Supreme Court allows appeal against first instance dismissal of lease termination due to breach of good faith.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a lease termination claim. The appellant argued that the lower court erred in applying substantive law regarding the termination of a continuous contractual relationship for a significant reason, violating the principle of good faith. The court found that the lower court incorrectly failed to examine the substantive validity of the termination grounds and misapplied interpretative rules of the Civil Code, necessitating a remand for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560 § 1, 672, 766, 281, 288 of the Code of Civil Procedure and Articles 173, 200 of the Civil Code; When a significant reason exists, a continuous contractual relationship may be terminated at any time based on good faith, and courts must apply interpretative rules to fill gaps or resolve ambiguities in party declarations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1725 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1725/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. - Έ. Χ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Κωνσταντινίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-5-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 938/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-7-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 1-4-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Καλαματιανού, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της 938/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή των πρώτου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 § 1 εδ. α1 Κ.Πολ.Δ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχεται η απόφαση για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου τόσο με ψευδή ερμηνεία όσο και για εσφαλμένη εφαρμογή. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 672, 766 και 588 ΑΚ συνάγεται ως γενική αρχή του δικαίου ότι όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση να καταγγελθεί μια διαρκής ενοχική σχέση έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παρέχεται αμέσως από το νόμο δικαίωμα καταγγελίας.
Η αρχή αυτή προκύπτει και από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, που επιβάλλουν να ασκούνται τα δικαιώματα όπως απαιτεί η καλή πίστη, αν ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, παρέχουν δε το δικαίωμα στους συμβαλλόμενους να καταγγείλουν τη διαρκή ενοχική σχέση για σπουδαίο λόγο. Ως σπουδαίος λόγος θεωρείται κάθε περιστατικό που, κατά την καλή πίστη σε συνδυασμό με το σύνολο των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντελεί ώστε να μην είναι πλέον ανεκτή η διατήρηση της ενοχικής σχέσης έως τον χρόνο της λήξης της.
Μη ανεκτή είναι η συνέχιση της και όταν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για το ένα μόνο από αυτά. Τούτο συμβαίνει ιδίως σε-περίπτωση μεταβολής των περιουσιακών ή προσωπικών σχέσεων των μερών. Περαιτέρω, η συνδρομή ή μη σπουδαίου λόγου αξιολογείται με κριτήρια αντικειμενικά, δεν απαιτείται δηλ.
κατ1 αρχήν πταίσμα εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία. Αν, όμως, εκείνος που καταγγέλλει είναι υπαίτιος, δεν επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία, διότι είναι επίσης γενική αρχή του δικαίου, συναγόμενη από τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ, ότι κανείς δεν μπορεί ν' αποκομίσει ωφελήματα από την παράνομη ή ανήθικη συμπεριφορά του.
Αλλά και γενικότερα, η επίκληση λόγου αναγομένου αποκλειστικά στη σφαίρα των σχέσεων του ίδιου του καταγγέλλοντας για άμεση καταγγελία διαρκούς συμβάσεως, χωρίς να τηρηθεί προθεσμία όταν μάλιστα αυτή (διαρκής σχέση) έχει ήδη διαρκέσει αρκετό χρόνο, μπορεί να είναι αντίθετη προς την καλή πίστη. Γι' αυτό και κάπως σπανιότερα, ο σπουδαίος λόγος μπορεί να βρίσκεται στη σφαίρα των σχέσεων του καταγγέλλοντος.
Προκειμένου, όμως, ειδικώς για μίσθωση πράγματος, το περιεχόμενο του σπουδαίου λόγου πρέπει να προσδιορίζεται στενό, διότι ήδη ο νόμος έχει θεσπίσει μεγάλο αριθμό ειδικών λόγων καταγγελίας που ικανοποιούν ευρύ φάσμα τα συμφέροντα των μερών για λύση της μίσθωσης. Ο ευρύτερος τυχόν προσδιορισμός του περιεχομένου του σπουδαίου λόγου θα δημιουργούσε ανασφάλεια στα μέρη για τη διάρκεια της σύμβασης.
Επιβάλλεται, συνεπώς, να γίνεται δεκτό, ότι σπουδαίος λόγος υφίσταται, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες δύο προϋποθέσεις: α) Τα περιστατικά που συνθέτουν τον σπουδαίο λόγο πρέπει να αφορούν εκείνον προς. τον οποίο απευθύνει η καταγγελία. Με άλλους λόγους, πρέπει να αναφέρονται στο πρόσωπο του ή να εμπίπτουν στη σφαίρα των κινδύνων του, χωρίς, όμως, να απαιτείται να συντρέχει και πταίσμα του.
Περιστατικά που αφορούν μόνον τον καταγγέλλοντα, δεν παρέχουν σ' αυτόν δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. β) Τα παραπάνω περιστατικά πρέπει να καθιστούν την εξακολούθηση της μίσθωσης πράγματος για τον καταγγέλλοντα μη αξιώσιμη, κατά την καλή πίστη. Για τη συγκεκριμενοποίηση της έννοιας του σπουδαίου λόγου μπορεί να γίνει και στάθμιση του συμφέροντος του καταγγέλλοντας για πρόωρη λύση της συμβάσεως με, τα συμφέρον του αντισυμβαλλομένου για διατήρηση της συμβάσεως μέχρι την κανονική λύση της.
Τέλος, είναι αυτονόητο ότι κατά την κρίση για τη δυνατότητα συνεχίσεως ή όχι της σύμβασης ιδιαίτερα θα αξιολογηθούν τα οικονομικά συμφέροντα των συμβαλλομένων και μάλιστα οι οικονομικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από την εξακολούθηση ή τη λύση της μίσθωσης. Εξάλλου, ο σπουδαίος λόγος είναι αόριστη νομική έννοια και, συνεπώς, η κρίση για την ορθή υπαγωγή σ' αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 1582/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, η αναιρεσείουσα άσκησε την υπ' αριθ.εκθ.κατάθεσης 1275/2009 αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθεσε τα εξής: Ότι δυνάμει του από 7-7-20.08 ιδιωτικού συμφωνητικού, που είχε συνάψει, με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....", καθολική διάδοχος της οποίας αποτελεί η εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, ανώνυμη εταιρεία, μίσθωσε από αυτήν το αναφερόμενο στην αγωγή ΙΧΕ αυτοκίνητο για τέσσερα έτη, αντί μηνιαίου μισθώματος 418,88 ευρώ.
Ότι, βάσει του όρου 14 του συμφωνητικού "Σε περίπτωση που το μίσθιο αυτοκίνητο υποστεί ζημίες από αιτίες για τις οποίες αυτό είναι ασφαλισμένο, η Εκμισθωτρια υποχρεούται να το επισκευάσει, με δική της δαπάνη και σύμφωνα με τις οδηγίες και συστάσεις του κατασκευαστή του". Ότι, όταν το εν λόγω αυτοκίνητο στις 31-3-2009 υπέστη υλικές εξ αιτίας τροχαίου ατυχήματος, που έλαβε χώρα χωρίς υπαιτιότητα της ενάγουσας, η εκμισθώτρια εταιρεία το μετέφερε, εν αγνοία της ενάγουσας, όχι σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο της SUZUKI, προκειμένου νο επισκευασθεί σύμφωνα με τις οδηγίες και συστάσεις της κατασκευάστριας εταιρείας, αλλά σε κάποιο συνοικιακό και μη εξουσιοδοτημένο συνεργείο.
Ότι η αντισυμβατική αυτή συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία είναι αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, από το πρώτο έτος της μίσθωσης, η οποία είχε ως συνέπεια και την απώλεια της εγγύησης καλής λειτουργίας που είχε χορηγήσει η κατασκευάστρια εταιρεία, υπό τον όρο της συντήρησης και επισκευής του οχήματος σε εξουσιοδοτημένο από αυτή συνεργείο, επέφερε ουσιώδη μεταβολή στις προσωπικές σχέσεις των συμβαλλομένων, κλονίζοντας τη μεταξύ τους σχέση εμπιστοσύνης από αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, και κατέστησε μη ανεκτή την εξακολούθηση της συμβατικής δέσμευσης της ενάγουσας.
Ενόψει τούτων η ενάγουσα κατήγγειλε τη μίσθωση με την από 30-4-2009 εξώδικη δήλωση, ζήτησε δε με την ένδικη αγωγή να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα της ως άνω καταγγελίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 6.099,94 ευρώ, που η ενάγουσα είχε καταβάλει κατά την κατάρτιση της σύμβασης ως εγγύηση πιστής τήρησης των όρων της και το ποσό των 235,60 ευρώ, που δαπάνησε για σύνταξη και επίδοση της καταγγελίας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δικάζοντας την έφεση της εναγομένης κατά της πρωτόδικης, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή, απορρίπτοντας το κονδύλιο των 235,60 ευρώ, εξαφάνισε την απόφαση του Ειρηνοδικείου, κράτησε την υπόθεση και απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη με την εξής αιτιολογία : "... καθόσον τα εκτιθέμενα από την ενάγουσα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, εκτιμώμενα με βάση την καλή πίστη, δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο για τη λύση της σύμβασης.
Ειδικότερα, ναι μεν τα περιστατικά αυτά ανάγονται στη σφαίρα επιρροής της καθής η καταγγελία, πλην όμως η ύπαρξη εγγύησης καλής λειτουργίας ταυ μισθωμένου αυτοκινήτου αφορά αποκλειστικά το συμφέρον της εκμισθώτριας, η δε τυχόν απώλεια της σε καμία περίπτωση δεν καθιστό υπέρμετρα μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης για την ενάγουσα - μισθώτρια, όπως λόγου χάρη θα συνέβαινε εάν επικαλούνταν αδυναμία επισκευής του αυτοκινήτου ή σημαντική καθυστέρηση της".
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, με το να κρίνει ότι τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, και δη εκείνα της υπαίτιας παραβίασης από την εκμισθώτρια ουσιώδους συμβατικού όρου, της εξ αυτής απώλειας της εγγύησης καλής λειτουργίας του μισθίου αυτοκινήτου, που ενδιέφερε πρωτίστως την μισθώτρια, και της μεταβολής των προσωπικών σχέσεων των μερών, ήτοι του κλονισμού της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτών, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι όλα αυτά συνέβησαν το πρώτο έτος της τετραετούς μίσθωσης, δεν πληρούν το πραγματικό της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου για καταγγελία της μίσθωσης από μέρους της μισθώτριας και να απορρίψει την αγωγή ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να κρίνει ότι τα περιστατικά αυτά, όπως ιστορούνται, υπάγονται στην ως άνω νομική έννοια και να ερευνήσει την ουσιαστική βασιμότητα αυτών, παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών, και συνεπώς υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει δε να γίνουν δεκτοί, ως βάσιμοι, οι 1ος, 3ος, 4ος και 5ος λόγος του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αυτά..
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν ερμηνευτικές αρχές εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων. Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες όταν, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει, για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις των ως άνω άρθρων ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται, επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίον προβάλλεται παραβίαση ευθέως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την μη προσφυγή σ' αυτούς σχετικά με την βούληση των μερών να διατηρήσουν το όχημα σε άριστη κατάσταση καθ' όλο το διάστημα της μισθωτικής σχέσης, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατ' έφεση, όπως προαναφέρθηκε, απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, δεν ερεύνησε την ουσία αυτής και, συνεπώς δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων ως προς την προαναφερόμενη συμφωνία ώστε να παραστεί ανάγκη να προσφύγει στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνηση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο διότι είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε και προτάσεις (αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 938/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Και Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το παράβολο που κατέθεσε με αριθμούς διπλοτύπων …, …, …, …, …, …(Δημοσίου) και …, …και …(ΤΑΧΔΙΚ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ