Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of bank's participation in auction creditor ranking due to failure to announce claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision dismissing the National Bank's participation in a public auction creditor ranking. The lower court ruled that the Alpha Bank, as the original mortgagee, did not need to re-announce its claim after a third party substituted the execution process. The Supreme Court found this interpretation violated Article 972 of the Civil and Commercial Procedure Code, which mandates that any creditor participating in a ranking must announce their claim, regardless of prior seizure status. Consequently, the appeal was granted, the case remitted for retrial, and the losing party ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 972 et seq. of the Civil and Commercial Procedure Code; A creditor participating in a ranking must announce their claim, even if they were the original seizer, unless the execution continues under a different creditor who must then announce.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1726 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1726/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρίκα.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακτιτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσενέ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1919/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 18-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αναγγελία κατά το άρθρο 972 επ. ΚΠολΔ αποτελεί δικαίωμα κάθε δανειστή του καθ' ου η εκτέλεση, με την έννοια ότι η παράλειψη ή η μη νομότυπη και εμπρόθεσμη σύνταξη και κοινοποίηση αυτής, αποστερεί το δανειστή από το δικονομικό δικαίωμα της συμμετοχής στη διαδικασία της κατάταξης. Όμως ο κατασχών δανειστής, εφόσον επισπεύδει ο ίδιος την εκτέλεση, δεν υποχρεώνεται σε αναγγελία της απαίτησης για την οποία έγινε η κατάσχεση, ούτε σε κατάθεση των τίτλων του, γιατί όλα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτησή του και την τυχόν προνομιακή κατάταξή της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και ο εκτελεστός τίτλος και το πιστοποιητικό βαρών του κατασχεθέντος ακινήτου, έχουν κατατεθεί νόμιμα κατά το άρθρο 955 παρ. 4 ΚΠολΔ στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και είναι προσιτά σε όλους.
Εξαίρεση στον κανόνα αυτό εμφανίζεται στην περίπτωση που την αναγκαστική εκτέλεση συνεχίζει, μετά από υποκατάσταση, άλλος δανειστής, οπότε ο αρχικός επισπεύδων, ευρισκόμενος πλέον εκτός εκτελεστικής διαδικασίας, μπορεί να συμμετάσχει στην κατάταξη, μόνον με αναγγελία της απαιτήσεώς του, η οποία πρέπει να συνοδεύεται από την αντίστοιχη κατάθεση των αποδεικτικών του εγγράφων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΠολΔ, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετ' επικύρωση της ομοίως αποφανθείσης πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε τον πρωτοβαθμίως προβληθέντα και επαναφερθέντα ενώπιον του με την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης λόγο ανακοπής της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας Εθνικής Τράπεζας κατά του προσβαλλόμενου πίνακα κατάταξης δανειστών, της Συμβολαιογράφου Σερρών Φωτεινής Δημητριάδου-Λέφα, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, ότι η καθ' ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη ALPHA Τράπεζα, ως καθολική διάδοχος της Ιονικής και Λαϊκής Τράπεζας, η οποία είχε κατάσχει αρχικά το εκπλειστηριασθέν ακίνητο με βάση την ασφαλισμένη εν μέρει με υποθήκη απαίτησή της, απορρέουσα από την υπ' αριθμ. 320/1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, δεν είχε αναγγείλει εκ νέου την απαίτησή της αυτή, για την οποία και κατατάχθηκε προνομιακά, πριν από την απαίτηση της ίδιας (αναιρεσείουσας), παρά το ότι ο πλειστηριασμός του ακινήτου δεν έγινε με επίσπευση εκείνης (αναιρεσίβλητης) αλλά με επίσπευση του τρίτου υποκατασταθέντος με δήλωση δανειστή Α.
Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο με την αιτιολογία ότι η αναιρεσίβλητη, δεν είχε υποχρέωση να αναγγείλει στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο εκ νέου την απορρέουσα από τον προαναφερθέντα εκτελεστό τίτλο απαίτησή της με βάση τον οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση στο εκπλειστηριασθέν ακίνητο, αφού αυτή ήταν η αρχικά κατασχούσα το ακίνητο αυτό.
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, υπολαμβάνον, όπως εκτιμάται, ότι και σε περίπτωση που η διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, συνεχίζεται μετά από υποκατάσταση από άλλον δανειστή, δεν χρειάζεται αναγγελία της απαιτήσεως του αρχικά κατασχόντος δανειστή προκειμένου αυτός να συμμετάσχει στην κατάταξη των δανειστών κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 972 ΚΠολΔ.
Επομένως, ο σχετικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεσθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1919/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις Ιουλίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ