυκλη μοτοσυκλέτα σύρθηκε με την δεξιά πλευρά της σε όλη την οπίσθια επιφάνεια του φορτηγού αυτοκινήτου και ακολούθως αυτή με τον οδηγό της ανατράπηκε, σύρθηκε για λίγο στο οδόστρωμα του ρεύματος της κυκλοφορίας προς την Θεσσαλονίκη, ο οδηγός της όμως έπεσε από αυτήν σχεδόν πάνω στην διαχωριστική γραμμή, ενώ η δίκυκλη μοτοσικλέτα εξακολούθησε να σύρεται, πλην όμως στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή σε αυτό προς την Καβάλα, ώσπου ακινητοποιήθηκε στο έρεισμα της οδού, σε απόσταση 49 περίπου γραμμικών μέτρων από το σημείο της συγκρούσεως.

Η τελική θέση του φορτηγού αυτοκινήτου αμέσως μετά την σύγκρουση, δεν είναι αυτή που αποτυπώνεται στο πιο πάνω πρόχειρο σχεδιάγραμμα, δηλαδή εντός του χωμάτινου ερείσματος στα δεξιά της οδού και παράλληλα με αυτήν, καθώς αυτή είναι η θέση στην οποίαν μετακινήθηκε το φορτηγό μετά την πρόσκρουση, ώστε να απομακρυνθεί από το οδόστρωμα και να μην παρεμποδίζει την κυκλοφορία των λοιπών αυτοκινήτων επί της οδού".

Εν συνεχεία δε το Εφετείο μνημονεύει ειδικώς και σχολιάζει τα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία προέβη στις προαναφερόμενες παραδοχές του, δεχόμενο περαιτέρω ότι "...με βάση τα ευρήματα αυτά καταρρίπτεται ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η δίκυκλη μοτοσικλέτα προσέκρουσε στο κέντρο της οπισθίας επιφάνειας του φορτηγού αυτοκινήτου, όπως και ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου".

Παρακατιόν δε το Δικαστήριο εκείνο αναφέρει και σχολιάζει τόσο τις από 4.8.2004 εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος κατά την αστυνομική προανάκριση πραγματογνώμονος Ν. Κ., που εξέτασε τόσο το φορτηγό αυτοκίνητο όσο και την δίκυκλη μοτοσυκλέτα, όσο και τις καταθέσεις των μαρτύρων Ε. Τ. και Ν. Κ. και παραθέτει σειρά κριτικών σκέψεων και σειρά συμπερασμάτων, κατά τις οποίες σκέψεις και συμπεράσματα α) "...

όπως προαναφέρθηκε, το σημείο της συγκρούσεως των δύο οχημάτων εντοπίζεται σε απόσταση 2,95 γραμμικών μέτρων από το δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ρεύματος κυκλοφορίας προς την Θεσσαλονίκη, όπως τούτο αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας και όπως ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος επιβεβαίωσε, κατά την χωρίς όρκο, εξέτασή του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", β) "...

δοθέντος ότι η αρχική σύγκρουση των δύο οχημάτων έλαβε χώρα, όπως αμέσως ανωτέρω περιγράφηκε, συνάγεται με ασφάλεια, ότι το φορτηγό αυτοκίνητο, που έχει πλάτος 2,50 γραμμικά μέτρα περίπου, καταλάμβανε τόσο το υπόλοιπο πλάτος του ρεύματος της κυκλοφορίας προς την Θεσσαλονίκη, δηλαδή τα 75 εκατοστά που απομένουν μετά την αφαίρεση των 2,95 γραμμικών μέτρων από τα 3,70 γραμμικά μέτρα του συνολικού πλάτους του ρεύματος, όσο και τμήμα τουλάχιστον 1,50 γραμμικού μέτρου από το ρεύμα της κυκλοφορίας που προορίζεται για τα αντιθέτως, προς την Καβάλα, κινούμενα οχήματα", γ) "...

ενόψει του ότι το μήκος του φορτηγού είναι περίπου 10 γραμμικά μέτρα και αυτό είχε ήδη αρχίσει να στρίβει προς τα δεξιά, εύκολα συνάγεται το συμπέρασμα ότι την ώρα της πιο πάνω συγκρούσεως, το φορτηγό αυτοκίνητο είχε καταλάβει επίσης τόσο το, προς τα δεξιά του, τμήμα του ρεύματος της κυκλοφορίας όσο και το ασφάλτινο έρεισμα της Εθνικής Οδού", δ) "Άρα, καθίσταται σαφές ότι το φορτηγό αυτοκίνητο είχε αποκλείσει κάθε δίοδο για τον ενάγοντα και οδηγό της δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος δεν μπορούσε να κινηθεί ούτε προς τα δεξιά, ούτε προς τα αριστερά, σε σχέση με την έως τότε πορεία του" και ε) ότι "Σύμφωνα λοιπόν με τα προεκτεθέντα, απορρίπτεται ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η, προς τα δεξιά, κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, έγινε προκειμένου να παραχωρήσει χώρο στην δίκυκλη μοτοσικλέτα, καθώς στην περίπτωση αυτήν δεν θα είχε καταλάβει και μέρος του οδοστρώματος του προοριζομένου για τα αντιθέτως κινούμενα αυτοκίνητα".

Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα από το Εφετείο ως αποδειχθέντα, το Δικαστήριο εκείνο οδηγήθηκε στην κρίση ότι "... κυρίως υπαίτιος στην πρόκληση του επιδίκου τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος και των εξαιτίας αυτού συνεπειών υπήρξε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος επιχείρησε ελιγμό προς τα δεξιά, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί, ότι μπορεί να το πράξει, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο ή να παρακωλύσει τους υπόλοιπους χρήστες της οδού (άρθρο 21 § 1 του Νόμου 2696/1999) και δη τον ενάγοντα, λαμβάνοντας υπόψη την θέση του και την ταχύτητά του, αποκόπτοντάς του, με τον τρόπο αυτόν, την ακώλυτη και ελεύθερη κίνηση και αιφνιδιάζοντάς τον".

Ασχολούμενο δε στη συνέχεια το Εφετείο και με το θέμα της τυχόν υπάρχουσας συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών, δέχθηκε ότι "Ωστόσο, μερίδιο ευθύνης στην πρόκληση του τροχαίου αυτού ατυχήματος βαρύνει και τον ενάγοντα, ο οποίος οδηγούσε την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, με μεγαλύτερη, από την επιτρεπόμενη, ταχύτητα των 85 χιλιομέτρων την ώρα περίπου, όπως τούτο προκύπτει από την υπ' αριθμ. 6199/28.7.2006 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου - μηχανικού Γ.

Τ., που ο ίδιος ο ενάγων προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα. Έτσι, ο ενάγων έχοντας αναπτύξει τέτοια ταχύτητα, δεν ήταν σε θέση να ασκεί πλήρως τον έλεγχο επί της δίκυκλης μοτοσικλέτας που οδηγούσε και να αποφεύγει τα εμπόδια που τυχόν θα εμφανίζονταν στην πορεία του. Επίσης, αποδείχθηκε ότι δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, καθώς η πρώτη του αντίδραση στον ελιγμό του φορτηγού αυτοκινήτου έλαβε χώρα σε απόσταση μόλις 16,60 γραμμικών μέτρων πριν από το σημείο της συγκρούσεώς του με αυτό (12 γραμμικά μέτρα κατά τα οποία τροχοπέδησε και ακόμα 4,60 γραμμικά μέτρα μέχρι να συγκρουσθεί με το φορτηγό αυτοκίνητο, όπως τούτο απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας), παρόλο που στο σημείο εκείνο είχε ακώλυτη ορατότητα για μεγάλη απόσταση.

Εξάλλου, δοθέντος ότι το φορτηγό αυτοκίνητο, ενόψει του όγκου του και της διενέργειας της δεξιάς στροφής, είχε αναπτύξει ταχύτητα που δεν ξεπερνούσε τα 20 χιλιόμετρα την ώρα, όπως τούτο προκύπτει από την ως άνω τεχνική έκθεση, ο ενάγων εάν οδηγούσε προσεκτικά και με κανονική ταχύτητα, όπως ένας μέσος συνετός οδηγός, θα είχε το χρονικό περιθώριο, να αντιληφθεί το ογκώδες φορτηγό αυτοκίνητο και την προς τα δεξιά κίνησή του και να ακινητοποιήσει την δίκυκλη μοτοσικλέτα του, ή να ενεργήσει με μεγαλύτερη ασφάλεια αποφευκτικό ελιγμό".

Με βάση, τέλος, όλες τις προαναφερόμενες παραδοχές του, σχετικά με το θέμα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, το Δικαστήριο εκείνο οδηγήθηκε στην κρίση ότι "Οι προαναφερόμενες παραβάσεις τόσον του πρώτου εναγόμενου Δ. Π. του Γ., όσον και του ενάγοντος Δ.

Φ. του Μ., σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, συνδέονται αδιαμφισβήτητα με την πρόκληση του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος και οδηγούν στον επιμερισμό της συνυπαιτιότητας αυτών σε ποσοστό 80% για τον πρώτο εναγόμενο και σε ποσοστό 20% για τον ενάγοντα". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ιδίως αναφορικά με τις συνθήκες επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος, την σ' αυτή (επέλευση) υπαιτιότητα εκάστου των οδηγών των εμπλακέντων οχημάτων και ειδικότερα εκείνης του ενάγοντος - νυν αναιρεσείοντος και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ενεργειών και παραλείψεων εκάστου τούτων και του επελθόντος αποτελέσματος.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης (υπό στοιχεία δικογράφου 3.1.1.), με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.-

IV.- Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 στοιχ. β', 453 και 524 § 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.ΑΠ 14/2005, Ολ.ΑΠ 9/2000). Εξάλλου, ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ' ουσία στην περίπτωση που παρά τη γενική έκφραση της προσβαλλομένης απόφασης ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη και το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και κυρίως έγγραφο ή στην περίπτωση κατά την οποία από το σύνολο των αιτιολογιών της απόφασης γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 704/2008).-

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο, υπό στοιχεία δικογράφου 2.1., λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, πλήττεται η απόφαση του Εφετείου, διότι από το όλο περιεχόμενό της δεν καθίσταται αναμφίβολα βέβαιο, ότι το δικαστήριο εκείνο έλαβε υπόψη του και εκτίμησε για την απόδειξη του ισχυρισμού του ήδη αναιρεσείοντος περί μερικής ισόβιας αναπηρίας του σε ποσοστό 67%, τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτόν έγγραφα και ειδικότερα :

α) την υπ' αριθμ.ΑΜ 7637109/25.7.2007 Γνωστοποίηση Γνωμάτευσης της Α/θμιας Υγ/κής Επιτροπής του ΙΚΑ, που καθόρισε την αναπηρία του σε ποσοστό 67% για το από 1.10.2007 μέχρι 31.10.2009 χρονικό διάστημα, β) την από 20.7.2007 βεβαίωση της εταιρίας "ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΑΕΒΕ", η οποία διευκρινίζει την από 6.4.2005 αρχική βεβαίωσή της και αναφέρει ότι εργαζόταν πριν το ένδικο ατύχημα και έκτοτε δεν εργάσθηκε, γ) το από 23.4.2007 ενημερωτικό σημείωμα του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ.

Παπανικολάου", δ) την από 21.5.2007 ιατρική βεβαίωση του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, ε) την από 20.7.2007 ιατρική γνωμάτευση επίσης του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, στ) το από 7.9.2007 εξιτήριο ομοίως του προαναφερόμενου νοσοκομείου, ζ) την από 13.3.2008 γνωμάτευση του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, η) την από 18.3.2008 ιατρική έκθεση και το υπό ιδία ημερομηνία εξιτήριο του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων και θ) το από 31.7.2008 πιστοποιητικό νοσηλείας του ιδίου ως άνω Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων.

Εκ των προαναφερομένων εγγράφων δεν προσκομίζονται στην παρούσα κατ' αναίρεση δίκη τα ως άνω υπό στοιχεία γ', δ', ε', και στ' έγγραφα, μολονότι η μη προσαγωγή και των εγγράφων αυτών είχε ήδη επισημανθεί με την από 4.1.2012 εισήγηση της εισηγήτριας δικαστού, ενώ εκ των ως άνω λοιπών προσκομιζομένων εγγράφων δεν λαμβάνεται υπόψη το υπό στοιχείο θ', ήτοι το από 31.7.2008 και με αριθμό πρωτοκόλλου 20270 πιστοποιητικό νοσηλείας του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων, λόγω του ότι στην κατ' έφεση δίκη δεν έγινε επίκληση αυτού και δη καθ' οιονδήποτε εκ των προαναφερομένων στη μείζονα σκέψη τρόπων, όπως τούτο προκύπτει από την επισκόπηση των από 17.9.2008 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Ούτε δε και με την έφεση του ενάγοντος ήταν δυνατόν να γίνει επίκληση αυτού, αφού η έφεση συνετάγη στις 5.9.2007 και κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 7.9.2007, ήτοι πριν από την κατάρτιση του εν λόγω εγγράφου. Όσον αφορά τα λοιπά των προαναφερομένων εγγράφων, ήτοι τα υπό στοιχεία α', β', ζ' και η', ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι για να καταλήξει στην κρίση της ότι "δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του, ότι εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος δεν θα μπορέσει στο μέλλον ουδέποτε ξανά, με οποιονδήποτε τρόπο, να εργασθεί και ότι έτσι θα υποστεί ζημία λόγω της απώλειας των εισοδημάτων του" συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι, σε συνδυασμό προς όλες τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει χωρίς κανένα δισταγμό ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά.-

V.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Ως "αναπηρία" θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως "παραμόρφωση", νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής.

Περαιτέρω, ως "μέλλον" νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή η παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του.

Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ΑΚ 931 προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.

Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφ' όσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξίωσης προς αποζημίωση που στηρίζεται στην ΑΚ 929 (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).

Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική-οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται, επακριβώς να προσδιορισθεί.

Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό - οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός εύλογου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιορισθεί.

Επομένως, το ποσό που δικαιούται ο παθών, κατά το άρθρο 931 ΑΚ, δεν υπολογίζεται με τα μέτρα της αποζημίωσης, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή, κατά τη δίκαιη κρίση αυτού, να καθορισθεί, ως εύλογο χρηματικό ποσό, με βάση το είδος, την έκταση και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης αφενός και αφετέρου την ηλικία, το φύλο, τις κλίσεις του παθόντα και τον βαθμό υπαιτιότητας αυτού.

Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την κατά την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ' ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία και β) από την κατά την ΑΚ 932 χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη και των λοιπών (βλ. και ΑΠ 72/2012, ΑΠ 1087/2010, ΑΠ 1432/2009, ΑΠ 765/2007, ΑΠ 670/2006).-

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα σχετικά α) με την μελλοντική ζημία του ενάγοντος λόγω της μερικής ισόβιας αναπηρίας που επικαλείται ότι υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα (ΑΚ 929) και β) της πρόσθετης αποζημίωσης λόγω αναπηρίας που επιδρά στο μέλλον του :

Ο ενάγων λόγω του τραυματισμού τον οποίο υπέστη από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, νοσηλεύθηκε στο Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης "Γεώργιος Παπανικολάου" και ειδικότερα αρχικά στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας αυτού και στη συνέχεια στην Δ' Χειρουργική Κλινική και στην Ορθοπεδική Κλινική αυτού και στις 10.12.2004 και αφού είχε προηγηθεί χειρουργική επέμβαση στις 22.10.2004 για να αφαιρεθεί η πλάκα από το χειρουργηθέν κάταγμα του ακρωμίου του, εξετάσθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του ιδίου ως άνω νοσοκομείου, οπότε διαπιστώθηκε ότι εμφάνιζε πάρεση υπερπλατιαίου και μασχαλιαίου νεύρου δεξιά και ατροφία δελτοειδούς, υπερακανθίου και υπακανθίου και του συστήθηκε ηλεκτροφυσιολογικός έλεγχος.

Στις 11.2.2005 εξετάσθηκε και πάλιν αυτός στο ίδιο νοσοκομείο, οπότε και πάλι διαπιστώθηκε πάρεση του μασχαλιαίου νεύρου. Στις 15.4.2005 εισήχθη ο ενάγων στο ίδιο πιο πάνω νοσοκομείο και ειδικότερα στην Α' Πανεπιστημιακή Ορθοπεδική Κλινική αυτού, προκειμένου να αντιμετωπισθεί χειρουργικά το κάταγμα της δεξιάς του ωμοπλάτης και έτσι στις 18.4.2005, υποβλήθηκε σε αφαίρεση της οστικής προεξοχής του ακρωμίου δεξιά και έγινε πλαστική ουλής, μετά δε την επέμβαση παρουσίαζε νευροπαθητικό πόνο και επανανεύρωση υπερπλατίου νεύρου του δεξιού ώμου, για τα οποία του δόθηκε αγωγή κατά την έξοδό του στις 19.4.2005.

Περίπου ένα χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα στις 12.5.2006, που εξετάσθηκε και πάλι από τον θεράποντα ιατρό του, διαπιστώθηκε πάρεση του μασχαλιαίου νεύρου και νευροπαθητικός πόνος, ενώ κατά την επανεξέτασή του, στις 26.6.2006, του συστήθηκε κινησιοθεραπεία και τοποθέτηση συσκευής αναβολής της οδού του πόνου.

Πραγματικά δε, στις 6.7.2006, εισήλθε στο "Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο Θεσσαλονίκης" και υποβλήθηκε σε επέμβαση τοποθέτησης μονίμου νευροδιεγέρτη, προκειμένου να αντιμετωπισθεί ο νευροπαθητικός πόνος που παρουσίαζε στην δεξιά του ωμοπλάτη και εξήλθε στις 17.7.2006, παρουσιάζοντας βελτίωση της κατάστασής του.

Τέλος, στις 18.9.2006, του έγινε προγραμματισμένη εισαγωγή στην Ορθοπεδική Κλινική του ΠΓΝ Θεσσαλονίκης "Γεώργιος Παπανικολάου", προκειμένου να αφαιρεθούν τα ηλεκτρόδια, δηλαδή ο νευροδιεγέρτης, πράγμα που έγινε στις 19.9.2006 και την επομένη ημέρα, 20.9.2006, ο ενάγων εξήλθε του νοσοκομείου με συστάσεις για την αλλαγή του τραύματος, για την αφαίρεση των ραμμάτων και για την επανεξέταση, όπως, κατά τις παραδοχές πάντοτε της πληττόμενης απόφασης, τα ανωτέρω προκύπτουν από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν έγγραφα.

Αναφέρεται δε ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι κατόπιν των εισηγήσεων των ιατρών Θεοδώρου Θεοδωροπούλου και Φαρχάτ Χασάν - Ιωσήφ, που εξέτασαν τον ενάγοντα στις 27 Σεπτεμβρίου 2005 και στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, αντίστοιχα, η αρμόδια Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του υποκαταστήματος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Ξάνθης, με την υπ' αριθμ. 304/2005 γνωμάτευσή της αναγνώρισε στον ενάγοντα, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2007 αναπηρία, σε ποσοστό 55%, οφειλομένη εξολοκλήρου στο επίδικο τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα και ακολούθως, για το ίδιο χρονικό διάστημα, του απονεμήθηκε μερική σύνταξη αναπηρίας, ύψους 26,61 ευρώ μηνιαίως, όπως τούτο προέκυψε από την υπ' αριθμ. 7502/12 Δεκεμβρίου 2005 απόφαση του Διευθυντή του Περιφερειακού Υποκαταστήματος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Καβάλας.

Ωστόσο, ο ενάγων δεν δικαιούνταν της επικουρικής συντάξεως αναπηρίας, καθώς δεν είχε συμπληρώσει τις απαιτούμενες 1.500 ημέρες εργασίας, όπως τούτο προέκυψε από το με αριθμό πρωτοκόλλου Σ/1.053/06/30 Ιανουαρίου 2006 έγγραφο του Περιφερειακού Υποκαταστήματος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων της Καβάλας". Εκθέτον δε περαιτέρω το Εφετείο ότι "Ο ενάγων ισχυρίσθηκε, με την κρινόμενη ως άνω αγωγή του, αφενός ότι εξαιτίας του τραυματισμού του υποχρεώθηκε να διακόψει την εργασία του, ως αποθηκάριος, που είχε κατά την ημερομηνία της προκλήσεως του τροχαίου ατυχήματος και αφετέρου, ότι ουδέποτε στο μέλλον, θα μπορέσει ξανά να εργασθεί, καθώς έχει καταστεί ισοβίως μερικώς ανάπηρος και θα απολέσει έτσι τα εισοδήματα, που με βεβαιότητα και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα κέρδιζε από την εργασία του μέχρι το έτος 2039, οπότε με βάση την ηλικία του υπολόγιζε ότι θα συνταξιοδοτούνταν", παραθέτει επί του ζητήματος τούτου σειρά κριτικών σκέψεων, στηριζομένων, κατά τις παραδοχές του, στα έγγραφα που αυτός ο ίδιος ο ενάγων προσκόμισε και επικαλέστηκε στην κατ' έφεση δίκη και που ειδικά μνημονεύονται στο σημείο τούτο (βλ.

σελ. 41, 42 πληττόμενης απόφασης), δεχόμενο ότι "... από τα έγγραφα αυτά προκύπτει σαφέστατα ότι ήδη, κατά το αμέσως μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, χρονικό διάστημα ο ενάγων εξακολουθούσε να εργάζεται απασχολούμενος στην ίδια θέση και χωρίς μάλιστα να επέλθει καμία μείωση στις απολαβές από την εργασία του.

Επομένως, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του, ότι εξαιτίας του τροχαίου ατυχήματος δεν θα μπορέσει στο μέλλον ουδέποτε ξανά, με οποιονδήποτε τρόπο, να εργασθεί και ότι έτσι θα υποστεί ζημία λόγω της απώλειας των εισοδημάτων του και για τον λόγο αυτόν το σχετικό κεφάλαιο της αγωγής του πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμο στην ουσία του".

Επιλαμβανόμενο δε στη συνέχεια το Εφετείο του θέματος της εκ του άρθρου 931 ΑΚ αποζημίωσης, και έχοντας υπόψη του τα όσα προηγουμένως δέχθηκε ως αποδειχθέντα σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος και την δυνατότητα αυτού προς εργασία, εκθέτει ότι "Ακόμη, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων δικαιούται της ιδιαιτέρας αποζημιώσεως της προβλεπομένης από την διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ.

Συγκεκριμένα, ο τραυματισμός του ενάγοντος καμία επιρροή δεν άσκησε ούτε θα ασκεί στην επαγγελματική του ζωή και στην εξέλιξή του, καθώς, κατά τα προαναφερόμενα, καμία μεταβολή δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε στο εργασιακό του καθεστώς μετά το τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα. Για τον ίδιο λόγο δεν αναμένεται επίδραση και στην κοινωνική και στην οικογενειακή του ζωή, στην οποία προφανώς έχει κανονικά ενταχθεί, καθώς επανήλθε ήδη και στην εργασία του.

Επίσης, από κανένα στοιχείο, όπως ιατρική γνωμάτευση κλπ, δεν προέκυψε οποιαδήποτε επίδραση στην ψυχολογική υγεία του ενάγοντος με την ανάπτυξη του μετατραυματικού ψυχοσυνδρόμου, όπως στην αγωγή του, αβάσιμα, διατείνεται", δεχόμενο μετά ταύτα ότι "... το αίτημα της κρινόμενης αγωγής του, με το οποίο ζήτησε να του αναγνωρισθεί, με βάση την διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ, ιδιαίτερη αποζημίωση πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο".

Με βάση δε τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα από αυτό (Εφετείο) ως αποδειχθέντα, το δικαστήριο εκείνο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους λόγους της έφεσης του ενάγοντος με τους οποίους πληττόταν η πρωτόδικη απόφαση για την κατ' ουσία απόρριψη των επί των άρθρων 929 και 931 ΑΚ στηριζομένων αγωγικών κονδυλίων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της εφαρμογής ή μη των διατάξεων των άρθρων 929 και 931 του ΑΚ, οι οποίες δεν εφαρμόσθηκαν πρωτοδίκως και κατ' έφεση, κριθέντος ότι δεν συνέτρεχε νόμιμη κατ' ουσία περίπτωση εφαρμογής τους, και, συνεπώς, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων τούτων. Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. τέταρτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με αμφότερα τα σκέλη του οποίου (υπό στοιχεία δικογράφου 3.5.1. και 3.5.2.) υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν και υπό το πρόσχημα της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.), και κατά πάσαν περίπτωση (είναι απορριπτέος) ως αβάσιμος.-

VI.- Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, όπως του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, του είδους της προσβολής, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των μερών κλπ., και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως (αριθμός 1 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ) είτε εκ πλαγίου (αριθμός 19 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.) ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβίασης ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διάταξης νόμου και συγκεκριμένα, αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τήρησης της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διάταξης, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διάταξης, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό, τα δικαστικά όργανα δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξη του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν' αποφασίζουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον ορθό προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες, που το ίδιο άρθρο θέτει και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (Ολ.ΑΠ 6/2009, ΑΠ 519/2009, ΑΠ 163/2007, ΑΠ 1255/2007, ΑΠ 1670/2007).-

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (υπό στοιχεία δικογράφου 4.1.1.), όπως το περιεχόμενό του προσηκόντως εκτιμάται, προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να επιδικάσει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό του στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα το χρηματικό ποσό των 50.000 ευρώ, και όχι το αιτούμενο υπ' αυτού των 500.000 ευρώ, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., γιατί παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την αρχή της αναλογικότητας, που ισχύει με βάση το άρθρο 25 του Συντάγματος, αλλά και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας που χαράσσονται από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ.

Σύμφωνα όμως με τα όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, το καθορισθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση ποσό, που δεν υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δεν υπόκειται απευθείας σε έλεγχο μέσω της αρχής της αναλογικότητας και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς, με βάση το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.

για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίασή της. Κατ' ακολουθίαν τούτων ο τελευταίος αυτός λόγος της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις τρίτου των αναιρεσιβλήτων Επικουρικού Κεφαλαίου (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μόνου παρισταμένου εξ αυτών, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.10.2010 και με αριθμό κατάθεσης 361/2010 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμ. 2692/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ειδικής διαδικασίας αυτοκινήτων.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του τρίτου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης Από Ατυχήματα Αυτοκινήτων", τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Αυγούστου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ