Legislator Case Law & Legislation
1727/2011 AI generated

1727/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1727/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2008 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1727/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο η εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Keywords

AI generated
previous legal status residence status non-active status permanent resident post-flight political activities previous domicile
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1727 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1727/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Μ. συζ. Α. Γ., θυγ. Ν. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μάζη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. συζ. Π. Μ., το γένος Π. Κ., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2. Α. συζ. Ν. Π., το γένος Π. Κ., 3. Της καθής η κλήση: Π. θυγ. Κ. και Λ. Κ., κατοίκου ..., ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης τρίτης αναιρεσίβλητης Λ. χας Κ. Κ., το γένος Π. Κ., 4. Ε. χας Π. Λ., το γένος Κ. Χ., κατοίκων ..., 5α. Ι. Μ. του Σ. και Μ., 5β. Κ. Μ. του Σ. και Μ., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αναιρεισιβλήτου μητέρας τους Μ. χας Σ. Μ., το γένος Κ. Χ., 6. Π. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 7. Ι. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., 8. Μ. συζ. Κ. Π., το γένος Κ. Ρ., κατοίκου ..., 9. Δ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 10. Μ. χας Η. Β., το γένος Β. Δ., κατοίκου ..., 11. Δ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 12. Κ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 13. Μ. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 14. Ι. Ρ. του Γ., κατοίκου ..., 15. Μ. συζ. Π. Π., το γένος Γ. Ρ. και 16. Μ. συζ. Ι. Ν., το γένος Δ. Γ., κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό ο οποίος δήλωσε ότι η 1η απεβίωσε στις 27-9-2010 και κληρονομήθηκε από την α) Ξ. Μ. του Π. και β) Π. Μ. του Π., οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Βλαστό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 35/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-7-2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 8-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και, όταν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο η εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.

Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας πως η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας, η οποία κατ' άρθρο 1847 εδάφ.

α' ΑΚ είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας. Πιο συγκεκριμένα, ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση του εκπροσωπούμενου απ' αυτόν διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά του δικαστηρίου ή στην τυχόν έκθεση του εισηγητή ή εντεταλμένου για τις αποδείξεις δικαστή, η έλλειψη δε της αναγκαίας πληρεξουσιότητας εξετάζεται κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, με συνέπεια να θεωρείται δικονομικά απών ο διάδικος που εκπροσωπήθηκε στον Άρειο Πάγο από δικηγόρο στερούμενο της αναγκαίας πληρεξουσιότητας, αφού αυτός θεωρείται ως μη νομίμως παριστάμενος.

Από δε τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Σ. σύζυγος Π. Μ. απεβίωσε στις 27-9-2010, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (16-7-2008) και κληρονομήθηκε από τους νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τέκνα της, Ξ. Μ. του Π. και Π.

Μ. του Π., οι οποίοι, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν το γεγονός του θανάτου της ως άνω καθολικής δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν, ότι συνεχίζουν για εκείνη τη διακοπείσα δίκη, η οποία, έτσι, επαναλαμβάνεται νόμιμα στο όνομά της.

Εξάλλου, όπως επίσης προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, η τρίτη των αναιρεσιβλήτων Λ. χήρα Κ. Κ. απεβίωσε στις 20-1-2009, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε από τη μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο της Π. θυγατέρα Κ. και Λ. Κ.. Η επισπεύδουσα αναιρεσείουσα, με την από 6-10-2010 κλήση - δήλωση άρθρου 291 ΚΠολΔ προέβη προς την ανωτέρω Π.

Κ., με την ιδιότητά της της μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιώσασας τρίτης αναιρεσίβλητης, σε δήλωση του άρθρου 291 ΚΠολΔ, ότι επαναλαμβάνει τη δίκη που διακόπηκε λόγω του ως άνω θανάτου, αναφορικά με την ένδικη αναίρεση, για την οποία αρχικά είχε οριστεί δικάσιμος για την 17-3-2010, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 18-5-2011.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, η ως άνω κληρονόμος της θανούσας τρίτης αναιρεσίβλητης Π. Κ., που κλήθηκε, κατά τα προεκτιθέμενα, για την επανάληψη της δίκης, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο και των λοιπών αναιρεσιβλήτων Στυλιανό Βλαστό. Όμως, δεν υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας πληρεξούσιο της Π.

Κ. προς το δικηγόρο Στυλιανό Βλαστό, για να την εκπροσωπήσει στην προκείμενη δίκη και επομένως αυτή θεωρείται δικονομικώς απούσα. Η επισπεύδουσα αναιρεσείουσα προσκομίζει τις με αριθμό 8138/3-3-2011 και 8139/3-3-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., στις οποίες προσαρτώνται, αντίστοιχα, οι από 3-3-2011 αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του Αστυνομικού Τμήματος Νέου Κόσμου των δικογράφων που θυροκολήθηκαν και οι από 4-3-2011 βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης, που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ ΚΠολΔ, και από τις οποίες εκθέσεις επίδοσης προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 6-10-2010 κλήσης-δήλωσης άρθρου 291 ΚΠολΔ, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς την άνω Π.

Κ. με την ιδιότητά της ως μοναδικής κληρονόμου της θανούσας τρίτης αναιρεσίβλητης, για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτήν. Όμως, η τελευταία δεν εμφανίστηκε νόμιμα, όπως προαναφέρθηκε, κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ενόψει όλων αυτών νομίμως επαναλήφθηκε η προκείμενη δίκη και η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της ως άνω κληρονόμου Π. Κ..

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974 και 976 εδάφ. α' ΑΚ, με την πρώτη των οποίων ορίζεται ότι, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, με τη δε δεύτερη, ότι σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα, συνάγεται ότι η ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος επέρχεται, με άτυπη αναιτιώδη σύμβαση, η οποία έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια η νομή που είχε εκείνος, ο οποίος μεταβιβάζει και παραδίδει το πράγμα, διακρίνεται δε η νομή της απλής κατοχής, η οποία είναι απλή φυσική εξουσία του πράγματος με θέληση κατοχής, που ασκείται κατά κανόνα πάνω στο πράγμα στο όνομα άλλου από ενοχική σχέση, ισχυρή ή όχι, όπως μίσθωση, παρακαταθήκη, χρησιδάνεια κλπ., ενώ η νομή είναι η φυσική εξουσία, που ασκείται με διάνοια κυρίου, συγκροτείται δηλαδή από δύο στοιχεία, το υλικό (corpus) και το πνευματικό (animus).

Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 23-3-2005 αναγνωριστική ακινήτου αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η Μ. χήρα Ν. Α., το γένος Φ. και Δ. Κ., πρώτη εξαδέλφη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή της, μεταξύ άλλων περιουσιακών στοιχείων, και δύο αυτοτελείς, ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες σε μία πολυώροφη οικοδομή, κειμένη στην ..., επί των δημοτικών οδών ...

και ..., με είσοδο επί της οδού ... αρ. 12 και συγκεκριμένα: α) το υπ' αριθμ. 5 διαμέρισμα του δεύτερου πάνω από το ανώγειο ορόφου, το οποίο αποτελείται από χωλ, σαλοτραπεζαρία, τρεις κοιτώνες, κουζίνα, λουτρό, διάδρομο και δύο βεράντες, εμφαίνεται στο από μηνός Αυγούστου 1971 σχέδιο κάτοψης του πρώτου, δεύτερου και τρίτου πάνω από το ανώγειο ορόφου (τυπικού ορόφου) του πολιτικού μηχανικού Ν.

Ζ. υπό τον αραβικό αριθμό 5 και παρίσταται στον από μηνός Αυγούστου 1971 πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας και κοινοχρήστων του αυτού ως άνω μηχανικοί υπό τα στοιχεία Β5, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά ενενήντα ένα (91 τ.μ.,), ιδιόκτητο όγκο μέτρα κυβικά διακόσια ενενήντα ένα και είκοσι εκατοστά (291,20 κ.μ.), αναλογία όγκου κοινοχρήστων τριάντα επτά κυβικά μέτρα και ενενήντα εκατοστά (37,90 κ.μ.), ήτοι συνολικό όγκο τριακόσια είκοσι εννέα κυβικά μέτρα και δέκα εκατοστά (329,10 κ.μ.), ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου της πολυκατοικίας τριάντα εννέα χιλιοστά και πενήντα εκατοστά (39,50%ο), αναλογία επί του οικοπέδου της πολυκατοικίας δέκα οκτώ μέτρα και εβδομήντα έξι εκατοστά (18,76 τ.μ.), ψήφους στη Γενική Συνέλευση τριάντα εννέα χιλιοστά και πενήντα εκατοστά (39,50%ο), συμμετοχή στις δαπάνες κοινοχρήστων και κοινοκτήτων σαράντα τρία χιλιοστά και σαράντα εκατοστά (43,40%ο), στις λοιπές δαπάνες (φως, νερό, ανελκυστήρας, κ.α.) σαράντα ένα χιλιοστά (41%ο) και στις δαπάνες κεντρικής θέρμανσης τριάντα οκτώ χιλιοστά και τριάντα εννέα εκατοστά (38,39), το οποίο συνορεύει ανατολικά εν μέρει με ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας, εν μέρει με φρέαρ ανελκυστήρα, εν μέρει με κοινόχρηστο διάδρομο ορόφου και εν μέρει με το υπό στοιχεία 84 διαμέρισμα του ιδίου ορόφου, δυτικά με το υπ' αριθμ. 4 οικόπεδο του από μηνός Αυγούστου 1971 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Ν.

Ζ., στο οποίο αποτυπώνεται και το οικόπεδο της πολυκατοικίας όπου ανήκει το εν λόγω διαμέρισμα, βόρεια με τη δημοτική οδό ... και νότια με τον ακάλυπτο χώρο της πολυκατοικίας, φέρει δε αριθμό ΚΑΕΚ 360881941004/0/19 και β) την υπό στοιχεία ΙΣ2 αποθήκη - κατάστημα, η οποία απεικονίζεται στο από μηνός Αυγούστου 1971 σχέδιο κάτοψης ισογείου του ως άνω πολιτικού μηχανικού υπό τον αραβικό αριθμό δύο (2) και παρίσταται στον άνω πίνακα ποσοστών συνιδιοκτησίας και κοινοχρήστων του αυτού ως άνω μηχανικού, υπό τα στοιχεία ΙΣ2, έχει επιφάνεια μέτρα τετραγωνικά σαράντα πέντε (45 τ.μ.), ιδιόκτητο όγκο μέτρα κυβικά εκατόν δέκα εννέα και είκοσι εκατοστά (119,20 κ.μ.,), αναλογία όγκου κοινοχρήστων και κοινοκτήτων κυβικά μέτρα δέκα πέντε και πενήντα εκατοστά (15,50 κ.μ.), ήτοι συνολικό όγκο κυβικά μέτρα εκατόν τριάντα τέσσερα και εβδομήντα εκατοστά (134,70 κ.μ.), ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου της πολυκατοικίας δέκα έξι χιλιοστά και είκοσι εκατοστά (16,20%ο), αναλογία επί του οικοπέδου της πολυκατοικίας μέτρα τετραγωνικά επτά και εξήντα εννέα εκατοστά (7.69 τ.μ.), ψήφους στη Γενική Συνέλευση δέκα έξι χιλιοστά και είκοσι εκατοστά (16,20%ο), μηδενική συμμετοχή στις δαπάνες κοινοχρήστων και κοινοκτήτων, στις λοιπές δαπάνες (φως, νερό, ανελκυστήρας, κ.α.) και στις δαπάνες κεντρικής θέρμανσης, η οποία συνορεύει ανατολικά με την υπ' αριθμ.

ΙΣ1 αποθήκη, δυτικά με κεντρική είσοδο και κλιμακοστάσιο πολυκατοικίας, βόρεια με τη δημοτική οδό ... και νότια με κοινόχρηστο διάδρομο του ισογείου της πολυκατοικίας, φέρει δε αριθμό ΚΑΕΚ 360881941004/0/3. Τα ως άνω ακίνητα περιήλθαν στην Μ. χήρα Ν. Α., δυνάμει της .../1971 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Οδυσσέα Ξενογιάννη, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, στον τόμο ...

με αριθμό 470, που συστήθηκε για την κατασκευή της ως άνω πολυώροφης οικοδομής επί οικοπέδου της, κειμένου στην ίδια θέση, εκτάσεως 481,45 τετραγωνικών μέτρων, εμφαινομένου με τα κεφαλαία γράμματα ΗΖ1ΘΗ στο ως άνω από μηνός Αυγούστου 1971 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Ζ., επισυναφθέν στο 14779/1971 προσύμφωνο και εργολαβικό του αυτού ως άνω συμβολαιογράφου, και συνορευομένου ανατολικά επί προσώπου μέτρων 19 με την δημοτική οδό ..., βόρεια με την χαραγμένη, αλλά μη διανοιχθείσα μέχρι τότε, δημοτική οδό ..., επί προσώπου μέτρων 25, νότια επί πλευράς μέτρων 25 με το υπ' αριθμ. 2 οικόπεδο του ιδίου ως άνω σχεδιαγράμματος και δυτικά επί πλευράς μέτρων 19 με το υπ' αριθμ. 4 οικόπεδο του αυτού σχεδιαγράμματος.

Το ανωτέρω οικόπεδο είχε περιέλθει στη Μ. Α. σε μεγαλύτερη έκταση από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 2-9-1964 συζύγου της Ν. Α., δυνάμει της από 23-4-1954 ιδιόγραφης διαθήκης του, δημοσιευθείσας με το 168/1964 πρακτικό του Πρωτοδικείου Καλαμάτας και κηρυχθείσας κυρίας με την 1965/1904 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, και της .../1967 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Καλαμάτας Χαράλαμπου Λίγγρη, νομίμως μεταγεγραμμένης στα ως άνω βιβλία μεταγραφών στον τόμο ...

με αριθμό 116, με την οποία αυτή αποδέχθηκε την κληρονομιά του συζύγου της. Στον δικαιοπάροχο σύζυγό της είχε περιέλθει το ανωτέρω οικόπεδο σε μεγαλύτερη έκταση με το .../1925 διανεμητήριο συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Καλαμάτας Αγγέλου Λίγγρη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο 142 με αριθμό 277.

Η Μ. Α., κατά το έτος 1961 είχε πάρει υπό την προστασία της, ως "ψυχοκόρη" της, την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, η οποία τότε ήταν 13 ετών και διέμενε μαζί με την Μ. Α. μέχρι και το γάμο της το έτος 1973. Καθόλο αυτό το χρονικό διάστημα που διέμενε μαζί της, η αναιρεσείουσα βοηθούσε την Μ. Α. στις οικιακές εργασίες και περιποιόταν τόσο την ίδια όσο και το σύζυγό της, αλλά και η Μ.

Α. φρόντιζε για την ανατροφή και αποκατάστασή της, στέλνοντάς την μάλιστα και σε σχολή μοδιστρικής. Ως αναγνώριση για την παροχή των παραπάνω υπηρεσιών της αναιρεσείουσας και ενόψει του γάμου αυτής, η Μ. Α. μεταβίβασε το έτος 1973, ως προίκα, δυνάμει του .../1973 δωρητήριου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Καλαμάτας Οδυσσέα Ξενογιάννη, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, στην αναιρεσείουσα Μ.

Π. και το σύζυγό της Α. Γ., ένα διαμέρισμα με τα στοιχεία Ανώγειο 4, επιφάνειας μέτρων τετραγωνικών 74, ευρισκόμενο στην ίδια πολυκατοικία με τα επίδικα, επί των οδών ... και ... στην ... . Στο ίδιο ως άνω δε συμβόλαιο ("προικοσύμφωνο") αναφέρεται ότι η Μ. Α. μεταβιβάζει αυτό το διαμέρισμα στην αναιρεσείουσα ως πλήρη και δια παντός εξόφληση των υποχρεώσεών της προς αυτή, απορρεουσών από τις υπηρεσίες της ως οικιακής οικονόμου στην οικογένειά της και, αντίστοιχα, η αναιρεσείουσα δηλώνει, ότι δεν έχει καμία επιπλέον απαίτηση κατά της Μ.

Α. και της οικογενείας της για τις προσφερθείσες μέχρι το έτος 1973 υπηρεσίες της. Το ακίνητο αυτό η αναιρεσείουσα μεταβίβασε το έτος 1995, δυνάμει του ... πωλητήριου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Σκούλικα, νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, στον Α.

Λ., αντί τιμήματος 3.703.700 δραχμών. Μετά το έτος 1973 και συγκεκριμένα από το έτος 1978 και μέχρι σήμερα, η αναιρεσείουσα και η οικογένειά της διαμένει στο πρώτο από τα επίδικα ακίνητα, ήτοι στο διαμέρισμα του δεύτερου πάνω από το ανώγειο ορόφου (Β5) και χρησιμοποιεί το δεύτερο των επιδίκων, ήτοι την υπό στοιχεία ΙΣ2 αποθήκη-κατάστημα του ισογείου, ως εργαστήριο ραπτικής, για να ασκεί το επάγγελμά της ως μοδίστρα.

Τα ανωτέρω ακίνητα, όμως, όπως περαιτέρω αποδείχθηκε, κατείχε η αναιρεσείουσα, δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως, που είχε συνάψει η αποβιώσασα ήδη Μ. Α. για το μεν κατάστημα-αποθήκη με την ίδια την αναιρεσείουσα, αντί μηνιαίου μισθώματος 7.000 δραχμών, για δε το διαμέρισμα με τον σύζυγο της αναιρεσείουσας, αντί μηνιαίου μισθώματος 18.000 δραχμών.

Η ύπαρξη των μισθώσεων αυτών αποδεικνύεται πλήρως, τόσον από την με σαφήνεια και πειστικότητα κατάθεση της μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων, αλλά κυρίως και από το γεγονός ότι η παραπάνω ιδιοκτήτρια των εν λόγω ακινήτων Μ. Α. δήλωνε επί σειρά ετών στην Εφορία αυτά ως εκμισθωμένα. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι η παραπάνω δήλωση στην Εφορία είναι εικονική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αλλά έγινε μόνο για φορολογικούς λόγους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού, εάν πραγματικά η Μ.

Α. δεν θεωρούσε τα επίδικα ακίνητα ως ιδιοκτησίες της, θα μπορούσε να τα είχε δηλώσει στην αρμόδια Εφορία ως παραχωρούμενα προς χρήση κατά παρέκκλιση, με αποτέλεσμα κατά τον τρόπο αυτό να μην κινδυνεύει να επιβαρυνθεί και με την καταβολή φόρου από την δηλωθείσα είσπραξη εισοδήματος (μισθωμάτων) από την άνω αιτία.

Το γεγονός δε, ότι το καταβαλλόμενο μίσθωμα θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μικρό σε σχέση με την αγοραστική αξία των επιδίκων, ευλόγως δικαιολογείται από την ιδιαίτερη κοινωνική σχέση που συνέδεε τα δύο μέρη επί σειρά ετών. Επί πλέον η ίδια η Μ. Α. από το έτος 2000 και ενώ είχε σώας τα φρένας, αφού δεν είχε προσβληθεί ακόμη από γεροντική άνοια, η οποία της εμφανίστηκε περί το τέλος της ζωής της, δήλωσε στο Κτηματολογικό γραφείο Καλαμάτας τα ανωτέρω επίδικα ακίνητα ως δικές της ιδιοκτησίες.

Η αναιρεσείουσα, ισχυρίζεται, ότι η Μ. Α. μεταβίβασε σ' αυτήν τα δύο επίδικα ακίνητα ατύπως, λόγω δωρεάς, ήδη από το έτος 1978 και, ότι από τότε συνεχώς μέχρι του χρόνου του θανάτου της τελευταίας, το έτος 2004, τα νεμόταν συνεχώς με διάνοια κυρίου, με αποτέλεσμα να έχει αποκτήσει επ' αυτών κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Προς επίρρωση μάλιστα του εν λόγω ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα μία έγγραφη δήλωση-αναγνώριση, η οποία φέρεται ότι υπογράφεται από την Μ. Α. και στην οποία η τελευταία φέρεται να υπόσχεται στην αναιρεσείουσα μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων στο μέλλον, όταν αυτή (αναιρεσείουσα) θα διέθετε τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους προς σύνταξη των σχετικών συμβολαίων.

Η εν λόγω δήλωση-αναγνώριση με το αναφερόμενο περιεχόμενο, όμως, η οποία, σημειωτέον, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν διευκρινίστηκε με σαφήνεια για ποιο λόγο έγινε και υπό ποιες συνθήκες, αποτελεί ένα έγγραφο χωρίς καμία νομική ισχύ ως προς την μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης της Μ. Α., αφού περιέχει απλώς και μόνο υπόσχεση αυτής, τη συγκεκριμένη στιγμή, σύναψης σύμβασης μεταβίβασης στο μέλλον, η οποία όμως στην συνέχεια αναιρείται και το περιεχόμενό της έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις μεταγενέστερες ενέργειες της ίδιας της φερομένης ως δηλούσας, όπως αυτές εκτέθηκαν αναλυτικά παραπάνω.

Άλλωστε, εάν πράγματι ήταν σοβαρή και ειλικρινής η πρόθεση της Μ. Α. να μεταβιβάσει τα επίδικα στην αναιρεσείουσα με συμβολαιογραφικό έγγραφο, η τελευταία θα είχε σπεύσει να υλοποιήσει την πρόθεση της ανωτέρω και δεν θα άφηνε ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα να περάσει, δηλαδή από το έτος 1978 που φέρεται να εκφράστηκε η παραπάνω πρόθεση της ιδιοκτήτριας των επιδίκων μέχρι το χρόνο του θανάτου της το έτος 2004, χωρίς να ενεργήσει η αναιρεσείουσα προς τον παραπάνω σκοπό, όταν μάλιστα ήταν σε θέση να εξεύρει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για την σύνταξη των συμβολαίων, αφού η περιουσιακή της κατάσταση, όπως αποδείχθηκε περαιτέρω, ήταν αρκετά καλή.

Επομένως, ο παραπάνω ισχυρισμός της ενάγουσας -εκκαλούσας κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Αλλά και ο άλλος ισχυρισμός της ενάγουσας -αναιρεσείουσας, ότι η αναφερόμενη άτυπη δωρεά των επιδίκων σ' αυτήν έγινε ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που συνέχιζε να προσφέρει στην Μ. Α. και μετά το γάμο της, από το έτος 1973 μέχρι το έτος 1978, είναι αβάσιμος και πρέπει επίσης να απορριφθεί, αφού από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ότι η μεν Μ.

Α. κατ' εκείνο το χρόνο ήταν σε μικρή σχετικά ηλικία, περίπου 60 ετών, και υγιής, μπορούσε δε εξ ιδίων να αυτοεξυπηρετηθεί και να φροντίζει μόνη της τον εαυτό της και μόλις κατά τα τελευταία έτη της ζωής της, όταν είχε πλέον ασθενήσει, συνεπικουρείτο και από άλλα τρίτα πρόσωπα επ' αμοιβή, η δε αναιρεσείουσα ήταν κατά το μεγαλύτερο χρόνο της ημέρας απασχολημένη με την εργασία της ως μοδίστρα, αλλά και με την οικογένειά της, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται, βούληση της Μ.

Α., σοβαρή και σπουδαία, να προβεί στη μεταβίβαση και άλλων περιουσιακών της στοιχείων προς την αναιρεσείουσα, πέραν εκείνου που της είχε δωρίσει ως προίκα το έτος 1973 για τις μέχρι τότε προσφερόμενες υπηρεσίες της. Κατ' ακολουθίαν, η αναιρεσείουσα, χρησιμοποιώντας τα επίδικα ακίνητα καθόλο το αναφερόμενο χρονικό διάστημα, ασκούσε επ' αυτών μόνο κατοχή από την ενοχική σχέση της μίσθωσης, που είχε συνάψει με την ιδιοκτήτρια και κυρία Μ.

Α., αφού έλλειπε η διάνοια κυρίου που συνίστατο στην πρόθεση αυτής για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση τούτων, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας. Από το άλλο μέρος η Μ. Α. είχε μέχρι το χρόνο του θανάτου της το 2004 τα επίδικα ακίνητα στην αποκλειστική της κυριότητα και νομή, μετά δε τον θάνατο αυτής απέκτησαν την κυριότητα και νομή τούτων οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι, καλούμενοι κατά την δεύτερη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής, μετά την αποδοχή της κληρονομιάς στην οποία όλοι προέβησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα".

Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, δέχτηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δεν έχει καταστεί κυρία των πιο πάνω επίδικων ακινήτων, και στη συνέχεια απέρριψε την ένδικη αγωγή, καθώς και την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσης κυριότητας επί των επίδικων ακινήτων από την αναιρεσείουσα με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν ασκούσε επ' αυτών συνεχή νομή με διάνοια κυρίου, αλλά μόνο κατοχή από την ενοχική σχέση των προαναφερθεισών μισθώσεων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμος. Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου του προσκομισθέντος με επίκληση από την αναιρεσείουσα εγγράφου προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της, ότι έχει καταστεί κυρία των επίδικων ακινήτων με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ήτοι της από 10-11-1998 δήλωσης-αναγνώρισης της δικαιοπαρόχου της Μ.

Α.. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει, ότι στο ανωτέρω έγγραφο αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "ΔΗΛΩΣΗ-ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ Μ. χήρας Ν. Α., κατοίκου ... (... 12) ΠΡΟΣ ΤΗΝ Μ. σύζυγο Α. Γ., κάτοικο ... . Η υπογραφόμενη δηλώνω και αναγνωρίζω με την παρούσα, ότι από το έτος 1978 σας έχω παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με προφορική δωρεά: 1) ένα διαμέρισμά μου με στοιχεία Β5, εμβαδού 94 τ.μ.

περίπου, που βρίσκεται στον 2ο όροφο πολυκατοικίας κειμένης στην οδό ... - ... - και αποτελείται από δύο υπνοδωμάτια, χωλ, τραπεζαρία, κουζίνα και λουτρό και 2) ένα ισόγειο κατάστημά μου με τα στοιχεία ΙΣΟΓΕΙΟ - 2, εμβαδού 40 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στην ίδια παραπάνω πολυκατοικία. Τα παραπάνω διαμέρισμα και κατάστημα, τα οποία έκτοτε και μέχρι σήμερα έχετε για δικά σας και τα εξουσιάζετε απολύτως στο μεν πρώτο διαμένοντας με την οικογένειά σας, το δε δεύτερο χρησιμοποιώντας ως εργαστήριο ραπτικής, και ασκώντας επ' αυτών όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στον ιδιοκτήτη-κύριο, σας τα παραχώρησα λόγω της αγάπης μου προς εσάς και από υποχρέωσή μου για τις υπηρεσίες που μου προσφέρατε κατά τα χρόνια που μένατε μαζί μου από την παιδική σας ηλικία και μέχρι το γάμο σας (που σας είχα σαν πραγματικό παιδί μου), αλλά και για τις φροντίδες σας στο πρόσωπό μου στη συνέχεια και μέχρι σήμερα.

Τα παραπάνω διαμέρισμα και κατάστημα, είναι αποκλειστικά δικά σας από τότε και εγώ δεν έχω πάνω σ' αυτά κανένα δικαίωμα, σας υπόσχομαι δε και αναλαμβάνω απέναντί σας την υποχρέωση οποτεδήποτε συγκεντρώσετε τα απαιτούμενα χρήματα για φόρους, συμβολαιογραφικά και λοιπά έξοδα και με καλέσετε να προσέλθω και υπογράψω συμβολαιογραφικό δωρητήριο για την επιβεβαίωση της παραχώρησής τους και την απόκτηση εκ μέρους σας και συμβολαιογραφικού τίτλου για αυτά.

Καλαμάτα 10 Νοεμβρίου 1998. Η δηλούσα και αναγνωρίζουσα Μ. Α.". Όπως, όμως, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, η παραδοχή του Εφετείου, ότι " η εν λόγω δήλωση-αναγνώριση, η οποία σημειωτέον από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν διευκρινίστηκε με σαφήνεια για ποιο λόγο έγινε και υπό ποίες συνθήκες, αποτελεί ένα έγγραφο χωρίς καμία νομική ισχύ ως προς τη μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης της Μ.

Α., αφού περιέχει απλώς και μόνο υπόσχεση αυτής, την συγκεκριμένη στιγμή, σύναψης σύμβασης μεταβίβασης στο μέλλον, οι οποίες όμως στη συνέχεια αναιρείται και το περιεχόμενό της έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις μεταγενέστερες ενέργειες της ίδιας της φερομένης ως δηλούσας", όπως αυτές ανωτέρω λεπτομερώς εκτίθενται, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου, η οποία, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφο που νόμιμα προσκόμισε η ίδια, με επίκληση, ενώπιόν του, προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της, ότι έγινε κυρία των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία και δη την ένορκη βεβαίωση των μαρτύρων της, που περιέχεται στην πράξη της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγούλας Μαυροειδή-Ρίζα. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το Δικαστήριο έλαβε υπόψη "την υπ' αριθ. .../2005 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγούλας Μαυροειδή-Ρίζα ..., που λήφθηκε νομότυπα με πρωτοβουλία της ενάγουσας, μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγομένων", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, την οποία μάλιστα ρητά μνημόνευσε. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2008 αίτηση της Μ. συζ. Α. Γ. για αναίρεση της 156/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ