Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding administrative promotion and admissibility of arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against the Court of Appeal's decision regarding an employee promotion dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific facts, but the court ruled these were merely legal arguments rather than new material facts. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 KPolD; An appeal is admissible only if the court failed to consider material facts presented, not if it misinterpreted legal arguments or failed to consider mere assertions denying the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1726 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1726/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕbank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Μηλιώνη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι.Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ρουπακιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1178/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 8560/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-9-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 5-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΑΤΕ ΑΕ) και ειδικότερα η διαδικασία και οι προϋποθέσεις προαγωγής των υπαλλήλων της διέπονται και ρυθμίζονται από τον Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίσθηκε κατ' εξουσιοδότηση του αρθ. 1 α.ν. 430/1968, εγκρίθηκε με την 226698/1980/1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 389/1973), κυρώθηκε με το ν.δ. 213/1973 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις του Οργανισμού αυτού (αρθ. 101-107) συνάγεται, ότι οι προαγωγές από τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' στον βαθμό του Υποδιευθυντή γίνονται για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων κατ' απόλυτη εκλογή από το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας ύστερ' από πρόταση του Διοικητή της και μετά από σύγκριση εκ των εχόντων τα προβλεπόμενα προσόντα και προϋποθέσεις.
Το Συμβούλιο αποφαίνεται με ελεύθερη κρίση, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται ειδικότερα στα αρθ. 101-104 του ως άνω Οργανισμού και είναι τα στοιχεία του ατομικού φακέλου των κρινόμενων, τα οποία αφορούν το ήθος, τα τυπικά, επιστημονικά και επαγγελματικά, προσόντα τους, τις ηθικές αμοιβές, τις εκθέσεις προϊσταμένων τους στα σχετικά φύλλα ικανότητας, την επιτυχή μετεκπαίδευση τους, την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, την αρχαιότητα, τον χρόνο της πραγματικής υπηρεσίας που απαιτείται για την προαγωγή, ο οποίος για την προαγωγή στην θέση του Υποδιευθυντή είναι τρία έτη, τα στοιχεία του πειθαρχικού ελέγχου, την προσωπική γνώση ή ασφαλείς πληροφορίες των μελών του Συμβουλίου, ρητά διατυπούμενες στο σχετικό πρακτικό και κάθε, κατά την κρίση του Συμβουλίου, χρήσιμο στοιχείο για την αξιολόγηση των κρινόμενων.
Ως προακτέοι κατ' απόλυτη εκλογή χαρακτηρίζονται εκείνοι οι υπάλληλοι που διακρίθηκαν μεταξύ των συναδέλφων τους για το ήθος και τον χαρακτήρα τους και επέδειξαν, σε πολύ υψηλό βαθμό, διοικητική και υπηρεσιακή ικανότητα, έκτακτη δραστηριότητα και αφοσίωση στο καθήκον, προσφέροντας με την πρωτοβουλία, την ετοιμότητα και τον ζήλο τους εξαιρετικές υπηρεσίες (αρθ. 106§3 εδ.
α'), προσόντα, πάντως, συνεκτιμώμενα με την αρχαιότητα, τόσο την γενική (ΓΥΑ-χρόνου πρόσληψης) όσο και την ειδική (ΕΥΑ-κατεχομένου βαθμού), τις εκθέσεις και την βαθμολογία τους, όπως αυτή απεικονίζεται στα φύλλα ικανότητας. Με τις διατάξεις αυτές του Οργανισμού της ΑΤΕ ΑΕ θεσπίζεται δικαίωμα προαγωγής των μισθωτών και αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη που πηγάζουν από τις μεταξύ τους συμβάσεις και τον Οργανισμό, ο οποίος τις συμπληρώνει.
Το δικαίωμα αυτό είναι ενοχικό και παρέχεται στον μισθωτό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες στον Οργανισμό, στην διαπίστωση της συνδρομής των οποίων προβαίνει το αρμόδιο εργοδοτικό όργανο. Παράλληλα, όμως, υφίσταται το δικαίωμα του εργοδότη για την επιλογή του ικανοτέρου και καταλληλότερου μισθωτού προς προαγωγή στην συγκεκριμένη κενή θέση, προκειμένου να επιτευχθεί η εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών της τραπεζικής επιχείρησης, το οποίο αποτελεί επιμέρους έκφραση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΑΤΕ ΑΕ, το οποίο είναι το αρμόδιο για την προαγωγή όργανο του εργοδότη, αποφαίνεται μεν κατ' ελεύθερη κρίση, η κρίση του, όμως αυτή, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων κατ' αρθ. 281 ΑΚ, όταν κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος στερείται της προαγωγής του υπάλληλος που έχει αποκτήσει τ' απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα για τον ανώτερο βαθμό, καίτοι υπερτερεί καταδήλως συναδέλφου του που έχει προαχθεί από τον βαθμό αυτόν.
Στην περίπτωση αυτή της παράβασης από το προαναφερόμενο όργανο του εργοδότη του αρθ. 281 ΑΚ η απόφαση του είναι αντίθετη προς το νόμο (το αρθ. 281 ΑΚ), θεωρείται άκυρη (αρθ. 174,180 ΑΚ) και διαπράττει τούτο αδικοπραξία κατ' αρθ. 914 ΑΚ. Τότε ο παραλειφθείς υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει με αγωγή την αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής του κατ' αρθ. 70 ΚΠολΔ, με την τελεσιδικία δε της σχετικής απόφασης η προαγωγή λογίζεται κατ' αρθ. 12§1 ν. 1082/1982 ότι πραγματοποιήθηκε αυτοδίκαια από τον χρόνο που έπρεπε να συντελεσθεί, καθώς και την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω διαφοράς αποδοχών εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας πράξης των οργάνων της εργοδότριας τράπεζας που την αντιπροσωπεύουν, κατά την εκτέλεση καθηκόντων τους, κατά τα αρθ. 71, 281, 297-299, 914 ΑΚ.
Η ΑΤΕ ΑΕ αμυνομένη κατά της αγωγής υπαλλήλου της που αφορά αξιώσεις από την παράλειψη του κατά τις προαγωγές κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι, και αν δεν προάγονταν οι προαχθέντες και φερόμενοι ως καταφανώς υστερούντες έναντι του ενάγοντος συνάδελφοι του, θα προάγονταν άλλοι που υπερτερούν απλώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και έναντι των προαχθέντων και έναντι του ενάγοντος και θα καταλάμβαναν αυτοί τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις.
Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση διακωλυτική της αξίωσης του μισθωτού προς προαγωγή, ερειδομένη στις διατάξεις των αρθ. 281, 297 και 298 ΑΚ σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Οργανισμού της ΑΤΕ ΑΕ, μη αντικείμενη στις αρχές της καλής πίστης, σε περίπτωση δε ευδοκίμησης της επιφέρει απλώς διακοπή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράλειψης της προαγωγής του ενάγοντος και της προαγωγής των προτεινομένων απ' αυτόν προς σύγκριση με την αγωγή.
Οι αντιπροτεινομενοι από την Τράπεζα, προς θεμελίωση της ένστασης αυτής, υπάλληλοι της πρέπει να είχαν παραλειφθεί κατά την ημέρα που το αρμόδιο όργανο της (διοικητικό Συμβούλιο) συνεδρίασε και αποφάσισε την μη προαγωγή του ενάγοντος και αντ' αυτού προήγαγε άλλους. Η διακωλυτική, όμως, αυτή ένσταση αλυσιτελώς προβάλλεται, εάν οι προτεινόμενοι προς θεμελίωση αυτής μισθωτοί της τράπεζας ως υπερέχοντες απλώς του ενάγοντες είναι λιγότεροι των αντ' αυτού προαχθέντων, ως προς τους οποίους κρίθηκε προηγουμένως ότι ο ενάγων υπερέχει καταφανώς, αφού στην περίπτωση αυτή και εάν ακόμη οι αντιπροτεινομενοι με την ένσταση αυτή υπερείχαν του ενάγοντος και προήγοντο, θα υπολείπεται τουλάχιστον μία θέση, την οποία θα έπρεπε να καταλάβει ο ενάγων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας ΑΤΕ ΑΕ, με την οποία ζητούσε (α) ν' αναγνωρισθεί ότι αυτή έπρεπε να τον προαγάγει στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 8-12-2003, άλλως από 20-12-2004, άλλως από 11-4-2005, άλλως από 7-12-2005, αντί των αναφερομένων στην αγωγή συναδέλφων του που προήχθησαν, αν και ο ενάγων υπερτερούσε καταφανώς αυτών, και (β) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει τις προκύπτουσες από τις παραλείψεις αυτές μισθολογικές διαφορές, με την αναιρεσιβαλλομένη 8560/2007 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εναγομένη τράπεζα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ύστερ' από εξωτερικό διαγωνισμό, την 2-7-1975, ως υπάλληλος με τον βαθμό του Υπολογιστή, εξελιχθείς βαθμολογικά μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη Α' , στον οποίο προήχθη από την 2-7-1978 με την 2680/1996 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, ότι είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ) και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε μέτριο βαθμό, έχει δε παρακολουθήσει συνολικά δεκαοκτώ σεμινάρια, και συγκεκριμένα Προϊσταμένων Γραφείων Χορηγήσεων, Αξιολόγησης Επενδύσεων, Management ελέγχου εργασιών συναλλάγματος, Ελεγκτική και πληροφορική, Αξιολόγηση Επενδύσεων Επίπεδο Ι, Πρότυπα διοικητικής συμπεριφοράς και τραπεζικά θέματα, Διοικητικό GRID, Δημιουργία πελατοκεντρικής νοοτροπίας μέσω EMPLOYEESHIP, Εισαγωγές-εξαγωγές 2, Stress Management, Internet, Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Διευθυντών-Υποδιευθυντών, από 24 έως 29-1-2000, Teamship-ποιοτική επικοινωνία.
Ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Διευθυντών-Υποδιευθυντών, από 21 μέχρι 26-2-2000, Τεχνικές διαπραγματεύσεων-ανώτερο επίπεδο. Ξέπλυμα χρήματος, Ανάπτυξη Εργασιών, από 10 έως 13-3-2004 και Ηλεκτρονικά δίκτυα-Profits Διευθυντών, από 29/3 έως 2/4/2004, ότι άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου του γραφείου Μ/Μ Δανείων του Καταστήματος Λάρισας από 1-12-1982 έως 31-1-1985, Προϊσταμένου του Γραφείου Γενικών Τραπεζικών Εργασιών του ιδίου καταστήματος από 1-2-1985 μέχρι 20-1-1986, Βοηθού Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Επιθεώρησης από 11-7-1986 έως 27-4-1988, Επιθεωρητή της Διεύθυνσης Επιθεώρησης από 28-4-1988 έως 30-7-1991, Προϊσταμένου θυρίδας Αμπελώνα του Καταστήματος Τυρνάβου από 1-8-1991 έως 9-10-1994, Διευθυντή του Καταστήματος Σοφάδων από 10-10-1994 μέχρι 9-8-1998, Διευθυντή του Καταστήματος Βόλου με ανάθεση καθηκόντων βαθμού Υποδιευθυντή από 11-8-1998 έως 30-5-2002, θέση την οποία κατέλαβε κατόπιν διαγωνισμού, και Υποδιευθυντή του ίδιου ως άνω καταστήματος από 31-5-2002 μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενώ κατά το χρονικό διάστημα απόΙ-6-2002 μέχρι 20-3-2006 αναπλήρωνε ουσιαστικά τον Διευθυντή του πιο πάνω καταστήματος, κατά δε το διάστημα 1982-1986 διετέλεσε Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής του Οινοποιείου Ραψάνης, μετοχικών συμφερόντων της αναιρεσείουσας, ότι στα φύλλα ποιότητας της υπηρεσιακής του μονάδας του έτους 1994 χαρακτηρίζεται "άριστος" με 389 και 380 μονάδες, ενώ από το έτος 1995 και μετέπειτα δεν συντάχθηκαν φύλλα ποιότητας, λόγω άσκησης διευθυντικών καθηκόντων, ότι για τα έτη 2000 και 2001 συντάχθηκαν δελτία αξιολόγησης, σύμφωνα με το νέο σύστημα αξιολόγησης των στελεχών της τράπεζας, από πέντε προϊσταμένους κεντρικών Διευθύνσεων της εναγομένης, εξ αυτών δε (α) στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2000 αναφέρεται, ότι ο ενάγων είναι ικανό στέλεχος που ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στα καθήκοντα του, συγκεντρώνοντας κατά την αξιολόγηση των επί μέρους ιδιοτήτων και ικανοτήτων, με κλίμακα "Α.
Ιδιαίτερα Αναπτυγμένο Επίπεδο. Β. Αναπτυγμένο Επίπεδο. Ε. Ικανοποιητικό Επίπεδο και Δ. Θέλει Βελτίωση", τέσσερα "Β" και τρία "Ε" (β) στο δελτίο αξιολόγησης για το έτος 2001 αξιολογήθηκε με ένα "Β", δύο "Ε" και τέσσερα "Δ", καθόσον κρίθηκε ότι "μολονότι το κατάστημα Βόλου βρίσκεται σε μια δυναμική περιοχή με μεγάλες δυνατότητες προσέλκυσης σημαντικά μεγαλύτερου μεριδίου αγοράς, τα μέχρι τώρα αποτελέσματα του κρίνονται πολύ περιορισμένα", με αποτέλεσμα να κριθεί από την επιτροπή αξιολόγησης ότι "δεν κρίνεται επαρκής για τη συνέχιση άσκησης των σημερινών υπευθύνων καθηκόντων του", αφού το κατάστημα αυτό κατέλαβε την 387η θέση σε σύνολο 440 μονάδων της τράπεζας, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα καταστήματα της εναγομένης στην Θεσσαλία, ότι η ανωτέρω κρίση αποτέλεσε την αφορμή να μεταθέσει η εναγομένη τον ενάγοντα στο κατάστημα Κατερίνης, τοποθετώντας αυτόν στη θέση του Υποδιευθυντή, μετά την έκδοση, όμως, της 34/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία η ως άνω απόφαση της εναγομένης κρίθηκε άκυρη ως καταχρηστική, γενομένου επίσης δεκτού ότι η αξιολόγηση του ενάγοντος στο φύλλο αξιολόγησης του έτους 2001 υπήρξε προσχηματική, η μετάθεση του ενάγοντος ανακλήθηκε και τοποθετήθηκε εκ νέου από 31-5-2002 στο Κατάστημα Βόλου, στην θέση, όμως ,του Υποδιευθυντή, αλλά συνέχισε ουσιαστικά ν' ασκεί καθήκοντα Διευθυντή, αφού μέχρι το έτος 2006 δεν πληρώθηκε η θέση του Διευθυντή του ως άνω καταστήματος, αν και μεσολάβησαν πέντε προαγωγικές κρίσεις, ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις των Τμηματαρχών Α' για τον βαθμό του Υποδιευθυντή που έγιναν την 11-4-2005 για τον βαθμό του Υποδιευθυντή από το αρμόδιο προς τούτο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης παρελείφθη ο ενάγων (ο οποίος είχε παραλειφθεί και κατά τις κρίσεις της 8-12-2003 και 20-12-2004, οι παραλείψεις, όμως, αυτές δεν αποτελούν, ως εικός, αντικείμενο της αναιρετικής αυτής δίκης), ενώ προήχθησαν, μεταξύ άλλων, και οι προτεινόμενοι απ' αυτόν προς σύγκριση συνάδελφοι του που διέθεταν τα ακόλουθα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ως προς τους οποίους έγινε δεκτή η αγωγή 1) Κ.Ξ., ο οποίος:
προσλήφθηκε την 19-3-1973 με τον βαθμό του Υπολογιστή (Οικ.) μετά από εξωτερικό διαγωνισμό, προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 24-7-1992, είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ), γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει οκτώ σεμινάρια, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου του Γραφείου Συναλλαγών και Καταθέσεων του Καταστήματος Δομοκού από 12-8-1986 έως 11-3-1991, Προϊσταμένου Λογιστηρίου του Καταστήματος Λαμίας από 29-7-1993 έως 1-12-1995, Προϊσταμένου του Γραφείου Συναλλαγών και Καταθέσεων του Καταστήματος Μακρακώμης από 10-10-2001 έως 31-12-2002 και Υπευθύνου Εξυπηρέτησης Πελατείας στο ως άνω κατάστημα από 1-1-2003 έως 14-4-2005 και από 15-10-2003 αντικαθιστούσε, σε περίπτωση απουσίας του, τον Διευθυντή του Καταστήματος αυτού, ήταν αποσπασμένος στο Υπουργείο Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης από 17'-2-1996 έως 22-1-1999 και στο Γραφείο του Νομάρχη Φθιώτιδας από 31-81999 έως 30-8-2001, στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας του έτους 1995 χαρακτηρίζεται ως "άριστος" με 384 μονάδες, των ετών 2001 έως 2004 "άριστος" με 391 μονάδες, ενώ στο φύλλο ποιότητας της Επιθεώρησης του έτους 1996 χαρακτηρίζεται "λίαν επαρκής" με 391 μονάδες 2) Ν.Σ., ο οποίος:
προσλήφθηκε την 20-10-1975 με τον βαθμό του Δοκίμου (Οικ.) μετά από εξωτερικό διαγωνισμό, προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' από 28-6-1995, είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει έξι σεμινάρια, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Προϊσταμένου του Γραφείου Καταθέσεων του Καταστήματος Βέροιας από 10-5-1989 έως 19-10-1993, Προϊσταμένου Λογιστηρίου του Καταστήματος Μελικής από 20-10-1993 μέχρι 21-4-1994, Προϊσταμένου του Γραφείου Ταμιευτηρίου του Καταστήματος Βέροιας από 22-4-1994 έως 10-5-1994, Προϊσταμένου Λογιστηρίου του καταστήματος Μελικής από 11-5-1994 έως 2-10-1994, Προϊσταμένου Λογιστηρίου Καταστήματος Βέροιας από 3-10-1994 μέχρι 29-5-2003 και Υποδιευθυντή του Καταστήματος από 30-5-2003, στα φύλλα ποιότητας της υπηρεσιακής του Μονάδας των 1997 έως και 1999 χαρακτηρίζεται "άριστος" με 387 μονάδες, των ετών 2000 έως και 2004 "άριστος" με 391 μονάδες, ενώ και στο φύλλο ποιότητας της Επιθεώρησης του 1997 χαρακτηρίζεται "άριστος" με 378 μονάδες 3) Ν.Χ., ο οποίος:
προσλήφθηκε την 12-3-1971 με τον βαθμό του Γραφ. Δ' (Τραπ.) μετά από εξωτερικό διαγωνισμό και μετατάχθηκε στον κλάδο των οικονομικών υπαλλήλων από 1-5-1972 με τον βαθμό του Δοκίμου (Οικ.), προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή στον βαθμό του Τμηματάρχη Α' από24-7-1992, που βελτιώθηκε από 1-5-1991 με την 1237/1997 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει μέτρια την αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου της Θυρίδας Πλατείας Αγ.
Αικατερίνης δικαιοδοσίας Καταστήματος Ηρακλείου από 11-7-1988 έως 9-12-1990, Προϊσταμένου της ίδιας θυρίδας από 10-12-1990 μέχρι 22-1-1996, Προϊσταμένου της Θυρίδας Πόρου δικαιοδοσίας καταστήματος Ηρακλείου από 23-1-1996 μέχρι 31-5-2002, Διευθυντή του Καταστήματος Πόρου Ηρακλείου από 1-6-2002 έως 24-4-2005, ενώ η θέση Διαχειριστή Ταμείου δεν αποτελεί άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, στα φύλλα ποιότητας της Υπηρεσιακής του Μονάδας των ετών 1993 έως και 2001 χαρακτηρίζεται "άριστος" με 379 έως 387 μονάδες, στα φύλλα ποιότητας της Επιθεώρησης των ετών 1994 και 1998 "λίαν επαρκής" με 357 και 362 μονάδες αντίστοιχα, ενώ στο δελτίο αξιολόγησης για το έτος 2003 με το νέο σύστημα αξιολογήθηκε με δύο "Α" και πέντε "Β", ότι από την συγκριτική αντιπαράθεση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του ενάγοντος και των ανωτέρω προταθέντων απ' αυτόν προς σύγκριση συναδέλφων του, ως προς τους οποίους έγινε δεκτή η αγωγή του, προκύπτει ότι ο ενάγων έναντι του συγκρινόμενου (1) Κ.Ξ. (α) υστερούσε μόνο στην βαθμολογία (β) ήταν ισοδύναμος αυτού στους τίτλους σπουδών και στην γνώση ξένων γλωσσών (γ) υπερείχε στην γενική και ειδική αρχαιότητα κατά τέσσερα έτη, στην επιμόρφωση, καθώς και, σε σημαντικό βαθμό, στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, τόσο από άποψη διάρκειας όσο και από άποψη σπουδαιότητας των υπευθύνων θέσεων κατά την εκτέλεση τραπεζικών εργασιών, αλλά ακόμη και με βάση την στάθμη των ασκουμένων καθηκόντων κατά την ημερομηνία της κρίσης, με αποτέλεσμα να είναι καταφανής η συνολική υπεροχή αυτού έναντι του παραπάνω προς σύγκριση προτεινομένου (2) Ν.Σ. (α) υστερούσε μόνο στην βαθμολογία (β) ήταν ισοδύναμος στην γνώση ξένων γλωσσών (γ) υπερείχε σε όλα τα υπόλοιπα κριτήρια, δηλ.
στην γενική αρχαιότητα (ελαφρά, κατά 3,5 μήνες), στην ειδική αρχαιότητα σημαντικά, δηλ. κατά επτά έτη, στους τίτλους σπουδών (απόφοιτος ανωτάτης σχολής, ενώ ο συγκρινόμενος εξαταξίου Γυμνασίου), στην επιμόρφωση (18 σεμινάρια έναντι 6 του συγκρινόμενου) και στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, τόσο ως προς την διάρκεια όσο και ως προς την σπουδαιότητα των υπευθύνων θέσεων, τις οποίες κατέλαβε, ενόψει δε αυτών και δη της υπεροχής του ενάγοντος στα δύο αποφασιστικά κριτήρια των τίτλων σπουδών και της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων είναι καταφανής η συνολική υπεροχή του ενάγοντος έναντι του ως άνω συγκρινόμενου (3) Ν.Χ. (α) υστερούσε στην γενική αρχαιότητα κατά τρία περίπου έτη και στην βαθμολογία (β) ήταν ισοδύναμος ως προς την γνώση ξένων γλωσσών (αμφότεροι γνώριζαν μέτρια την αγγλική γλώσσα) (γ) υπερείχε στην ειδική αρχαιότητα κατά τρία περίπου έτη, στους τίτλους σπουδών (είναι απόφοιτος ανωτάτης σχολής, ενώ ο συγκρινόμενος εξαταξίου Γυμνασίου), στην επιμόρφωση (18 σεμινάρια, 2 ο συγκρινόμενος) και στην άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, τόσο από την άποψη της διάρκειας όσο και από την άποψη της σπουδαιότητας των υπευθύνων θέσεων, τις οποίες κατέλαβε, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι ο ενάγων άσκησε για πρώτη φορά καθήκοντα Διευθυντή Καταστήματος από το έτος 1994, ενώ ο συγκρινόμενος άσκησε τέτοια καθήκοντα ως Διευθυντής του Καταστήματος Πόρου Ηρακλείου από 1-6-2002, ενόψει δε αυτών και ιδιαίτερα της σημαντικής υπεροχής του ενάγοντος στα δύο αποφασιστικά κριτήρια των τίτλων σπουδών και της άσκησης υπευθύνων καθηκόντων είναι καταφανής η συνολική υπεροχή του ενάγοντος έναντι και αυτού του προς σύγκριση προτεινομένου και επομένως είναι κατάφωρα άδικη η παράλειψη προαγωγής του στον βαθμό του Υποδιευθυντή από την εναγομένη, η οποία ενήργησε έτσι καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της κρίσης και προαγωγής, με την έννοια της αξιοποίησης των ικανοτέρων υπαλλήλων προς το συμφέρον του εργοδότη, περαιτέρω δε, δέχθηκε ακόμη το Εφετείο σε σχέση ειδικότερα με την προταθείσα από την εναγομένη διακωλυτική ένσταση, κατά την οποία και αν ακόμη ο ενάγων κατά τις ένδικες προαγωγικές κρίσεις της 11-4-2005 υπερτερούσε καταφανώς των ως άνω τριών προαχθέντων συναδέλφων του, που πρότεινε προς σύγκριση με την αγωγή του, αντ' αυτού θα είχαν προαχθεί οι αντιπροτεινόμενοι από την εναγομένη, προς θεμελίωση της ένστασης αυτής, δύο συνάδελφοί του, ως υπερέχοντες, έστω και απλώς αυτού, ότι η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα προεχόντως ως αλυσιτελής, αφού και εάν ακόμη οι δύο αντιπροτεινόμενοι υπερείχαν (απλώς) του ενάγοντος, και πάλι θα έπρεπε να προαχθεί ο ενάγων, καθόσον, κατά τα προαναφερθέντα, κατά τις πιο πάνω προαγωγικές κρίσεις υπερείχε καταφανώς τριών συναδέλφων του και κατά συνέπεια, έστω και αν προάγονταν οι δύο ως άνω αντιπροτεινόμενοι, υπολειπόταν και πάλι μία θέση, την οποία θα κατελάμβανε ο ενάγων.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την διάταξή της, με την οποία είχεν απορριφθεί η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, δέχθηκε στην συνέχεια αυτήν και (α) αναγνώρισε ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή από 11-4-2005 και (β) υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σ' αυτόν ως αποζημίωση το ποσό των 6.267,68€, με το νόμιμο τόκο.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεχθέν ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε καταφανώς των υπ' αυτού προταθέντων και αντ' αυτού προαχθέντων κατά τις κρίσεις της 11-4-2005 συναδέλφων του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις των αρθ. 281, 288, 297-299, 914 ΑΚ και του Οργανισμού της αναιρεσείουσας (αρθ. 101-107), διέλαβε δε σχετικά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο και με την επίκληση πλημμελειών από τους αριθ. 1 και 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για εσφαλμένη παραδοχή της δεύτερης επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής (περί καταχρηστικής μη προαγωγής του ενάγοντος στον βαθμό του Υποδιευθυντή κατά τις κρίσεις της 11-4-2005 λόγω καταδήλου υπεροχής του έναντι των υπ' αυτού προταθέντων και αντ' αυτού προαχθέντων συναδέλφων του) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατά τα σχετικά σκέλη του.
Εξάλλου, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε, ορθά σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων υπερτερούσε καταφανώς των τριών ως άνω συναδέλφων του κατά τις προαγωγικές αυτές κρίσεις, ορθά στην συνέχεια απέρριψε ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη την διακωλυτική ένσταση της αναιρεσίβλητης εναγομένης περί απλής υπεροχής έναντι αυτού δύο υπαλλήλων της, επίσης μη προαχθέντων κατά τις αυτές προαγωγές, και κατά συνέπεια ο δεύτερος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης περί εσφαλμένης απόρριψης της ένστασης αυτής είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και άνευ αντικειμένου και ως προς τα τρία σκέλη του από τους αριθ. 1, 8 και 19 του αρθ. 559 ΚΠολΔ.
II. Σύμφωνα το αρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων (ή η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων) ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη αναιρετικό λόγο, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων ή αφορούν στην ερμηνεία και την εφαρμογή των κανόνων δικαίου.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ο πρώτος λόγος αναίρεσης ως προς το σκέλος του από τον αριθ. 8 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, ασαφώς, πάντως, και πλημμελώς διατυπούμενο, κατά το οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα εκεί αναφερόμενα και νομίμως προταθέντα από την αναιρεσείουσα "πράγματα", πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποτελούν στην πραγματικότητα (α) ισχυρισμούς περί μη συνδρομής καταχρηστικής παράλειψης του ενάγοντος κατά τις επίμαχες προαγωγικές κρίσεις, άρνηση δηλ.
της αγωγής και (β) μακρές αναλύσεις και αναπτύξεις για την έννοια των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν και νομικά και πραγματικά επιχειρήματα υπέρ της υποστηριζόμενης από την αναιρεσείουσα απόψεως.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2008 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕbank") για αναίρεση της 8560/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ