Legislator Case Law & Legislation
1726/2011 AI generated

1726/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1726/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1726/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Παρέπεται, ότι, για το κύρος της καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης, δεν ασκεί καμία επιρροή αν και πώς κατέβαλε ο αγοραστής το τίμημα που συμφωνήθηκε, ούτε η μη καταβολή του τιμήματος καθιστά αυτή και μόνη την πώληση εικονική. Απλώς το γεγονός της μη καταβολής του τιμήματος μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής προθέσεως των συμβληθέντων.

Keywords

AI generated
fair market value buyer contract for vehicle sale purchase price purchasing power electronic auction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1726 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1726/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. Ρ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλάχο.

Της αναιρεσίβλητης: Ι. χας Δ. Γ., το γένος Γ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κλίκιζο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5546/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7955/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-12-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου και την απόρριψη των υπόλοιπων λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178 ΑΚ, άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 180 του ΑΚ, προκύπτει ότι για να χαρακτηρισθεί δικαιοπραξία ως αισχροκερδής-καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη λόγω αντιθέσεως της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς τρία στοιχεία, δηλαδή 1) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική αξία αυτών κατά το χρόνο καταρτίσεως της δικαιοπραξίας, 2) συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου.

Ως απειρία θεωρείται η έλλειψη της συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως πρός τις συναλλαγές, ως κουφότητα η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική και 3) η εκμετάλλευση της γνωστής στον αντισυμβαλλόμενο ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλομένου του, που συντρέχει όταν επωφελείται ο πρώτος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Για την συνδρομή του στοιχείου της εκμετάλλευσης δεν είναι αναγκαίο να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του συμβληθέντος επιλήψιμη που να τείνει στην επίτευξη της αισχροκέρδειας. Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς, χωρίς να αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη κατά τη γενική διάταξη του άρθρ. 178 ΑΚ, αν συντρέχουν στοιχεία προσδίδοντα σε αυτή ανήθικο χαρακτήρα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας είναι έννοια νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 εδαφ. α' του ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη, ενώ, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 513 του ίδιου Κώδικα, ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης πώλησης είναι το πράγμα, το τίμημα και η συμφωνία των συμβαλλομένων για τη μετάθεση της κυριότητας και πληρωμής του τιμήματος, η οποία προκειμένου για ακίνητο πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο (άρθρο 369 ΑΚ).

Παρέπεται, ότι, για το κύρος της καταρτισθείσας σύμβασης πώλησης, δεν ασκεί καμία επιρροή αν και πώς κατέβαλε ο αγοραστής το τίμημα που συμφωνήθηκε, ούτε η μη καταβολή του τιμήματος καθιστά αυτή και μόνη την πώληση εικονική. Απλώς το γεγονός της μη καταβολής του τιμήματος μπορεί να αποτελέσει δικαστικό τεκμήριο για την εικονικότητα της δικαιοπραξίας κατά την έρευνα περί της συναλλακτικής προθέσεως των συμβληθέντων.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφαση δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς η όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος ελλείψεις και δεν ιδρύεται, όταν οι τελευταίες αφορούν στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα την ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και την αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: " Ο σύζυγος της ενάγουσας, Δ. Γ., που απεβίωσε το έτος 1955, με την .../1955 δημόσια διαθήκη του ενώπιον του συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευαγγέλου Καλαχάνη, εγκατέστησε ως κληρονόμο του την ενάγουσα μεταξύ άλλων και επί ενός οικοπέδου, επιφάνειας 421,25 τ.μ. , που βρίσκεται στο Κορωπί Αττικής στη συμβολή των οδών ...

και .... Η ενάγουσα αποδέχτηκε την κληρονομιά με την .../1969 πράξη του συμβολαιογράφου Κρωπίας Κίμωνος Χλαπανίδη, που υποβλήθηκε σε μεταγραφή και με την .../2001 πράξη της συμβολαιογράφου Κρωπίας Ευδοξίας Αντωνάκη-Πορτιά, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, συνέστησε επί του οικοπέδου αυτού δύο αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες.

Η πρώτη από αυτές αποτελείται από παλαιά ισόγεια οικία με κεραμοσκεπή, εμβαδού 65 τ.μ. , με πρόσοψη επί της οδού ..., με αποκλειστική χρήση σε επιφάνεια 254,82 τ.μ. του όλου οικοπέδου και ποσοστό 619,62 χιλιοστών εξ αδιαιρέτου της κυριότητας όλου του οικοπέδου. Στην οικία αυτή κατοικεί η ενάγουσα. Η δεύτερη κάθετη ιδιοκτησία αποτελείται από δύο παλαιά κτίσματα εμβαδού 15,65 και 19,74 τ.μ.

αντίστοιχα, με πρόσοψη επί της οδού ..., με αποκλειστική χρήση επιφάνειας 156,43 τ.μ. και ποσοστά 380,38 χιλιοστά εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου. Την πρώτη από τις παραπάνω κάθετες ιδιοκτησίες η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε στον εναγόμενο με το .../18.1.2001 συμβόλαιο της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου, που υποβλήθηκε σε μεταγραφή αντί αναγραφομένου τιμήματος 12.236.000 δραχμών ή 35.909,02 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ισόποσο της αντικειμενικής αξίας, όπως αυτή έχει υπολογισθεί από την αρμόδια ΔΟΥ και φέρεται ότι καταβλήθηκε από τον εναγόμενο στην ενάγουσα με μετρητά εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου.

Το επίδικο ακίνητο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, βρίσκεται εντός του σχεδίου της πόλεως του Κορωπίου σε κεντρικό σημείο αυτής και πλησίον της λεωφόρου ..., εξυπηρετείται από όλες τις παροχές κοινής ωφελείας και εμφάνιζε και τότε μεγάλη αγοραστική ζήτηση, ενόψει του ότι ήταν σε πλήρη εξέλιξη οι εργασίες κατασκευής του αεροδρομίου των Σπάτων, που επέφερε αλματώδη αύξηση της αξίας των ακινήτων των γύρω περιοχών.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, τη θέση, την έκταση, την παλαιότητα της οικίας, το είδος της κατασκευής και την κατάσταση του επιδίκου ακινήτου, σε συνδυασμό με το ότι είναι κοινώς γνωστό ότι ο γενόμενος από τις αρμόδιες ΔΟΥ υπολογισμός της αξίας των προς μεταβίβαση ακινήτων με τους συντελεστές αντικειμενικού προσδιορισμού είναι κατά κανόνα σημαντικά υποδεέστερος της πραγματικής (αγοραίας) αξίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική αξία του ακινήτου τούτου κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίμαχης δικαιοπραξίας ήταν σημαντικά μεγαλύτερη της ως άνω αντικειμενικής αξίας και ανερχόταν τότε τουλάχιστον στο ποσό των 35.000.000 δραχμών ή 102.715 ευρώ.

Υπάρχει, συνεπώς, προφανής δυσαναλογία μεταξύ του συνομολογημένου τιμήματος και της αγοραίας αξίας του παραπάνω ακινήτου, που γίνεται αμέσως αντιληπτή από τον μέσο λογικό άνθρωπο με σχετική πείρα γύρω από τις συναλλαγές για αγοραπωλησίες ακινήτων, αφού η αγοραία αξία, κατά τον χρόνο κατάρτισης της παραπάνω δικαιοπραξίας, ήταν σχεδόν τριπλάσια της συμφωνημένης, πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ενάγουσα κατά την χωρίς όρκο κατάθεσή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποστήριξε ότι τελικά ο εναγόμενος δεν της κατέβαλε ούτε το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα παρά μόνο ένα μικρό ποσό ύψους 1.000.000 δραχμών.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε, ότι η ενάγουσα είναι άτεκνη, ασχολείται με τα οικιακά και παλαιότερα κατασκεύαζε και πωλούσε εργόχειρα, είναι άπειρη σε τέτοιου είδους συναλλαγές και δεν είχε επαρκή γνώση για την πραγματική αξία του ακινήτου της. Κατά τον χρόνο σύναψης της επίμαχης δικαιοπραξίας ήταν υπέργηρη (82 ετών) και οδηγήθηκε στην κατάρτισή της ευρισκόμενη σε άμεση και σοβαρή οικονομική ανάγκη, καθόσον, λόγω της μεγάλης ηλικίας της, αδυνατούσε πλέον να κατασκευάζει εργόχειρα για συμπλήρωση των εισοδημάτων της, η υγεία της είχε χειροτερεύσει και είχε υποβληθεί σε εγχείριση καταρράκτη και το μοναδικό της εισόδημα ήταν μόνο η μικρή σύνταξη από τον ΟΓΑ, η οποία δεν επαρκούσε για την συντήρηση και ιατρική της περίθαλψη.

Ο εναγόμενος, ο οποίος είναι συγγενής της ενάγουσας (γιος πρώτου εξαδέλφου της), την επισκεπτόταν τακτικά, της δώριζε τρόφιμα και προέβαινε σε μικροεπισκευές της οικίας της και έτσι είχε αποσπάσει την εμπιστοσύνη της και πέτυχε τη συνομολόγηση της σύμβασης με τους παραπάνω όρους. Τελούσε δε σε γνώση κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης τόσο της δυσαναλογίας μεταξύ της παροχής και της αντιπαροχής, καθόσον ήταν προϊστάμενος του Κέντρου Εξυπηρέτησης Πολιτών (ΚΕΠ) Κορωπίου και είχε την εμπειρία του μέσου λογικού ανθρώπου αναφορικά με τις τιμές αγοράς ακινήτων στην ίδια περιοχή, όσο και της απειρίας και της οικονομικής ανάγκης της ενάγουσας.

Μάλιστα είχε καταφέρει να πείσει την ενάγουσα να του μεταβιβάσει και τη δεύτερη κάθετη ιδιοκτησία, όπως και έπραξε η τελευταία με δωρεά αιτία θανάτου με το .../22.6.2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κρωπίας Μάρθας Παπαχρήστου, την οποία στη συνέχεια ανακάλεσε με την .../10.12.2004 πράξη της συμβολαιογράφου Κρωπίας Χριστίνας Δημητριάδου - Τζανή.

Αποδείχτηκε επίσης ότι κατά την κατάρτιση της παραπάνω σύμβασης η ενάγουσα απέβλεπε στην είσπραξη του τιμήματος προκειμένου να βελτιώσει την οικονομική της αποκατάσταση. Κατόπιν τούτου η σύμβαση δεν ήταν εικονική, ούτε υπέκρυπτε δωρεά προς τον εναγόμενο και τούτο ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων από την πλευρά του τελευταίου Ι.

Ν. και Ε. Ρ., οι οποίοι αναφέρουν ότι έγινε πραγματική πώληση.

Συνεπώς, ήταν αβάσιμη και απορριπτέα η σχετική ένσταση (άρθρο 138 παρ.2 Α.Κ.), που ο εναγόμενος είχε υποβάλει με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με βάση τις παραδοχές αυτές η δήλωση βουλήσεως της ενάγουσας περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως της κυριότητας του παραπάνω ακινήτου της στον εναγόμενο ήταν άκυρη ως καταπλονεκτική και αντίθετη στα χρηστά ήθη και ως τέτοια θεωρείται σαν να μη έγινε. Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε ως άκυρη τη σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε τις ως άνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου, αφού, για τα ουσιώδη ζητήματα της εκμετάλλευσης της ανάγκης και της απειρίας της αναιρεσιβλήτου και της προφανούς δυσαναλογίας της παροχής προς την αντιπαροχή καθώς και της επίμαχης πώλησης ως πραγματικής και όχι εικονικής κάτω από την οποία υποκρυπτόταν δωρεά, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Κατά το άρθρο 4 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Την συνταγματική αρχή της ισότητας εξαγγέλλει και το άρθρο 110 παρ.1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι οι διάδικοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις και είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων.

Την αρχή της ισότητας των διαδίκων κατοχυρώνει το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, αλλά και το άρθρο 14 παρ.1 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το νόμο 2462/1997. Εξ' άλλου κατά το άρθρο 520 ΚΠολΔ λόγους έφεσης μπορούν να αποτελέσουν κυρίως σφάλματα του δικαστηρίου πάνω στα οποία θεμελιώνεται το διατακτικό της εκκαλουμένης απόφασης, ή νέα πραγματικά γεγονότα ή αποδεικτικά μέσα (από εκείνα που λαμβάνονται υπόψη από το Εφετείο υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 529 ΚΠολΔ), που δικαιολογούν την μεταρρύθμιση του διατακτικού της αποφάσεως, ή τέλος σφάλματα του ιδίου διαδίκου, τα οποία, καίτοι μπορούν να διορθωθούν, δεν διορθώθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά παράλειψη υποχρεώσεως του επιβαλλομένης από το νόμο.

Κατά την παραπάνω έννοια δεν θεμελιώνει λόγο έφεσης μόνη η απόρριψη του αιτήματος του εκκαλούντα από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο για αναβολή της δίκης, ώστε να δυνηθεί και αυτός να εμφανισθεί στο ακροατήριο και εξεταστεί ως διάδικος όπως και εξετάστηκε η αντίδικος του, τηρουμένης έτσι της αρχής της ισότητας αφού το δικαστήριο, κατά το άρθρο 241 ΚΠολΔ, έχει διακριτική ευχέρεια να δεχτεί η να απορρίψει το αίτημα αναβολής και δεν υποπίπτει σε σφάλμα και αν ακόμα το απορρίψει σιωπηρά.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ.8 περιπτ.β', 9 περιπτ.γ', 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες γιατί το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, επέτρεψε μεν την εξέταση της ενάγουσας, ως διαδίκου ενώ απέρριψε το σχετικό αίτημα του πληρεξουσίου δικηγόρου του για αναβολή της δίκης, ώστε να δυνηθεί και αυτός να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να εξεταστεί ως διάδικος, κατέστησε αναιρετέα την απόφαση του για τους ακόλουθους λόγους: "α)δεν έλαβε υπόψη το λόγο έφεσης, ήτοι πράγμα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον από την ανωμοτί κατάθεση του-αναιρεσείοντα- θα ήταν διαφορετική η κρίση του Εφετείου, β)άφησε το αίτημα της αναβολής το Εφετείο αδίκαστο, γ) κήρυξε το αίτημα τούτο παρά τον νόμο απαράδεκτο, γιατί έκρινε ότι δεν εδικαιούτο να ερευνήσει την βασιμότητα ή όχι του αιτήματος και δ) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις πιο πάνω διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 4 παρ.1 Συντάγματος, και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 του ΔΣΑΠΔ).

Ως προς τον τελευταίο αυτόν λόγο δεν εφήρμοσε την αρχή της ισότητας των διαδίκων, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, αφού εξετάστηκε η αντίδικος του και υποβλήθηκε από την πλευρά του σχετικό αίτημα, σε κάθε δε περίπτωση δεν διαλαμβάνεται έστω και στοιχειώδης αιτιολογία αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα του αιτήματος".

Ο εξεταζόμενος αυτός λόγος αναίρεσης, όσον αφορά την πρώτη και τρίτη αιτίαση από τους αριθ.8β και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα, ότι δεν λήφθηκε υπόψη ο ως άνω λόγος έφεσης και ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο αυτόν", παρεκτός της αντιφατικότητας των εν λόγω αιτιάσεων πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξέτασε τον ανωτέρω λόγο έφεσης και ορθά απέρριψε αυτόν ως απαράδεκτο, δεχόμενο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είχε τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει ή να δεχτεί το υποβαλλόμενο από την αναιρεσείουσα αίτημά της, αναβολής από τον παραπάνω λόγο και έτσι δεν υπέπεσε σε σφάλμα, απορρίπτοντας σιωπηρά το εν λόγω αίτημα, όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση από τον αριθ.9 περιπτ.γ'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα αναβολής, πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού στον όρο "αίτηση" υπό την έννοια κεφαλαίου της δίκης, περιλαμβάνεται η διαδικαστική πράξη που ζητείται από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι υποχρεωτική για το τελευταίο και όχι εκείνη που απόκειται στην κυριαρχική του εξουσία, όπως η προκειμένη, και τέλος όσον αφορά την από τους αριθ.11 και 19 του άρθρου 552 ΚΠολΔ τετάρτη και πέμπτη, αντίστοιχα, αιτίαση ότι δηλαδή, το Εφετείο παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της αρχής της ισότητας των διαδίκων, μετά να εξετάσει ως διάδικο την αντίδικο του αναιρεσείοντος και να απορρίψει το υποβαλλόμενο από την πλευρά του τελευταίου σχετικό αίτημα του για αναβολή της δίκης προκειμένου να εξεταστεί και ο ίδιος ως διάδικος, χωρίς να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έστω και στοιχειώδης αιτιολογία αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητα του εν λόγω αιτήματος, πρέπει ν' απορριφθεί ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εξήτασε την αναιρεσίβλητη ως διάδικο, ούτε απέρριψε αίτημα αναβολής του αναιρεσείοντος της ενώπιον του δίκης από την αιτία που προεκτέθηκε, αλλά απέρριψε ως αβάσιμο τον προεκτεθέντα σχετικό τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αρ.11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το .../7-10-2005 συμβόλαιο της συμ/φου Κορωπίου Βαλεντίνης Μάνου, από το οποίο προκύπτει ότι πωλήθηκε το υπόλοιπο από το μείζον ακίνητο αντί 137,55 € το τ.μ. και το οποίο επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του στο Εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς ανταπόδειξη και συνακόλουθα, απόρριψη της αγωγής. Από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη "όλα τα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα" και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφαση δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι τούτο για το σχηματισμό της κρίσης του, στην οποία τελικώς κατέληξε, κατά τα προεκτιθέμενα, έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε μαζί με όλες τις υπόλοιπες αποδείξεις και το προαναφερόμενο έγγραφο και επομένως ο παρών λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-12-2008 αίτηση του Ι. Κ. Ρ., για αναίρεση της 7955/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ