Supreme Court dismisses appeal and stops prosecution due to statute of limitations barring the crime.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Fifth Chamber of the Athens Court of Appeal's decision regarding the defendant's conviction for embezzlement. The court found that although the appeal was procedurally admissible, the criminal offense had been extinguished by the statute of limitations due to the passage of over eight years since the alleged act in 2007. Consequently, the prosecution was permanently terminated, and the defendant was acquitted of the criminal charge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 § 1 of the Penal Code; Articles 462, 464, 466, 474, 510, 511, 515 of the Code of Criminal Procedure; Article 375 § 1 of the Penal Code: When a crime is extinguished by the statute of limitations, the criminal prosecution must be permanently terminated even if a newer, more lenient law applies.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1725 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1725/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ'ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Π. του Ε., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενης στο Κ.Κ.Γυναικών ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Ραΐκο, για αναίρεση της υπ'αριθ.596/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία "... ΑΕΓΑ", νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσιλιμίγκρα. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ.πρωτ.7672/9-7-2019 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1172/19.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης λόγω παραγραφής και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ.7679/9-7-2019 από 8-7-2019 αίτηση της Δ. Π. του Ε., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 596/ 2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3, εδ.α ΚΠΔ, βιβλίο, στις 20-6-2019, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον και κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο, ενώ περιλαμβάνει ορισμένους λόγους αναίρεσης και συγκεκριμένα αυτούς της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας λόγω λήψης υπόψη για την ενοχή της αναιρεσείουσας εγγράφου που δεν αναγνώστηκε και της έλλειψης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών περί συνδρομής στο πρόσωπο της των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2α και ε του ΠΚ. Επομένως, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462§1, 464, 466 και 474§§1 και 4 και 510§1 στοιχ.Α'και Δ' του ΚΠΔ και κατά συνέπεια πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 511 και 515 § 2 του ΚΠΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 2§1 του ΠΚ (Ν.4619/2019): "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσότερων διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές. Εάν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, με βάση το αποδιδόμενο σ' αυτόν έγκλημα, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Επίσης, πρόδηλο είναι ότι είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο και ο νόμος που θεσπίζει την εξάλειψη του αξιοποίνου λόγω παραγραφής, όπως και την παραγραφή των ποινών. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 511 του ΚΠΔ (Ν. 462012019) ορίζεται ότι "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στην § 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.
Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευση της απόφασης.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης τεθεί σε ισχύ νέος νόμος ο οποίος απειλεί μικρότερη ποινή για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, μεταβάλλοντας έτσι το χαρακτήρα της πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ που ισχύει από 1-7-2019 (Ν.4619/2019), το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, όμως, όχι πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα.
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 368 στοιχ. β' και 511 του ΚΠΔ (Ν. 4620/2019 που κατ' άρθρο 585 αυτού ισχύει από 1-7-2019), προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής και μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, οφείλει να αναιρέσει την απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε νομίμως στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμόν 596/2019 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 19-3-2019 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις 20- 6-2019, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο (άρθρο 375§2 α-1 του προϊσχύσαντος ΠΚ) και της επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, καθώς και πρόσκαιρη αποστέρηση των πολιτικών της δικαιωμάτων διάρκειας τριών (3) ετών και συγκεκριμένα, κατά τα αναγραφόμενα στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κηρύχθηκε ένοχη του ότι: "Στην ….
στις 30-4-2007, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο ολικά κινητό πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που της είχαν εμπιστευθεί υπό την ιδιότητά της ως εντολοδόχου. Ειδικότερα,η κατηγορουμένη υπείχε υποχρέωση δυνάμει της από 14-2-2006 συμβάσεως πρακτόρευσης μεταξύ αυτής και της εντολοδόχου ασφαλιστικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΕΓΑ" να διαμεσολαβεί για λογαριασμό της εγκαλούσας στη διενέργεια ασφαλιστικών εργασιών έναντι της νόμιμης προμήθειας και να αποδίδει σε αυτήν τα ασφάλιστρα που εισέπραττε το αργότερο εντός δύο μηνών από την έκδοση των σχετικών ασφαλιστηρίων ευθυνόμενη ως προς την απόδοσή τους ως θεματοφύλακας. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως η κατηγορουμένη εισέπραξε το συνολικό ποσό των ενενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων ενός ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (93.601,57) που αντιστοιχούσε σε ασφάλιστρα ασφαλισμένων στην εγκαλούσα, το οποίο η κατηγορουμένη με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παρανόμως, εφόσον δεν το απέδωσε σε αυτήν, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία της καίτοι η εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία κατήγγειλε την προμνησθείσα σύμβαση με την από 14-4-2017 εξώδικη δήλωσή της που της επιδόθηκε την 19-4-2017, με την οποία την καλούσε όπως εντός δέκα (10) ημερών από της Λήψεως αυτής ήτοι μέχρι την 29-4-2007, να αποδώσει το σύνολο του οφειλόμενου ποσού".
Κατά τον ισχύοντα κατά το χρόνο τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα Ποινικό Κώδικα, η πράξη τιμωρείτο σε βαθμό κακουργήματος, ενόψει του ότι στη διάταξη της παραγράφου 2α του άρθρου 375§2 α-1 του ισχύοντος μέχρι 1-7-2019 ΠΚ οριζόταν: "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επίτροπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".
Μετά την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα (από 1-7-2019 με το Ν.4619/2019), η παραπάνω αξιόποινη πράξη προβλέπεται πλέον και τιμωρείται από τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 375 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία: "Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή χρηματική ποινή", δηλαδή, πρόκειται πλέον περί πλημμελήματος, ενώ κακουργηματικό χαρακτήρα αποκτά η συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, οπότε ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή.
Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (19-3-2019), τέθηκε σε ισχύ (από 1-7-2019) ο νόμος 4619/2019, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναγράφονται παραπάνω, είναι ευμενέστερος για την αναιρεσείουσα -κατηγορουμένη, αφού η παραπάνω πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο και συγκεκριμένα ποσού 93.601, 57 ευρώ, για την οποία αυτή καταδικάστηκε, τιμωρείται πλέον σε βαθμό πλημμελήματος.
Επειδή όμως, από το χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής, όπως δέχτηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (30-4- 2007), μέχρι τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (8-10- 2019), έχει παρέλθει χρονικό διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο της οκταετίας, έχει πλέον εξαλειφθεί το αξιόποινο της ως άνω πράξης λόγω παραγραφής.
Κατόπιν τούτων, κρίνεται αυτεπαγγέλτως ότι συντρέχει περίπτωση νεώτερου επιεικέστερου νόμου, κατ' εφαρμογή του οποίου η πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, το αξιόποινο όμως της οποίας έχει πλέον εξαλειφθεί και συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναγράφονται στις παρατεθείσες στην αρχή της παρούσας νομικές σκέψεις και ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και η αναιρεσείουσα παραστάθηκε νομοτύπως στην παρούσα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, και παρελκούσης της έρευνας των προβαλλόμενων με την κρινόμενη αίτηση λόγων αναίρεσης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας για την ανωτέρω πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, που δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (άρθρο 375 §1, εδαφ. β ΠΚ του ΠΚ), αφού έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο αυτής, λόγω παραγραφής, κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 596/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Δ. Π. του Ε., κατοίκου ... (οδός ...), για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο και συγκεκριμένα του ότι: "Στην …, στις 30-4-2007, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο ολικά κινητό πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που της είχαν εμπιστευθεί υπό την ιδιότητά της ως εντολοδόχου.
Ειδικότερα, η κατηγορουμένη υπείχε υποχρέωση δυνάμει της από 14- 2-2006 συμβάσεως πρακτόρευσης μεταξύ αυτής και της εντολοδόχου ασφαλιστικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ" να διαμεσολαβεί για λογαριασμό της εγκαλούσας στη διενέργεια ασφαλιστικών εργασιών έναντι της νόμιμης προμήθειας και να αποδίδει σε αυτήν τα ασφάλιστρα που εισέπραττε το αργότερο εντός δύο μηνών από την έκδοση των σχετικών ασφαλιστηρίων ευθυνόμενη ως προς την απόδοσή τους ως θεματοφύλακας.
Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμβάσεως η κατηγορουμένη εισέπραξε το συνολικό ποσό των ενενήντα τριών χιλιάδων εξακοσίων ενός ευρώ και πενήντα επτά λεπτών(93.601,57) που αντιστοιχούσε σε ασφάλιστρα ασφαλισμένων στην εγκαλούσα, το οποίο η κατηγορουμένη με πρόθεση ιδιοποιήθηκε παρανόμως, εφόσον δεν το απέδωσε σε αυτήν, αλλά το ενσωμάτωσε στην περιουσία της καίτοι η εγκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία κατήγγειλε την προμνησθείσα σύμβαση με την από 14-4-2017 εξώδικη δήλωσή της που της επιδόθηκε την 19-4-2017, με την οποία την καλούσε όπως εντός δέκα (10) ημερών από της λήψεως αυτής ήτοι μέχρι την 29-4-2007, να αποδώσει το σύνολο του οφειλόμενου ποσού".
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2019018.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ