Legislator Case Law & Legislation
1725/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against Airline as non-party and rejects vague document distortion grounds.

Case Number 1725/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment against two airlines. The appellant argued the Second Instance Court distorted a debt document and failed to declare the claim inadmissible due to statute of limitations, but the court found these arguments vague and unsupported. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the appellant was not a party to the original trial and the substantive grounds lacked specific legal basis.

Legislator headnote

AI generated

Art. 558, 559 KPolD: An appeal against a non-party is inadmissible; vague allegations of document distortion without reference to specific legal rules are rejected as inadmissible.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal standing to appeal document distortion statute of limitations legal pleading standards

Cited Legislation

AI generated
Art. 558 KPolD
Art. 559 no. 20 KPolD
Art. 559 no. 14 KPolD
Art. 559 no. 16 KPolD
Art. 559 no. 10 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1725 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1725/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης τουριστικής και ξενοδοχειακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΑΕΡΟΔΡΟΜΗΣΙΣ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο " AIR GREECE-AERODROMISIS SA" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Τσιγερίδη και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο " AEGEAN AIRLINES", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Βιγελλή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-2002 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16798/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 431/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 26-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 16-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήσαν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους. Διάδικοι δε είναι εκείνοι, οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με την απόφαση αυτή. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ Α.Ε" και το διακριτικό τίτλο "AEGEAN AIRLINES", η οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η τελευταία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο λόγος αυτός, για να είναι ορισμένος, πρέπει, εκτός άλλων, να διαλαμβάνει και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμός περί του αληθούς περιεχομένου του εγγράφου και ότι το εν λόγω περιεχόμενο είναι ουσιώδες προς διάγνωση της ένδικης διαφοράς (ΑΠ 1765/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης περί καταβολής αποζημιώσεως εξ αδικοπραξίας για την ζημία που υπέστη από την έκδοση τριών επιταγών, τις οποίες εξέδωσε η αναιρεσείουσα, ως διαχειρίστρια και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "Διεθνείς Υπηρεσίες Ε.Π.Ε" και οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά την νόμιμη εμφάνισή τους προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εταιρείας.

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο το σφάλμα της παραμορφώσεως των ένδικων επιταγών, δεχθείσα, κατ' αντίθεση προς τα βεβαιούμενα στο σώμα τους περί εμφανίσεώς τους στην πληρώτρια τράπεζα από τον Α, στον οποίο είχαν μεταβιβασθεί με οπισθογράφηση, ότι αυτές εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα από την πρώτη αναιρεσίβλητη, χωρίς να ισχυρίζεται όμως και ότι είχε προβάλει αντίθετο ισχυρισμό (τον οποίο όντως δεν είχε προβάλει στο Εφετείο ούτε με λόγο εφέσεως, ούτε με πρόσθετο λόγο, μεμφθείσα την πρωτόδικη απόφαση για άλλους λόγους με συνέπεια να μην ασχοληθεί το Εφετείο με το ζήτημα αυτό), ώστε να είναι κρίσιμο το περιεχόμενο των επιταγών (που πράγματι δεν ήταν ως μη απτόμενο των δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων τεθέντων ενώπιον του Εφετείου ζητημάτων).

Επομένως ο αντίθετος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1) πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, εφόσον από την αδικοπρακτική ευθύνη του εκδότη ακάλυπτης επιταγής απορρέει αξίωση αποζημίωσης οιουδήποτε πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υποχρέου (Ολ ΑΠ.23, 24, 25, 29/2007), δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης το ζήτημα αν η αναιρεσίβλητη ήταν ή όχι η τελευταία κομίστρια που εμφάνισε τις επιταγές προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση, κρίθηκε κατ` ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με σαφήνεια ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά και το υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου.

Είναι αυτονόητο ότι τα στοιχεία αυτά πρέπει να εξειδικεύονται σε σχέση με καθένα από τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, όταν αυτοί είναι περισσότεροι από ένας. Δεν αρκεί δε για το ορισμένο του άνω λόγου η ανάλυση της έννοιας που αποδίδει ο αναιρεσείων στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, γιατί μόνον ενόψει των αναωτέρω ουσιαστικών παραδοχών, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναιρέσεως (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους δεύτερο, τρίτο κατά ένα μέρος, πέμπτο κατά ένα μέρος και ενδέκατο λόγους αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι το Εφετείο αντίστοιχα α) παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ και "τις διατάξεις του ποινικού δικαίου περί ακαλύπτων επιταγών", με το να δεχθεί ότι υφίσταται ευθύνη της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση από αδικοπραξία παρά το ότι έπαυσε με αμετάκλητη απόφαση η εναντίον της ασκηθείσα ποινική δίωξη για το έγκλημα εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, β) παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 914 ΑΚ και 79 του ν. 5960/1933 με το να δεχθεί ως κρίσιμο χρόνο για την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας εκείνον της εμφανίσεως των επιταγών προς πληρωμή, γ)παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 141, 146, 195, 173 ΑΚ τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ (κατά την αναιρεσείουσα) ήταν εφαρμοστέες και δ)παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 847, 855, 300, 361 ΑΚ και 13 του ν. 5960/1933 με το να μη δεχθεί ότι "είναι άκυρη η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ως προς το τμήμα της που αφορά την εγγυοδοσία".

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, εφόσον δεν αναφέρονται οι πλήρεις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για τη βασιμότητα της αγωγής, αλλά μόνον μία επιλεκτική και αποσπασματική περικοπή σχετικά με την υπό στοιχείο β αιτίαση και επιπλέον δεν εξειδικεύονται τα σφάλματα του δικαστηρίου.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 15/2000).

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη δηλαδή με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική (ή ποιοτική) αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.

Σε κάθε περίπτωση, για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει η αοριστία του δικογράφου της αγωγής να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ` εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Ο τρίτος επομένως λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που στηρίζεται στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, λόγω της αοριστίας της ως προς την αναφορά του χρονικού σημείου κατά το οποίο έπρεπε να συντρέχει η πρόθεση του υπαιτίου για την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, εφόσον δεν εκτίθεται σ` αυτόν, ότι ο σχετικός περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο από την αναιρεσείουσα.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται νομίμου βάσεως, γιατί δεν έχει αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός πρέπει να διαλαμβάνει πλην άλλων 1)τις πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή τη μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και 2)εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου ήτοι αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν πρόκειται για ανεπαρκείς αιτιολογίες ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η προσβαλλομένη, ώστε η αιτιολογία της να είναι επαρκής και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη των αιτιολογιών προκύπτει (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους, πέμπτο κατά ένα μέρος, όγδοο και δέκατο κατά ένα μέρος λόγους αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια ότι δεν έχει αιτιολογία άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες α)ως προς την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση εξοφλήσεως του χρέους για το οποίο εκδόθηκαν οι ένδικες επιταγές, β) ως προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα αναγνώρισε το χρέος που ενσωμάτωναν οι επιταγές και γ)ως προς την παραδοχή της απόφασης αναφορικά με την ύπαρξη χρέους της αναιρεσείουσας ύψους 33.000.000 δραχμών το Φεβρουάριο του έτους 1999.

Οι λόγοι αυτοί είναι απαορριπτέοι ως απαράδεκτοι, προεχόντως λόγω της αοριστίας τους, διότι, εκτός από μία αποσπασματική και επιλεκτική περικοπή που αφορά την υπό στοιχείο α αιτίαση, δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της αποφάσεως του Εφετείου, ούτε εκτίθεται αναφορικά με την υπό στοιχείο γ αιτίαση σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, αλλά υπό την επίφαση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, ο ανωτέρω πέμπτος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επιστολής της αναιρεσίβλητης προς τους διάφορους πράκτορες μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ίδια (αναιρεσείουσα) με περιεχόμενο τη διακοπή της δραστηριότητας εκείνης (αναιρεσίβλητης), είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενο το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο αυτό και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ'αυτό.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔικ δεν αποτελούν πράγματα οι αλυσιτελείς, μη νόμιμοι, απαράδεκτοι και αόριστοι ισχυρισμοί, διότι αυτοί δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης και επομένως από τη μη λήψη υπόψη τούτων από το δικαστήριο της ουσίας, δεν ιδρύεται ο από την ως άνω διάταξη αναιρετικός λόγος (Ολ.

ΑΠ 10/2004). Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο είχε προβάλει για πρώτη φορά στο Εφετείο με πρόσθετο λόγο εφέσεως, αποδεικνυόμενο με δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, απορρέουσα εκ των προτάσεων αυτής, ότι η τελευταία γνώριζε κατά τον χρόνο εκδόσεως των επίδικων επιταγών ότι δεν είχε διαθέσιμα προς πληρωμή αυτών κεφάλαια και ως εκ τούτου ήταν "αδιαμφισβήτητης κακής πίστης".

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου των προσθέτων λόγων έφεσης της αναιρεσείουσας, ο ισχυρισμός αυτός ήταν απορριπτέος ως αόριστος, τόσο ως προς τη συνδρομή των απαιτουμένων για το ορισμένο αυτού στοιχείων που θεμελίωναν την συνυπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, αφού καμιά αναφορά δεν περιείχετο στον λόγο αυτό ότι η τελευταία, με την γνώση της περί ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων αποδέχθηκε το σχετικό κίνδυνο των συνεπειών έκδοσης των λευκών επιταγών και έτσι συνετέλεσε στη ζημία της, στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση της σχετικής ενστάσεως όσο και ως προς τη συνδρομή της προϋπόθεσης που δικαιολογούσε τη βραδεία προβολή του ισχυρισμού αυτού, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν εξέθετε το περιεχόμενο της (κατά τους ισχυρισμούς της) ομολογίας της αναιρεσίβλητης ότι γνώριζε την έλλειψη ταμειακής ρευστότητας κατά την έκδοση των επιταγών.

Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός αυτός ήταν απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του και συνεπώς επουσιώδης, το Εφετείο δε που δεν τον εξέτασε, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 (και όχι από τον αριθμό 19) πλημμέλεια και συνεπώς ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν είχε την ικανότητα να είναι διάδικος, διότι πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής είχε παύσει να υφίσταται, λόγω συγχωνεύσεώς της με απορρόφηση από την εταιρεία "Aegean Airlines" και συνεπώς, με το να δεχθεί το Εφετείο ότι είχε ικανότητα παραστάσεως, υπέπεσε στις από το αριθμούς 10 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, διότι αφενός μεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη αφ' ετέρου δε παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο της αγωγής. Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα μέρη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό, που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ και στον οποίο στηρίζεται ο άνω λόγος, πρότεινε (ούτε πρότεινε άλλωστε), όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας.

Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων. Η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του ΚΠολΔ, μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων του ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και όχι προς έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προβάλλει με τον έβδομο λόγο της αναιρέσεως την αιτίαση ότι το Εφετείο ενάντια στα διδάγματα της κοινής πείρας "θεώρησε το περιεχόμενο της αποδείξεως με την οποία η αναιρεσείουσα αναγνώρισε χρέος ύψους 183.145.759 δραχμών ότι εμπεριέχει δήλωση χρέους αποκλείοντας τη συνδρομή στοιχείων περί πλάνης και παραδρομής". Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι αόριστος και συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η παράβαση δεν αναφέρεται σε εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν πραγματικών γεγονότων.

Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις α) ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο της αγωγής λόγω αοριστίας εφόσον δεν αναφερόταν σ' αυτήν ότι οι επίδικες επιταγές εμφανίσθηκαν εντός οκταημέρου προς πληρωμή και β) παραβίασε έτσι το απορρέον από την υπ' αριθμ. 17382/2001 αμετάκλητη ήδη διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δεδικασμένο, διότι η αναιρεσίβλητη εισήγαγε και πάλι την αξίωσή της από τις επίδικες επιταγές προς διάγνωση παρά το ότι αυτή είχε διαγνωσθεί με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής. Ο λόγος αυτός με τον οποίο αποδίδονται στο Εφετείο οι από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 16 πλημμέλειες είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα μέρη του, προεχόντως διότι η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται ότι πρότεινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε και πάλι ενώπιον του Εφετείου με ορισμένο τρόπο τους ανωτέρω ισχυρισμούς.

Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριοπαρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη το γεγονός προγενέστερης οφειλής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη ύψους 33.000.000 δραχμών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα υπ' αριθμ. 16798/04 πρακτικά του, την ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών ... της μάρτυρος της αναιρεσίβλητης και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, καθεμία των οποίων παρέστη με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν με ιδιαίτερο καθεμία δικόγραφο έγγραφες προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26 Απριλίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 431/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ για καθεμία.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ