Legislator Case Law & Legislation
1726/2017 AI generated

1726/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1726/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1726/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο προσδιορισμός της εννοίας των γαιών, που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες, που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της Ελληνικής Αστικής Νομοθεσίας κατ' άρθρο 2 και 4 ν. 147/1914.

Keywords

AI generated
boundary of real property municipal land land use regulation land law territorial scope of the Treaties rural land ownership
AI generated
402/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
845/2024
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέως Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1482/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-1975 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 158/1977, 78/1983 προδικαστικές, 58/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1135/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-12-2006 αίτησή του και με τους από 17-3-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 22-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώνεται με την παρούσα εισήγηση, και να απορριφθούν οι λόγοι του κυρίου δικογράφου της από 21-12-2006 αιτήσεως αναιρέσεως της 1135/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1499/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
629/2024
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1726 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1726/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ", που εδρεύει στην Καστοριά και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κοντό.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Γιολάντα Παπαρούνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2011 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καστοριάς και συνεκδικάστηκε με την από 23-11-2011 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 17/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-8-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 7-4-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου κατά ένα μέρος του και τέταρτου λόγων της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 17/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 "περί γαιών" οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), (οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο (Ολ.ΑΠ 1/2013, ΑΠ 1806/2006).

Ειδικότερα από το άρθρο 3 του ως άνω Οθωμανικού νόμου προκύπτει ότι δημόσιες γαίες είναι οι αγροί, οι λειμώνες, οι χειμερινές και θερινές βοσκές, τα δάση και οι παρόμοιοι με αυτούς τόποι, η δε κυριότητα επ' αυτών ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 9,19, 30, 68 και 71 του ίδιου πιο πάνω Οθωμανικού νόμου, επί των οποίων (δημόσιων γαιών) μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) μπορούν να αποκτήσουν οι ιδιώτες, με την έκδοση έγγραφου τίτλου, ταπίου, που φέρει την αυτοκρατορική σφραγίδα ή μονόγραμμα και στο οποίο ρητά αναφέρεται το είδος των παραχωρούμενων γαιών (ΑΠ 80/2015, ΑΠ 81/2015, ΑΠ 390/ 2014).

Οι ανωτέρω περί γαιών διατάξεις της τουρκικής νομοθεσίας ρητώς αναγνωρίσθηκαν από την ελληνική Πολιτεία και διατηρήθηκαν σε ισχύ στις νέες χώρες, οι οποίες διατελούσαν τέως υπό την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, με το άρθρο 2 του ν. 147/1914, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 262/1914 (ΑΠ 1056/2013). Περαιτέρω, με το άρθρο 13 παρ. 2 του με αριθμό 2648/20-5-1917 δ/τος της Προσωρινής Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, του οποίου η ισχύς επεκτάθηκε σε όλο το κράτος με το ν. 1072/1917, ορίσθηκε ότι στις εκτάσεις, που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τον τουρκικό νόμο περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες γαίες, εξακολουθούν οι κάτοικοι να ασκούν τα δικαιώματα χρήσης μέχρις ότου για την διοίκηση των εκτάσεων αυτών προνοήσει ειδικός νόμος.

Ακολούθως με το άρθρο 1 εδ. α' του ν. 2074/1920 "περί των εν ταις Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών", ορίσθηκε ότι, οι γαίες, που έχουν αφεθεί σε κοινή χρήση σύμφωνα με τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 παρ. 1, 100 και 102, του ως άνω τουρκικού νόμου περί γαιών, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί, παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα, κατά δε το άρθρο 12 ν. 1051/1917, το οποίο δυνάμει του άρθρου 2 του ν. 2074/1920 είναι εφαρμοστέο στις παραπάνω εκτάσεις, η περιουσία συνοικισμού που αναγνωρίζεται σε ιδία κοινότητα, καθίσταται περιουσία της κοινότητας, η οποία θα αποτελεσθεί από τον συνοικισμό αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, ότι από την ισχύ του ν. 2074/1920, οι Κοινότητες των νέων χωρών απέκτησαν αυτοδικαίως την κυριότητα των βοσκών, οι οποίες είχαν αφεθεί, ανέκαθεν, κατά το νόμο περί γαιών, στην κοινή χρήση των κατοίκων των χωρίων, που αποτέλεσαν τις ως άνω κοινότητες, έστω και αν αυτές φέρουν διάφορο όνομα, και ότι επομένως έπαυσε έκτοτε να υφίσταται το προγενέστερο επί των γαιών αυτών δικαίωμα κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου (ΑΠ 1005/2009, ΑΠ 213/1999).

Ο προσδιορισμός της εννοίας των γαιών, που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856) ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ στις χώρες, που διετέλεσαν προηγουμένως υπό την άμεση κυριαρχία του οθωμανικού κράτους και μετά την εισαγωγή σ' αυτές της Ελληνικής Αστικής Νομοθεσίας κατ' άρθρο 2 και 4 ν. 147/1914.

Από τις διατάξεις δε αυτές και ειδικότερα από εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του νόμου αυτού, προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση (εγκαταλελειμμένες γαίες - μετρουκέ), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών, διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες, στο Οθωμανικό Δημόσιο (κράτος), αλλά ενώ στις δημόσιες γαίες παραχωρείτο στους ιδιώτες υπό ορισμένες προϋποθέσεις το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στη κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η με οποιοδήποτε τρόπο εξουσίασή τους από ιδιώτη και αυτές παραχωρούντο είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανιών) είτε και απλώς κατ' ανοχή του τουρκικού κράτους στην αποκλειστική κοινή χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός η περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων, το δικαίωμα των οποίων είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του περί γαιών νόμου.

Τέλος από το πνεύμα αλλά και την ρητή γραμματική διατύπωση των διατάξεων περί γαιών, οι οποίες ως προς τον χαρακτηρισμό των γαιών ως αφιερωμένων στην κοινή χρήση χρησιμοποιούν τον όρο έκπαλαι ή ανέκαθεν, προκύπτει ότι στην ειδική κατηγορία των γαιών αυτών ανήκουν εκείνες οι οποίες από αμνημονεύτου χρόνου είχαν αφεθεί στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός η περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων με έννοια παραπλήσια εκείνης της αμνημονεύτου αρχαιότητος του βρ.δ., σε τρόπο ώστε η κοινή αυτών χρήση να αποτελεί τη μόνη γνωστή μορφή συλλογικής εξουσίασεως του είδους αυτού των γαιών, διαμορφωμένη δε κατά την κυριαρχία του οθωμανικού κράτους, όπως το τελευταίο τούτο προκύπτει από την μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2074/1920, η οποία όχι μόνον παραπέμπει ρητώς για τον προσδιορισμό της έννοιας των αφιερωμένων στην κοινή χρήση γαιών στη διάταξη του Οθωμανικού νόμου περί γαιών αλλά και σαφώς υπονοεί ότι τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα της κατηγορίας αυτής των γαιών είχαν συντελεσθεί στην περίοδο του Οθωμανικού κράτους και υπό την κυριαρχία αυτού (ΑΠ 1005/2009, ΑΠ 1618/2005).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία, είτε με εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών και ήδη αναιρεσείων Δήμος, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., και κατ' ορθή εκτίμηση, μόνο από τον αριθμό 19 του ως άνω άρθρου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι με το να δεχτεί το Εφετείο, ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο έχει δικαίωμα κυριότητας στην επίδικη έκταση και ότι η έκταση αυτή δεν περιήλθε στην κυριότητά του (αναιρεσείοντος) κατά τις διατάξεις του ν. 2074/1920, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 εδ.

α' του ν. 2074/1920 και του άρθρου 12 ν. 1051/ 1917, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της κυριότητας του επίδικου ακινήτου.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι μια εδαφική λωρίδα εμβαδού 1.977 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στην πόλη της Καστοριάς, στη θέση "… - …", όπως αυτή αποτυπώνεται στο από 21-2-2012 απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος.

Η έκταση αυτή, που στο Εθνικό Κτηματολόγιο έλαβε ΚΑΕΚ ... συνορεύει βόρεια με ακίνητα με ΚΑΕΚ ..., ... και ..., νότια με ακίνητο με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με ακίνητα με ΚΑΕΚ ..., ..., ... και δυτικά με ακίνητα με ΚΑΕΚ ... και .... Στο Κτηματολογικό Γραφείο Καστοριάς το επίδικο ακίνητο φέρεται κατά την πρώτη εγγραφή ως αγνώστου ιδιοκτήτη.

Ειδικότερα, όπως εμφανίζεται στον κτηματολογικό πίνακα διανομής του 1937 και τον χάρτη διανομής, που τον συνοδεύει, το επίδικο αποτελεί μια μακρόστενη λωρίδα γης, που βορειοανατολικά καταλήγει στο υπ' αριθμ. … ακίνητο, εμβαδού 10.750 τ.μ., ιδιοκτησίας του Δημοσίου, ενώ δυτικά η επέκτασή της εν μέσω των ιδιοκτησιών …, …, …, …, …, …και …οδηγεί εντέλει στο υπ' αριθμ.

…ακίνητο, που φέρεται ότι έχει έκταση 3.452.594 τ.μ., είναι χέρσο και ανήκει στο Δήμο Καστοριάς. Το ανωτέρω υπ' αριθμ. …ακίνητο αποτελεί την πλαγιά του βουνού Ψαλίδα και διεκδικείται αφενός μεν από το Δήμο Καστοριάς, που ισχυρίζεται ότι το απέκτησε κατά τις διατάξεις του ν. 2074/1920, καθόσον κατά την τουρκοκρατία είχε αφεθεί ανέκαθεν ως βοσκότοπος σε κοινή χρήση των κατοίκων των περιοχών, που στη συνέχεια αποτέλεσαν τον εφεσίβλητο Δήμο, αφετέρου δε από το Ελληνικό Δημόσιο, καθόσον η αρμόδια Διεύθυνση Δασών το θεωρεί δασική έκταση.

Ανεξαρτήτως όμως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της ως άνω ευρύτερης έκτασης του υπ' αριθμ. … ακινήτου, το επίδικο τμήμα, μολονότι στον ανωτέρω πίνακα διανομής φέρεται ως συνέχεια και περιλαμβανόμενο στο υπ' αριθμ. … ακίνητο σαφώς διαφοροποιείται απ' αυτό. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, αυτό βρίσκεται στο μέσον ακινήτων, που ήδη από την περίοδο της τουρκοκρατίας ήταν καλλιεργούμενα και συνέχισαν να έχουν αυτό το χαρακτήρα και μετά την απελευθέρωση της περιοχής από την τουρκική κυριαρχία το 1912.

Μάλιστα, εκ των προαναφερόμενων ακινήτων, που περιβάλλουν το επίδικο και ήταν όλα καλλιεργούμενα, τα υπ' αριθμ. … και …ακίνητα έχουν και το χαρακτήρα του ανταλλάξιμου. Δηλαδή, η θέση του επίδικου ακινήτου ουδόλως συνάδει με βοσκότοπο κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και μετέπειτα. Όπως αποδείχθηκε, το επίδικο ήταν κατά την τουρκοκρατία δημόσια γαία και συγκεκριμένα καλλιεργούμενος αγρός.

Συνακόλουθα, μετά την απελευθέρωση από την τουρκική κυριαρχία περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και μάλιστα κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά την απελευθέρωση χρησιμοποιούνταν ως αγροτική οδός από τους ιδιοκτήτες των παρακειμένων αγρών (βλ. και κατάθεση του μάρτυρα του εφεσίβλητου). Το έτος 1943 το επίδικο επιτάχθηκε από τις ιταλικές δυνάμεις κατοχής μαζί με τα γύρω από αυτό ακίνητα για τη δημιουργία στρατοπέδου και, μετά την απελευθέρωση το έτος 1947 τα ακίνητα της περιοχής αυτής χρησιμοποίησε ο Ελληνικός Στρατός που εγκατέστησε εκεί το στρατόπεδο … μέχρι το έτος 2005, οπότε έπαυσε η λειτουργία του στρατοπέδου.

Το επίδικο εδαφικό τμήμα, που κατά τη διάρκεια λειτουργίας του στρατοπέδου χρησιμοποιούνταν ως δρόμος εντός του στρατοπέδου, καταλήφθηκε και χρησιμοποιήθηκε από τον Ελληνικό Στρατό μέχρι το 2005, θεωρώντας εσφαλμένα, ενόψει του ως άνω πίνακα διανομής του 1937 του Υπουργείου Γεωργίας, ότι αυτό ανήκει στο Δήμο Καστοριάς και ότι "τελεί υπό δωρεάν προς το Υ.ΕΘ.Α εκ μέρους αυτού" (βλ.

τον από 5-10-1972 κτηματολογικό πίνακα του Στρατοπέδου …). Βέβαια, η εσφαλμένη αυτή αντίληψη της ως άνω υπηρεσίας του Ελληνικού Δημοσίου δεν μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα κυριότητάς του επί του επιδίκου. Η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα του εφεσίβλητου κατά τις διατάξεις του ν. 2074/1920 έσφαλε.

Γι' αυτό πρέπει κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της έφεσης να εξαφανισθεί. Ακολούθως, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν και, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ' ουσίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση, να γίνει δεκτή η κύρια παρέμβαση και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του επίδικου ακινήτου στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Καστοριάς, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό".

Όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η επίδικη εδαφική έκταση ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, και διέταξε σχετικά τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό φύλλο του οικείου βιβλίου του Κτηματολογικού Γραφείου Καστοριάς, αφού δέχτηκε ότι το ακίνητο αυτό, το οποίο όπως εμφανίζεται στον κτηματολογικό πίνακα διανομής του 1937 και στο χάρτη διανομής, που τον συνοδεύει, αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου και ειδικότερα του υπ' αριθμ.

… ακινήτου, που φέρεται ότι έχει έκταση 3.452.594 τ.μ., είναι χέρσο και ανήκει στο Δήμο Καστοριάς, ήταν κατά την τουρκοκρατία δημόσια γαία και συγκεκριμένα καλλιεργούμενος αγρός και συνακόλουθα, μετά την απελευθέρωση από την τουρκική κυριαρχία περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου χρησιμοποιηθέν κατά τις πρώτες δεκαετίες μετά την απελευθέρωση ως αγροτική οδός από τους ιδιοκτήτες των παρακειμένων αγρών.

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή ή μη εφαρμογή των επικαλούμενων από τον αναιρεσείοντα ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που προαναφέρθηκαν, αφού δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο ενώ κατά τις παραδοχές του το υπ' αριθμ. ...

ακίνητο, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη εδαφική έκταση, μετά την απελευθέρωση του Νομού Καστοριάς από την τουρκική κυριαρχία, το έτος 1912, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, συνεχίζοντας να έχει τη μορφή του καλλιεργούμενου, όπως και κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, εν τούτοις, αυτό (υπ' αριθμ. ...

αγροτεμάχιο), κατά την κτηματογράφηση του αγροκτήματος Καστοριάς του έτους 1937 αποτυπώθηκε από δημόσια συνεργεία του Υπουργείου Γεωργίας, ως χερσολιβαδική δημοτική έκταση, όπως αυτό δέχεται, ότι προκύπτει από το συνταχθέντα κτηματολογικό πίνακα διανομής του αγροκτήματος Καστοριάς, του έτους αυτού, ενώ ακόμη δεν εξηγεί για ποιό λόγο, όπως, επίσης δέχεται, διαφοροποιείται η επίδικη έκταση από την ευρύτερη έκταση του υπ' αριθμ. ...

ακινήτου, στην οποία περιλαμβάνεται και σε τι συνίσταται η εν λόγω διαφοροποίηση. Επομένως, οι πρώτος, κατά ένα μέρος του και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια των δεκτών γενόμενων ως άνω λόγων, καλύπτει και τους λοιπούς.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνηση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος που κατέθεσε και προτάσεις, την οποία ορίζει μειωμένη κατ' άρθρο 22 παρ.1 Ν. 3693/1997.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμό 17/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ