Legislator Case Law & Legislation
1727/2008 AI generated

Supreme Court dismisses bank's appeal against court ruling on liability for customer's debt default.

Case Number 1727/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The bank argued the court failed to consider the defendant's confession and misapplied procedural rules regarding vague claims. The court rejected these arguments, finding the lower court properly evaluated evidence and the bank's claim was procedurally insufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11g) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on a defendant's confession is inadmissible if not raised before the appellate court, and vague claims regarding joint liability are rejected as procedurally incomplete.

Keywords

AI generated
Bank liability Civil Procedure Code Inadmissible appeal Confession evidence Vague claim rejection Joint liability Court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1727 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1727/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-5-1992 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1884/1993 προδικαστική, 8440/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6435/1999 προδικαστική και 4845/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο αναιρεσείων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 28-11-2002 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 821/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο εξέδωσε τις αποφάσεις 7771/2004 αναβλητική και 719/2006 οριστική, την αναίρεση των οποίων ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-4-2006 αίτηση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 1-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 914 Α.Κ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ανθρώπινη συμπεριφορά που αποτελεί το βασικό στοιχείο της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται και σε παράλειψη. Η τελευταία όμως για να οδηγήσει σε υποχρέωση αποζημιώσεως, πρέπει να είναι παράνομη.

Τούτο συμβαίνει, όταν ο υπαίτιος παραλείπει να προβεί σε θετική ενέργεια, στην οποία υποχρεούται από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη και τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις, από προηγούμενη συμπεριφορά του ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου. Εξ άλλου, καλή πίστη, υπό την αντικειμενική έννοια που απαντάται στα άρθρα 200, 281 και 288 Α.Κ, είναι η συναλλακτική ευθύτητα, την οποία επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος.

Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, η καλή πίστη συνιστά κριτήριο συμπεριφοράς και, άρα, κανόνα δικαίου. Βάσει αυτής, αλλά και από το όλο πνεύμα των κανόνων που ρυθμίζουν τις συναλλαγές, ιδρύεται υποχρέωση της Τράπεζας να προστατεύει τα συμφέροντα των πελατών της, των οποίων αναδέχθηκε τη διαχείριση, ενημερώνοντας αυτούς με ακρίβεια για τα όρια, μέχρι τα οποία μπορεί να εκταθεί η διαχείρισή της, και να αρνείται ρητώς την εκτέλεση εντολών, τις οποίες δεν μπορεί να διεξαγάγει. 'Ετσι, η παράλειψη της Τράπεζας να προβεί σε μια τέτοια ενημέρωση, όταν αυτή είναι αναγκαία, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης κατά την καλή πίστη ενέργειας, η οποία, εφόσον συντρέξουν και οι λοιποί όροι, ανάγεται σε αδικοπραξία του άρθρου 914 Α.Κ.

και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως. Πολύ μάλλον παράγεται τέτοια υποχρέωση, όταν η Τράπεζα δια των οργάνων της προσβάλλει τα ενοχικά δικαιώματα των πελατών της έναντι τρίτων, ιδίως εκείνα που επηρεάζουν άμεσα τα συμφέροντα, των οποίων έχει αναδεχθεί τη διαχείριση, επεμβαίνοντας στο σύνδεσμο αυτών με το φορέα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να ματαιώνεται η ένταξή τους στην περιουσία του δικαιούχου.

Εξάλλου, στις προϋποθέσεις για την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης και συνεπώς υποχρεώσεως του υπαιτίου προς αποζημίωση του αδικηθέντος, περιλαμβάνονται η επέλευση ζημίας, και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της ζημίας. Ο αιτιώδης σύνδεσμος, κατά την κρατούσα θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά το χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώρα, ήταν ικανό κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που έγινε Ως ζημία νοείται κάθε μείωση ή μη επαύξηση της περιουσίας του προσώπου χωρίς τη θέλησή του.

Για να είναι ο υπαίτιος υπόχρεως προς ανόρθωση της ζημίας, πρέπει αυτή να είναι είτε βεβαία και ενεστώσα, δηλαδή να έχει επέλθει κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είτε και μέλλουσα. Το αν η επελθούσα ζημία τελεί στη συγκεκριμένη περίπτωση σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την παράνομη πράξη του αδικοπραγήσαντος, αποτελεί ζήτημα κρινόμενο κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας.

Η κρίση όμως περί του αν ορισμένο γεγονός μπορεί καθ' εαυτό σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και κατά τη συνήθη ή κανονική πορεία των πραγμάτων να επιφέρει το ζημιογόνο αποτέλεσμα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για την παραδοχή κατ' ουσίαν της εξ αδικοπραξίας επικουρικής βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος το καλοκαίρι του 1983, ενεργώντας ως εμπορικός αντιπρόσωπος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Αφοί Χ. Κάλμπαρη ΑΕ Ετοίμων Ενδυμάτων", μεσολάβησε για την πώληση και εξαγωγή από την τελευταία προς τον Κρατικό Οργανισμό Λιβύης με την επωνυμία "The National Department Stores Company", ετοίμων ενδυμάτων παραγωγής της, συνολικής αξίας 1.343.240 δολλαρίων ΗΠΑ.

Για την πληρωμή της πιο πάνω αξίας της παραγγελίας ανοίχθηκε από τον ως άνω αγοραστή μέσω της Λιβυκής Τράπεζας UMMA BANK, στην ανταποκρίτριά της στην Ελλάδα Αραβοελληνική Τράπεζα, πίστωση, εκδοθείσης της από 3-9-1983 και με αριθμό ..... πιστωτικής επιστολής υπέρ της πωλήτριας εταιρείας Αφοί Χ. Κάλμπαρη ΑΕ και η οποία (πίστωση) επιβεβαιώθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζας της Ελλάδος, ενεργούσα δια του υποκαταστήματός της επί της πλατείας Μητροπόλεως Αθηνών.

Επειδή όμως η πωλήτρια εταιρεία εστερείτο χρημάτων για να προμηθευτεί πρώτες ύλες για την κατασκευή των παραγγελθέντων ενδυμάτων και γενικά για την αντιμετώπιση του κόστους της παραγγελίας, στις αρχές Σεπτεμβρίου 1983 συμφώνησε με τον αναιρεσίβλητο να την χρηματοδοτήσει με το ποσό των 420.000 δολλαρίων ΗΠΑ, από τις καταθέσεις σε συνάλλαγμα που είχε αυτός στην αναιρεσείουσα τράπεζα και το οποίο θα απεδίδετο σε αυτόν από το ποσό της κατά τα άνω ανοιγείσης υπέρ αυτής πιστώσεως.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε με μεσολάβηση της αναιρεσείουσας, τμηματικά στην πωλήτρια εταιρεία α)την 21-0-1983 100.000 δολλάρια ΗΠΑ. Β)την 4-10-1983 100.000 δολλάρια ΗΠΑ, γ)την 21-10-1983, 65.000 δολλάρια ΗΠΑ. δ)την 16-12-1983 ΗΠΑ, 45.000 δολλάρια ΗΠΑ, ε)την 28-3-1984 70.000 δολλάρια ΗΠΑ και στ)την 3-4-1984 40.000 δολλάρια ΗΠΑ, ήτοι συνολικά 420.000 δολλάρια ΗΠΑ.

Τα ως άνω καταβληθέντα ποσά αποσύρονταν κάθε φορά κατόπιν ισοπόσων και αντιστοίχων προς τις άνω ημεροχρονολογίες εντολών του αναιρεσιβλήτου από τους λογαριασμούς σε συνάλλαγμα που διατηρούσε στο Υποκατάστημα Τρικάλων της αναιρεσείουσας, το οποίο στη συνέχεια διαβίβαζε τη σχετική εντολή στο κατάστημα πλατείας Μητροπόλεως Αθηνών της αναιρεσείουσας, από το οποίο και γινόταν, κατόπιν δραχμοποιήσεως, η καταβολή των αντίστοιχων ποσών στην πωλήτρια εταιρεία.

Οι ως άνω έξι εντολές που έδωσε ο αναιρεσίβλητος χορηγήθηκαν με την περαιτέρω εξουσιοδότηση (εντολή), όπως η αναιρεσείουσα Τράπεζα αναλάβει ως προκαταβολή έναντι της πιστώσεως εξωτερικού υπ' αριθμ. ..... ανοιγείσης για την National Departmenet Stores CO, υπέρ της πωλήτριας εταιρείας μέσω της UΜΜΑ ΒΑΝK και όταν λάβει τα χρήματα της πιστώσεως, να πιστώσει με αυτά τον .....

λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου. Περαιτέρω αποδείχθηκε, συνεχίζει το Εφετείο, ότι οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας του καταστήματος Πλ. Μητροπόλεως Αθηνών, παρόλο ότι προκατέβαλαν με τον προαναφερόμενο τρόπο στην πωλήτρια εταιρεία το ποσό των 420.000 δολλαρίων, δεν παρακράτησαν από τα χρήματα της ως άνω πιστώσεως αντίστοιχο ποσό και δεν πίστωσαν με αυτό τον λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου αλλά παρανόμως, υπαιτίως και κατά παράβαση των χρηστών συναλλακτικών ηθών, εκμεταλλευόμενοι, καθ' υπόδειξη της πωλήτριας, της κρατήσεως του αναιρεσιβλήτου στις φυλακές της Λιβύης, συνήψαν μετ' αυτής την από 10-10-1983 σύμβαση ενεχυράσεως απαιτήσεως.

Με τη σύμβαση αυτή η πωλήτρια εταιρεία ενεχύρασε ολόκληρο το ποσό της ανοιγείσης υπέρ αυτής υπ' αριθμ. ..... πιστώσεως στην αναιρεσείουσα τράπεζα, με σκοπό την εξασφάλιση της εξοφλήσεως των δανείων τα οποία η τράπεζα της είχε χορηγήσει κατά το παρελθόν αλλά και την ταυτόχρονη εξυπηρέτηση της ίδιας αυτής (πωλήτριας), η οποία δια του τρόπου αυτού και δη δια του ενεχυρασθέντος ποσού της ως άνω πιστώσεως θα εξοφλούσε τις παλαιές οφειλές της προς την αναιρεσείουσα από δάνεια που ουδεμία απολύτως σχέση είχαν με την ως άνω ένδικη χρηματοδότηση της ίδιας αυτής πωλήτριας από τον αναιρεσίβλητο.

Παρ' όλα αυτά οι προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας αν και γνώριζαν την κατά τα άνω δέσμευση της πιστώσεως αυτής, απέκρυψαν από τον αναιρεσίβλητο τη σύσταση της εν λόγω ενεχυράσεως της απαιτήσεως, με σκοπό να μη διακόψει ο τελευταίος την χρηματοδότηση προς την πωλήτρια εταιρεία, γεγονός, το οποίο, όπως είναι φυσικό, θα ελάμβανε χώρα αν ο αναιρεσίβλητος πληροφορείτο την εν λόγω ενεχύραση, αφού όλες οι προαναφερθείσες εντολές αυτού προς την αναιρεσείουσα, περιείχαν τον σαφή και χωρίς κανένα κενό ειδικό όρο της πιστώσεως των χρημάτων του στον τραπεζικό λογαριασμό του από τα ποσά της εν λόγω πιστώσεως, με τα οποία είχε χρεωθεί ο λογαριασμός του (συνολικού ποσού 420.000 δολλαρίων ΗΠΑ).

Έτσι που έπραξαν και ενήργησαν οι ως άνω προστηθέντες υπάλληλοι της αναιρεσείουσας εν απολύτω μάλιστα γνώση και αυτής και σύμφωνα ακόμη με τις δικές της οδηγίες και εντολές, δολίως και παρανόμως απέκρυψαν το ως άνω γεγονός της συμβάσεως αυτής της ενεχυράσεως απαιτήσεως. Σημειώνεται δε ότι ο αναιρεσίβλητος ανύποπτος για τις προαναφερόμενες παράνομες και υπαίτιες πράξεις συνέχιζε να χρηματοδοτεί την εταιρεία Αφοί Χ.

Κάλμπαρη ΑΕ, μέσω της αναιρεσείουσας. Η εταιρεία αυτή εισέπραξε αφ' ενός μεν ολόκληρο το ποσό της εξαγωγικής πιστώσεως, ύψους 1.343,240 δολλαρίων ΗΠΑ, και αφ' ετέρου εκτέλεσε την παραγγελία προς την αγοράστρια Λιβυκή εταιρεία με τα χρήματα του αναιρεσιβλήτου, ύψους 420.000 δολλαρίων ΗΠΑ, που είχε αναλάβει από τους λογαριασμούς του με τη μεσολάβηση της αναιρεσείουσας, τα οποία όμως ουδέποτε επέστρεψε σε αυτόν αλλά τα καρπώθηκε παράνομα, επί ζημία του αναιρεσιβλήτου.

Επισημαίνεται δε, παράλληλα προς όλα τα άνω (συνεχίζει το Εφετείο), ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα είχε στη συγκεκριμένη περίπτωση συμφέρον για την εκτέλεση της παραγγελίας, γιατί χωρίς τις προκαταβολές αυτές του αναιρεσιβλήτου, δεν θα εκτελείτο η παραγγελία και έτσι θα εστερείτο αυτή της δυνατότητας εισπράξεως των παλαιών απαιτήσεών της από δάνεια τα οποία εξασφάλισε με μυστική σύσταση ενεχυράσεως απαιτήσεως ολοκλήρου του ποσού της πιστώσεως από το οποίο εισέπραξε τα δάνειά της η ίδια (η αναιρεσείουσα) και απέμεινε υπόλοιπο 56.807.000 δραχμών το οποίο αυτή απέδωσε στην εταιρεία Αφοί Χ.

Κάλμπαρη ΑΕ, καίτοι γνώριζε ότι ήταν δεσμευμένο από τον αναιρεσείοντα. Υπάρχει δε στη συγκεκριμένη περίπτωση ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς που επέδειξαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της αναιρεσείουσας τράπεζας και της επελθούσας ζημίας του αναιρεσιβλήτου. Δέχεται επίσης το Εφετείο, ότι στο πλαίσιο των συναλλακτικών της δεσμών με τον αναιρεσίβλητο, η αναιρεσείουσα τράπεζα, είχε υποχρέωση να ενημερώσει τον πελάτη της για την αδυναμία της να επαναπιστώσει τους λογαριασμούς του με χρήματα από το τίμημα της πώλησης των εμπορευμάτων της δανειολήπτριας και να προστατεύσει τα συμφέροντά του.

Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές, έκρινε ακολούθως ότι θεμελιώνεται ουσιαστικά η εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής, ερειδόμενη τόσο στις διατάξεις περί αδικοπραξιών όσο και της προσβολής των χρηστών ηθών (914, 919 ΑΚ) και μετ' επικύρωση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ αφού, κατά τις ανωτέρω, συνολικά εκτιμώμενες, παραδοχές της απόφασης, η αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, θεμελιώνεται στην, αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, οφειλόμενη κατά την καλή πίστη ενέργεια των προστηθέντων από την αναιρεσείουσα υπαλλήλων της, να ενημερώσουν τον αναιρεσίβλητο, πελάτη της τράπεζας (την διαχείριση των συμφερόντων του οποίου είχε αναδεχθεί με την αποδοχή του τρόπου εξοφλήσεως που είχε ζητήσει αυτός, παρακρατήσεως δηλαδή των χρημάτων του από την υπέρ της δανειολήπτριας εταιρείας πίστωση και επανατοποθέτησή τους στο λογαριασμό του) αναφορικά με το ότι, αφ'ενός μεν η τράπεζα δεν είχε τη δυνατότητα να επαναπιστώσει τους λογαριασμούς του (αναιρεσιβλήτου) από το τίμημα της πωλήσεως των εμπορευμάτων της δανειολήπτριας εταιρείας ΚΑΛΜΠΑΡΗ ΑΕ χωρίς τη συναίνεση της τελευταίας, (γεγονός που καθιστούσε ανέφικτη την εξόφληση της απαιτήσεως του αναιρεσείοντος) και αφ' ετέρου η ίδια (αναιρεσείουσα) συνέστησε ενέχυρο επί της απαιτήσεως της δανειολήπτριας εταιρείας Αφοί Χ.

Κάλμπαρη, με αποτέλεσμα, εκ της παραλείψεως της ενημέρωσης αυτής, αφ' ενός μεν να συνεχίσει ο αναιρεσίβλητος την χρηματοδότηση της πωλήτριας εταιρείας και για τον μετά τη σύσταση του ενεχύρου χρόνο και αφ' ετέρου να εξαλειφθεί κάθε δυνατότητα εξοφλήσεώς του από το τίμημα της πωλήσεως (περιστατικά που αποτελούσαν και το θεμέλιο της εξ αδικοπραξίας βάσης της αγωγής) και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του σχετικά με τα πιο πάνω ζητήματα είναι επαρκείς και σαφείς και δεν εμφανίζουν αντιφατικότητα, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αμέσως πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρονται υπό το στοιχείο α'.

Ενόψει αυτών, οι, τέταρτος, πέμπτος και πρώτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Εξάλλου, ο πρώτος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον δεν πλήττεται αποτελεσματικά η, αυτοτελώς, επί της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ θεμελιούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω, η παραδοχή του Εφετείου ότι "...οι προστηθέντες υπάλληλοι της εναγομένης αν και γνώριζαν την κατά τα άνω δέσμευση της πιστώσεως αυτής...", δεν έχει την έννοια, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο εξέλαβε ότι υπήρχε συμβατική υποχρέωση της Τράπεζας από τις εντολές του αναιρεσιβλήτου περί πιστώσεως του λογαριασμού του από την ανοιγείσα υπέρ της δανειολήπτριας εταιρείας πίστωση, αλλά ότι τα όργανα της αναιρεσείουσας, στα πλαίσια της διαχειρίσεως των συμφερόντων του, γνώριζαν την ρητή εξουσιοδότηση (εντολή) του αναιρεσιβλήτου, πιστώσεως των χρημάτων του στο τραπεζικό λογαριασμό του από την ανοιγείσα υπέρ της πωλήτριας εταιρείας πίστωση και παρά ταύτα παρέλειψαν να τον ενημερώσουν σχετικά με την αδυναμία εκτελέσεως της εντολής χωρίς τη συναίνεση της εταιρείας ΚΑΛΜΠΑΡΗ.

Ως εκ τούτου ο ίδιος (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθμ. 8440/1998 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί η εκ της συμβάσεως βάση της αγωγής, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά ένα μέρος, υπό την επίκληση της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το πραγματικό γεγονός το προκύπτον από το περιεχόμενο των σχετικών εγγράφων, ότι η ανοιγείσα από τον Κρατικό Οργανισμό της Λιβύης και υπέρ της δανειολήπτριας εταιρείας ΚΑΛΜΠΑΡΗ, μέσω της Λιβυκής Τράπεζας UMMA BANK, πίστωση, ήταν επιβεβαιωμένη από την αναιρεσείουσα Τράπεζα. Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "...ουδέν απολύτως εξασφαλιστικό μέτρο εχρειάζετο να λάβει ο αναιρεσίβλητος, αφού η αναιρεσείουσα Τράπεζα είχε εκ του νόμου το δικαίωμα να παρακρατήσει τις προκαταβολές, χωρίς άλλη διαδικασία, με ένα λογιστικό συμψηφισμό ..." είναι μεν ανεπαρκείς και αντιφατικές, σε σχέση με τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο περιστατικά ως προς την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αφού δεν προσδιορίζεται από ποια διάταξη νόμου και γιατί, απέρρεε νομική υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς παρακράτηση των ποσών που κατέβαλε στη δανειολήπτρια εταιρεία ο αναιρεσίβλητος, πλην όμως, ως εντελώς περιττές, δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και καθιστούν τον ίδιο λόγο κατά το σχετικό μέρος του αλυσιτελή.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος εξέθετε ότι από την προεκτεθείσα αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, υπέστη θετική και αποθετική ζημία, συνιστάμενη η μεν πρώτη στην μείωση των υπαρχουσών στην τελευταία καταθέσεών του κατά ποσό 420.000 δολλαρίων ΗΠΑ, η δε δεύτερη στο ποσό των τόκων τους οποίους θα ελάμβανε με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων εάν το ως άνω χρηματικό ποσό επανατοποθετείτο στους λογαριασμούς του και παρέμενε κατατεθειμένο με προθεσμιακή ετήσια κατάθεση από τον Μάϊο του έτους 1984 μέχρι 30-4-1992, όπως ειδικότερα αναλύεται το ποσό αυτό στην αγωγή.

Με τα εκτιθέμενα αυτά περιστατικά η ένδικη αγωγή είναι σαφής, ορισμένη και νόμιμη, ως προς την προϋπόθεση της υπάρξεως ζημίας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, και 914 ΑΚ και όχι απλώς ενδεχόμενη, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με βάση το αναφερόμενο επίσης στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου περιστατικό, ότι ο τελευταίος άσκησε παράλληλα αγωγή κατά της εταιρείας ΚΑΛΜΠΑΡΗ με την οποία ζήτησε την καταψήφισή της στην καταβολή των ως άνω ποσών εκ της μεταξύ τους καταρτισθείσης συμβάσεως δανείου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 6552/1991 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις.

Και τούτο διότι το εν λόγω ζήτημα, συνδέεται με την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής. Εξάλλου, εφόσον κατά τις παραδοχές της απόφασης, η δανειολήπτρια εταιρεία καρπώθηκε παράνομα το ποσό των 420.000 δολλαρίων ΗΠΑ, η ζημία του ενάγοντος θεωρείται ενεστώσα, υπάρχουσα δηλαδή κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, η δε αξίωση του αναιρεσείοντος, προερχόμενη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής έναντι της αξιώσεως αυτού κατά της δανειολήπτριας εταιρείας από την μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της τελευταίας εκ της καταρτισθείσης μεταξύ αυτής και του αναιρεσιβλήτου συμβάσεως.

Επομένως το Εφετείο που έκρινε ομοίως, ότι η αγωγή είναι νόμιμη, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της αγωγής του αναιρεσιβλήτου λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος αυτού, αφού η ζημία του είναι απλώς ενδεχόμενη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα, η ζημία του θεωρείται αποκαταστατέα, αυτός έχει έννομο συμφέρον στην άσκηση της ένδικης αγωγής.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 1137/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη α)το αντίγραφο της υπ' αριθμ. .....

πιστώσεως του εξωτερικού που είχε ανοιχθεί υπέρ της εταιρείας Αφοι Κάλμπαρη ΑΕ στην ΑΡΑΒΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ, β) αντίγραφα των επιταγών της τελευταίας αυτής Τράπεζας με τις οποίες κατέβαλε αυτή το ποσό της ένδικης πίστωσης στην ίδια (αναιρεσείουσα) και γ) την από 21-6-1989 αγωγή την οποία άσκησε ο αναιρεσίβλητος κατά της δανειολήπτριας εταιρείας Αφοί Χ.

Κάλμπαρη με περιεχόμενο την εκ της συμβάσεως του δανείου απαίτησή του εναντίον της και τις επ' αυτής εκδοθείσες 6552/1991 και 4628/2005 προδικαστική και οριστική αντίστοιχα αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την δεύτερη των οποίων έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η ανωτέρω εταιρεία να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 443.189 δολλαρίων ΗΠΑ.

Ως εκ τούτου οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11γ του ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ίδια ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ομολογία του αναιρεσιβλήτου, που διατυπώθηκε τόσο στην ανωτέρω αγωγή του κατά της εταιρείας ΚΑΛΜΠΑΡΗ περί καταβολής των δανεισθέντων σ'αυτή ποσών όσο και στις προτάσεις του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας αμφοτέρων των βαθμών, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον δεν επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι επικαλέσθηκε ενώπιον του Εφετείου την ομολογία αυτή.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την προταθείσα πρωτοβαθμίως και επαναφερθείσα με λόγο εφέσεως ένστασή της περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση της ζημίας του. Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ενστάσεώς της επικαλέσθηκε ως θεμελιωτικά αυτής περιστατικά τη συναλλακτική εμπειρία του αναιρεσιβλήτου σε συνδυασμό με το ότι αυτός συνηλλάγη με την τράπεζα μέσω δικηγόρου, δηλαδή προσώπου με ειδικές γνώσεις και ικανού να μεριμνήσει εγκύρως και αποτελεσματικώς για τη διασφάλιση των συμφερόντων του. Τα επικληθέντα αυτά περιστατικά δεν αρκούν για τη διαδικαστική πληρότητα του σχετικού ισχυρισμού, ορθά επομένως το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την ένσταση της αναιρεσείουσας και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18 Απριλίου 2006 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" για αναίρεση της υπ'αριθμ. 719/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ