Legislator Case Law & Legislation
1725/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership transfer requiring notarized deed and registration.

Case Number 1725/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the lower court erred in rejecting evidence of original title acquisition, but the court found the appellant had explicitly waived the right to prove original title in the first instance. Consequently, the court ruled that the appellant failed to meet the statutory requirements for derivative ownership acquisition, which mandate a notarized deed and registration, and upheld the lower court's judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1033, 1192(1), 1198 Civil Code; Article 559(1), 559(19) Code of Civil Procedure: Derivative acquisition of real property rights requires a notarized deed and registration, and failure to prove original title when expressly waived renders the claim inadmissible.

Keywords

AI generated
derivative ownership acquisition notarized deed requirement property registration mandate waiver of evidence Civil Code provisions appeal dismissal real property title

Cited Legislation

AI generated
Articles 1033, 1192(1), 1198 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1725 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1725/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Μπάκα.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδημητρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1086/1999 μη οριστική, 1522/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4356/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-5-2006 αίτησή της και με τους από 11-2-2008 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, ανέγνωσε την από 7-3-2008 έκθεση της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192 αριθ. 1 και 1198 ΑΚ προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι α) η συμφωνία να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να υποβληθεί σε μεταγραφή και β) ο μεταβιβάσας να είναι κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Συνακόλουθα για την ουσιαστική βασιμότητα διεκδικητικής αγωγής ακινήτου (άρθρο 1094 ΑΚ), που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτόν τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το περιγραφόμενο στην αγωγή ως επίδικο ακίνητο να περιλαμβάνεται εντός των ορίων του ακινήτου που περιγράφεται στον μεταβιβαστικό τίτλο. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία της, τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμό ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Αποστόλου Ζέρβα, το οποίο μεταγράφηκε έκτοτε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αγόρασε από τους αληθείς συγκυρίους ΑΑ και ΒΒ, ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 318,50 μ2, κείμενο στη θέση "..." της Κοινότητας ..., εκτός σχεδίου, εμφαινόμενο με τον αριθμό 9 στο από 20-2-1956 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ... .

Το ακίνητο αυτό είναι ήδη οικόπεδο, εντός του ... οικοδομικού τετραγώνου του Δήμου ... και σύμφωνα με την αγωγή εμφαίνεται στο από Ιουλίου 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ... με τα στοιχεία Γ-Ι-Δ-Β-Η-Α-Β-Κ-Γ. Ο πραγματογνώμονας ... συνέταξε το από 12-3-2003 σχεδιάγραμμα, καθώς και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, αφού έλαβε υπόψη του το από 29-6-1997 σχεδιάγραμμα του ..., το από 20-2-1956 σχεδιάγραμμα του μηχανικού ..., το διάγραμμα αναθεωρήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου ..., που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 492/11-9-1981, τ.

Δ', το από Ιουλίου 1997 διάγραμμα του μηχανικού ..., το διάγραμμα τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου ..., που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 644/8-9-1988, τ. Δ', το από 18-7-1989 διάγραμμα εφαρμογής στο υπ' αριθμό ... οικοδομικό τετράγωνο του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ... του μηχανικού ..., το από 22-2-1526 διάγραμμα σκαρίφημα που έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμό ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασ. Μπόσδα, το από 1-6-1927 διάγραμμα του μηχανικού ..., το από Ιανουαρίου 1966 διάγραμμα του μηχανικού ..., το από Μαΐου 1978 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ..., το από Δεκεμβρίου 1984 διάγραμμα του μηχανικού ..., το από Δεκεμβρίου 1990 διάγραμμα του μηχανικού ..., το από 15-3-93 διάγραμμα του μηχανικού ...

και το από 5-8-1918 διάγραμμα του γεωμέτρου ..., καθώς και τις υπ' αριθμούς ..., ..., ..., ... και ... αεροφωτογραφίες του ΥΠΕΧΩΔΕ και αφού εφάρμοσε επί του εδάφους τους τίτλους της ενάγουσας, δηλαδή το υπ' αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, καθώς και τους τίτλους των δικαιοπαρόχων της, δηλαδή το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αν.

Μπουρνιά και το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικ. Σκούταρη, αλλά και τους τίτλους που επικαλέσθηκε η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη - αναιρεσίβλητη και κατέληξε στο πόρισμα ότι αυτό το επίδικο, που έχει εμβαδόν 51,44 μ2, περιλαμβάνεται εν μέρει στον ως άνω τίτλο της ενάγουσας, καθώς και τους προαναφερόμενους τίτλους των δικαιοπαρόχων της και εν μέρει στον τίτλο της εναγομένης.

Συγκεκριμένα το τμήμα που περιλαμβάνεται στους τίτλους της ενάγουσας και κατέχει παράνομα η εναγομένη, έχει έκταση 31,51 μ2, απεικονίζεται στο σχεδιάγραμμα που έχει επισυναφθεί στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης με τα στοιχεία Ι-Κ-Ι-Δ-Ε-Ι και συνορεύει βορειοδυτικά, επί πλευράς Ι-Ε, με ακίνητο της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, βορειονατολικά, επί πλευράς Ι-Κ, με ακίνητο ιδιοκτησίας ..., νοτιοδυτικά, επί πλευράς Δ-Ε, με ακίνητο ιδιοκτησίας ... (πρώτου εναγομένου, -που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη-) και νοτιοανατολικά, επί πλευράς Κ-Δ, με υπόλοιπο ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας.

Το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου αυτού (των 51,44 μ2), το οποίο απεικονίζεται στο ως άνω σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα με τα στοιχεία Ο-Ι-Ε-Ζ-Η-Ο, περιλαμβάνεται στον τίτλο της εναγομένης, η οποία κατέχει αυτό νομίμως. Αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έγινε κυρία, με παράγωγο τρόπο, του τμήματος των 31,51 μ2 από αυτό που κατέχει η εναγομένη (51,44 μ2) και όχι και του υπολοίπου των 19,93 μ2.

Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι εμπεριστατωμένη και αιτιολογημένη". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εν μέρει, την ένδικη διεκδικητική αγωγή, κατά τη βάση της, τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας στο επίδικο ακίνητο, ως προς το εδαφικό τμήμα του τελευταίου, εμβαδού 31,51 τετρ.

μέτρων επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθεώς τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1094, 1192 αριθ. 1 και 1198 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι η υπόλοιπη εδαφική έκταση του επίδικου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 19,93 τετρ.

μέτρων, δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους της αναιρεσείουσας, αλλά, αντίθετα, περιλαμβάνεται σε εκείνον της αναιρεσίβλητης και κατέχεται νόμιμα από την τελευταία. Οι πρώτος και δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι του αναιρετηρίου, καθώς και οι συναφείς με αυτούς πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, αντίστοιχα, πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την ένδικη αγωγή εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς εδαφική έκταση του επίδικου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 31,51 τετρ.

μέτρων και περαιτέρω με το να μη διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η έκταση του όλου στην αγωγή περιγραφομένου οικοπέδου, εμβαδού 318,50 τετρ. μέτρων, το οποίο αγόρασε η ίδια από αληθείς συγκυρίους, παραμένει αμείωτη και ότι αν αφαιρεθεί απ' αυτή εκείνη, εμβαδού 19,93 τετρ. μέτρων, έχει καταληφθεί και κατέχεται παράνομα από άλλο πρόσωπο έκταση ίση με την επίδικη, καθώς, επίσης και με το να μη διαλάβει στην εν λόγω απόφασή του ότι η τελευταία αυτή έκταση (των 19,93 τετρ.

μέτρων) περιλαμβάνεται ή όχι στην εδαφική έκταση των 318,50 τετρ. μέτρων, παραβίασε ευθέως τις προμνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και με ελλιπείς, αλλιώς ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και τη διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και ο συναφής με αυτόν δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή εξέφραζε παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, απορρίφθηκε με αυτή η ένδικη διεκδικητική αγωγή της κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο (τακτικής και έκτακτη χρησικτησία), χωρίς καμιά ουσιαστική έρευνα, διότι δέχτηκε ότι αυτή παραιτήθηκε από τη βάση της χρησικτησίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Εξάλλου, ως έγγραφα, με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 Κ.Πολ.Δ, ως αποδεικτικών μέσων, δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα δικόγραφα της αγωγής, της ανταγωγής κ.ά., οι προτάσεις των διαδίκων, η εισηγητική έκθεση ή τα πρακτικά της δίκης, οι αποφάσεις της ίδιας δίκης κ.ά. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με αυτή το περιεχόμενο των με αριθμό 1086/16-2-1999 πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από τον αγωγικό της ισχυρισμό περί κτήσης ίδιας κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, καθώς και από τις αποδείξεις με μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. (Ολ. 25/2003, 12/2000 και 3/1997).

Πράγματα, επίσης, θεωρούνται, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, οι διάφορες βάσει της αγωγής, καθώς και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε, αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.

ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο μεν λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ, α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί την ύπαρξη ανύπαρκτης δήλωσης της αναιρεσείουσας περί παραίτησής της από τις αποδείξεις με μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα και από την περιεχόμενη στην ένδικη διεκδικητική αγωγή της βάση περί κτήσης ίδιας κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με τον πέμπτο δε λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται, επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ.

β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να απορρίψει "ως αβάσιμο" το λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή εξέφραζε το παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης ως προς την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγικής βάσης περί κτήσης ίδιας κυριότητάς της το επίδικο ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), χωρίς κατ' ουσίαν έρευνα του εν λόγω λόγου, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέοι ο πρώτος μεν απ' αυτούς ως αόριστος, γιατί δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι ο επίμαχος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί μη ρητής δήλωσής της περί παραίτησής της από τις αποδείξεις με μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα και περί παραίτησής της, επίσης, από την αγωγική βάση, τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ο δεύτερος δε ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη τον περιεχόμενο σ' αυτόν λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως αβάσιμο.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ., που καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, η οποία είναι συνέπεια του απαλλοτριωτού των ιδιωτικών δικαιωμάτων και διαδραματίζει καθοριστικό λόγο στη διαγνωστική διαδικασία για τη διαμόρφωση του δικανικού της απόφασης ως προς την ελάσσονα πρόταση, το δικαστήριο ενεργεί μόνο μετά από αίτηση του διαδίκου, ο οποίος προκαλεί με αγωγή, αίτηση, ένδικο μέσο ή βοήθημα ή εν γένει ένσταση την έναρξη κύριας ή παρεμπίπτουσας δίκης και γενικά την ενέργεια πράξεων του δικαστηρίου.

Το τελευταίο, δηλαδή, περιορίζεται στο οριοθετούμενο από την αίτηση του διαδίκου αντικείμενο. Έτσι, αν εκδοθεί απόφαση, παρά την έλλειψη αίτησης, η οποία καθιστά ενεργό τη δικαιοδοτική κρίση του δικαστηρίου, τότε αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη, ο διάδικος δε μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα αυτή, αν δεν αποδεχθεί την άκυρη απόφαση, οποτεδήποτε, χωρίς κανένα χρονικό περιορισμό.

Έλλειψη αίτησης υπάρχει και όταν το δικαστήριο δέχεται, ότι έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ενώ στην πραγματικότητα δεν δηλώθηκε νομότυπα από τον ενάγοντα τέτοια παραίτηση, η οποία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 295 Κ.Πολ.Δ, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την ένδικη διεκδικητική ακινήτων αγωγή, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, επιστηρίζουσα την κυριότητά της στο σ' αυτή περιγραφόμενο οικόπεδο, εμβαδού 318,50 τετρ. μέτρων, στον παράγωγο τρόπο (πωλητήριο συμβόλαιο), καθώς και στον πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), ζήτησε, μεταξύ άλλων αιτημάτων, να αναγνωριστεί η κυριότητά της στο επίδικο εδαφικό τμήμα του προμνημονευόμενου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 51,44 τετρ.

μέτρων και να υποχρεωθεί η τρίτη εναγομένη,- ως προς την οποία παραδεκτά περιορίστηκε η εν λόγω αγωγή-και ήδη αναιρεσίβλητη, η οποία, κατά μήνα Δεκέμβριο 1996, το κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα, να της το αποδώσει. Κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής αυτής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, με προφορική δήλωσή τους, που καταχωρίστηκε στα με αριθμό 1086/16-2-1999 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, "ζήτησαν να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη και θα αποδεχθούν το πόρισμα του πραγματογνώμονα".

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με τη 1086/1999 προδικαστική απόφασή του, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, στηριζόμενη τόσο στον παράγωγο, όσο και στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας της αναιρεσείουσας στο επίδικο εδαφικό τμήμα, διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς την ταυτότητα του τελευταίου, ενόψει του προβαλλόμενου από μέρους της αναιρεσίβλητης, "πέραν της ένστασης ίδιας κυριότητας αυτής", ισχυρισμού της, ότι αυτό περιλαμβάνεται στον τίτλο κτήσης της ίδιας και της αδελφής της ΓΓ κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, δηλαδή, στο ...

διανεμητήριο συμβόλαιο. Μετά τη διενέργεια της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 1522/2004 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία δέχθηκε εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη αγωγή μόνο κατά τη βάση της, τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας της αναιρεσείουσας, ως προς εδαφικό τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 31,51 τετρ.

μέτρων, δεχόμενη περαιτέρω ότι "δεν αποδείχθηκε η άλλη βάση της αγωγής, που είναι ο πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας της επίδικης εδαφικής έκτασης, δηλ. με έκτακτη και τακτική χρησικτησία, διότι δεν αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα ασκούσε πράξεις νομής με διάνοια κυρίας, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο το ως άνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, αφού πέραν των ως άνω τίτλων και σχεδιαγραμμάτων, δεν προσκόμισαν οι διάδικοι κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, ούτε εξέτασαν μάρτυρες, προκειμένου η μεν ενάγουσα να αποδείξει την ως άνω βάση της αγωγής της, δε εναγομένη την καταλυτική της αγωγής ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότειναν με τις προτάσεις τους, οι οποίοι (διάδικοι), με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 1086/1999 απόφαση πρακτικά που συντάχθηκαν κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, ζήτησαν τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα επίδικα περιλαμβάνονται στους επικαλούμενους τίτλους των διαδίκων, το πόρισμα της οποίας (πραγματογνωμοσύνης), δήλωσαν ότι θα αποδεχθούν".

Ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πιο πάνω οριστικής απόφασης εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την εν λόγω έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, ότι: "Κατά τη συζήτηση της αγωγής οι διάδικοι ζήτησαν να διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας της ενάγουσας ή της εναγομένης, δήλώσαν ότι θα αποδεχθούν το πόρισμα αυτής και με τον τρόπο αυτό παραιτήθηκαν του δικαιώματος να εξετάσουν μάρτυρες αλλά και των ισχυρισμών τους περί κτήσεως κυριότητας επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο η ενάγουσα και περί κτήσεως ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η εναγομένη", περαιτέρω δε ότι: "Αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα έγινε κυρία, με παράγωγο τρόπο, του τμήματος των 31,51 μ2 από αυτό που κατέχει η εναγομένη (51,44 μ2) και όχι και του υπολοίπου των 19.93 μ2.

Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι εμπεριστατωμένη και αιτιολογημένη. Δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου κατά τρόπο πρωτότυπο - Η απόφαση αναφέρει "παράγωγο", από πρόδηλη προφανώς γραφική παραδρομή-. Αντιθέτως μάλιστα αυτή (όπως και η εναγομένη) περιόρισαν τους ισχυρισμούς τους στην κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και παραιτήθηκαν των αποδείξεων (με μάρτυρες και άλλα μέσα) η μεν ενάγουσα της σχετικής βάσεως της αγωγής της, η δε εναγομένη της ενστάσεώς της, κατά τα προεκτεθέντα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα προπαρατεθέντα πραγματικά γεγονότα, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Αμφότεροι οι λόγοι της εφέσεως, αναγόμενοι στα θέματα αυτά και υποστηρίζοντες τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ακολούθως πρέπει να απορριφθεί και η έφεση κατ' ουσίαν". Δέχθηκε, δηλαδή, το Εφετείο, ότι η αναιρεσείουσα, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, παραιτήθηκε ρητά από το δικαίωμά της της απόδειξης με μάρτυρες και άλλα αποδεικτικά μέσα του πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητάς της στο επίδικο εδαφικό τμήμα και όχι ότι παραιτήθηκε, επίσης, ρητά από το δικόγραφο της αγωγής ως προς τη βάση της τελευταίας, τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας αυτής-αναιρεσείουσας- στο εν λόγω εδαφικό τμήμα, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, θα έπρεπε, κατά παραδοχή της έφεσης, να εξαφανίσει αυτό την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την αγωγή ως προς την αμέσως πιο πάνω βάση της ως αναπόδεικτη και, ακολούθως, να κηρύξει καταργημένη τη δίκη ως προς την εν λόγω αγωγική βάση.

Με το να μην απορρίψει, επομένως, το Εφετείο ως απαράδεκτη την από 12-3-2003 κλήση της αναιρεσείουσας για την περαιτέρω μετά από απόδειξη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς τη βάση της, που στηρίζεται στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητάς της στο επίδικο εδαφικό τμήμα, για το λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν παραιτήθηκε ρητά από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής ως προς την αμέσως πιο πάνω βάση της, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ - πλημμέλεια, που, ας σημειωθεί, παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αφού αφορά ακυρότητα (σφάλμα) που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 562 § 2 περίπτ.

β' Κ.Πολ.Δ)-. Με τα δεδομένα αυτά ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, καθώς και ο συναφής με αυτόν τρίτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-5-2006 αίτηση της Χ για αναίρεση της 4356/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους από 11-2-2008 πρόσθετους λόγους της.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ