Supreme Court allows appeal against appellate court failure to consider sworn affidavits as independent evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's first ground of appeal, finding the appellate court erred by failing to explicitly consider a sworn affidavit submitted by the appellant. While the lower court mentioned general documents, it omitted specific reference to the sworn affidavit, which constitutes a distinct evidentiary means under Greek civil procedure law. Consequently, the Supreme Court quashed the appellate decision and remitted the case for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 338-341, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: A court must consider all evidence lawfully presented by parties; mere general reference to documents does not prove consideration of specific sworn affidavits, and failure to do so constitutes a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1725 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Μόνη η μνεία στην απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου, ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι ελήφθησαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει.
Αριθμός 1725/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Τερέζα Βασιλείου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3120/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-11-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 21-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 335, 338 έως 341 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 664 επ.
του ΚΠολΔ, περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που έγιναν νομοτύπως, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, δηλαδή ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Οι βεβαιώσεις αυτές αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα.
Επομένως μόνη η μνεία στην απόφαση του ουσιαστικού δικαστηρίου, ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι ελήφθησαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει. Θεωρείται δε ότι το αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση, έχει και προσκομιστεί, εφόσον η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο.
Εάν το Δικαστήριο δεν συνεκτιμήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι, ιδρύεται λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή, που ο αναιρεσείων είχε ασκήσει εναντίον της αναιρεσίβλητης. Ο αναιρεσείων, προς απόδειξη των θεμελιωτικών ισχυρισμών της αγωγής, ότι υπερείχε καταφανώς των παραπάνω συναδέλφων του και ότι η αναιρεσίβλητη, κατά κατάχρηση του δικαιώματος της, δεν τον τοποθέτησε στις θέσεις που προαναφέρθηκαν, που είναι ουσιώδεις, προσκόμισε και επικαλέστηκε, εκτός άλλων, και τη με αριθ. 352/2007 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε, νομότυπα, στον Ειρηνοδίκη Αθηνών από τον Ιωάννη Μπαμπαδήμα, ύστερα από νόμιμη κλήτευση της αναιρεσίβλητης.
Από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο, προκύπτει ότι γίνεται ρητή και σαφής επίκληση, καθώς και συνοπτική μνεία του περιεχομένου της. Ούτε όμως από τη γενική διαβεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε "τη με αριθ. 15140/25-9-2007 ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη Αθηνών", και "τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι", ούτε από το υπόλοιπο σκεπτικό της απόφασης αυτής προκύπτει, ενόψει και της προαναφερόμενης δικονομικής φύσης των ενόρκων βεβαιώσεων, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, αφού η τελευταία, σε αντίθεση με την πρώτη (15140/2007), δεν μνημονεύεται, ειδικώς, στην απόφαση, ούτε και γίνεται άλλη άμεση ή έμμεση αναφορά στο περιεχόμενο της.
Επομένως, το Εφετείο, εφόσον δεν προκύπτει ότι, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί της ουσίας της υπόθεσης, έλαβε υπόψη την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που θεωρείται ότι προσκομίστηκε, αφού η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου, το οποίο ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε και ο, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, πρώτος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλομένη απόφαση ν' αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές, να καταδικαστεί δε η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (176,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3120/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω έρευνα, ενώπιον του αυτού Εφετείου, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ