Legislator Case Law & Legislation
1725/2012 AI generated

1725/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1725/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1725/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 556§2, 570§§1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτά ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Keywords

AI generated
water rights fee water policy stricter emission limitation water requirements water supply wastewater connection fee
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1725 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1725/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Σύνδεσμος διοίκησης - διαχείρισης Διυλιστηρίου και αγωγών εξωτερικού δικτύου ύδρευσης των Δήμων Άμφισσας, Ιτέας, Γαλαξιδίου" που εδρεύει στην Άμφισσα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Της αναιρεσίβλητης: "Εταιρίας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης", (Ε.Υ.Δ.Α.Π), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Κωνσταντίνα Καπλάνη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Φεβρουαρίου 1991 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3255/1993 μη οριστική, 10328/1997 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3261/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί το αναιρεσείον με τις από 17 Νοεμβρίου 2000 δύο αιτήσεις του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 5 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των αιτήσεων αναιρέσεως.

Η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη των αιτήσεων και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεση του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης αναφορικά με εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την απόφαση αυτή Με την κρινόμενη αναίρεση προσβάλλονται τόσο η 3261/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, λόγω του εκπρόθεσμου της ασκήσεώς της, όσο και η 10328/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε, ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή της αναιρεσίβλητης. Το δικόγραφο της αίτησης , όπως εξ αυτού προκύπτει, έχει κατατεθεί αφενός στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, αλλά και στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως βεβαιώνεται από την με ημερομηνία 20-11-2000 πράξη κατάθεσης.

Συνεπώς πρέπει να ερευνηθεί η κρινόμενη αίτηση για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

2. Κατά το μέρος που η κρινόμενη αίτηση στρέφεται κατά της 3262/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, σημειώνονται τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 στοιχ. δ', 127 παρ.1 129 και 139 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι στην περίπτωση επίδοσης δικογράφων σε νομικό πρόσωπο, πρέπει το έγγραφο να εγχειρίζεται στον κατά νόμο ή το καταστατικό του νόμιμο εκπρόσωπο αυτού, το ονοματεπώνυμο του οποίου πρέπει και να αναγράφεται στη συντασσόμενη από το δικαστικό επιμελητή έκθεση επίδοσης.

Αν αυτός δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη μεν περίπτωση, κατά σειρά, σε ένα από τα αναφερόμενα στο άρθρο 128 πρόσωπα, στη δεύτερη δε περίπτωση σε οποιοδήποτε από τα αναφερόμενα στο άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ πρόσωπα, ανεξαρτήτως σειράς, πρέπει δε και στις δύο περιπτώσεις να αναγράφεται στην έκθεση επίδοσης το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο εγχειρίστηκε το έγγραφο που επιδόθηκε.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 114, 115 και 117 του ΠΔ 410/1995 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), που ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, συνάγεται ότι νόμιμος εκπρόσωπος του Δήμου είναι ο Δήμαρχος, ο οποίος όταν απουσιάζει ή κωλύεται στα καθήκοντά του, αναπληρώνεται από τον αντιδήμαρχο που ορίζεται από αυτόν, όταν απουσιάζει δε και αυτός ή κωλύεται στα καθήκοντά του, από άλλο αντιδήμαρχο και αν δεν υπάρχει, από σύμβουλο του επιτυχόντος συνδυασμού που ορίζεται από το Δήμαρχο.

Αν δεν έχει ορισθεί και σύμβουλος, καθήκοντα Δημάρχου ασκεί ο σύμβουλος που έχει εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους και σε ισοψηφία αυτός που είναι γραμμένος πρώτος στην απόφαση του δικαστηρίου. Σύμφωνα, επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 116 του ίδιου πιο πάνω ΠΔ, ο δήμαρχος μπορεί, με απόφασή του, να αναθέτει την υπογραφή ορισμένων εγγράφων (όπως λ.χ.

των εκθέσεων επίδοσης) και πιστοποιητικών σε δημοτικό σύμβουλο ή στον πρόεδρο του συμβουλίου δημοτικού διαμερίσματος ή στον πρόεδρο τοπικού συμβουλίου ή στον πάρεδρο ή προϊστάμενο δημοτικής αρχής ή σε άλλο μόνιμο υπάλληλο του δήμου. Με τα δεδομένα αυτά, η επίδοση εγγράφου προς Δήμο πρέπει να γίνεται στο Δήμαρχο και εφόσον αυτός απουσιάζει ή κωλύεται στα καθήκοντά του, στα πρόσωπα που τον αναπληρώνουν ή στον εξουσιοδοτημένο από το δήμαρχο πρόσωπο για την υπογραφή ορισμένων εγγράφων.

Αν ο παραλήπτης της επίδοσης δεν βρίσκεται στο δημοτικό κατάστημα η παράδοση του εγγράφου γίνεται στα χέρια ενός από τα πρόσωπα αναγράφονται στο άρθρο 129 ΚΠολΔ, το οποίο, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, εφαρμογή έχει και στα ν.π.δ.δ. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 206 και 207 του ίδιου ΠΔ, προβλεπόταν η σύσταση συνδέσμων δήμων ή κοινοτήτων ή δήμων και κοινοτήτων, υπό τους προβλεπόμενους εκεί όρους και προϋποθέσεις.

Από τη διάταξη 208 παρ 1 του ίδιου ΠΔ προβλεπόταν ότι το διοικητικό συμβούλιο του συνδέσμου που έχει μέχρι έντεκα μέλη, έχει τις αρμοδιότητες του κοινοτικού συμβουλίου και ο πρόεδρος του τις αρμοδιότητες του προέδρου της κοινότητας. Οι σχετικές διατάξεις που αφορούν τις κοινότητες εφαρμόζονται αναλόγως ως προς τη Διοίκηση του συνδέσμου.

Έτσι λοιπόν, όσον αφορά τις επιδόσεις στους εν λόγω συνδέσμους πρέπει να ακολουθείται η διαγραφομένη πιο πάνω διαδικασία για τους δήμους και τις κοινότητες. Εξάλλου, η διαλαμβανόμενη στην έκθεση επιδόσεως βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή ότι λόγω απουσίας του παραλήπτη από το γραφείο, εργαστήριο κ.λπ.

παρέδωσε το έγγραφο σε υπάλληλο αυτού κατά το μέρος που αφορά την ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου ως υπαλλήλου, αποτελεί κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη, αφού το πιο πάνω γεγονός είναι από εκείνα των οποίων την αλήθεια όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης της εκθέσεως επιδόσεως δικαστικός επιμελητής, για να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 129 παρ.1 ΚΠολΔ νομότυπη επίδοση.

Επιτρέπεται όμως ως προς αυτήν ανταπόδειξη, στην οποία βαρύνεται κατά νόμο εκείνος που αμφισβητεί την ως άνω ιδιότητα του παραλαβόντος προσώπου ως υπαλλήλου ή διευθυντή ή συνεργάτη κ.λπ. χρησιμοποιώντας προς τούτο τα επιτρεπόμενα στην οικεία διαδικασία αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα και με την αντίστοιχη τηρούμενη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η επίδικη διαφορά.

Άλλωστε η ελαττωματικότητα της επιδόσεως κατ' άρθρα 159 παρ. 1 και 160 παρ. 1 ΚΠολΔ ως παράβαση διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία διαδικαστικής πράξης που συνεπάγεται ακυρότητα, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά μετά από πρόταση του διαδίκου και υπό τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, και μόνο αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, αυτή επέφερε ανεπανόρθωτη βλάβη στον προτείνοντα διάδικο, η οποία δεν μπορεί επανορθωθεί διαφορετικά.

Τούτο διότι, για τη τήρηση του σχετικού τύπου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 159, 544 και 559 του ΚΠολΔ, δεν προβλέπεται ακυρότητα, αλλά ούτε δίδεται αναψηλάφηση ή αναίρεση. Το δικαστήριο δε, έχει εξουσία να δεχθεί ή απορρίψει την ύπαρξη του προτεινόμενου πραγματικού γεγονότος της βλάβης από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διατάξει γι' αυτό απόδειξη και η σχετική κρίση του, ως αναγόμενη στα πράγματα, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Ο διάδικος όμως που δεν μπόρεσε να ασκήσει εμπρόθεσμη έφεση, δύναται, αν η εκπρόθεσμη άσκηση αυτής οφείλεται, σε ελαττωματικότητα της επιδόσεως της πρωτόδικης απόφασης να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, με την έννοια προσδόσεως με δικαστική απόφαση στην εκπρόθεσμη άσκηση της έφεσης, της έννομης ενέργειας, που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.

Το αίτημά του αυτό με τη συνδρομή της ανεπανόρθωτης βλάβης και ο ισχυρισμός με τον οποίο αμφισβητεί την ιδιότητα του παραλαβόντος θα πρέπει να υποβάλλονται με το δικόγραφο της έφεσης ή με τις προτάσεις του, στα οποία (δικόγραφα) θα πρέπει να επικαλείται και τα προς απόδειξη μέσα. Τέλος, κατά το άρθρο 562§2 του ΚΠολΔ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναίρεσης, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νόμιμα προβληθεί ενώπιον αυτού (Ολ.ΑΠ 15/2001, 43/1990).

Επίσης, από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 556§2, 570§§1 και 2, 577, 579 και 581 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτά ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού.

Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την έφεση που άσκησε ο αναιρεσείων κατά της 10328/1997 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην του στην μετ' απόδειξη συζήτηση, ως εκπρόθεσμη. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: "Φέρεται προς εκδίκαση η από 13-¬11-1998 έφεση του εναγομένου Συνδέσμου Δήμων και Κοινοτήτων με την επωνυμία "Σύνδεσμος για την Κατασκευή-Διοίκηση και.

Διαχείριση Διυλιστηρίου υδρεύσεως των Δήμων Αμφίσσης και Δελφών και των γύρω Κοινοτήτων από τα ύδατα της λίμνης Φράγματος Μόρνου", κατά της οριστικής αποφάσεως 10328/1997 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του εκκαλούντος. Η έφεση αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που καθορίζει η διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 ΚΠολΔ, από την επίδοση της εκκαλουμένης την 1-10-1998 (βλ.

την προσκομιζόμενη με αριθμό 12849/1-10-98 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άμφισσας ...), δεδομένου ότι αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 13-11-1998 (βλ. σχετική έκθεση στο προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο). Σημειώνεται ότι, κατά την παρ.1 περ. β' του άρθρου 513 ΚΠολΔ όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 3 παρ.18α του ν. 2207/1994. "Κατά των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην, έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευσή τους" και συνεπώς στην περίπτωση αυτή οι προθεσμίες ανακοπής ερημοδικίας και εφέσεως συντρέχουν.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη η εν λόγω έφεση (άρθρ. 532 ΚΠολΔ) και. να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του εκκαλούντος". Από το περιεχόμενο της επίμαχης έκθεσης επιδόσεως το οποίο και συνομολογείται από τον αναιρεσείοντα, προκύπτει ότι ο αναφερόμενος πιο πάνω δικαστικός επιμελητής διαβεβαιώνει σ' αυτήν τα εξής: "...

και αφού δεν βρήκα στα γραφεία του συνδέσμου, που βρίσκονται στην ... το νόμιμο εκπρόσωπο αυτού, επέδωσα την παραπάνω απόφαση στον εξουσιοδοτημένο υπάλληλο για την παραλαβή των δικογράφων, όπως μου εδήλωσε κ. Ε. Κ.". Ο αναιρεσείων υπό την επίκληση του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται τα εξής: "Η επίδοση όμως αυτή δεν είναι νόμιμη γιατί ούτε το διοικητικό μου συμβούλιο, ούτε ο πρόεδρος του, ούτε άλλοι κατά σειρά (σε απουσία και κώλυμα του) νόμιμοι αναπληρωτές του, έδωσαν με νόμιμο τρόπο (απόφαση του συμβουλίου, πράξη του προέδρου και των αναπληρωτών του κατά περίπτωση δημοσιευομένη στον κατά τα άνω ειδικό χώρο) εξουσιοδότηση στο φερόμενο ως παραλαβόντα την απόφαση υπάλληλο μου, να παραλαμβάνει δικόγραφα ή εν γένει έγγραφα, ούτε στην έκθεση αναγράφεται ότι δε βρήκε ο δικαστικός επιμελητής στα γραφεία μου, όχι απλά και μόνο και αόριστα το νόμιμο εκπρόσωπο μου, (ποιόν εννοεί άραγε;), αλλά και τους κατά σειρά νομίμους αναπληρωτές του, μόνους δικαιούμενους να παραλάβουν την απόφαση.

Όμως όλα αυτά είχε υποχρέωση να κάμει ο δικαστικός επιμελητής και αφού εξακριβώσει την πραγματική απουσία από τα γραφεία μου κάθε κατά σειρά νομίμου εκπροσώπου μου, και αφού τα βεβαιώσει αυτά στην έκθεση του, (σύμφωνα με τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν), να προβεί σε κατά νόμιμο τρόπο επίδοση της απόφασης.

Η βαλλόμενη λοιπόν απόφαση του Εφετείου Αθηνών πρέπει να αναιρεθεί και γιατί δεν έλαβε υπ' όψη της, για να κρίνει το νόμιμο της επιδόσεως, όλες της προπαρατεθείσες διατάξεις". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, με τον οποίο δεν αμφισβητείται ο χρόνος και ο τόπος της επίδοσης, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος καθόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι την κατά την άποψη του, ακυρότητα της έκθεσης, υπό την επίκληση ανεπανόρθωτης βλάβης προέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με έναν από τους πιο πάνω αναφερόμενους τρόπους.

Τούτο άλλωστε (η μη προβολή), προκύπτει και από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της έφεσης και των προτάσεών του, καθώς και εκείνων της αντιδίκου του τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων. Σημειώνεται ότι με τις κατατεθείσες στις 16-3¬2000, προτάσεις της, η αντίδικός του επεσήμανε το εκπρόθεσμο της έφεσης.

Ο αναιρεσείων όμως αν και κατέθεσε τις προτάσεις του μεταγενέστερα (27-3-2000), σε ουδεμία αναφορά προβαίνει σχετική με τυχόν ακυρότητα της εκθέσεως επιδόσεως. Με τον ίδιο λόγο κατά το υπόλοιπο μέρος του ισχυρίζεται ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο ψευδώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις τις σχετικές με τις επιδόσεις των δικογράφων στους Ο.Τ.Α.

και στους συνδέσμους που αυτοί ιδρύουν, ενώ περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και συνεπώς υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Τούτο διότι, και στις δυο πιο πάνω περιπτώσεις η παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου κανόνα δικαίου αναφέρεται στις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και όχι στις σχετικές με την εφαρμογή δικονομικών διατάξεων, όπως είναι και εκείνες των άρθρων 518, 124 και 129 ΚΠολΔ, έστω και αν με αυτές διασφαλίζεται η άσκηση του δικαιώματος ακρόασης των διαδίκων.

3. Κατά το μέρος, που η αίτηση στρέφεται κατά της 10.328/1997 οριστικής απόφασης του πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σημειώνονται τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των άνω διατάξεων 503 παρ.1, 513 παρ.1και 518 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η προθεσμία της εφέσεως για την ερήμην απόφαση αρχίζει από την επίδοσή της και τρέχει συγχρόνως με την προθεσμία ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας.

Μετά δε την κατάργηση των άρθρων 506 και 515 του ΚΠολΔ με το άρθρο 3§§15 και 19 του ν. 2207/1994 η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά οποιασδήποτε ερήμην αποφάσεως δεν αναστέλλει την προθεσμία της εφέσεως, σε περίπτωση δε απορρίψεως της ανακοπής ερημοδικίας η κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως έφεση δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλει και την ερήμην εκδοθείσα απόφαση, κατά της οποίας στράφηκε η ανακοπή.

Περαιτέρω η προθεσμία της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά το άρθρο 564§3ΚΠολΔ αν η απόφαση δεν επιδοθεί είναι τρία χρόνια και αρχίζει από την δημοσίευσή της, αν δε επιδοθεί και ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως. Η προθεσμία δε ασκήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, και ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία ασκήσεως εφέσεως κατ' αυτής.

Η πρώτη ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης οπότε η πρωτόδικη απόφαση έγινε τελεσίδικη, υποκείμενη σε αναίρεση. Περαιτέρω από ίδιες πιο πάνω διατάξεις, συνάγεται ότι για τον διάδικο που έχει ασκήσει εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία και απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως αρχίζει όχι από την επίδοση της απορριπτικής αποφάσεως του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, αφότου και έγινε τελεσίδικη.

Η αντίστοιχη εκδοχή, δηλαδή η λήψη υπόψη ως εναρκτήριου χρονικού σημείου άσκησης αναίρεσης κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, της επίδοσης της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η έφεση ως εκπρόθεσμη, θα παρείχε την δυνατότητα στον διάδικο, ασκώντας οποτεδήποτε εκπρόθεσμη έφεση, να καταστρατηγεί τις διατάξεις για την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως.

Το εμπρόθεσμο δε της ασκήσεως αναιρέσεως αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη της παρούσης, με την προσβαλλομένη 3261/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντα, κατά της 10328/1997 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, διότι είχε ασκηθεί εκπροθέσμως με την κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 13-11-1998, δηλαδή μετά την πάροδο της κατά το άρθρο 518 παρ 1 ΚΠολΔ 30ήμερης προθεσμίας, που άρχισε από την επομένη της επίδοσης της αποφάσεως και έλαβε χώρα την 1-10-1998, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 12847/1998 έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Άμφισσας, ..., και έληξε στις 2-11-1998. Έκτοτε δε ακολούθως, άρχισε και η προθεσμία αναιρέσεως κατά της πρωτοβαθμίου αποφάσεως, για τον αναιρεσείοντα, ο οποίος άσκησε κατ' αυτής την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας, αίτηση, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 20-11-2000, δηλαδή μετά την πάροδο και της κατά το άρθρο 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ, 30ήμερης προθεσμίας. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως κατά το δεύτερο σκέλος της, είναι απαράδεκτη ως εκπροθέσμως ασκηθείσα. Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατ' άρθρο 307 του ΠΔ 410/1995, όπως ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-10-2000 αίτηση αναιρέσεως του "Συνδέσμου Διοίκησης-Διαχείρισης Διυλιστηρίου και αγωγών εξωτερικού δικτύου ύδρευσης των Δήμων Άμφισσας, Ιτέας και Γαλαξιδίου", κατά 1) της 3261/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και 2) κατά της 10328/1997 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ