1725/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1725/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά έχει ασκηθεί κατά της 187/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη με την πάροδο από τη δημοσίευσή της, την 5-10-2006, της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση κατ' αυτής, όπως άλλωστε ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ο αναιρεσίβλητος δε Δήμος δεν το αμφισβητεί.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1725 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1725/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας : Ε. συζ. Α. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Τριαντάφυλλο Εμμανουηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Ιωλκού" Μαγνησίας, που εκπροσωπείται από τον κ. Δήμαρχο Ιωλκού, κάτοικο Ανακασιάς Πηλίου, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Παπαγιαννίτση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2004 (αριθμ. καταθ. 66/18-2-2005) αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βόλου.
Εκδόθηκε η απόφαση: 187/2006 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-5-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 21-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά έχει ασκηθεί κατά της 187/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Βόλου, δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση έχει ήδη καταστεί τελεσίδικη με την πάροδο από τη δημοσίευσή της, την 5-10-2006, της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών του άρθρου 518 παρ.2 ΚΠολΔ χωρίς να έχει ασκηθεί έφεση κατ' αυτής, όπως άλλωστε ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ο αναιρεσίβλητος δε Δήμος δεν το αμφισβητεί.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι, λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δίκαιου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται οι πλατείες και οι οδοί αδιακρίτως.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν. 2 § 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22, 3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (vetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Εκείνος που ισχυρίζεται ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει το νόμιμο τρόπο με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας. Προκειμένου, επομένως, να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη αγωγή, η οποία θεμελιώνεται στην ιδιότητα του πράγματος ως κοινοχρήστου, πρέπει να καθορίζονται στην απόφαση όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα κατά νόμο, δηλαδή, κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ ΒΡΔ, που προπαρατέθηκαν, για την εφαρμογή του θεσμού της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας.
Έτσι. αρκεί η αναφορά στην απόφαση της ιδιότητας του πράγματος ως κοινοχρήστου της κτήσης της εν λόγω ιδιότητας με την κοινή χρήση του πράγματος από δύο κατά συνέχεια γενεές (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα), αλλά απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται σ' αυτή, ότι η αρχαιότητα στην κοινή χρήση είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο εισαγωγής του ΑΚ (23-2-1946).
Διαφορετικά η απόφαση αρκείται σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που απαιτούν οι διατάξεις του ΒΡΔ, που προμνημονεύθηκαν, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, επί της ένδικης από 30-1-2004 αγωγής του αναιρεσίβλητου Δήμου Ιωλκού Νομού Μαγνησίας, που είχε ως βάση τις ως άνω διατάξεις του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου για την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 966, 967, 968, 973 και 1094 ΑΚ με την οποία -αγωγή-ο προαναφερόμενος Δήμος είχε ζητήσει να αναγνωριστεί η κυριότητά του στην περιγραφόμενη κατά θέση, έκταση και όρια επίδικη έκταση και να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, που, κατά την ανοικοδόμηση του περιγραφόμενου ακινήτου της αυθαίρετα την κατέλαβε, να του την αποδώσει, το Ειρηνοδικείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Η επίδικη εδαφική έκταση, κατά την αγωγή, βρίσκεται βορειοδυτικά, βορειοανατολικά και δυτικά των παραπάνω ακινήτων της εναγομένης, έχει εμβαδόν 284,75 τ.μ.
και συνορεύει δυτικά επί προσόψεως μήκους 10,18 μέτρων εν μέρει με δημοτική οδό και επί πλευράς συνολικού μήκους (7,28+4,47+3,68=) 15,43 μέτρων εν μέρει με ιδιοκτησία της εναγομένης, νοτιοδυτικά επί πλευράς συνολικού μήκους (5,54+6,02+2,16+2,01=) 15,73 μέτρων εν μέρει με την ιδιοκτησία Ό. Κ. και επί πλευράς μήκους 12,18 μέτρων εν μέρει μι την ιδιοκτησία της εναγομένης, νοτιοανατολικά επί πλευράς μήκους 0,60 μέτρων με την ιδιοκτησία Κ., ανατολικά επί προσόψεως μήκους 6,88 μέτρων με δημοτική οδό και επί πλευράς μήκους (7,98+10,59=) 18,57 μέτρων με δημοτική έκταση και βόρεια επί προσόψεως συνολικού μήκους (7,88+5,85+13,58=) 27,31 μέτρων με δημοτική οδό (βλ.
το από 2-12-1999 τοπογραφικό διάγραμμα του διπλωματούχου τοπογράφου μηχανικού Β. Ν., συνημμένο στην ένδικη αγωγή). Την έκταση αυτή ο ενάγων Δήμος ισχυρίζεται, ότι η εναγόμενη την κατέλαβε με την κατασκευή περίφραξης από οπλισμένο σκυρόδεμα και την ενσωμάτωσε στην παρακείμενη νοτιοδυτικά του διερχόμενου δημοτικού δρόμου ιδιοκτησία της.
Από τα αμέσως κατωτέρω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που προσάγουν αμφότερες οι διάδικες πλευρές, αποδεικνύεται τόσο ο κοινόχρηστος δημοτικός χαρακτήρας όχι ολόκληρης, αλλά μέρους της επίδικης έκτασης, όσο και η μερική κατάληψη αυτής από την εναγομένη. Ειδικότερα, τα παραπάνω κρίσιμα για την έκβαση της παρούσης δίκης πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται κυρίως από την υπ' αριθμ.6841/2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ.
Τ., από την οποία προκύπτει ότι: α) τμήμα της επίδικης έκτασης, εμβαδού (64,79+35,24=) 100,03 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Σ-Τ-Ο-Π-Ρ-Σ και φ-γ-Γ-Δ-Φ στο από μηνός Σεπτεμβρίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του ως άνω τοπογράφου μηχανικού-πραγματογνώμονα ανήκει αναμφίβολα στους τίτλους κτήσεως της εναγομένης και των δικαιοπαρόχων της, β) τμήμα της ίδιας έκτασης, εμβαδού (36,66+49,64+31,56=) 117,86 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Τ-Η, Ε-Ζ-Η-Τ-Σ-Ε και Α-Β-γ-Φ-Α στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα δεν ανήκει στην ιδιοκτησία της εναγομένης και των προκατόχων της, αλλά αποτελεί τμήμα της κοινόχρηστης περιφερειακής οδού Αγίου Ονούφριου και γ) τμήμα της ιδίας ως άνω εκτάσεως με τα στοιχεία Β-Ε-Ρ-Γ-Β (το μεγαλύτερο μέρος του οποίου τμήματος με στοιχεία Β-Ε-Σ- γ -Β αποτελεί κοινόχρηστη δημοτική οδό) δεν έχει καταληφθεί από την εναγομένη, αλλά από τις μη διαδίκους Ό.
και Ε. Κ.. Η παραπάνω πραγματογνωμοσύνη με τα ανωτέρω συμπεράσματα της κρίνεται πειστική και αξιόπιστη από το Δικαστήριο, αφενός μεν διότι δεν αμφισβητείται από κανέναν διάδικο, αφετέρου δε διότι επιβεβαιώνεται και από τα υπόλοιπα στοιχεία της δικογραφίας και της εν γένει αποδεικτικής διαδικασίας, τα οποία τέθηκαν υπόψη του εν λόγω πραγματογνώμονα, όπως και ο ίδιος βεβαιώνει στην ως άνω έκθεση του, και ειδικότερα από : 1) το προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα του από 2-12-1999 του τοπογράφου μηχανικού Β.
Ν., 2) όλες τις έγχρωμες φωτογραφίες του ενάγοντος, στις οποίες φαίνονται καθαρά τόσο η επίδικη έκταση (η οποία αποτελεί το πεζοδρόμιο της υπάρχουσας κοινόχρηστης περιφερειακής οδού), όσο και η γενομένη μερική κατάληψη αυτής από την εναγόμενη με την κατασκευή της περίφραξης 3) τις ένορκες καταθέσεις του ιδίου μάρτυρα απόδειξης, που εξετάσθηκε τόσο κατά τη σημερινή δικάσιμο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όσο και κατά τη δικάσιμο της 3-4-2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου,
οι οποίες κρίνονται αξιόπιστες και πειστικές από το Δικαστήριο, διότι επιβεβαιώνονται από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και κυρίως από την διενεργηθείσα πραγματογνωμοσύνη και τις ως άνω φωτογραφίες του επίδικου χώρου και ο οποίος καταθέτει επί λέξει τα εξής στα υπ' αριθμ. 263/2001 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου: "...
Από το έτος 1975 και για πολλά χρόνια ήμουν Κοινοτικός Σύμβουλος. Τώρα είμαι αντιδήμαρχος του Δήμου Ιωλκού ... Πριν περίπου δέκα (10) χρόνια είδαμε την Ν. (εναγομένη) να κάνει ενέργειες εκτός της ιδιοκτησίας της και συγκεκριμένα σε δασική και κοινοτική έκταση...Πίσω από την αστρέχα του σπιτιού της Ν. άρχιζε η περιοχή της Μακρινίτσας.. .Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι από τη Ν.
έγινε κατάληψη έκτασης, που δεν της ανήκει. Η ιδιοκτησία του Α. (δικαιοπαρόχου) σταματούσε στην αστρέχα του σπιτιού του. Από εκεί και πέρα υπήρχαν πεύκα και η σήτα περιφράξεως από το Δασαρχείο", ενώ και στα από 10-2-2006 ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά του Ειρηνοδικείου Βόλου καταθέτει αυτολεξεί τα ακόλουθα: "...
Η κοινότητα Ονούφριου πίσω από την αστρέχα δεν δικαιούτο τίποτα ... Υπάρχει το παλιό κτίσμα, το πατρικό της Ν., και μετά από αυτό το κτίσμα ήταν ο δρόμος. Η Ν. πήρε καμιά δεκαριά μέτρα προς το δρόμο. Τον κατέλαβε. Το' χει χτίσει το μέρος με πέτρα. Στη φωτ. 1 η κατάληψη έγινε μέχρι το κράσπεδο, ... όλο αυτό είναι καταπατημένο ... .
Έχει πάρει και πεζοδρόμιο ο Ν, ... Το όριο ήταν οι αστρέχες των σπιτιών ... Αυτά τα πράγματα έτσι τα βρήκα εγώ, έτσι τα θυμάμαι ..." και 4) την ένορκη κατάθεση του τοπογράφου μηχανικού και μάρτυρα ανταπόδειξης Χ. Α. (που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά της δίκης), ο οποίος καταθέτει επί λέξει τα εξής: "Η Ν.
ήταν πελάτισσα μου ... Νομίζω ότι έχει επεκταθεί λίγο η ιδιοκτησία του Ν., προς τα βόρεια, πολύ λίγο ... Εάν δεν ξέρεις άλλα στοιχεία, νομίζεις ότι έχει γίνει κατάληψη. ...". Είναι, δε, γνωστό ότι οι δημοτικοί δρόμοι και τα πεζοδρόμια αυτών αποτελούν κοινόχρηστα πράγματα (ΑΚ 967) και ανήκουν κατά κυριότητα (ΑΚ 968) στο Δήμο (ή στην Κοινότητα), στα διοικητικά όρια του οποίου περιλαμβάνονται.
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου περί του κοινόχρηστου χαρακτήρα μέρους της επίδικης εκτάσεως και περί της προσβολής του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος Δήμου με μερική κατάληψη αυτής από την εναγομένη δεν αναιρείται από κάποιο αντίθετο αποδεικτικό μέσο της τελευταίας, αλλά αντιθέτως ενισχύεται από τα ήδη προαναφερθέντα μέσα αυτής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο Δήμο κύριο επί των ανωτέρω-με το στοιχείο (β) αναφερόμενων-τμημάτων της επίδικης έκτασης, υποχρέωσε δε την ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη να του τα αποδώσει. Δεν διευκρινίζεται, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση η απαιτούμενη κατά νόμο αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση των επίδικων ως άνω τμημάτων από τους δημότες του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή αν η κοινή χρήση των τελευταίων είχε διαρκέσει δύο συνεχόμενες γενεές επί συνολικό χρονικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946).
Έτσι, που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα αξιούμενα από τις προμνημονευόμενες ουσιαστικές διατάξεις για την παραδοχή εν μέρει της ένδικης αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμης. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας, με την παραπάνω κρίση του, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προμνημονεύθηκαν, είναι βάσιμος και πρέπει γι' αυτό να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 187/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Βόλου.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Νοεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ