Appeal dismissed; Supreme Court rejects appeal due to unsummoned party and erroneous review of uncontrollable lower court findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by B.Z. against the First Instance Court's judgment. The appellant argued for a new trial based on errors in property ownership and contract interpretation, while the appellees maintained their rights to the disputed land. The Court ruled the appeal inadmissible because the appellant failed to legally summon the absent appellees, and the substantive arguments were rejected as they challenged the uncontrollable findings of the lower court regarding property boundaries.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-3 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of the Code of Civil Procedure: If a party fails to appear or participate as required, the court must verify legal summons; if not legally summoned, the hearing is declared inadmissible, and if legally summoned, the hearing proceeds despite absence, while appeals challenging uncontrollable findings of the court of first instance are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1726 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1726/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κρίτσανο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Χ. Γ. του Α., 3) Β. Γ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αχιλλέα Τελειώνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Μ. Φ. θυγ. Χ. Γ. και Ε., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2016 αγωγή-προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης του ήδη α' αναιρεσιβλήτου και την από 21-7-2016 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Καλαμπάκας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-12-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με επίκληση, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντα, 8400/27.10.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας, Κωνσταντίνου Κρίτσανου, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Αχιλλέα Τελειώνη, πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος τους εκπροσώπησε στην κατ' έφεση δίκη ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και υπέγραψε τις ενώπιον αυτού κατατεθείσες προτάσεις τους.
Ο πρώτος αναιρεσίβλητος και η τέταρτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκαν, κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 & 2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 576 & 1 και 2 Κ.Πολ.Δικ., η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους.
Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας ασκήθηκε η από 15.4.2016 αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, με τις σωρευμένες προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως.
Ο προσεπικαλούμενος - παρεπιπτόντως εναγόμενος, Β. Ζ., ήδη αναιρεσείων, άσκησε την από 21.7.2016 προς το Ειρηνοδικείο Καλαμπάκας απευθυνόμενη πρόσθετη παρέμβαση. Το Ειρηνοδικείο Καλαμπάκας εξέδωσε την 6/2017οριστική απόφασή του με την οποία απέρριψε τη διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος κατά των εκεί εναγομένων, ήδη δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων και έκανε εν μέρει δεκτή τη σωρευμένη αγωγή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, υποχρεώνοντας τον παρεπιπτόντως εναγόμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλλει στον ενάγοντα- πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.268,58 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου άσκησε έφεση ο προσεπικαλούμενος σε αναγκαστική παρέμβαση παρεπιπτόντως εναγόμενος - προσθέτως παρεμβαίνων, επί της οποίας εκδόθηκε η 56/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση.
Κατά της αποφάσεως αυτής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, στρέφεται η υπό κρίση, από 11.12.2018 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολ.Δικ., Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ Πολ.Δικ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή, όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 Α.Κ.).
Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών εκ της κυριότητας επί του πράγματος.
Έτσι, όπως προκύπτει, από τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 1094 και 1108ΑΚ και του άρθρου 218Α ΚΠολΔ, δεν είναι επιτρεπτή η αντικειμενική σώρευση της διεκδικητικής και της αρνητικής αγωγής, λόγω αντίφασης μεταξύ τους, αφού η πρώτη προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η δεύτερη προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής.
Συνακόλουθα προς τα ανωτέρω, αν με το αγωγικό δικόγραφο γίνεται επίκληση ολικής παράνομης κατακρατήσεως του ακινήτου εκ μέρους του εναγομένου και σωρεύεται η διεκδικητική της κυριότητας αγωγή με την αρνητική τοιαύτη, που αφορά το ίδιο ακίνητο, η τελευταία τυγχάνει μη νόμιμη (ΟΛΑΠ4/2016). Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή, λόγω αντίφασης, κατά την ορθότερη άποψη, δεν μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική αγωγή και η αγωγή για τη νομή διότι η επιδίκαση της κυριότητας καθιστά μάταιη τη δίκη για τη νομή (ΑΠ 982/2021, ΑΠ 21/2005).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα ορίζεται ότι: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων καθώς και των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές. 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Οι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε ως προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται απολύτως (ΟλΑΠ 894/2018, ΑΠ 967/2018). Οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Άλλες αιτιάσεις, πλην των περιοριστικά αναφερομένων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, δεν είναι παραδεκτές ως λόγοι προς αναίρεση (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 298/2020, ΑΠ 1321/2020, ΑΠ 74/2019). Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη διάταξη του αριθμού 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, αναίρεση κατά των παραπάνω αποφάσεων του ειρηνοδικείου ή του πρωτοδικείου που δίκασε έφεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ίδιου του Μονομελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και όχι όταν το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως, που υπάγεται κατά το άρθρο 17Α ΚΠολΔικ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3994/2011), στην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ ΑΠ 5/2003, Ολ ΑΠ 30/1995, ΑΠ 446/2019, ΑΠ 473/2019, ΑΠ 1338/2015).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν ιδρύεται ούτε η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που στηρίζονται αντίστοιχα στην εκ μέρους του Δικαστηρίου ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί καθ'υλη αναρμοδιότητας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού, αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το εν λόγω Δικαστήριο στην κρίση του περί αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έχει αχθεί σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με την ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αφού τελικά με την απόφαση εκείνου δεν ελέγχεται τίποτε άλλο παρά μόνο το δικονομικό ζήτημα του ποιο είναι για τη συγκεκριμένη υπόθεση καθ'ύλην αρμόδιο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. (Ολ.ΑΠ 1/2000, ΑΠ 558/2019, ΑΠ 1477/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 56/2018 αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, επιλήφθηκε του πρώτου λόγου εφέσεως του εκκαλούντος - προσθέτως παρεμβαίνοντος - παρεμπιπτόντως εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός υποστήριξε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ήτοι το Ειρηνοδικείο Τρικάλων, κατά μη ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε ότι η αγωγή του κυρίως ενάγοντος ήταν αγωγή διεκδικητική κυριότητας και όχι αγωγή αναγνώρισης της νομής, με την αιτιολογία ότι αμφότερες οι αγωγές (διεκδικητική κυριότητας και αναγνωριστική νομής) δεν μπορεί να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο παρά μόνο επικουρικά, πράγμα που δεν συνέτρεχε στην συγκεκριμένη υπόθεση και ότι σε κάθε δε περίπτωση δεν έπρεπε να απορρίψει ως μη νόμιμη τη βάση της αγωγής τη στηριζόμενη στην αναγνώριση και απόδοσης νομής, αλλά να χωρίσει ως προς αυτήν τη δίκη και να την παραπέμψει προς εκδίκαση στο αρμόδιο δικαστήριο μαζί με την παρεμπίπτουσα εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως.
Ερευνώντας το λόγο αυτό της εφέσεως, σε σχέση με το περιεχόμενο της αγωγής του κυρίως ενάγοντος, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Ο ενάγων και ήδη πρώτος εφεσίβλητος, Χ. Σ. με την από 15.4.2016 ... αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας, ιστορούσε ότι είναι κύριος, νομέας και κάτοχος ενός ακινήτου εμβαδού 497,53 τ.μ., κείμενου εντός του οικισμού της Τοπικής Κοινότητας ..., του ..., όπως λεπτομερώς περιγράφεται κατά θέση, έκταση, όρια και πλευρικές διαστάσεις...
Ότι την κυριότητα αυτού απέκτησε με παράγωγο τρόπο και δη εν μέρει ως προς τα αναφερόμενα 360,02 τ.μ. δυνάμει του υπ'αριθμόν ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Λάρισας, Ευαγγέλου Φυτιλή, νομίμως μεταγραφέντος... από τον πωλητή και ήδη εκκαλούντα Β. Ζ. και εν μέρει δυνάμει του υπ'αριθμόν ... συμβολαίου γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου Λάρισας, νομίμως μεταγραφέντος.,.για το έτερο διαιρετό τμήμα επιφανείας 140,78 τ.μ., από την παρέχουσα μητέρα του Μ.
Σ.. Ότι τα πιο πάνω διαιρετά τμήματα οι ως άνω δικαιοπάροχοι του απέκτησαν κατά κυριότητα ο μεν Β. Ζ. παράγωγα, αιτία κληρονομικής διαδοχής του, κατά την 24.8.1996 αποβιώσαντος πατέρα του με την .... ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, η δε παρέχουσα ως άνω μητέρα του με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν άτυπης κατά το έτος 1972, παραχώρησης του πιο πάνω διαιρετού τμήματος από τον πατέρα του πωλητή Β.
Ζ. στον οποίο ανήκει και επί του οποίου, όλου ακινήτου, ασκούσε τις αναφερόμενες στο δικόγραφο επιμέρους προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου εμφανείς υλικές πράξεις δια της καλλιέργειάς του με εποχιακά κηπευτικά και της παραχώρησής του για βόσκηση ζώων. Ότι ο ως άνω δικαιοπάροχος του Β. Ζ. είχε καταστεί κύριος του κληρονομούμενου ακινήτου και με πρωτότυπο τρόπο και δη με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας νεμόμενος τούτο με διάνοια κυρίου συνυπολογίζοντας και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Ότι ακολούθως και μετά τη σύνταξη των ανωτέρω μεταβιβαστικών συμβολαίων, προέβη σε επιδιόρθωση της ήδη υπάρχουσας περίφραξης και εν συνεχεία σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για την ανοικοδόμηση του, ένεκα των συναισθηματικών και οικογενειακών υποχρεώσεών του με την εν θέματι περιοχή όπου κείται το ακίνητο.
Ότι περί τα τέλη Αυγούστου 2015, οπότε και προέβη σε έκδοση οικοδομικής αδείας, πληροφορήθηκε ότι ο πρώτος (κυρίως) εναγόμενος Χ. Γ. περιέλαβε τμήμα εκ της ανωτέρω ιδιοκτησίας ως δική του και ακολούθως έσπευσε το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα να τοποθετήσει σιδηροπασσάλους, προκειμένου να οριοθετήσει το φερόμενο ως δικό του τμήμα ιδιοκτησίας, εκτοπίζοντας όμως, την ήδη υπάρχουσα περίφραξη που οριοθετούσε την ιδιοκτησία του ενάγοντος και προσβάλλοντας κατ' αυτό τον τρόπο τα εμπράγματα δικαιώματά του επί αυτής.
Επικαλούμενος δε ίδιο δικαίωμα κυριότητας και ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι αμφισβήτησαν την κυριότητά του και κατέλαβαν τμήμα του ανωτέρω ακινήτου... ζήτησε να αναγνωρισθεί αποκλειστικά κύριος και νομέας του ανωτέρω ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν, διατασσόμενης της βίαιης αποβολής τους και της εγκατάστασης του ίδιου σ'αυτό.
Περαιτέρω με το ίδιο εισαγωγικό δικόγραφο προσεπικάλεσε τον ως άνω πωλητή προκειμένου να παρέμβει στην προκειμένη δίκη προς υποστήριξή του, σωρεύοντας και παρεμπίπτουσα αγωγή με την οποία ζήτησε την καταβολή σ αυτόν (προσεπικαλούντα) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη μνημονεύοντας στο εισαγωγικό δικόγραφο για το παραδεκτό της ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλούμενου υπάρχει, σύμφωνα με την επικαλούμενη σύμβαση πώλησης, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλούμενου και η οποία δεύτερη εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι αν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης με βάση τη δεύτερη κατά του προσεπικαλουμένου....
Με το περιεχόμενο και αίτημα που εκτέθηκαν...." συνεχίζει το Εφετείο, "το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο στο οποίο σωρεύονται διεκδικητική αγωγή και περί νομής αγωγή είναι πλήρως ορισμένο και νόμιμο μόνο ως προς την περί διεκδίκησης του επιδίκου ακινήτου (οικοπέδου) αγωγή, ως στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 999,1000, 1033, 1045, 1051, 1094 και 1192 ΑΚ...όμως το αντικειμενικώς σωρευόμενο, στο αγωγικό δικόγραφο αίτημα περί αναγνώρισης του ενάγοντος ως νομέως του επιδίκου ακινήτου και περί υποχρέωσης των τριών (3) πρώτων εναγομένων να του αποδώσουν τη νομή αυτού είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, γιατί δεν συνάδει με την προκειμένη διεκδικητική αγωγή, δεδομένου ότι κατά την ορθότερη άποψη, την οποία υιοθετεί και το παρόν Δικαστήριο, δεν μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική αγωγή και η αγωγή περί νομής, αφού η επιδίκαση της κυριότητας καθιστά μάταιη τη δίκη για τη νομή ...
Και τούτο, διότι, ναι μεν ο κύριος πράγματος που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή αυτού μπορεί να στραφεί κατά του προσβολέα τόσο με τη διεκδικητική ή αναγνωριστική της νομής αγωγή όσο και με την αγωγή αποβολής από τη νομή, εφόσον πρόκειται στην προκειμένη περίπτωση αυτή για συρροή αξιώσεων, ο κύριος όμως, θα επιλέξει εκείνη που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι γιαυτόν η πιο συμφέρουσα και συγκεκριμένα την αξίωση από κυριότητα, αν αποβλέπει στην οριστική ρύθμιση της κατάστασης και τη δημιουργία δεδικασμένου ως προς την κυριότητά του ή την αξίωση από τη νομή, αν προτιμά ταχύτερη διαδικασία ή συναντά δυσκολίες σχετικά με την απόδειξη της κυριότητάς του.
Κατά την ορθότερη άποψη όμως, δεν μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο η διεκδικητική (ή η αναγνωριστική) της κυριότητας αγωγή και η αγωγή για τη νομή, εκτός αν σωρευθούν επικουρικά.... στην ένδικη δε περίπτωση πρόκειται για αγωγή αναγνώρισης της κυριότητας και όχι για αγωγή αναγνώρισης της νομής, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην παραπάνω σκέψη, οι δύο αγωγές δεν μπορούν να σωρευθούν στο ίδιο δικόγραφο, παρά μόνον επικουρικά, πράγμα το οποίο δεν αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή...".
Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια και απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, αναφερόμενος στα όσα πρότεινε ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τον ως άνω λόγο εφέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 5, 9, 18, 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και 3 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων, με τον λόγο αυτό, κατά την εκτίμησή του, αιτιάται, ότι ενώ ο κυρίως ενάγων ζητούσε με την αγωγή του κατά κύριο λόγο την αναγνώριση της νομής του επί του επιδίκου ακινήτου και την απόδοσή της και επικουρικά την αναγνώριση της κυριότητάς του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1094, 974 και 987ΑΚ, δέχθηκε, ότι πρόκειται περί διεκδικητικής κυριότητας αγωγής, η οποία δεν δύναται να σωρευθεί με αναγνωριστική αγωγή νομής και έτσι άφησε αδίκαστο το αίτημα περί αυτής, ενώ έπρεπε, διαπιστώνοντας αυτεπαγγέλτως την καθ' ύλην αναρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου για την εκδίκαση της αναγνωριστικής της νομής αγωγής με την παρεμπίπτουσα εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως, να παραπέμψει αμφότερες προς εκδίκαση στο αρμόδιο καθ ύλην δικαστήριο, ήτοι στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη και από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ. 2 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση τη λύση που δόθηκε από τον Άρειο Πάγο, είναι απαράδεκτος.
Επίσης, απαράδεκτοι είναι και οι έκτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υπό την αντίστοιχη επίκληση των αριθμών 11γ', 11 α' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα στο αναιρετήριο έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ενώ έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα και ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον ως άνω αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Τούτο δε, διότι, τέτοιοι λόγοι αναιρέσεως, όπως αυτοί από τους αριθμούς 9, 10, 11, 12, 18, και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που εκδόθηκε επί της εφέσεως κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας, δεν ιδρύονται, όπως έχει προαναφερθεί, κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.
Επί πλέον, ο ως άνω πρώτος λόγος αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος και κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τη διάταξη του αριθμού 3 του άρθρου 560 του ΚΠολΔικ (και όχι η όμοια με αυτήν επικαλούμενη του αριθμού 5 του άρθρου 559), πρωτίστως, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, δεν έκρινε περί της δικής του καθ' ύλην αρμοδιότητας, - την οποία άλλωστε διέθετε σύμφωνα με το άρθρο 17Α ΚΠολΔ - αλλά περί της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ώστε και αν ακόμη εσφαλμένα, με την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αποδέχθηκε σιγή την αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ήτοι του Ειρηνοδικείου Τρικάλων, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, ο οποίος ομοίως δεν ιδρύεται και από τις αποδιδόμενες πλημμέλειες από τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι η επικαλούμενη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα), διότι, ο λόγος αυτός αφορά στην εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, ενώ οι περί καθ' ύλην αναρμοδιότητας διατάξεις είναι του δικονομικού δικαίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 88 Κ.Πολ.Δ. "Ο ενάγων, ο εναγόμενος και όποιος άσκησε κύρια παρέμβαση έχουν δικαίωμα να προσεπικαλέσουν στην δίκη εκείνους από τους οποίους έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν αποζημίωση σε περίπτωση ήττας". Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται με την προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή να σωρευθεί και παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία να ζητείται η καταβολή στον προσεπικαλούντα από τον προσεπικαλούμενο (α) όλου ή μέρους εκείνου, το οποίο σε περίπτωση ευδοκίμησης της κατά του εναγομένου κύριας αγωγής θα υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον εναγόμενο ή (β) αποζημίωσης για την περίπτωση ήττας στην κύρια δίκη, όταν η προσεπίκληση ασκείται από τον ενάγοντα.
Από τα παραπάνω συνάγεται, ότι κατά την έννοια του άρθρου 88 ΚΠολΔ για το παραδεκτό της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή πρέπει ο προσεπικαλών να ισχυρίζεται ότι μεταξύ αυτού και του προσεπικαλουμένου υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο ή σύμβαση, έννομη σχέση, η οποία, σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, του παρέχει το δικαίωμα αποζημίωσης κατά του προσεπικαλουμένου (ΑΠ 693/2020, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 777/2016, ΑΠ 1372/2015).
Απαιτείται, δηλαδή, στην περίπτωση της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή να υπάρχουν δύο έννομες σχέσεις, μία η επίδικη στην εκκρεμή δίκη και μία η ασκούμενη με την προσεπίκληση, επιπλέον δε η δεύτερη να εξαρτάται από την πρώτη, με την έννοια ότι μόνον εάν ο προσεπικαλών ηττηθεί ως προς αυτήν (πρώτη, κύρια δίκη), αποκτά δικαίωμα αποζημίωσης, με βάση τη δεύτερη έννομη σχέση, κατά του προσεπικαλουμένου.
Επομένως, βάση της κατά το άρθρο 88 ΚΠολΔ ασκούμενης από τον εναγόμενο προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής κατά του προσεπικαλούμενου τρίτου, δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η τυχόν συνδέουσα τον προσεπικαλούντα και τον προσεπικαλούμενο ειδική έννομη σχέση, από την οποία απορρέει υποχρέωση του δευτέρου (προσεπικαλουμένου) να καταβάλει στον πρώτο (προσεπικαλούντα) την αποζημίωση που αξιώνει απ' αυτόν (προσεπικαλούντα) ο κυρίως ενάγων.
Αντιθέτως, σε περίπτωση που η ιστορική βάση αυτής (προσεπίκλησης) περιέχει μόνο τον ισχυρισμό ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας του κυρίως ενάγοντος, και γενικότερα υπόχρεος έναντι αυτού από την επίδικη έννομη σχέση, υπήρξε ο προσεπικαλούμενος τρίτος, τότε η προσεπίκληση (με την παρεμπίπτουσα αγωγή) είναι νομικά αβάσιμη, αφού η αλήθεια αυτού του αρνητικού της κύριας αγωγής ισχυρισμού που συνεπάγεται την απόρριψή της, αίρει ταυτόχρονα και τον νομικό λόγο της κατά το άρθρο 88 Κ.Πολ.Δ.
προσεπίκλησης και της ενωμένης σ' αυτήν παρεμπίπτουσας αγωγής, ο οποίος είναι η ικανοποίηση του ηττηθέντος κυρίου διαδίκου σε μία και την αυτή δίκη, προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 934/2013, 2077/2013, 415/2010). Εξάλλου, εφόσον η δίκη επί της προσεπικλήσεως εξαρτάται από την κύρια δίκη, είναι προφανές ότι η προσεπίκληση του δικονομικού εγγυητή έχει επικουρικό χαρακτήρα και εξετάζεται μόνον όταν η κύρια αγωγή κριθεί σε βάρος του προσεπικαλούντος (ΑΠ 1131/2012).
Ειδικότερα, μετά την παραδοχή της κύριας αγωγής, το δικαστήριο, αν δεν έχει σωρευθεί αγωγή αποζημιώσεως, δεν θα ασχοληθεί καθόλου με την προσεπίκληση ούτε και με την τυχόν ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του προσεπικληθέντος, ενώ η απόρριψη της κύριας αγωγής έχει ως άμεση δικονομική συνέπεια να καθίσταται αλυσιτελής, ελλείψει αντικειμένου, η έρευνα της προσεπίκλησης και της παρεμπίπτουσας αγωγής (ΑΠ 1357/2018, ΑΠ 1037/2010, ΑΠ 1206/1989), οι οποίες και απορρίπτονται για το συγκεκριμένο αυτό λόγο.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Δεν ιδρύεται όμως ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, όταν είναι μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 733/2020), όπως επίσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 122/2019) γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 8/2020, ΑΠ 841/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης 56/2018 αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, επιλαμβανόμενο λόγου εφέσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο αυτός, υποστηρίζοντας ότι δεν είχε την ιδιότητα του δικονομικού εγγυητή του κυρίως ενάγοντος, ήδη αναιρεσίβλητου, έβαλλε κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως αυτού και υποχρέωσε τον ίδιο προς αποζημίωσή του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τις ακόλουθες παραδοχές: "...με την ένδικη προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και τη σωρευμένη παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης ο προσεπικαλών ζήτησε, σε περίπτωση κατά την οποία δεν θα ευδοκιμήσει η σε βάρος των εναγομένων αγωγή του, να υποχρεωθεί ο παρεπιπτόντως εναγόμενος να του καταβάλει αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής του ζημίας, συνιστάμενης στη διαφορά της περιουσιακής κατάστασής του, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν ο πωλητής είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει σ'αυτόν το πράγμα χωρίς το επικαλούμενο νομικό ελάττωμα και εκείνης που υπάρχει εξαιτίας της μη εκπλήρωσης εν όλω ή εν μέρει, και υπό την αίρεση της έκβασής της και συγκεκριμένα της ήττας του προσεπικαλούντος στην κύρια δίκη.
Στην περίπτωση δε αυτή από το περιεχόμενο της παρεμπίπτουσας αγωγής, είναι προφανές ότι η υποχρέωση του παρεμπιπτόντως εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα την αιτούμενη αποζημίωση, λόγω της αδυναμίας παροχής, καθιστά τον πρώτο δικονομικό εγγυητή του στην παρούσα δίκη, καθόσον το αντικείμενο της σε βάρος του παρεμπιπτόντως εναγομένου αγωγής στηρίζεται νομικά στην ύπαρξη δικονομικής εγγυήσεως μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου και συνεπώς η ύπαρξη αυτής (δικονομικής εγγυήσεως) κατά νόμο, όπως και εν προκειμένω, δημιουργεί αντιστοίχως και αναγκαίως νομική βασιμότητα και της εν λόγω αγωγής, δεδομένου ότι η υποχρέωση του πωλητή για μεταβίβαση του πωληθέντος αντικειμένου απαλλαγμένου από ελάττωμα αποτελεί νόμιμο λόγο αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας του, η οποία θα προκληθεί από την έκβαση της ανωτέρω δίκης και πρόκειται να αποδειχθεί από την έκβαση αυτή, ασκείται δε από τον ενάγοντα για την καταβολή αποζημίωσης από τον αντίδικο του πωλητή σε περίπτωση ήττας του στην κυρία δίκη...
υπό την αίρεση της έκβασης της οποίας ασκείται, ο οποίος παρεπιπτόντως ενάγων (και ενάγων της κύριας αγωγής) εξαρτά την καταδίκη του προσεπικαλούμενου (και ήδη εκκαλούντος) από την ήττα του ίδιου στην κύρια δίκη, για εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης... Η υποχρέωση λοιπόν του προσεπικληθέντα σε αποζημίωση του προσεπικαλέσαντα, εφόσον τελεί υπό την αίρεση της έκβασης της δίκης, και συγκεκριμένα της ήττας του προσεπικαλούμενου, καθιστά παραδεκτή και νόμιμη την προσεπίκληση και την ενωμένη με αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως...".
Με τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, δικάζοντας ως Εφετείο, απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί τα ίδια ως προς το παραδεκτό και νόμιμο της παρεμπίπτουσας αγωγής του κυρίως ενάγοντος κατά του παρεμπιπτόντως εναγομένου, δικονομικού εγγυητή του.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των αριθμών 1 και 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι οι όμοιες με αυτές επικαλούμενες διατάξεις των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559), καθώς και για παραβίαση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, κατά την εκτίμηση του λόγου αυτού, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ως παραδεκτή και νόμιμη την παρεμπίπουσα αγωγή αποζημιώσεως του κυρίως ενάγοντος εναντίον του, αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθόσον ο ίδιος δεν είχε την ιδιότητα του δικονομικού εγγυητή του κυρίως ενάγοντος, διότι δεν υφίστατο μεταξύ αυτού και του ίδιου έννομη σχέση η οποία να οδηγεί σε υποχρέωση αποζημιώσεως του κυρίως ενάγοντος σε περίπτωση ήττας του στην κύρια δίκη, αφού ο τελευταίος, ο οποίος ηττήθηκε σε αυτήν, δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του προς τους κυρίως εναγομένους, δηλαδή την απόδοση του ακινήτου, το οποίο κρίθηκε ότι ανήκε στην κυριότητά τους .
Αιτιάται επίσης ο αναιρεσείων, ότι ο κυρίως ενάγων δεν είχε υποχρέωση αποζημίωσης των εναγομένων σε περίπτωση ήττας του, εξαιτίας αποδοχής της από το Δικαστήριο της ένστασης κυριότητας των εναγομένων και έπρεπε να ασκήσει εναντίον του απευθείας αγωγή για την τυχόν ζημία που υπέστη από την απόρριψη της αγωγής και όχι παρεμπίπτουσα αγωγή, στα πλαίσια της κύριας δίκης, κατά την οποία ο ίδιος είχε απλώς την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του κυρίως ενάγοντος.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση της παραβίασης του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 80 και 88 του ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι η σωρευομένη με την προσεπίκλησή του από τον κυρίως ενάγοντα παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και μη νόμιμη, διότι ο ίδιος στη δίκη μεταξύ κυρίως ενάγοντος και εναγομένων δεν είχε εισέτι αποκτήσει την ιδιότητα του δικονομικού εγγυητή, αλλά εκείνη του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του κυρίως ενάγοντος, στον οποίο είχε απλώς ανακοινωθεί η δίκη και με την απόρριψη της αγωγής η μοναδική συνέπεια ως προς τον ίδιο έπρεπε να είναι η απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης, είναι απαράδεκτος.
Τούτο δε, διότι, με τη διάταξη αυτή του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ελέγχεται μόνο η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων, χωρίς να ενδιαφέρει σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από άποψη ιεραρχίας των πηγών του δικαίου, και όχι κανόνων δικονομικού δικαίου, (ΑΠ 1274/2020, ΑΠ 1233/2020, 1001/2018, 894/2018), όπως είναι οι δικονομικές διατάξεις των άρθρων 80 και 88 του ΚΠολΔ, οι οποίες ρυθμίζουν τον τρόπο και τη διαδικασία άσκησης της πρόσθετης παρέμβασης και της προσεπίκλησης του δικονομικού εγγυητή αντίστοιχα (ΑΠ 1741/2012).
Με το ίδιο άρθρο (560 ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αντίστοιχος με τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη απαράδεκτου, ακυρότητας ή έκπτωσης από δικαίωμα από το Δικαστήριο, με το οποίο ελέγχεται, μεταξύ άλλων και το παραδεκτό της αγωγής, της ενστάσεως, της προσεπίκλησης με παρεμπίπτουσα αγωγή κλπ διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος, κατά προαναφερόμενα, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά απαριθμούμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, λόγους (ΑΠ 1233/2020, ΑΠ 894/2018), οπότε ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς την επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος ως προς την αποδιδόμενη παραβίαση του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η παρεμπίπτουσα εναντίον του αγωγή αποζημιώσεως του κυρίως ενάγοντος, ήταν απαράδεκτη και μη νόμιμη, ερευνήθηκε από το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων και απορρίφθηκε, κατά τα όσα, προεκτέθηκαν, ως μη νόμιμος.
Ειδικότερα, κρίθηκε από το ως άνω Δικαστήριο, ότι η σωρευόμενη με την προσεπίκληση του αναιρεσείοντος παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως ασκήθηκε από τον κυρίως ενάγοντα, πρώτο αναιρεσίβλητο, στα πλαίσια διεκδικητικής αγωγής του κατά των εναγομένων, λοιπών αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι αμφισβητούσαν την κυριότητά του επί του μεταβιβασθέντος στον ίδιο από τον αναιρεσείοντα επιδίκου ακινήτου και ήταν παραδεκτή, εφόσον, σύμφωνα με το περιεχόμενό της, τελούσε υπό την αίρεση της έκβασης της κύριας αυτής δίκης, εξαρτώμενη από την ήττα του κυρίως ενάγοντος, όπως επιτρέπεται από το νόμο για εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης.
Κρίθηκε επίσης, ότι ήταν και νόμιμη διότι η ιδιότητα του αναιρεσείοντος (παρεμπιπτόντως εναγομένου) ως πωλητή του επίδικου ακινήτου στον πρώτο αναιρεσίβλητο (κυρίως και παρεμπίπτοντος ενάγοντα), δημιουργούσε δικονομική σχέση εγγυήσεως μεταξύ τους, δεδομένου ότι η υποχρέωση του αναιρεσείοντος (παρεμπίπτοντος εναγομένου) ως πωλητή για μεταβίβαση του πωληθέντος αντικειμένου, ήτοι του επίδικου ακινήτου, απαλλαγμένου από ελάττωμα αποτελεί νόμιμο λόγο αποζημίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας του πρώτου αναιρεσίβλητου (παρεμπίπτοντος ενάγοντος) αγοραστή τούτου, εφόσον αυτός ηττηθεί στην κύρια δίκη, από την έκβαση της οποίας εξαρτάται η έκβαση της παρεμπίπτουσας αγωγής.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδάφιο α' ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).
Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2018).
Με τον παραπάνω λόγο ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της νομιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή στην ουσία (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020), ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017 ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011).
Με το εδάφιο β' του αριθμού 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 560 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με τον αριθμό 1 εδάφιο β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να εξειδικεύονται, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 589/2020, 334/2019, ΑΠ 757/2015).
Έτσι, αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας μέσων που προσκομίσθηκαν. (ΑΠ 2157/2014). Επίσης, κατά τη διάταξη του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).
Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.( ΑΠ 894/2020, ΑΠ 1141/2019, ΑΠ 1646/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης 56/2018 απόφασης το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων που την εξέδωσε, δικάζοντας ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν μετ'επικλήσεως ενώπιον του τα εξής : " Με το ... ... συμβόλαιο γονικής παροχής ιδανικών μεριδίων οικοπέδου, το οποίο καταρτίσθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Τρικάλων Γεωργίου Αθάνατου και μεταγράφηκε νόμιμα..., ο Α.
Α. Γ. του Χ..... μεταβίβασε αιτία γονικής παροχής στο νυν δεύτερο εφεσίβλητο Χ. Γ. του Α.... ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου (άλλως 4/12 εξ αδιαιρέτου) των 85/100 εξ αδιαιρέτου εντός οικοπέδου, εκτάσεως 1.622,913 τ.μ., κείμενο εντός του οικισμού του χωρίου ..., της ... του Νομού ..., οριζόμενου γύρωθεν ...., όπως αυτό απεικονίζονταν στο με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η- Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Α στο από μηνός Ιουνίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού ...Στον παρέχοντα το ως άνω εξ αδιαιρέτου μερίδιο περιήλθε ως ακολούθως:
α) κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου των 85/100 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του, κατά την 11.4.1948, αποβιώσαντος πατρός του Χ. Γ. του Ι. και Μ., ο οποίος απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, [καταλείποντας κατά το χρόνο του θανάτου του ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς και εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, τη σύζυγο του Ε. Κ. του Ν.
και Ε., και τα τρία (3) τέκνα του, ήτοι τη Μ. σύζυγο Θ. Φ., το γένος Χ. και Ε. Γ., τον άνω παρέχοντα Α. Α. Γ. και Ι. Γ.], την οποία αποδέχθηκε δυνάμει της .... ... πράξεως του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου και β)κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου των 85/100 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της, κατά την 26.3.1975 αποβιώσασας μητέρας του Ε. Χ. Γ., το γένος Ν.
και Ε. Κ., η οποία απεβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη, την οποία αποδέχθηκε (ο παρέχων) δυνάμει της ... ... πράξεως του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου.
Συνεπώς, με τη σύνταξη των δύο τελευταίων, κατά σειρά αναφοράς συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομιάς από την δικαιοπάροχο του νυν δεύτερου εφεσίβλητου η κυριότητα των ως άνω ιδανικών μεριδίων της κληρονομιάς ενός εκάστου των (υπ'αυτού) κληρονομουμένων μετέβη στον κληρονόμο τους Α. Α. Γ. του Χ.
και της Ε. αναδρομικώς, από του θανάτου των κληρονομουμένων, εφόσον αποδέχθηκε δια δημοσίου εγγράφου την κληρονομιά και η δήλωση αποδοχής μεταγράφηκε..., εφόσον η κτήση της κυριότητας με κληρονομική διαδοχή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ανεξάρτητα από το χρόνο σύνταξης του σχετικού εγγράφου για την αποδοχή κληρονομιάς, αυτή ανατρέχει πάντοτε στο χρόνο επαγωγής (ex tunc), που είναι ο χρόνος θανάτου του κληρονομουμένου, κατά τα άρθρα 1193,1195,1199 και 1845 ΑΚ, άσχετα με το χρόνο μεταγραφής ή εγγραφής του σχετικού εγγράφου αποδοχής της κληρονομιάς.
Το... ... ως άνω συμβόλαιο γονικής παροχής διορθώθηκε μεταγενέστερα δυνάμει του... ... συμβολαίου του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στις 21.4.2016... ως προς την ακριβή έκταση του ακινήτου έχον επιφάνεια 695,20 τ.μ., εικονιζόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ- Α στο από μηνός Οκτωβρίου τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού..., το οποίο συνορεύει γύρωθεν....
Περαιτέρω, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η ήδη τέταρτη εφεσίβλητη, Μ. σύζυγος Θ. Φ., το γένος Χ. και Ε. Γ. αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτή κληρονομιά των αποθανόντων ως άνω γονέων της δυνάμει των με αριθμό ... και ... πράξεων αποδοχής κληρονομιάς του Συμβολαιογράφου που νομίμως μεταγράφηκαν..., και έτσι κατέστη και αυτή, με παράγωγο τρόπο, συγκυρία του επίδικου ακινήτου (επί του πιο πάνω ποσοστού) αναδρομικά, από του χρόνου θανάτου των δικαιοπαρόχων της, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής...Ακολούθως η Μ.
σύζυγος Θ. Φ. μεταβίβασε στον Χ. Γ. (1° εναγόμενο της κυρίας αγωγής και ήδη 2° εφεσίβλητο) το δικό της ιδανικό μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου των 85/100 αδιαιρέτως του ως άνω ακινήτου δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του Συμβολαιογράφου Τρικάλων... νομίμως μεταγεγραμμένου ... Τέλος, η εκ των διαδίκων Β.
σύζυγος Χ. Β., το γένος Ι. και Έ. Γ. δυνάμει του με αριθμό 592/29.8.2016 συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου..... το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, την 1.9.2016 ..., αποδέχθηκε για λογαριασμό του Ι. Γ. (πατέρα της) την κληρονομιά του αποβιώσαντος πατρός του Χ. Γ., καθώς και την επαχθείσα σε αυτήν κληρονομιά του αποβιώσαντα, την 9.10.2008, αμέσου δικαιοπαρόχου πατρός της, επί του πιο πάνω περιγραφόμενου, ιδανικού μεριδίου των 4/12 εξ αδιαιρέτου.
Επί αυτού του ακινήτου και στο ανατολικό τμήμα αυτού υφίστατο παλαιά οικία, η οποία κάηκε ολοσχερώς κατά τη γερμανική κατοχή, έκτοτε δε δεν οικοδομήθηκε άλλο κτίσμα επί αυτού. Εξ ετέρου, ο ήδη πρώτος εφεσίβλητος Χ. Σ., φέρεται κατά τις αιτιάσεις του, αποκλειστικός κύριος ενός ακινήτου συνολικού εμβαδού 497,53 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού της ..., περικλείεται δε από τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Α, σύμφωνα με το από μηνός Σεπτεμβρίου 2015 ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα...
και συνορεύει γύρωθεν. .. Το ανωτέρω ακίνητο, με αυτή την έκταση προέκυψε από τη συνένωση: α) ενός ακινήτου εκτάσεως 360,02 τ.μ., του οποίου την κυριότητα ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απέκτησε από το δικαιοπάροχο του ήδη εκκαλούντα, δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου αγοράς του Συμβολαιογράφου.... νόμιμα μεταγραφέντος ...
και β) ετέρου ακινήτου εκτάσεως 140,78 τ.μ., του οποίου την κυριότητα ο ενάγων ισχυρίζεται ότι απέκτησε από τη δικαιοπάροχο μητέρα του, δυνάμει του ... συμβολαίου γονικής παροχής ... νομίμως μεταγραφέντος ..., επί του οποίου προβάλουν δικαίωμα κυριότητας οι 2ος, 3η και 4η εφεσίβλητοι, διατεινόμενος περαιτέρω ο πρώτος εφεσίβλητος ότι όταν τον Αύγουστο του 2015 προέβη στις απαραίτητες προπαρασκευαστικές πράξεις για την ανοικοδόμηση οικίας επί του όλου ακινήτου συνολικής εκτάσεως 497,53 τ.μ., αναθέτοντας τις σχετικές εργασίες στον μηχανικό...
και εξέδωσε τη με αριθμό ... άδεια δόμησης της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του ..., έλαβε γνώση περί του ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος είχε ήδη περιλάβει αυτή την έκταση στη δήλωση ιδιοκτησίας που υπέβαλε στο Γραφείο Κτηματογράφησης ... και ότι στις 5 Σεπτεμβρίου 2015 τοποθέτησε σιδηροπασσάλους, προκειμένου να οριοθετήσει την ιδιοκτησία του, καταλαμβάνοντας με αυτόν τον τρόπο μέγιστο τμήμα εκτάσεως 362,75 τ.μ.
της ιδιοκτησίας του, το οποίο απεικονίζεται στο από μηνός Σεπτεμβρίου 2015 ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό διάγραμμα... και το οποίο καταλαμβάνει μείζον μέρος του πρώτου διαιρετού τμήματος της υποτιθέμενης ιδιοκτησίας του και ολόκληρο το δεύτερο διαιρετό τμήμα της ίδιας ιδιοκτησίας. Ακολούθως, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών, Β.
Ζ., αποδέχθηκε με τη με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς ..., που νόμιμα μεταγράφηκε... την κληρονομιά του, κατά την 24.8.1966, αποβιώσαντος πατρός του, την οποία φέρεται ότι του κατέλιττε με την από 20.9.1994 ιδιόγραφη διαθήκη του και η οποία δημοσιεύθηκε δυνάμει του με αριθμό 91/4.2.2014 πρακτικού του Ειρηνοδικείου Λάρισας.
Στον αποβιώσαντα ως άνω πατέρα του είχε περιέλθει (σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην από 21.7.2016 πρόσθετη παρέμβαση) ... από έκτακτη χρησικτησία καθόσον από του έτους 1966 μέχρι και την ημέρα του θανάτου του ενέμετο και κατείχε αυτό με τη θέληση κυρίου, χωρίς ποτέ να διαταραχθεί αυτός στην νομή και κατοχή του".
Προϋπόθεση, επομένως, στην ένδικη περίπτωση για τη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου με κληρονομική διαδοχή στον ήδη εκκαλούντα είναι ο αποβιώσας πατέρας του να ήταν κύριος του ακινήτου που κληρονομήθηκε... Ωστόσο, άσκηση διακατοχικών πράξεων του δικαιοπαρόχου του νυν εκκαλούντος επί του επιδίκου ακινήτου, τις οποίες άλλωστε ο τελευταίος παραλείπει να προσδιορίσει με τρόπο συγκεκριμένο στο ασκούμενο από τον ίδιο εισαγωγικό δικόγραφο., δεν αποδείχθηκε.
Αντίθετα, από την επισκόπηση του περιεχομένου των νόμιμα προσκομιζόμενων και επικαλούμενων αποδεικτικών στοιχείων και πλέον ειδικότερα των σε ανύποπτο χρόνο συνταχθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων όμορων ιδιοκτητών του επιδίκου ακινήτου και των τοπογραφικών διαγραμμάτων που συντάχθηκαν σχετικά, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι δεν υπήρξε στην ένδικη περίπτωση, ταυτόχρονη συνύπαρξη στο πρόσωπο του πατέρα του ήδη εκκαλούντος του σωματικού (corpus) και του ψυχικού στοιχείου (animus), που είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής, που, εφόσον, συντρέχει και ο απαιτούμενος προς τούτο χρόνος, οδηγεί στην κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Συγκεκριμένα: 1)στο από 10.9.1980 συνταχθέν τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Α. Τ., για την ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Μ., αναγράφονται ως όμοροι ιδιοκτήτες ο Π. Γ. και οι κληρονόμοι Χ. Γ., για τις ανάγκες διανομής της ιδιοκτησίας κληρονόμων Σπ.Μόκκα, σύμφωνα με το ... ... συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Τρικάλων Δημητρίου Αρβανίτη, στην ανατολική πλευρά του οποίου αναγράφονται ως όμοροι ιδιοκτήτες οι κληρονόμοι Χ.
Γ., 2) στο υπ'αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Τρικάλων Βασιλικής Γάγαλη- Μόσιαλου, που συνετάγη αιτία αγοράς από τον Γ. Ν., όμορου ακινήτου, αποτυπώνεται ότι στην ανατολική της πλευρά η ιδιοκτησία Ν. συνορεύει με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Γ., η οποία έχει πρόσωπο στον κοινοτικό δρόμο πλάτους μεγαλύτερου των 4,00 μέτρων, σύμφωνα με το από μηνός Νοεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού ..., 3) στην ... ...
και ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Λάρισας Στυλιανής - Νούλα Παπαχατζή, και το συνοδεύον αυτές από μηνός Σεπτεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου - ηλεκτρολόγου μηχανικού Γ. Ζ., αναγράφεται ως όμορος ιδιοκτήτης στη δυτική και βορειοδυτική αυτού πλευρά, ο Α. Γ. και όχι οι δικαιοπάροχοι του νυν εκκαλούντος και του πρώτου εφεσίβλητου, 4) στο από μηνός Ιανουαρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Χ.
Ζ., το οποίο συνετάγη για τις ανάγκες σύνταξης της με αριθμό ...ως άνω δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς εκ μέρους του νυν εκκαλούντος, ουδόλως εμφανίζονται οι δικαιοπάροχοι του πρώτου εφεσιβλήτου, Χ. και Μ. Σ., ως όμοροι ιδιοκτήτες, στους οποίους είχε μεταβιβαστεί η νομή του ως άνω διαιρετού τμήματος ήδη από το έτος 1972, έτσι ώστε ουδείς εκ των συμβαλλομένων υποδεικνύει, κατά την κατάρτιση του τοπογραφικού και τη σύνταξη του συμβολαίου, ως όμορους προς δυσμάς ιδιοκτήτες τους γονείς ή τη μητέρα του πρώτου εφεσίβλητου, παρά το σχετικό αγωγικό ισχυρισμό, αλλά την ιδιοκτησία Ν., 5) στο από μηνός Φεβρουαρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Χ.
Ζ., που συνετάγη στα πλαίσια της επικαλούμενης πώλησης του ακινήτου στον πρώτο εφεσίβλητο, η μόνη ιδιοκτησία που φέρει συρματόπλεγμα είναι αυτή του ιδιοκτήτη Γ. Ζ., ενώ η φερόμενη ως ιδιοκτησία του εκκαλούντος δεν φέρει περίφραξη ούτε χαμηλή ούτε ψηλή. Τέλος, αναφορικά με τις ιδιοκτησίες που συνορεύουν με το νότιο τμήμα της επίδικης έκτασης, όπως προκύπτει από το από μηνός Οκτωβρίου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Δ.
Α., που αποτυπώνει το ακίνητο έκτασης 695,20 τ.μ., αλλά και από το μηνός Μαΐου 2015 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Π., που αποτυπώνει τις ιδιοκτησίες Κ., σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε ανακύψει η μεταξύ των νυν διαδίκων διαφορά, προκύπτει ότι μεταξύ των ιδιοκτησιών (Γ. και Κ.) παρεμβάλλεται μονοπάτι.
Η θέση των ιδιοκτησιών αυτών ταυτίζεται με την περιγραφή των ιδιοκτησιών των κληρονόμων Π. και Χ. Ζ. στο από μηνός Σεπτεμβρίου 2005 τοπογραφικό διάγραμμα του Γ. Ζ., από το οποίο προκύπτει ο διαχωρισμός των ιδιοκτησιών τους από μονοπάτι πρόσβασης. Πέραν δε των ανωτέρω τα ονόματα των δικαιοπαρόχων - γονέων του πρώτου εφεσίβλητου ουδόλως μνημονεύονται στο από μηνός Ιανουαρίου 2014 ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο συνετάγη για τις ανάγκες αποδοχής κληρονομιάς του νυν εκκαλούντος, Β.
Ζ., αλλά ούτε και στο τοπογραφικό διάγραμμα που επακολούθησετο μήνα Φαβρουάριο του έτους 2014 για τη μετέπειτα πώλησή του στον εκ των διαδίκων Χ. Χ., όπως τα ανωτέρω στοιχεία εξάγονται από τη συγκριτική επισκόπηση των εκατέρωθεν προσκομιζόμενων τοπογραφικών διαγραμμάτων, περαιτέρω δε αποτυπώνονται με ενάργεια και ιδιαίτερη επισήμανση ως προς τις ανακολουθίες, που και ανωτέρω επισημάνθηκαν, στην από 24.6.2016 τεχνική έκθεση της αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Α.
Γ., την οποία προσκομίζουν με επίκληση του περιεχομένου της οι εκ των διαδίκων 2ος, 3η και 4η εκ των εφεσιβλήτων, και η οποία εκτιμάται μεν ελεύθερα από το παρόν Δικαστήριο, πλην, όμως, αξιολογείται ως απεικονίζουσα την πραγματική επί του εδάφους κατάσταση σε συνδυασμό με το επικαλούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς των αυτών ως άνω εφεσιβλήτων, καθόσον τελεί σε αρμονία με το περιεχόμενο των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που προαναφέρθηκαν.
Σε αντίθετη δε κρίση δεν δύναται να οδηγηθεί το Δικαστήριο από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ... και ...στις ... με αριθμό 640 και 641 /2016 ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν με επιμέλεια του νυν εκκαλούντος, καθόσον ο μεν πρώτος περιορίστηκε να αναφέρει μόνο την επίσκεψή του την τελευταία δεκαετία (ήτοι το 2006) επί του πιο πάνω οικισμού, ο δε δεύτερος ανέφερε την τοποθέτηση από τον ίδιο σιδηροπασσάλων μόλις το έτος 2014, παραλείποντας αμφότεροι να αναφέρουν, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο εκκαλών (ο οποίος στήριξε την ιστορική βάση της πρόσθετης αυτού παρέμβασης σε αιτία κτήσης δυνάμει κληρονομικής διαδοχής) τις μερικότερες πράξεις από τις οποίες να προκύπτει πράγματι η άσκηση φυσικής εξουσίασης επί του πιο πάνω ακινήτου από τον ίδιο και προγενέστερα από το δικαιοπάροχο πατέρα του διανοία κυρίων.
Ακόμη και οι μάρτυρες που εξετάσθηκαν επιμελεία του πρώτου εφεσίβλητου ανέφεραν ότι το επίδικο χρησιμοποιούνταν από τους γονείς του τελευταίου μετά το έτος 1970 ως ''ενδιάμεσος σταθμός" για την ξεκούραση του ποιμνίου τους και τον ανεφοδιασμό του... χωρίς βέβαια μόνη η τοιαύτη διέλευση, με ενδιάμεση στάση για ξεκούραση, άρμεγμα κλπ, να δύναται να θεωρηθεί ότι συνιστά πράξη νομής, εφόσον αυτή δεν συνοδεύτηκε από άλλες δηλωτικές της προθέσεώς τους πράξεις, να χρησιμοποιούν αυτό με διάνοια κυρίων, πέραν του ότι και σε περίπτωση ουσιαστικής βασιμότητας του σχετικού ισχυρισμού τους, το διαδραμόν χρονικό διάστημα από το έτος 1972 μέχρι και το 1987 (ήτοι 15 έτη), οπότε έπαψαν να διατηρούν κοπάδι αιγοπροβάτων...., δεν επαρκεί για τη\/κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, καθώς έκτοτε και δη μέχρι το έτος 2014, δεν αποδείχθηκε πράξη νομής από τους γονείς ή μόνο τη μητέρα του πρώτου εφεσίβλητου επί αυτού του ακινήτου, οι οποίοι, μετά την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος από το έτος 1970 και παρά την ύπαρξη οικονομικής εκκρεμότητας του δικαιοπαρόχου του νυν εκκαλούντος απέναντι στους γονείς του πρώτου εφεσίβλητου, σύμφωνα με το σχετικό ισχυρισμό του, ουδέποτε οι τελευταίοι επεδίωξαν να κατοχυρώσουν το επικαλούμενο εμπράγματο δικαίωμά τους με οριστικό της κυριότητας τίτλο, και δη κατά το διαδραμόν χρονικό διάστημα από το έτος 1970 μέχρι το έτος 2014, οπότε και η μητέρα του πρώτου εφεσίβλητου προέβη στη σχετική γονική παροχή, ενώ και ο μάρτυρας..., μόνιμος κάτοικος ......
ουδεμία αναφορά κάνει σε ύπαρξη ιδιοκτησίας της οικογένειας Σ. στο χωριό, παρά το ότι μάλιστα, όπως καταθέτει, γνώριζε πολλά χρόνια τον αποβιώσαντα πατέρα του, ενώ το αυτό ("δεν έχω ακούσει ότι εκεί έχει ο Σ.") είχε καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού και κατά τη συζήτηση της μεταξύ των εδώ διαδίκων δίκης των ασφαλιστικών μέτρων...
Πράξεις νομής επί του επιδίκου από τον εκκαλούντα αποδεικνύονται μόνο από τις αρχές του έτους 2014 οπότε και ανέθεσε στον τοπογράφο Ν. Γ. τη σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος αυτού του ακινήτου, προκειμένου να το προσαρτήσει στο συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς, και το ίδιο έτος (2014) ανέθεσε στον Σ. Ζ. την περίφραξή του με πασσάλους, ενώ το πρώτον φέρεται να συμπεριλαμβάνει την εν θέματι ιδιοκτησία έκτασης 360,02 τ.μ.
στο έντυπο δήλωσης στοιχείων ακινήτων (Ε9) του έτους 2010 και καμία άλλη πράξη αυτού ή του επικαλούμενου προκατόχου του για το προγενέστερο χρονικό διάστημα. Μόνη δε η διαφορά ως προς την επιφάνεια του επιδίκου, το οποίο στο
ως άνω ... συμβόλαιο γονικής παροχής αποτυπώθηκε ως έχον επιφάνεια 1.622,913 τ.μ. και ακολούθως δυνάμει του... ... συμβολαίου... διορθώθηκε ως προς την ακριβή αυτού έκταση, έχον πλέον επιφάνεια 695,20 τ.μ., έστω και αυτού του εύρους, δεν δύναται να οδηγήσει από μόνη της στην κατάφαση του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος περί του δικαιώματος κυριότητάς του επί του πωληθέντος ακινήτου, ο οποίος ισχυρισμός δεν βρίσκει έρεισμα στο συλλεγέν ως άνω αποδεικτικό υλικό και δη στους τίτλους ιδιοκτησίας των όμορων ιδιοκτητών που προπαρατέθηκαν και στα συνταχθέντα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία ευλόγως θα ανέμενε κανείς να μνημονεύουν το δικαιοπάροχο του εκκαλούντος ως όμορο ιδιοκτήτη τους.
Η τοιαύτη δε απόκλιση οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ότι τα προγενέστερα χρονικά τοπογραφικά διαγράμματα που προπαρατέθηκαν και προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, συντάχθηκαν σε αυθαίρετο σύστημα συντεταγμένων έτσι ώστε κρίνεται δικαιολογημένο να προκύπτουν σφάλματα, το μέγεθος των οποίων εξαρτάται από την υποκειμενική προσέγγιση και μεθοδολογία του εκάστοτε μελετητή μηχανικού, που έχει ως επακόλουθο τη δημιουργία μεγάλων αποκλίσεων κατά τη διαδικασία οριοθέτησης και ταύτισης των κτηματολογικών μερίδων των εκάστοτε ιδιοκτητών με την υφιστάμενη κατάσταση, ενώ η γενόμενη ως άνω διόρθωση προέκυψε μετά από μελέτη που έλαβε υπόψη όλες τις παραμέτρους που επηρέαζαν την οριοθέτηση της ανωτέρω μερίδας των δικαιοπαρόχων των νυν 2ου, 3ης και 4ης των εφεσιβλήτων με τις γειτονικές.
Αντίθετα, στο προαναφερόμενο από μηνός Οκτωβρίου 2015 ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, του συντάξαντος πολιτικού μηχανικού Δ. Α., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αυτοί ως άνω εφεσίβλητοι, περιλαμβάνεται πίνακας συντεταγμένων κορυφών ιδιοκτησίας και η καταμέτρηση των κτηματολογικών μερίδων ιδιοκτησίας τους και των ομόρων αυτής κατά αντικειμενική εφαρμογή, με εντοπισμένες τοπογραφικές αποτυπώσεις εξαρτημένες από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων.
Δεν πρέπει δε να παροραθεί ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν εισφέρθηκε κάτι σχετικά με την επιφάνεια της ιδιοκτησίας που διατείνεται ο εκκαλών ότι ανήκε στο δικαιοπάροχο του, δεδομένου ότι η πρώτη αποτύπωση σε τοπογραφικό διάγραμμα έγινε το πρώτον το έτος 2014, και δη για τις ανάγκες σύνταξης των επίμαχων ως άνω συμβολαίων αποδοχής κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του και ακολούθως πωλήσεως προς τον πρώτο εφεσίβλητο, ενώ ουδέν συγκεκριμένο εισφέρθηκε από τους μάρτυρες που εξετάσθηκαν επιμελεία τους αναφορικά με την έκταση των επί μέρους τμημάτων που φέρεται ότι ανήκαν στον πατέρα του εκκαλούντος και μητέρα του πρώτου εφεσιβλήτου αντίστοιχα.
Ο ισχυρισμός δε του εκκαλούντος ότι δεν αποτυπώθηκε στα ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα, που συντάχθηκαν επιμελεία του, η μητέρα του πρώτου εφεσίβλητου ως όμορη ιδιοκτήτρια, για το λόγο ότι αγνοούσε την προς αυτή μεταβίβαση αξιολογείται ως αβάσιμος, αφού δεν συνάδει με την επιδειχθείσα από τον ίδιο συμπεριφορά του, δεδομένου ότι σε περίπτωση που ο σχετικός ισχυρισμός του ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα θα αναμένονταν να συμπεριλάβει στη με αριθμό ...
ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και το εν λόγω τμήμα που φέρεται ότι μεταβιβάστηκε ατύπως στη μητέρα του πρώτου εφεσίβλητου, την οποία μεταβίβαση φέρεται ότι αγνοούσε, ενώ ο ίδιος παραλείπει να προσκομίσει και την από 20.9.1994 ιδιόγραφη διαθήκη, του πατρός του, από την οποία αντλεί το επικαλούμενο δικαίωμα της κυριότητάς του, από το περιεχόμενο της οποίας θα μπορούσε να αντληθεί ενδεχομένως επιχείρημα υπέρ της βασιμότητας των ισχυρισμών του.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι οι λοιποί τίτλοι κυριότητας των τρίτης και τέταρτης εκ των εφεσιβλήτων συνετάγησαν μόλις το έτος 2016, κατά τα προαναφερόμενα, δεν αρκεί από μόνο του να οδηγήσει το παρόν Δικαστήριο σε διάφορη κρίση, αφού ήδη από το έτος 2007, οπότε και τίποτα δεν προμήνυε για τη μεταξύ των διαδίκων διαφορά, ο δικαιοπάροχος του Χ.
Γ. είχε επιμεληθεί για την αποτύπωση των εμπραγμάτων δικαιωμάτων του σε δημόσια έγγραφα, ενώ ο Β. Ζ. προέβη σε τέτοια επιμέλεια μόλις το έτος 2014, παρά το γεγονός ότι ο θάνατος του δικαιοπαρόχου του επισυνέβη κατά το έτος 1996, και η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία και επιστηρίζει το επικαλούμενο δικαίωμά του, φέρεται ότι συντάχθηκε το έτος 1994.
Ας σημειωθεί δε ότι, αν είχε συμπληρωθεί εικοσαετής άσκηση της νομής επί του επιδίκου εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του νυν εκκαλούντος αλλά και αυτής (δικαιοπαρόχου) του πρώτου εφεσίβλητου, η επιγενόμενη εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του δεύτερου εφεσίβλητου γονική παροχή καθώς και οι μεταγενέστερες δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς και δωρεάς εν ζωή ιδανικών μεριδίων, που προεκτέθηκαν, και επί των οποίων οι 2ος, 3η και 4η εκ των εφεσιβλήτων επιστηρίζουν τα εμπράγματα δικαιώματά τους, δεν θα επαγόταν και την κατάλυση των δικαιωμάτων των δικαιοπαρόχων των αντιδίκων τους (εκκαλούντος και πρώτου εφεσιβλήτου ή οποιουδήποτε τρίτου) στο επίδικο ακίνητο, το οποίο θα είχε αποκτηθεί νόμιμα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής αυτών, όπως είναι το δικαίωμα που αποκτάται παραγώγως ή πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, προϋπόθεση, όμως, που δεν συντρέχει στην ένδικη περίπτωση, κατά τα προαναφερόμενα.
Εξάλλου, από όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο τούτο σχημάτισε τη δικανική πεποίθηση ότι στην επίδικη υπόθεση δεν αποδείχθηκαν διακατοχικές πράξεις των δικαιοπαρόχων του πρώτου εφεσιβλήτου (ενάγοντος) στο επίδικο ακίνητο (ήτοι στα δύο ως άνω περιγραφόμενα διαιρετά τμήματα ακινήτου, επιφανείας 360,02 και 140,78 τ.μ.
αντίστοιχα) με διάνοια κυρίων επί είκοσι (20) τουλάχιστον έτη και το αίτημα του πρώτου εφεσίβλητου όπως διαταχθεί διενέργεια πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι το Δικαστήριο σχημάτισε ασφαλή πεποίθηση από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη ότι τα εριστά σημεία της προκειμένης διαφοράς έγκεινται στην άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του δικαιοπαρόχου του νυν εκκαλούντος και αυτής του πρώτου εφεσιβλήτου, που δεν αποδείχθηκαν...
Τουναντίον, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε η κτήση κυριότητας επ'αυτού από τους αντιδίκους τους με παράγωγο τρόπο και δη αιτία κληρονομικής διαδοχής, κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε. Συνακόλουθα των ανωτέρω, η μετέπειτα περίφραξη του ακινήτου από τον δεύτερο εφεσίβλητο, ο οποίος είχε συμπεριλάβει, σε χρόνο που δεν διευκρινίσθηκε στα πλαίσια της προκειμένης δίκης, την εν λόγω ιδιοκτησία σε δήλωσή του στα πλαίσια ένταξης της περιοχής σε κτηματογράφηση, και πριν ακόμη ανακύψει η κρινόμενη με την παρούσα διαφορά, δεν συνιστά παράνομη και αυθαίρετη πράξη σε βάρος του πρώτου εφεσίβλητου, αφού διενεργήθηκε σε ακίνητο, το οποίο απέκτησε νόμιμα ο δεύτερος εφεσίβλητος και στο οποίο ουδέποτε απέκτησε ο πρώτος εφεσίβλητος δικαίωμα κυριότητας...
Συνακόλουθα των ανωτέρω παραδοχών, ο εκκαλών άνευ δικαιώματος πώλησε στον πρώτο εφεσίβλητο το πιο πάνω τμήμα ακινήτου, εκτάσεως 360,02 τ.μ.,Η μεταβίβαση δε αυτή δεν προσπόρισε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου στο πρόσωπο του ανωτέρω αγοραστή (ήδη πρώτου εφεσιβλήτου), καθόσον, όπως αναφέρθηκε, ο άνω τίτλος έπασχε από το ελάττωμα της ανυπαρξίας κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, ενώ επίσης η άμεση και η απώτερη δικαιοπάροχος του πρώτου εφεσιβλήτου (μητέρα του) ουδέποτε νεμήθηκε, ήτοι άσκησε εμφανείς διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό επί του επιδίκου ακινήτου και δη αδιάλειπτα και επί μία συνεχόμενη εικοσαετία.
Επομένως, ο πρώτος εφεσίβλητος, σύμφωνα με τα ως άνω έγιναν δεκτά, δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την διεκδικητική κυριότητας αγωγή του πρώτου εφεσίβλητου, με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, την οποία αντικατέστησε, χωρίς να οδηγείται σε διαφορετικό διατακτικό.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλείται και πάλι παραβίαση του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν ιδρύεται όταν προσβάλλεται, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου και συνεπώς είναι απαράδεκτος.
Ακόμη όμως και αν εκτιμηθεί ορθά, δυνατότητα που έχει ο Άρειος Πάγος, ότι πρόκειται για παραβίαση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα για μη ορθή εφαρμογή και ερμηνεία των, σποραδικώς αναφερομένων στο κείμενο του λόγου αυτού, διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 974, 983, 987, 989, 992, 1041, 1193, 1195, 1198, 1199 1710 παρ. 1 και 1845 ΑΚ, είναι αβάσιμος, διότι με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις^ τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον στις πιο πάνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι ο πατέρας του αναιρεσείοντος ουδέποτε κατέστη κύριος του επιδίκου ακινήτου των 360,02 τ.μ., ούτε με παράγωγο ούτε με πρωτότυπο τρόπο, καθόσον δεν αποδείχθηκε η άσκηση, μη προσδιοριζόμενων άλλωστε, διακατοχικών πράξεων από αυτόν με διάνοια κυρίου επί είκοσι (20) τουλάχιστον έτη και ότι, εφόσον ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος δεν ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου, ώστε να μεταβιβάσει νομίμως την κυριότητά της σε αυτόν, ο ίδιος δεν απέκτησε την κυριότητα τούτου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή, αποφαινόμενο εν τέλει ότι ο αναιρεσείων άνευ δικαιώματος πώλησε στον πρώτο αναιρεσίβλητο με το ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Λάρισας, Ευαγγέλου Φυτιλή, που μεταγράφηκε νόμιμα, το πιο πάνω επίδικο τμήμα του ακινήτου, εκτάσεως 360,02 τ.μ., και συνεπώς η μεταβίβαση αυτή δεν προσπόρισε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου στο πρόσωπο του ανωτέρω αγοραστή (πρώτου αναιρεσιβλήτου), επειδή ο άνω τίτλος έπασχε από το ελάττωμα της ανυπαρξίας κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το:
Ι) ότι προϋπόθεση για τη μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή στον αναιρεσείοντα είναι ο αποβιώσας πατέρας του να ήταν κύριος του ακινήτου που κληρονομήθηκε, γεγονός που όμως δεν συνέβη, διότι δεν αποδείχθηκε άσκηση διακατοχικών πράξεων του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντα επί αυτού με διάνοια κυρίου επί είκοσι (20) τουλάχιστον έτη, με την επί πλέον παραδοχή ότι τέτοιες πράξεις ούτε ο ίδιος προσδιόρισε με τρόπο συγκεκριμένο στο εισαγωγικό δικόγραφο του,
ΙΙ)ότι, αντιθέτως, από την επισκόπηση του περιεχομένου των νόμιμα προσκομιζόμενων και επικαλούμενων αποδεικτικών στοιχείων και πλέον ειδικότερα των σε ανύποπτο χρόνο συνταχθέντων συμβολαιογραφικών εγγράφων όμορων ιδιοκτητών του επιδίκου ακινήτου και των τοπογραφικών διαγραμμάτων που συντάχθηκαν σχετικά, και τα οποία μνημονεύονται αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, με πλήρη αξιολόγηση και σύγκριση μεταξύ τους, αποδείχθηκε, ότι δεν υπήρξε στην ένδικη περίπτωση, ταυτόχρονη συνύπαρξη στο πρόσωπο του πατέρα του ήδη αναιρεσείοντος του σωματικού (corpus) και του ψυχικού στοιχείου (animus), που είναι δημιουργική του προστατευόμενου από το ισχύον δίκαιο δικαιώματος της νομής, που, εφόσον, συντρέχει και ο απαιτούμενος προς τούτο χρόνος, οδηγεί στην κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.
Ill) ότι ο 2ος 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων απέκτησαν την κυριότητα του όλου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και δη αιτία κληρονομικής διαδοχής, κατά τον τρόπο που αναπτύχθηκε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης και στα δύο διαιρετά τμήματα τούτου, ήτοι τόσο στο τμήμα των 360,02 τ.μ. που μεταβιβάσθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο από τον αναιρεσείοντα με το ...
συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Λάρισας, Ευαγγέλου Φυτιλή, που μεταγράφηκε νόμιμα, που αποτελεί εν προκειμένω το επίδικο εδαφικό τμήμα, όσο και το έτερο διαιρετό τμήμα επιφανείας 140,78 τ.μ., που φερόταν να απέκτησε ο πρώτος αναιρεσίβλητος από τη μητέρα του με το νόμιμα μεταγραμμένο ... συμβόλαιο γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου, στο οποίο δεν αφορά η ένδικη αίτηση αναίρεσης, καθόσον ο πρώτος αναιρεσίβλητος του οποίου απορρίφθηκε η διεκδικητική αγωγή και ως προς το διαιρετό αυτό τμήμα του όλου ακινήτου δεν άσκησε κατ'αυτής έφεση ούτε και αναίρεση, τα ένδικα δε αυτά μέσα ασκήθηκαν, κατά τα όσα εκτέθηκαν μόνο από τον προσθέτως παρεμβαίνοντα - προσεπικληθέντα - παρεμπιπτόντως εναγόμενο και αφορούν, όπως είναι εύλογο το πρώτο διαιρετό τμήμα το οποίο ο ίδιος μεταβίβασε ως κύριος στον πρώτο αναιρεσίβλητο.
IV) ότι ο αναιρεσείων άνευ δικαιώματος πώλησε στον πρώτο εφεσίβλητο το πιο πάνω επίδικο τμήμα του ακινήτου, εκτάσεως 360,02 τ.μ. και συνεπώς η μεταβίβαση αυτή δεν προσπόρισε κυριότητα επί του επιδίκου ακινήτου στο πρόσωπο του ανωτέρω αγοραστή (πρώτου αναιρειβλήτου), καθόσον, ο άνω τίτλος έπασχε από το ελάττωμα της ανυπαρξίας κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος.
Επομένως, είναι αβάσιμοι και οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως ως προς το μέρος τους, με το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση ελέγχεται για παραβίαση από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από την όμοια επικαλούμενη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα) με τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο με τα όσα δέχθηκε και έκρινε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση καθώς διέλαβε σε αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με τις ως άνω παραδοχές του.
Τα παραπάνω δε ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι τόσο ο τρίτος λόγος αναιρέσεως ελεγχόμενος κατά την εκτίμησή του από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όσο και οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, διότι με τα όσα εκθέτει ο αναιρεσείων σε αυτούς πλήττει ουσιαστικά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, τόσο ως προς τα όσα δέχθηκε αυτό σχετικά με την εκτίμηση της αγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου, ως διεκδικητικής αγωγής και όχι ως αγωγής προσβολής της νομής, προβάλλοντας τα ίδια επιχειρήματα, όπως και εκείνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τα οποία έβαλλε κατά της καθύλην αρμοδιότητας του ως άνω Ειρηνοδικείου, που απορρίφθηκε κατά τα άνω ως απαράδεκτος, όσο και ως προς τα όσα δέχθηκε σχετικά με το ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος ούτε και του ίδιου με οποιονδήποτε τρόπο, είτε πρωτοτύπως είτε παραγώγως, αποφαινόμενο τελικώς ότι, εφόσον ο αναιρεσείων δεν ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου, δεν είχε τη δυνατότητα να μεταβιβάσει νομίμως την κυριότητά του στον πρώτο αναιρεσίβλητο, αναφερόμενος σε επιχειρήματα και εκτιμήσεις του ίδιου επί κατονομαζομένων αποδεικτικών μέσων (συμβολαίων, τοπογραφικών διαγραμμάτων, ενόρκων βεβαιώσεων κλπ.) .
Απαράδεκτος είναι επίσης ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση και για παραβίαση του αριθμού 5 του ίδιου άρθρου (και όχι την όμοια επικαλούμενη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), διότι τα ίδια ως άνω περιστατικά, τα οποία επικαλείται ο αναιρεσείων αιτιώμενος παραβίαση του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του αριθμού 5 του άρθρου 560 του ίδιου Κώδικα, αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων, και ισχυρισμούς που αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματα αυτού και του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1305/2019, ΑΠ 1091/2019).
Προσέτι, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός των προαναφερομένων, και πλημμέλεια και από τον αριθμό 1 β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από την όμοια επικαλούμενη διάταξη του αριθμού 1β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα) ήτοι για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας Ειδικότερα, ως προς την αποδιδόμενη παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, ο αναιρεσείων πλήττει τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με τις οποίες έγινε δεκτό ότι:
α) μόνη η διαφορά ως προς την επιφάνεια του επιδίκου, το οποίο στο ως άνω ... συμβόλαιο γονικής παροχής αποτυπώθηκε ως έχον επιφάνεια 1.622,913 τ.μ. και ακολούθως δυνάμει του... ... συμβολαίου... διορθώθηκε ως προς την ακριβή αυτού έκταση, έχον πλέον επιφάνεια 695,20 τ.μ., έστω και αυτού του εύρους, δεν δύναται να οδηγήσει από μόνη της στην κατάφαση του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος περί του δικαιώματος κυριότητάς του επί του πωληθέντος ακινήτου, ο οποίος ισχυρισμός δεν βρίσκει έρεισμα στο συλλεγέν ως άνω αποδεικτικό υλικό και δη στους τίτλους ιδιοκτησίας των όμορων ιδιοκτητών που προπαρατέθηκαν και στα συνταχθέντα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα, τα οποία ευλόγως θα ανέμενε κανείς να μνημονεύουν το δικαιοπάροχο του εκκαλούντος ως όμορο ιδιοκτήτη τους, β) ότι η απόκλιση αυτή οφείλεται, στο ότι τα προγενέστερα χρονικά τοπογραφικά διαγράμματα που προπαρατέθηκαν και προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους, συντάχθηκαν σε αυθαίρετο σύστημα συντεταγμένων έτσι ώστε κρίνεται δικαιολογημένο να προκύπτουν σφάλματα, το μέγεθος των οποίων εξαρτάται από την υποκειμενική προσέγγιση και μεθοδολογία του εκάστοτε μελετητή μηχανικού, που έχει ως επακόλουθο τη δημιουργία μεγάλων αποκλίσεων κατά τη διαδικασία οριοθέτησης και ταύτισης των κτηματολογικών μερίδων των εκάστοτε ιδιοκτητών με την υφιστάμενη κατάσταση, ενώ η γενόμενη ως άνω διόρθωση προέκυψε μετά από μελέτη που έλαβε υπόψη όλες τις παραμέτρους που επηρέαζαν την οριοθέτηση της ανωτέρω μερίδας των δικαιοπαρόχων των νυν 2ου, 3ης και 4ης των εφεσιβλήτων με τις γειτονικές και γ) ότι αντιθέτως στο από μηνός Οκτωβρίου 2015 ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα, του συντάξαντος πολιτικού μηχανικού Δ.
Α. περιλαμβάνεται πίνακας συντεταγμένων κορυφών ιδιοκτησίας και η καταμέτρηση των κτηματολογικών μερίδων ιδιοκτησίας τους και των ομόρων αυτής κατά αντικειμενική εφαρμογή, με εντοπισμένες τοπογραφικές αποτυπώσεις εξαρτημένες από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων . Κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, το Μονομελές Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, "εσφαλμένα" χρησιμοποίησε ή "παραλείπει να χρησιμοποιήσει" τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία για τα σημερινά δεδομένα, πλέον οι αγρονόμοι τοπογράφοι έχουν σύγχρονα μηχανήματα και εργάζονται μέσω δορυφόρου και GPS και επομένως το λάθος στις αποτυπώσεις είναι απειροελάχιστο, και οι αποκλίσεις δεν μπορεί να είναι πάνω από 2% και επομένως, η διαφορά των (1622,913 τμ - 695,20 τμ ) 927,713 τ.μ., που αντιστοιχεί σε απόκλιση 140% περίπου στη μέτρηση μεταξύ του αρχικού και νέων τοπογραφικών επί του ίδιου οικοπέδου, δεν δικαιολογείται από τη μη λήψη δήθεν συντεταγμένων, διότι έτσι θα έπρεπε, προ κτηματολογίου, να ακυρωθούν όλα τα συμβόλαια αγοράς, ως μη νομίμως αποτυπωμένα από τους αγρονόμους τοπογράφους.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού Ιβ' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον τα εν λόγω αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας, δεν έχουν τον χαρακτήρα αυτό με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αλλά αποτελούν επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που περιλήφθηκαν στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και την πορεία του δικανικού της συλλογισμού, κατάληξη του οποίου υπήρξε η κρίση της ότι το επίδικο ακίνητο ουδέποτε περιήλθε στην κυριότητα του αναιρεσείοντος, ώστε να μεταβιβαστεί νόμιμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, αλλά ανήκε ανέκαθεν στην κυριότητα των δικαιοπαρόχων των 2ου,3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων και μεταβιβάστηκε νόμιμα σε αυτούς με παράγωγο τρόπο, ήτοι με κληρονομική διαδοχή.
Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι τα φερόμενα ως διδάγματα κοινής πείρας δεν αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή ουδόλως προσδιοριζόμενου από τον αναιρεσείοντα κανόνα δικαίου, αλλά αποτελούν επιχειρήματα, εκτιμήσεις και συμπεράσματα του ίδιου, με τα οποία, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις του αριθμού 1β' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514, 515 παρ.1 και 516 ΑΚ, προκύπτει ότι ο πωλητής υποχρεούται να μεταβιβάσει το αντικείμενο της πώλησης ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου και γι αυτό, αν δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του αυτή, ευθύνεται έναντι του αγοραστή σύμφωνα με τις διατάξεις περί υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας εκπληρώσεως επί αμφοτεροβαρών συμβάσεων, δηλαδή εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 380 και 382 ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες ο αγοραστής δικαιούται, πλην άλλων^να ζητήσει αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση. (ΑΠ 721/2017, ΑΠ 56/2017).
Τέτοια δε περίπτωση συντρέχει και όταν, κατά την κατάρτιση της σύμβασης πώλησης, η κυριότητα του πωληθέντος δεν ανήκε στον πωλητή αλλά σε τρίτο πρόσωπο, η τοιαύτη δε ευθύνη του πωλητή είναι αντικειμενική, ήτοι δεν εξαρτάται από υπαιτιότητά του και αναιρείται μόνο αν ο αγοραστής θετικώς γνώριζε το νομικό ελάττωμα, μη αρκούσης της υπαίτιας άγνοιας έστω και οφειλόμενης σε βαριά αμέλεια.
Κατά την έννοια του άρθρου 514 του ΑΚ νομικό ελάττωμα είναι κάθε δικαίωμα τρίτου που βαρύνει το πράγμα και δύναται να προβληθεί εναντίον του αγοραστή (ΑΠ 721/2017). Κατ' ακριβολογία, το νομικό ελάττωμα είναι ελάττωμα του δικαιώματος του πωλητή, δηλαδή της κυριότητας του επί του πράγματος, σε αντίθεση με το πραγματικό ελάττωμα που είναι ελάττωμα του πράγματος κατά την ιδιοσυστασία του και τη φυσική του κατάσταση.
Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι νομικό ελάττωμα στοιχειοθετεί η ύπαρξη δικαιώματος τρίτου επί του πωλουμένου πράγματος, και δη κατά τον κρίσιμο χρόνο μεταβιβάσεως της κυριότητας. Η ως άνω διάταξη εννοεί υπαρκτό ελάττωμα και όχι νομιζόμενο ή φερόμενο ως ελάττωμα. Επίσης, η διάταξη του άρθρου 515 ΑΚ είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως δύναται να συμφωνηθεί εγκύρως η επίταση της ευθύνης του πωλητή, ώστε να ευθύνεται αυτός για τυχόν νομικά ελαττώματα τού πράγματος, ανεξαρτήτως της όποιας γνώσεως του αγοραστή (ΑΠ 514/2016).
Το νόημα ακριβώς αυτό της επιτάσεως ευθύνης έχει ο συνήθως απαντών στο συμβόλαιο πωλήσεως όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται "ελεύθερο διεκδικήσεως" και ελεύθερο από "κάθε νομικό ελάττωμα". Η αξίωση του αγοραστή σε περίπτωση υπάρξεως νομικού ελαττώματος να ζητήσει αποζημίωση καταλύεται, αν ο πωλητής ισχυρισθεί και αποδείξει ότι εκείνος (αγοραστής) γνώριζε τα ελαττώματα του πράγματος που υπήρχαν κατά το χρόνο της πωλήσεως, δηλ.
ότι είχε θετική αυτών γνώση. Όμως ο καθιερούμενος από την ως άνω ενδοτικού δικαίου διάταξη του άρθρου 515 παρ.1 ΑΚ λόγος απαλλαγής του πωλητή από την ευθύνη του για νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος αδρανεί, αν οι συμβαλλόμενοι έχουν συμφωνήσει διαφορετικά, όπως αν σε περίπτωση πωλήσεως ακινήτου στο πωλητήριο συμβόλαιο περιέχεται όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται "ελεύθερο διεκδικήσεως ή δικαιώματος τρίτου" .
Η ευθύνη του πωλητή για νομικά ελαττώματα του πωληθέντος διαπλάθεται ως ευθύνη για τη μη εκπλήρωση της παροχής και συνεπώς, αν ο μεταβιβάζων δια συμβολαίου ακίνητο δεν εκπληρώνει τις επιβαλλόμενες σ' αυτόν υποχρεώσεις λόγω αδυναμίας παροχής, την οποία συνιστά και η έλλειψη στο πρόσωπο του κυριότητος επί του πωληθέντος πράγματος, όσο και η επιγενόμενη απώλεια αυτής ή οποιαδήποτε άλλη νομική αδυναμία μεταβιβάσεως, έχουν εφαρμογή οι γενικές διατάξεις των άρθρων 380 και 382 του ΑΚ (ΑΠ 825/2019, ΑΠ 590/2017).
Έτσι, σε περίπτωση πωλήσεως πράγματος, όπου στο πωλητήριο συμβόλαιο περιέχεται ο όρος ότι το πωλούμενο μεταβιβάζεται "ελεύθερο διεκδίκησης ή δικαιώματος τρίτου", ο πωλητής υπέχει υποχρέωση να αποζημιώσει τον αγοραστή για τα νομικά ελαττώματα του πωληθέντος πράγματος και αν ακόμη ο τελευταίος γνώριζε αυτά(ΑΠ 825/2019, ΑΠ 1230/2017, ΑΠ 517/2015).
Κατά την έννοια αυτή, η προβολή των αξιώσεων αυτών, ανεξαρτήτως βασιμότητάς τους, ενεργοποιεί την αυξημένη, κατά τον ως άνω όρο, εγγυητική ευθύνη του πωλητή, οπότε εφαρμογής τυγχάνουν οι γενικές διατάξεις για την ανώμαλη εξέλιξη των ενοχών (αρθρ. 380 επ. ΑΚ), αφού εξαιτίας των αξιώσεων αυτών, η παροχή του πωλητή δεν είναι πλέον η προσήκουσα και αντίθετα αυτός τελεί, κατά περίπτωση, σε αδυναμία ή υπερημερία να μεταβιβάσει το πράγμα ελεύθερο διεκδίκησης.
Η ευθύνη του πωλητή για ύπαρξη νομικών ελαττωμάτων είναι ευθύνη για μη εκπλήρωση, γιατί η ύπαρξη νομικού ελαττώματος συνιστά παράβαση της κύριας υποχρεώσεως του πωλητή να μεταβιβάσει το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων (514 ΑΚ). Η ΑΚ 516 ναι μεν παραπέμπει στις διατάξεις για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις (ΑΚ 374 επ.) και ιδίως σ' εκείνες που ρυθμίζουν την περίπτωση υπερημερίας ή υπαίτιας αδυναμίας του οφειλέτη (380 ΑΚ επ.), ωστόσο παραπέμπει σε αυτές μόνον ως προς τις έννομες συνέπειες, όχι ως προς τις προϋποθέσεις, και επομένως είναι αδιάφορο αν η αδυναμία του πωλητή να άρει ή εξαλείψει το νομικό ελάττωμα είναι υπαίτια ή ανυπαίτια.(ΑΠ 825/2019).
Ως εκ τούτου, ως ζημία η οποία πρέπει να αποκατασταθεί στην εν λόγω περίπτωση, νοείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, κάθε ζημία, θετική ή αποθετική, που υπέστη ο αγοραστής εξαιτίας της αθέτησης της προαναφερόμενης υποχρέωσης του πωλητή, συνίσταται δε ειδικότερα η θετική ζημία του αγοραστή στη διαφορά της περιουσιακής κατάστασής του, όπως αυτή θα είχε διαμορφωθεί αν ο πωλητής είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του να μεταβιβάσει σ'αυτόν το πράγμα χωρίς το νομικό ελάττωμα, καθώς και τις τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε ο αγοραστής (ΑΠ 1100/2010) .
Σύμφωνα δε με το άρθρο 138 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, αποκαλείται εικονική και είναι άκυρη, θεωρούμενη σαν να μην έγινε. Επομένως εικονική είναι η δήλωση βουλήσεως, η οποία, σε γνώση του δηλούντος, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εικονική μπορεί να είναι η δήλωση βούλησης όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία αλλά και σε σύμβαση, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της σύμβασης προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος.
Στην περίπτωση δηλαδή εικονικότητας μιας σύμβασης, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και συμφωνία κατά το χρόνο της κατάρτισής της όλων που έχουν συμβληθεί, ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες. Για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας που καταρτίζεται, που σημαίνει ότι δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία.
Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας.
Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.
Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της κατάστασης προκαλεί επιπτώσεις στα συμφέροντα του υπόχρεου, οι οποίες, για την κατάφαση της καταχρηστικότητας, αρκεί να είναι δυσμενείς (ΟΛΑΠ 6/2016). Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προϋποθέτει την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού, δεν πληρούται δε, εάν ο υπόχρεος αρνείται, απλά ή αιτιολογημένα, να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του (ΑΠ 1313/2018, ΑΠ 536/2017, ΑΠ 1158/2011, ΑΠ 1087/2008).
Περαιτέρω, όπως ήδη εκτέθηκε, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημος με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα αρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, συντελείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής εννοίας των δηλώσεων, καθώς και όταν δέχθηκε κενό ή ασάφεια της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας και προσέφυγε στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, αλλά με την ερμηνεία που έδωσε παραβίασε τους κανόνες αυτούς.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής χωρίς κενά (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1318/2020,ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 590/2017). Στην επίδικη υπόθεση, όπως ήδη εκτέθηκε στα πλαίσια της έρευνας της διαδικαστικής πορείας της, με την 6/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμπάκας είχε γίνει εν μέρει δεκτή παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως, του πρώτου αναιρεσίβλητου, με την οποία υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων (παρεπιπτόντως - εναγόμενος) να καταβάλλει σε αυτόν ως παρεπιπτόντως ενάγοντα το ποσό των 12.268,58 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της παρεμπίπτουσας αγωγής μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
Ο αναιρεσείων, με λόγο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης σχετικό την υποχρέωσή του ως πωλητή του επίδικου ακινήτου προς καταβολή αποζημιώσεως στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ως αγοραστή αυτού, υποστήριξε ότι ο τελευταίος κατά το χρόνο καταρτίσεως της εν λόγω αγοραπωλησίας γνώριζε το συγκεκριμένο νομικό ελάττωμά του και συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 515 ΑΚ, δεν υπέχει ευθύνη αποζημιώσεως.
Επικαλούμενος δε τα ίδια περιστατικά, περί γνώσεως του παρεπιπτόντως ενάγοντος του νομικού ελαττώματος του επίδικου ακινήτου, ισχυρίσθηκε και ότι ο ως άνω περιεχόμενος στο συμβόλαιο όρος περί εγγυήσεως του ίδιου ότι το ακίνητο αυτό μεταβιβάζεται ελεύθερο από κάθε νομικό ελάττωμα, είναι εικονικός και συνεπώς άκυρος, καθόσον δεν τέθηκε στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά, προκειμένου να καταστεί περισσότερο ισχυρός, προσέτι δε υπέβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με λόγο εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων, με την 56/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος περί μη ευθύνης αποζημιώσεως του αναιρεσίβλητου ως αβάσιμο και την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ ως μη νόμιμη, απορρίπτοντας συγχρόνως ως αβάσιμους και τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος : i) περί εικονικότητας του ως άνω τιθέμενου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ακινήτου όρου, ii) περί αντίθεσης του όρου αυτού στα χρηστά ήθη, με την επίκληση ότι ο αναιρεσίβλητος εκμεταλλεύθηκε την κουφότητα και την απειρία του ίδιου και πέτυχε να
αποκομίσει οφέλη δυσανάλογα με την παροχή · και iii) περί παραιτήσεως του αναιρεσιβλήτου - αγοραστή του επιδίκου ακινήτου με όρο του ίδιου συμβολαίου, από οποιαδήποτε διεκδίκηση λόγω απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών (άρθρο 388 ΑΚ), με τις ακόλουθες παραδοχές: "...στο εν λόγω υπ'αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Λάρισας Ευάγγελου Φυτιλή, ο εκκαλών, Β.
Ζ., δήλωσε ότι εγγυάται το πωλούμενο ακίνητο ελεύθερο από εκνίκηση και γενικά ελεύθερο από κάθε νομικό ελάττωμα, γεγονός που έχει ως συνέπεια... η ως άνω διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΑΚ να αδρανεί... Άλλωστε δεν αποδείχθηκε ότι ο όρος αυτός ετέθη όχι στα σοβαρά, αλλά μόνο φαινομενικά προκειμένου ο τίτλος να καταστεί περισσότερο ισχυρός και ως εκ τούτου είναι άκυρος ως εικονικός, όπως εκθέτει σχετικά ο εκκαλών.
Για τον ίδιο λόγο απορριπτέος ελέγχεται και ο ισχυρισμός αυτού ότι ο ανωτέρω όρος συμπεριελήφθη στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο - ότι δηλαδή εγγυάται το πωλούμενο ελεύθερο νομικού ελαττώματος -, κατά τρόπο αντίθετο στα χρηστά ήθη και ειδικότερα εκμεταλλευόμενος την κουφότητα και την απειρία του ίδιου και ότι με τον τρόπο αυτό απέτυχε να αποκομίσει οφέλη που βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή, ο δε ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ο αγοραστής παραιτήθηκε να προβάλει οποιοδήποτε δικαίωμα ένεκα απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, κατ' άρθρο 388 ΑΚ, ερείδεται επί εσφαλμένης νομικής προϋποθέσεως, δοθέντος ότι ο πρώτος εφεσίβλητος (εκ παραδρομής αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο εκκαλών) άσκησε με την υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγή το νόμιμο δικαίωμά του ένεκα της αποδεικνυόμενης ως και ουσιαστικά βάσιμης αδυναμίας παροχής του επίδικου ακινήτου, απαλλαγμένου από κάθε νομικό βάρος.
Τέλος, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος περί καταχρηστικής ασκήσεως σε βάρος του παρεμπίπτουσας αγωγής, τον οποίο προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος ..., δεδομένου ότι δεν δύναται να στοιχειοθετήσουν την ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση γεγονότα που συνιστούν άρνηση, έστω και αιτιολογημένη των περιστατικών που στηρίζουν την απόκτηση του δικαιώματος από τον παρεμπιπτόντως ενάγοντα και ήδη πρώτο εφεσίβλητο, όπως στην ένδικη περίπτωση, και επομένως με το προρρηθέν περιεχόμενο ο σχετικός ισχυρισμός του εκκαλούντος, με τον οποίο ο τελευταίος αρνείται κατ' ουσίαν τη βασιμότητα της αγωγής σε βάρος του, αξιολογείται ως μη νόμιμος, και κατά τούτο απορριπτέος, αφού η επίκληση περιστατικών η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση δικαιώματος, όπως στην προκειμένη περίπτωση, δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής ασκήσεώς του, αλλά συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ως ουσιαστικά αβάσιμους, πλην της ενστάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία, κατά τα ως άνω απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε κρίνει ομοίως. Υπό τις ως άνω παραδοχές, και σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στην προπαρατιθέμενη μείζονα σκέψη, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΑΚ, καθ' όσον υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου της διατάξεως αυτής, διαλαμβάνοντας στις παραδοχές του ότι εφόσον στο εν λόγω ...
πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Λάρισας, Ευάγγελου Φυτιλή, ο ήδη αναιρεσείων, δήλωσε ότι εγγυάται το πωλούμενο ακίνητο ελεύθερο από εκνίκηση και γενικά ελεύθερο από κάθε νομικό ελάττωμα, η ως άνω διάταξη του άρθρου 515 παρ. 1 ΑΚ αδρανεί, ενώ δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, με το να μην προσφύγει σε αυτές, ως προς τις συνέπειες της περίληψης του ως άνω όρου στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του επιδίκου ακινήτου, όσο και περί της μη αποδείξεως ότι ο όρος αυτός είναι εικονικός, και αντίθετος στα χρηστά ήθη, καθ' όσον δεν διαπίστωσε κανένα κενό ή αμφίβολο σημείο ως προς την επίμαχη δήλωση βουλήσεως του αναιρεσείοντος στο εν λόγω συμβόλαιο .
Από το εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, περί της επιτάσεως της ευθύνης του αναιρεσείοντος, ως πωλητή, εξαιτίας της συμπεριλήψεως στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του όρου ότι το επίδικο ακίνητο είναι ελεύθερο από κάθε διεκδίκηση, αλλά και από κάθε νομικό ελάττωμα και ως εκ τούτου περί υποχρεώσεως του ίδιου, να αποζημιώσει τον αναιρεσίβλητο αγοραστή, εφόσον επήλθε αδυναμία του να εκπληρώσει την αναληφθείσα υποχρέωση περί μεταβιβάσεως του επίδικου ακινήτου ελευθέρου διεκδικήσεων, δεν διαπίστωσε, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις σχετικές δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, οπότε δεν συνέτρεχε λόγος προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να διαπιστώσει αν η βούληση του αναιρεσείοντος ως προς την ανάληψη της ευθύνης του αυτής, ήταν σύμφωνη με τις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στο εν λόγω συμβόλαιο.
Η κρίση δε αυτή του Εφετείου, όπως και εκείνη ότι ο ως άνω όρος δεν είναι εικονικός, ούτε αντίθετος προς τα χρηστά ήθη, ως προϊόν εκμετάλλευσης της επικαλούμενης κουφότητας και απειρίας του αναιρεσείοντος, δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των άνω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συνταχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ).
Επομένως, ο όγδοος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του, κατά το οποίο, με την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 515 παρ. 1, 173 και 200 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως με την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, είναι επίσης αβάσιμος.
Τούτο δε, διότι, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, επί της οποίας επιχειρείτο να θεμελιωθεί η ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντάς την ως μη νόμιμη, εφόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι τα γεγονότα που επικαλείται ο αναιρεσείων ενδεικτικώς αναφερόμενα σε περιστατικά σχετικά με την υποστηριζόμενη γνώση εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου του νομικού ελαττώματος του επιδίκου ακινήτου, την εικονικότητα του επίμαχου όρου του συμβολαίου και την αντίθετη προς τα χρηστά ήθη επιδίωξη του τελευταίου να αποζημιωθεί σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας αγωγής του, συνιστούν, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, άρνηση, έστω και αιτιολογημένη, των περιστατικών που στηρίζουν την απόκτηση του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου για την άσκηση της παρεμπίπτουσας αγωγής του και συνεπώς τα επικαλούμενα γεγονότα δεν ήταν ικανά να στοιχειοθετήσουν την εν λόγω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεώς της.
Κατά τα λοιπά, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί αντίθεσης του επίμαχου όρου του. συμβολαίου προς τα χρηστά ήθη, και της επικαλούμενης εκμετάλλευσης της κουφότητας και απειρίας του, απορρίφθηκαν, κατά τα ως άνω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως ουσιαστικά αβάσιμοι, ενώ ο ισχυρισμός του περί παραιτήσεως του πρώτου αναιρεσίβλητου με όρο του σχετικού συμβολαίου αγοραπωλησίας να προβάλλει οποιοδήποτε δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή ένεκα απρόοπτης μεταβολής των συνθηκών, κατ άρθρο 388 ΑΚ, απορρίφθηκε ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, με την αιτιολογία, ότι το νόμιμο δικαίωμα του πρώτου αναιρεσίβλητου, το οποίο ασκήθηκε με την παρεμπίπτουσα αγωγή του, δεν στηρίζεται στη διάταξη αυτή, αλλά στην αποδεικνυόμενη και ουσιαστικά βάσιμη αδυναμία παροχής του επιδίκου ακινήτου, απαλλαγμένου από κάθε νομικό βάρος, εκ μέρους του μη κυρίου αυτού αναιρεσείοντα, με τις παραδοχές δε της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες και μόνο ελέγχονται οι αναιρετικοί λόγοι (ΑΠ 1682/2013, ΑΠ 10/2011), έγινε δεκτό ανελέγκτως από το Εφετείο ότι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο των 360,02 τ.μ., που μεταβιβάσθηκε αιτία πωλήσεως από τον αναιρεσείοντα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, δεν ανήκει στην κυριότητά του, αλλά, αντιθέτως ανήκει στην κυριότητα των 2ου, 3ης και 4ης των αναιρεσιβλήτων και όχι μόνο το τμήμα αυτού των 221,97τ.μ., που είχε περιφραχθεί από αυτούς δια πασσάλων.
Επομένως, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο ο αιτών πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση με την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, για κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 178, 179, 388 ΑΚ, καθώς και για το ότι η υποχρέωσή του προς αποζημίωση του αναιρεσείοντος θα έπρεπε να περιορισθεί σε εκείνη που αναλογεί, το μέγεθος της οποίας ουδόλως προσδιορίζεται, στο έλασσον τμήμα του επιδίκου ακινήτου των 221,97 τ.μ., διότι αυτό το τμήμα περιφράχθηκε με πασσάλους από τους, λοιπούς, πλην πρώτου, αναιρεσίβλητους, που διεκδικούσαν την κυριότητά του, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττεται η σχετική με τους ισχυρισμούς αυτούς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 9.12.2018 αίτηση του Β. Ζ., για αναίρεση της 56/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων δεύτερου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ) .
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9.12.2018 αίτηση του Β. Ζ. για αναίρεση της 56/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των δευτέρου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ