Supreme Court dismisses appeal where witness testimony was invalid due to unclear summons time.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding witness examination. The lower court failed to consider a sworn statement because the witness summons lacked a specific time, rendering the examination irregular. Consequently, the evidence was deemed inadmissible, and the appeal was rejected as it raised no valid grounds for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 422 and 559 of the Code of Civil Procedure; A witness summons must specify the exact time of examination, otherwise the resulting sworn statement is invalid and cannot serve as legal evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1724 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1724/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ι. Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Mαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. χήρας Κ. Χ., το γένος Σ. Α., κατοίκου ..., 2. Μ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 3. Ο. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 4. Μ. του Α., κατοίκου ..., 5. Σ. Α. του Α., κατοίκου ... και 6. Ε.Α. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κουντούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Σ.Π. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Αρβανίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2018 αγωγή των ήδη 1ης και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 30-4-2018 αγωγή των 3ου, 4ου και 5ου (οι δύο τελευταίοι ατομικά και ως ασκούντες την επιμέλεια του 6ου) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1269/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 284/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2023 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τότε ανικάνου παράστασης στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νομίμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία, με την συμμετοχή του ενηλίκου διαδίκου.
Αν δε η ενηλικίωση αυτού έλαβε χώρα μετά την έκδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η αναίρεση κατά της απόφασης αυτής πρέπει να ασκείται από αυτόν ή κατ' αυτού, δηλαδή στο δικό του όνομα, και όχι στο όνομα του τέως αντιπροσώπου του (ΑΠ 175/2022). Τ' ανωτέρω ισχύουν και εάν η ενηλικίωση του διαδίκου έλαβε χώρα μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο και πριν την έκδοση της απόφασης αυτού.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο έκτος αναιρεσείων Ε. Α. του Μ. γεννήθηκε στις 8-3-2002 και ενηλικιώθηκε στις 8-3-2020, δηλαδή μετά την συζήτηση στις 20-2-2020 της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 284/26-5-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς και συνακόλουθα πριν από την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης στις 25-5-2023.
Επομένως, μετά την ενηλικίωση του, έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία των γονέων του και παραδεκτά ασκήθηκε η αναίρεση στο όνομά του, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω.
Με την υπό κρίση από 25 Μαΐου 2023 και με αριθμ. καταθ. 437/54/25-5-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 284/26-5-2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την από 6-5-2019 με αριθμ. καταθ. 4398/356/13- 5-2019 έφεση των εναγόντων-εκκαλούντων ήδη αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 1269/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχαν συνεκδικαστεί και είχαν απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμες: Α) η από 3-4-2018 με αριθμ. καταθ. 3953/1709/2018 αγωγή των: 1) Γ. χήρας Κ. Χ. και 2) Μ.Χ. του Κ. και Β) η από 30-4-2018 με αριθμ. καταθ. 4697/2012/2018 αγωγή των: 1) Ο.Χ. του Κ. 2) Μ. Α. του Α. 3) Σ. Α. του Α. και 4) Μ. Α. του Α. και Μ. Χ. του Κ. ως ασκούντων τη γονική μέριμνα του ανήλικου τότε τέκνου τους Ε. Α., κατά των εναγόμενων- εφεσίβλητων ήδη αναιρεσίβλητων. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς στις 25-5-2023 και η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 26-5-2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, η αναίρεση είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες ήδη αναιρεσειοντες: Α) 1) Γ. χήρα Κ. Χ. και 2) Μ. Χ. του Κ. με την από 3-4-2018 με αριθμ. καταθ. 3953/1709/2018 αγωγή τους και Β) 1) Ο. Χ. του Κ. 2)Μ. Α. του Α. 3) Σ. Α. του Α.
και 4) Μ. Α. του Α. και Μ. Χ. του Κ., ως ασκούντες τη γονική μέριμνα του ανήλικου τότε τέκνου τους Ε. Α., με την από 30-4-2018 με αριθμ. καταθ. 4697/2012/2018 αγωγή τους κατά των εναγόμενων ήδη αναιρεσίβλητων: 1) ναυτικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και 2) Σ. Π. του Χ. ισχυρίστηκαν ότι ο συγγενής τους Κ. Χ. του Χ. στις 4-4-2016 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ναυτική εταιρεία με την ειδικότητα του Βοηθού Φροντιστού Α1 και ναυτολογήθηκε αυθημερόν από το δεύτερο εναγόμενο ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, πλοίαρχο, επί του με ελληνική σημαία και με αριθμό νηολογίου Πειραιώς 11052 Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου, "...", το οποίο ανήκει κατά πλοιοκτησία στην ως άνω εταιρεία.
Ότι στις 4-10-2016, ενώ το ανωτέρω πλοίο εκτελούσε το δρομολόγιο από Ρόδο προς Κω, ο ως άνω συγγενής τους υπέστη ατύχημα (οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου), που έλαβε χώρα κάτω από τις συνθήκες που αναλυτικά εκτίθενται στις πιο πάνω αγωγές, και αποβίωσε την επομένη στο νοσοκομείο της Κω, όπου μεταφέρθηκε. Ότι ο ως άνω θάνατος του συνιστά εργατικό ατύχημα, το οποίο οφείλεται σε υπαιτιότητα του δεύτερου εναγόμενου ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου πλοιάρχου, προστηθέντος της πρώτης εναγόμενης ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στις αγωγές εκτιθέμενα.
Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν: Α') Επί της πρώτης αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα την ειδική αποζημίωση του άρθρου 3 του Ν. 551/1915, ύψους 57.692,47 ευρώ και σε κάθε μια από τις ενάγουσες το ποσό των 500.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και Β') Επί της δεύτερης αγωγής, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 500.000 ευρώ, σε κάθε έναν από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες το ποσό των 100.000 ευρώ και στον τέταρτο ενάγοντα, όπως νόμιμα εκπροσωπείτο το ποσό των 250.000 ευρώ λόγω ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επί των ως άνω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 1269/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία η πρώτη αγωγή, όσον αφορά την πρώτη ενάγουσα και την αξίωσή της για την ειδική αποζημίωση του άρθρου 3 του Ν551/1915, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, όσον αφορά το δεύτερο εναγόμενο ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο και κατά τα λοιπά και οι δύο αγωγές απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης ασκήθηκε η από 6-5-2019 και με αριθμ. καταθ. 4398/356/2019 έφεση των εναγόντων και των δύο αγωγών και επ' αυτής εκδόθηκε, κατά την ίδια διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, η υπ' αριθμ. 284/26- 5-2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς{ Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), η οποία δέχθηκε την έφεση τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν.
Κατά την έννοια του άρθρου 1 του κ.ν. 551/1915, όπως αυτό τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδ. α του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, που είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, το οποίο δεν ανάγεται αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο δεν θα συνέβαινε χωρίς την παροχή της εργασίας και κατά την εκτέλεσή της υπό τις σχετικές περιστάσεις (ΟλΑΠ 1287/1986).
Τέτοιο ατύχημα θεωρείται και η νόσος του εργαζομένου εφόσον προήλθε ή επιδεινώθηκε, όχι από τη βαθμιαία εξασθένιση και φθορά του οργανισμού του εξαιτίας του είδους και της φύσης της συμφωνημένης εργασίας, αλλά από την παροχή αυτής κάτω από τελείως εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς και ανώμαλες συνθήκες ή από την εξακολούθηση της απασχόλησής του, έστω και υπό κανονικές συνθήκες μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωση της, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας κατά τρόπο που να προστατεύεται η ζωή και η υγεία των εργαζομένων (άρθρο 662 ΑΚ), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχόλησης του ασθενούντος εργαζομένου, και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οπότε οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται πλέον εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι το χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (ΑΠ 961/2018, ΑΠ 1602/2012, ΑΠ 1437/2002, ΑΠ 337/2000).
Οσάκις όμως η ασθένεια προϋπήρχε στον εργαζόμενο, χωρίς να έχει εμφανή συμπτώματα ή χωρίς να γνωρίζει αυτήν ο εργοδότης, η αιφνίδια εκδήλωση ή η επιδείνωση αυτής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας ή με αφορμή αυτή, όταν η εργασία παρέχεται, σύμφωνα με τη σύμβαση, υπό κανονικές συνθήκες, δίχως δε τη μεσολάβηση άλλου εξωτερικού γεγονότος, ξένου προς τον οργανισμό του παθόντος.
Επομένως, χωρίς την ύπαρξη βιαίου συμβάντος, υπό την προδιαληφθείσα έννοια, δεν στοιχειοθετείται εργατικό ατύχημα και συνεπώς δεν δημιουργείται υποχρέωση του εργοδότη για την καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 961/2018, ΑΠ 337/2000, ΑΠ 275/1991). Εξάλλου, οι πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις του ν. 551/1915 ισχύουν και επί ναυτικής εργασίας, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου και το άρθρο 66 εδ.
β' του κυρωθέντος με το ν. 3816/1958 Κώδικα ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ) (ΟλΑΠ 26/1995), ενώ σε περίπτωση εργαζόμενου ναυτικού, ατύχημα με αφορμή την εργασία αποτελεί και η μετά την εκδήλωση της νόσου εξακολούθηση της παραμονής του στο πλοίο, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, χωρίς όμως να παρέχεται σ' αυτόν η προσήκουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, είτε αυτό οφείλεται σε αμέλεια του πλοιάρχου ή τρίτου ή και χωρίς αυτήν και μάλιστα από οποιαδήποτε αιτία, εάν η παράλειψη αυτή, ως πρόσφορη αιτία, επέφερε την επιδείνωση της υπάρχουσας ασθένειάς του, η οποία διαφορετικά με την παροχή της δέουσας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, τόσο με την μορφή της άμεσης όσο και της έγκαιρης έναρξης της προσήκουσας θεραπευτικής αγωγής, θα ήταν δυνατό, ενόψει των συγχρόνων ιατρικών μεθόδων και μέσων, ν' αποφευχθεί ή να περιορισθούν οι συνέπειές της (ΑΠ 961/2018, ΑΠ 1690/2013, ΑΠ 138/2010, ΑΠ 1014/2003).
Τέλος, κατά το άρθρο 16 του ν.551/1915, ο παθών από εργατικό ατύχημα του άρθρου 1 και σε περίπτωση θανάτου αυτού τα αναφερόμενα στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου συγγενικά του πρόσωπα δικαιούνται να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν ή όταν επήλθε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων εξ αιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών.
Στην τελευταία περίπτωση οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να προβλέπουν ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, δηλαδή να προσδιορίζουν τους όρους αυτούς, μνημονεύοντας και συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους για την επίτευξή τους και δεν αρκεί να επήλθε το ατύχημα από τη μη τήρηση όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, τη γενική υποχρέωση πρόνοιας (άρθρο 662 ΑΚ) και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 1000/2018, ΑΠ 571/2007).
Τέτοιες διατάξεις περί των όρων ασφάλειας, η μη τήρηση των οποίων παρέχει στον παθόντα από εργατικό ατύχημα στο πλοίο δικαίωμα αποζημίωσης, περιέχονται στον "Κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας επί Ελληνικών επιβατηγών πλοίων 500 κ.οχ. και άνω", που εγκρίθηκε με το Β.Δ/μα 683/1960 (ΦΕΚ Α' 158) (ΑΠ 1424/2015, ΑΠ 1690/2013), στο άρθρο 10 του οποίου ορίζεται ότι: "1.
Ο Πλοίαρχος λαμβάνων γνώσιν ασθενείας ή ατυχήματος τινός των επιβαινόντων μεριμνά ώστε να παρασχεθή αμελλητί εις τον πάσχοντα υπό της υγειονομικής υπηρεσίας, ή ενδεδειγμένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψις, εν ελλείψει δε υγειονομικής υπηρεσίας να παρασχεθώσι αμελλητί αι πρώται βοήθειαι αιτούμενος προς τούτον οδηγίας διά του ασυρμάτου. 2.
Εν περιπτώσει βαρείας ή παρατεινομένης ασθενείας οφείλει εν συνεννοπσει μετά του ιατρού, εφ' όσον είναι δυνατόν να καταπλεύση εις τον πλησιέστερον λιμένα και να συννενοηθή μετά της Λιμενικής ή Προξενικής και της Υγειονομικής Αρχής ή εν ελλείψει ταύτης μετά της επιτόπιου Αρχής και Υγειονομικής τοιαύτης, διά την εισαγωγήν του πάσχοντος εις νοσοκομείον ή κλινικήν, εάν δε πρόκειται περί μέλους του πληρώματος δέον να έλθη εις επαφήν και μετά του αντιπροσώπου του πλοίου διά την παροχήν αυτώ των μέσων νοσηλείας, συντηρήσεως μετά την εκ του νοσοκομείου ή κλινικής έξοδον και παλιννοστήσεως κατά τας σχετικός διατάξεις...".
Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 784/2023).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1024/2023, ΑΠ 50/2020). Αντίθετα, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αόριστοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, εφόσον οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997,ΑΠ 784/2023, ΑΠ 406/2022, ΑΠ 750/2020, ΑΠ 950/2019).
Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1040/2022, ΑΠ 107/2021). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό κα" τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 784/2023, ΑΠ 14/2022), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 784/2023, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 76/2016), Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη (ΑΠ 1559/2022).
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, από όσα απ' αυτούς συνομολογήθηκαν, κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ, από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, την υπ' αριθμ. ...../3-5-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου ......
Σ. Κ., την υπ' αριθμ. ..../3-10-2018 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου ...... Α. Ε. και την υπ' αριθμ. ...../19-02-2020 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου ...., οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήσης των αντιδίκων τους, αντίστοιχα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα εξής κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της: "[...]:
Δυνάμει συμβάσεως ναυτικής εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε, την 4/4/2016, στον Πειραιά, μεταξύ του Κ. Χ. του Χ., γεννηθέντος στις 1/11/1959, συζύγου της πρώτης και πατέρα της δεύτερης των εναγουσών της υπό στοιχείο Α' από 3.4.2018 α γιο γης και πατέρα του πρώτου, πεθερού του δεύτερου, γαμβρού του τρίτου και παππού του τετάρτου των εναγόντων της υπό στοιχείο Β' από 30.4.2018 αγωγής, όπως ο τελευταίος, ως γεννηθείς στις 8/3/2002, νόμιμα εκπροσωπείται, λόγω της ανηλικότητάς του, από τους ασκούντες τη γονική μέριμνα αυτού, γονείς του, και της πρώτης (σε αμφότερες τις αγωγές) εναγομένης εταιρείας, με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην ......
Νομού Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένης, προσελήφθη ο πρώτος (Κ. Χ.), υπό την ειδικότητα του Βοηθού Φροντιστού ΑΙ και ναυτολογήθηκε, την 4/4/2016, από το δεύτερο των εναγομένων, Πλοίαρχο του πλοίου, στο λιμάνι του Πειραιά, επί του υπό ελληνική σημαία και με αριθμό νηολογίου Πειραιά ...... Ε/Γ-Ο/Γ πλοίου "......", έτους ναυπηγήσεως 2002 χωρητικότητας 6574 τόνων DW, κ.ο.χ. ....., υπό του διεθνούς διακριτικού σήματος ....
και με αριθμό ΙΜΟ .......29. Το ως άνω πλοίο, το οποίο ήταν πλοιοκτησίας της ως άνω πρώτης των εναγομένων, αμφοτέρων των αγωγών, κατά την επίδικη χρονική περίοδο, εκτελούσε το δρομολόγιο Πειραιάς - Σύρος - Πάτμος - Αέρος - Κως - Ρόδος, με επιστροφή. Την 4/10/2016 και περί ώρα 17,00 μ.μ., το ως άνω πλοίο απέπλευσε από τον λιμένα της ......, για τον λιμένα της ...., με προγραμματισμένη ώρα κατάπλου σε αυτόν περί την 20.00 μ.μ.
της ιδίας ημέρας. Περί τις 18.10, ο ανωτέρω ναυτικός, Κ. Χ. του Χ., αισθάνθηκε αδιαθεσία, οπότε ο Ι. Μ., Φροντιστής και Προϊστάμενος του, ενημέρωσε τον Ύπαρχο του επίδικου πλοίου, Κ. Θ. του Ε., καθώς και το δεύτερο εναγόμενο, Πλοίαρχο, Σ. Π. του Χ. Ο Ύπαρχος, αφού επισκέφθηκε άμεσα τον ως άνω ναυτικό στην καμπίνα του, ο οποίος παραπονείτο για κράμπες στις γάμπες και εμφάνιζε γενικευμένη δυσφορία, εξέτασε την πίεση του και τοποθέτησε σε αυτόν οξύμετρο, ενώ διαπίστωσε περαιτέρω και μιας ελαφριάς μορφής αρρυθμία Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος εναγόμενος έδωσε εντολή μεταφοράς του ασθενούς στο νοσοκομείο του πλοίου, ενημέρωσε σχετικά το Λιμεναρχείο και ξεκίνησε, όπως προκύπτει και από το από 5.10.2016 ημερολόγιο καταγραφής ενεργειών, στις 18.10 μ.μ.
τη διεξαγωγή τηλεκαρδιογραφημάτων, επικοινωνώντας με εταιρεία παροχής ιατρικών συμβουλών, υπό το διακριτικό τίτλο "..." και τον Ιατρό - Καρδιολόγο (βάρδιας) Θ. Μ.. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο δεύτερος εναγόμενος (Πλοίαρχος) παρέβη τους προβλεπόμενους από ειδική διάταξη νόμου όρους ασφαλείας, διότι δεν απευθύνθηκε στο Κέντρο Ιατρικών Οδηγιών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, ως όφειλε, αλλά ζήτησε την παροχή ιατρικής συνδρομής από την ως άνω εταιρία παροχής ιατρικών και τον Καρδιολόγο βάρδιας της εταιρείας αυτής.
Σύμφωνα, όμως, με την παρ. 1 του άρθρου 7 του π.δ. 376/1995 "Προδιαγραφές ιατρικής περίθαλψης επί πλοίων (άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 92/29/ΕΟΚ), όπου με τίτλο "Ιατρικές συμβουλές μέσω ραδιοτηλεπικοινωνίας", ορίζεται ότι "1. Σε περίπτωση οιασδήποτε φύσεως ανάγκης για ιατρική συνδρομή κάθε πλοίο μπορεί να απευθύνεται μέσω ασυρμάτου ή δορυφόρου (.....) στο Κέντρο Ιατρικών Οδηγιών (Κ.Ι.Ο) του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (Ε.Ε.Σ.) για παροχή δωρεάν ιατρικής βοήθειας υπό τη μορφή συμβουλών.
Έργο του Κέντρου Ιατρικών Οδηγιών του Ε.Ε.Σ, το οποίο είναι κατάλληλα εξοπλισμένο και στελεχωμένο με εκπαιδευμένους ιατρούς, είναι η παροχή τηλεϊατρικής υποστήριξης στα πλοία. Η ανταλλαγή πληροφοριών με τα πλοία πρέπει να γίνεται κατά το δυνατό σύμφωνα με το υπόδειγμα του παραρτήματος VI λαμβανομένης υπόψη της εκάστοτε ισχύουσας κατάστασης φαρμάκων και του υγειονομικού υλικού του παραρτήματος II...", δεν στοιχειοθετείται τέτοια υποχρέωση, καθώς προβλέπεται η δυνατότητα κάθε πλοίου, σε περίπτωση οιασδήποτε φύσεως ανάγκης για ιατρική συνδρομή να απευθύνεται μέσω ασυρμάτου η δορυφόρου (.....) στο Κέντρο Ιατρικών Οδηγιών (Κ.Ι.Ο) του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (Ε.Ε.Σ.) για παροχή δωρεάν ιατρικής βοήθειας υπό τη μορφή συμβουλών.
Περαιτέρω, μετά την ολοκλήρωση των τηλεκαδιογραφημάτων στις 18.38, ο ως άνω ιατρός - Καρδιολόγος διέγνωσε πιθανή "καρδιακή κάμψη" και συνέστησε τη μετάβαση του ασθενούς στο πλησιέστερο νοσοκομείο για περαιτέρω κλινικό έλεγχο, τη χορήγηση ασπιρίνης και την παροχή οξυγόνου. Σημειώνεται ότι στο ημερολόγιο γέφυρας της 4ης.10.2016, αναφέρεται, ότι ο ανωτέρω ασθενής στις 18.10 ένιωσε αδιαθεσία, εδόθησαν οι πρώτες βοήθειες από τον Ύπαρχο και έγινε κλήση στο card ίο express με διάγνωση καρδιακής κάμψης και σύσταση διακομιδής στο πλησιέστερο νοσοκομείο.
Ενημερώθηκε δε περί τις 18.15 το Λιμεναρχείο Κω από τον Πλοίαρχο περί της έντονης αδιαθεσίας του ως άνω ναυτικού και ότι έχρηζε περαιτέρω ιατρικού ελέγχου (βλ. Ημερολόγιο Συμβάντων της Λιμενικής Αρχής Κω της 04-10-2016 και της 05-10-2016). Για να λάβουν χώρα, όμως, όλες αυτές οι ενέργειες (κλήση στην εταιρία παροχής ιατρικών συμβουλών, συνεχή λήψη και αποστολή των τηλεκαρδιογραφημάτων), κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, απαιτείται ένα εύλογο χρονικό διάστημα, το οποίο δικαιολογημένα, στην προκειμένη περίπτωση, ανήλθε σε μισή ώρα, έστω κι αν δεν καταγράφεται στο ημερολόγιο γέφυρας το ακριβές χρονικό στίγμα κάθε επιμέρους ενέργειας, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί αντιθέτου ισχυρισμών των εναγόντων.
Εξάλλου, το ως άνω πλοίο, το οποίο είχε αποπλεύσει περί ώρα 17.00 μ.μ., από τον λιμένα της ...., με προγραμματισμένη ώρα κατάπλου στο λιμένα της .... περί την 20 00 μ.μ της ιδίας ημέρας, ήτοι επρόκειτο να διανύσει απόσταση 66 ναυτικών μιλίων, στις 18.38, οπότε συνεστήθη από τον ως άνω Ιατρό - Καρδιολόγο η διακομιδή του συγγενούς των εναγόντων στο πλησιέστερο νοσοκομείο, είχε διανύσει 98' εκ των 180' της προβλεπομένης διάρκειας της διαδρομής, απολειπομένων 82' για τον κατάπλου αυτού στο λιμένα της Κω και ειδικότερα, βρισκόταν εκείνη την ώρα σε απόσταση 30 μιλίων περίπου από την λιμένα της Κω και 36 μιλίων από το λιμένα της Ρόδου.
Δεδομένων αυτών, πλησιέστερο νοσοκομείο ήταν αυτό της Κω. Σε κάθε δε περίπτωση τυχόν διενέργεια ελιγμού αλλαγής πορείας του πλοίου, κατά τον πλου, ήτοι η αλλαγή κατεύθυνσής του προς τη Ρόδο, λαμβανομένης υπόψη της αναγκαίας μείωσης της ταχύτητάς του για την αλλαγή πορείας κατά 180° και του μήκους του πλοίου (200 μ.
περίπου), σε συνδυασμό με λιμένα της Ρόδου, ο οποίος είναι περίκλειστος, θα συνέβαλε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην καθυστέρηση, τουλάχιστον κατά 5', του κατάπλου του πλοίου στο λιμένα της Ρόδου, σε σχέση με τον κατάπλου του στο λιμένα της Κω και την έγκαιρη αντιμετώπιση του ως άνω ιατρικού περιστατικού από το Νοσοκομείο της Ρόδου.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι πλησιέστερο λιμάνι ήταν αυτό της Ρόδου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, μετά τη διάγνωση της καρδιακής κάμψης πραγματοποιούντο, ανά τέταρτο της ώρας, μετρήσεις αρτηριακής πίεσης του ως άνω ναυτικού και αναφέρονταν φυσιολογικές καρδιακές σφύξεις από ώρα 18.45 μ.μ. έως και 19.30 μ.μ., με συνεχή παροχή οξυγόνου, ήτοι παρέμεινε σταθερή η κατάσταση της υγείας του επί περίπου 45 λεπτά. Ωστόσο, στις 19.30 μ.μ. ο ναυτικός απώλεσε τις αισθήσεις του με έκκριση σιέλου/βλέννας από το στόμα, εμφανίζοντας συγχρόνως μελάνωμα κεφαλής. Κατόπιν άμεσης επικοινωνίας του δευτέρου εναγόμενου με τον ανωτέρω Καρδιολόγο, Θ.Μ., συνεστήθη η χορήγηση ενδοφλεβίως φουροσεμίδης (furosemide - διουρητικού) και ηπαρίνης (heparine αντιθρομβωτικού), η οποία πραγματοποιήθηκε από τον Ύπαρχο. Μετά τη χορήγηση των φαρμάκων αυτών, η επικοινωνία με τον εν λόγω Καρδιολόγο ήταν συνεχής και γινόταν - ανά πεντάλεπτο - μέτρηση της αρτηριακής πίεσης του ασθενούς, ο οποίος ανέκτησε τις αισθήσεις του στις 19.55 μ.μ., ήτοι ενώ το πλοίο εισερχόταν στο λιμένα της Κω.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγόντων περί καθυστερημένης χορήγησης διουρητικών δεν αποδείχθηκε, αφού (τα φάρμακα αυτά) χορηγήθηκαν, κατόπιν καθοδήγησης από τον ανωτέρω Καρδιολόγο, όταν ο ίδιος έκρινε σκόπιμο ότι έπρεπε να χορηγηθούν. Στις 20.03 μ.μ., μετά τον κατάπλου στο λιμένα της Κω, αφίχθησαν επί του πλοίου διασώστες του ΕΚΑΒ, οι οποίοι είχαν ήδη ειδοποιηθεί και αφού ενημερώθηκαν νια όλες τις σχετικές ενέργειες του πληρώματος και τα χορηγούμενα φάρμακα, μετέφεραν, στις 20.15 μ.μ., τον ασθενή - ναυτικό με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο της Κω. Κατά τη μεταφορά δε του ασθενούς ναυτικού στο νοσοκομείο, ο τελευταίος συνοδευόταν από τον Ι. Μ., ο οποίος μαζί με τον πράκτορα του πλοίου, παρέμειναν στο Γ.Ν. Κω και ενημερώνονταν για την κατάσταση της υγείας του από τους θεράποντες ιατρούς. Εν συνεχεία ο ως άνω ασθενής ναυτικός υπεβλήθη στο Νοσοκομείο, μετά από ανάνηψη, σε αιμοκάθαρση, πλην, όμως, απεβίωσε στις 5.10.2016 και ώρα 01.45 π.μ., λόγω καρδιοαναπνευστικής παύσης, που οφείλεται σε οξύ πρόσθιο έμφραγμα μυοκαρδίου, οξεία νεφρική ανεπάρκεια, οξεία πνευμονική εμβολή και καρδιογενές σοκ. Ο συγγενής των εναγόντων ο οποίος διήγε το 57 έτος της ηλικίας του, ήταν υπέρβαρος και καπνιστής.
Συνεπώς υπήρχε αυξημένος κίνδυνος για την εμφάνιση καρδιαγγειακών παθήσεων, που μπορούσαν να οδηγήσουν και σε νεφρικές παθήσεις. Σημειώνεται ότι από το προσκομιζόμενο νόμιμα με επίκληση ιατρικό πιστοποιητικό ναυτολόγησης της ασφαλιστικής εταιρίας "...", προκύπτει ότι ο θανών, κατά την εξέτασή του από ιατρούς, στις 26.11.2015, είχε ενεργή κάρτα υγείας και δεν αντιμετώπιζε κανένα πρόβλημα υγείας, πλην, όμως, επρόκειτο για τυπικές εξετάσεις και όχι εξειδικευμένες για τις ως άνω παθήσεις του, ώστε να διαφανεί κάποια καρδιαγγειακή πάθηση ή και νεφρική ανεπάρκεια και να υπάρξει προληπτική αντιμετώπισή τους.
Εν όψει των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει, ως προς την επέλευση του θανάτου του συγγενούς των εναγόντων, τον ως άνω Πλοίαρχο, ο οποίος, έχοντας την άμεση ευθύνη για την εξασφάλιση συνθηκών ασφαλούς παροχής εργασίας στα μέλη του πληρώματος του πλοίου, σε συντονισμένη συνεργασία με τα λοιπά μέλη του πληρώματος και υπό τις εντολές του, ενήργησε, κατά τα προεκτεθέντα, προσηκόντως, σύμφωνα με τους ειδικούς όρους ασφαλείας, καθώς και σύμφωνα με το γενικότερο καθήκον πρόνοιας, παρέχοντας εγκαίρως την προσήκουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη προς τον ως άνω ναυτικό, όπως προκύπτει ιδίως από το γεγονός ότι υπήρξε πρόσκαιρη σταθεροποίηση της υγείας του, καθ' ο χρόνο βρισκόταν εντός του πλοίου και ανέκτησε τις αισθήσεις του κατά τη διακομιδή του στο Γ.Ν.
Κω. Εξάλλου, ο Πλοίαρχος (δεύτερος εναγόμενος) δεν γνώριζε, ούτε και μπορούσε να γνωρίζει την ακριβή κατάσταση της υγείας του συγγενούς των εναγόντων, η οποία διαπιστώθηκε το πρώτον στο νοσοκομείο της Κω. Η ορθή διάγνωση της κατάστασης του πάσχοντος δεν περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του πλοιάρχου, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί έργο (και μάλιστα από τα δυσχερέστερα) τωv ειδικών ιατρών.
Ζήτησε, όμως, ο δεύτερος εναγόμενος άμεσα ιατρική συνδρομή για την αντιμετώπιση του ως άνω περιστατικού από ειδικό Ιατρό. Άλλωστε ο θανών δεν είχε παραπονεθεί στο παρελθόν σε κάποιο μέλος του πληρώματος ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας και εθεωρείτο υγιής και για το λόγο αυτό ο ίδιος ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού.
Επιπλέον δεν προέκυψε ότι οι συνθήκες εργασίας του συγκεκριμένου ναυτικού, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν ακραίες και ιδιαίτερα επιβαρυντικές, ούτε οι κλιματολογικές συνθήκες, που παρείχε την εργασία του ήταν άκρως δυσμενείς. Άλλωστε, και την προηγουμένη ημέρα πριν από το ως άνω συμβάν ο εν λόγω ναυτικός εκτέλεσε τα καθήκοντα του, χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε διαμαρτυρία σχετικά με την κατάσταση της υγείας του.
Κατόπιν αυτών, ο θάνατος του ως άνω ναυτικού, συγγενούς των εναγόντων, δεν συνιστά (ναυτ)εργατικό ατύχημα, καθόσον η νόσος εκδηλώθηκε μεν κατά την παραμονή του ανωτέρω ναυτικού στο πλοίο και υπό κανονικές συνθήκες, ωστόσο, ο θάνατος του δεν οφείλεται στις αντικειμενικές εγγενείς στο ναυτικό επάγγελμα συνθήκες και συγκεκριμένα σε πλημμέλειες και σε μη ορθή αντιμετώπιση της καταστάσεως της υγείας του από τον πλοίαρχο, αλλά στην ιδιοσυστασία του οργανισμού του, ο οποίος ήταν ήδη επιβαρυμένος, κατά τα ανωτέρω, με συνέπεια τη δυσλειτουργία των ζωτικών του οργάνων.
Σημειώνεται ότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, όταν η βλάβη συνίσταται σε εκδήλωση νέας ασθένειας ή επιδείνωση προϋπάρχουσας, που είναι συνέπεια της εκτέλεσης της εργασίας υπό τους συμφωνημένους όρους ή τις συνήθεις περιστάσεις, ακόμη και δυσμενείς, αλλά συναφείς με το καθορισμένο είδος εργασίας, χωρίς τη μεσολάβηση εξωτερικού γεγονότος ξένου προς τον οργανισμό του παθόντος, όπως εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής και δεν πρόκειται για ναυτεργατικό ατύχημα.
Ούτε, άλλωστε, ο Πλοίαρχος (δεύτερος εναγόμενος), μετά την εκδήλωση της ασθένειας του ναυτικού, που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του, η οποία μπορεί και να προϋπήρχε σε λανθάνουσα κατάσταση, απαίτησε από αυτόν την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας ή αποδέχθηκε την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας, έστω και υπό κανονικές συνθήκες ή για μικρό ακόμη χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα την περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασής του, ώστε να δύναται να θεωρηθεί ότι πληρούται η έννοια του βιαίου συμβάντος και να χαρακτηρισθεί η δυσμενής αυτή εξέλιξη, κατά την προαναφερθείσα έννοια, ως εργατικό ατύχημα.
Σε κάθε δε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η μη χορήγηση εντολής αλλαγής πορείας, με κατεύθυνση το λιμένα της Ρόδου, επέφερε, ως πρόσφορη αιτία, την επιδείνωση της ασθένειάς του, η οποία είχε ως συνέπεια το θάνατο του, και η οποία, άλλως, δια της αλλαγής πλεύσεως και της παροχής της δέουσας ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως στο Νοσοκομείο της Ρόδου αντί του Νοσοκομείου της Κω, υπό τη μορφή της άμεσης άλλως έγκαιρης ενάρξεως της προσήκουσας θεραπευτικής αγωγής, θα ήταν δυνατόν, ενόψει των σύγχρονων ιατρικών μεθόδων και μέσων, να αποφευχθεί, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του, σε συνδυασμό με την ως άνω εν γένει κατάσταση της υγείας του.
Μ-ε βάση τις παραπάνω παραδοχές κρίνεται ότι ο θάνατος του εν λόγω ναυτικού δεν οφείλεται σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός ξένο προς τον οργανισμό του, αλλά σε πάθησή του, η οποία εκδηλώθηκε, κάτω από συνθήκες σύμφυτες και προσιδιάζουσες στη φύση των καθηκόντων του, που ανέλαβε με την ναυτολόγησή του να εκτελέσει, ενώ οι εναγόμενοι δεν παραβίασαν τις προβλεπόμενες εκ των οικείων διατάξεων υποχρεώσεις τους.
Επομένως ο θάνατος του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ότι είναι απότοκος (ναυτ)εργατικού ατυχήματος, αφού δεν απεδείχθη κάποιο βίαιο συμβάν ή παροχή εργασίας σε εξαιρετικές έκτακτες και ανώμαλες συνθήκες (υπερωριακή απασχόληση, δυσμενείς κλιματολογικές συνθήκες), που επέφερε βλάβη, δεν είχε δε εκδηλώσει προγενέστερα κανένα σύμπτωμα, ώστε να τύχει ειδικής φροντίδας, ούτε είχε παραπονεθεί σε κάποιο μέλος του πληρώματος ή στον πλοίαρχο.
Επομένως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εναγόντων, προκειμένου να θεμελιώσουν τις αγωγικές αξιώσεις τους, ότι μετά την εκδήλωση των συμπτωμάτων της ασθένειας, από αμέλεια του πλοιάρχου δεν παρασχέθηκε στο θανόντα η προσήκουσα ιατροφαρμακευτική βοήθεια, η παράλειψη δε αυτή ως πρόσφορη αιτία επέφερε το θάνατο του και, ειδικότερα, ότι ο πλοίαρχος δεν μερίμνησε για την άμεση διακομιδή του θανόντος στο νοσοκομείο της Ρόδου και την προσέγγιση στο λιμένα της Ρόδου, ως πλησιέστερου, καθώς, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, από την έναρξη των συμπτωμάτων του θανόντος μέχρι τη διακομιδή του, ο πλοίαρχος και τα λοιπά μέλη του πληρώματος παρείχαν άμεσα σε αυτόν τις πρώτες βοήθειες, με παράλληλη ενημέρωση των αστυνομικών και λιμενικών αρχών και κλήση ειδικού ιατρού για παροχή βοήθειας, με ενημέρωση περί των συμπτωμάτων του, πλην, όμως, απεβίωσε την επόμενη μέρα στο Νοσοκομείο της Κω, καθώς, λόγω της φύσης της ασθένειας που εκδηλώθηκε, δεν κατέστη δυνατό να διασωθεί.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις (ναυτ)εργατικού ατυχήματος, η πρώτη ενάγουσα της πρώτης κρινόμενης αγωγής δεν δικαιούται την αποζημίωση του άρθρου 3 Ν. 551/1915, όπως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εναγόντων. Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχτηκε ότι δεν συνέτρεξε υπαίτια και παράνομη εργοδοτική συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης και του προστηθέντος της δευτέρου εναγόμενου (Πλοιάρχου), ο οποίος δεν παρέβη τους ειδικούς κανόνες ασφαλείας του άρθρου 10 του ΒΔ 683/1960 "Περί εγκρίσεως και θέσεως εις εφαρμογήν Κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας επί ελληνικών επιβατηγών πλοίων πεντακοσίων κ.ο.χ και άνω", μη δικαιούμενων των εναγόντων εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης [...]".
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που παραδεκτά προτάθηκαν τόσο στον πρώτο όσο και στο δεύτερο βαθμό με σχετικούς λόγους έφεσης και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
Α)Κατά το πρώτο σκέλος του, η πρώτη αναιρεσείουσα, αφού εκθέτει την άποψη της για το τι συνιστά εργατικό ατύχημα ναυτικού, που λαμβάνει χώρα κατά την εν πλω παροχή της εργασίας του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό της, που έτεινε στη θεμελίωση της αγωγικής της αξίωσης, όσον αφορά την απαίτησή της για την προβλεπόμενη από τα άρθρα 1,2 και 3 παρ. 5 του ΚΝ 551/1915 αποζημίωση λόγω θανάτου του συζύγου της, συνολικού ύψους 57.692,47 ευρώ, ότι ο αποθανών δεν έλαβε εφάμιλλη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη με αυτήν που θα διατίθετο σε εκείνον, αν εργαζόταν στην ξηρά και θα μπορούσε να λάβει, αν δεν ήταν εργαζόμενος σε πλοίο και έτσι δέχθηκε (η προσβαλλόμενη) ότι δεν υπάρχει εργατικό ατύχημα και Β) Κατά το δεύτερο σκέλος του, άπαντες οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, που είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως προς την υπαιτιότητα των αναιρεσίβλητων, για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεων τους για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και συγκεκριμένα, ότι ο πλοίαρχος:
α) δεν επικοινώνησε με τον υπεύθυνο της πλοιοκτήτριας με βάση τον Κώδικα Ασφαλούς Διαχείρισης για την ασφάλεια των επιβαινόντων ώστε να λάβει οδηγίες σχετικά με την υποχρέωσή του να μεταβάλει το δρομολόγιο και να επιστρέψει στο λιμάνι της Ρόδου, όπου βρισκόταν όχι μόνο το πλησιέστερο αλλά και το καταλληλότερο νοσοκομείο και β) δεν μετέφερε το συγγενή τους στο καταλληλότερο νοσοκομείο, όπως είχε σαφή νομική υποχρέωση, που ήταν αυτό της Ρόδου, το οποίο διέθετε Μονάδα Εμφραγμάτων και Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και, αν το είχε πράξει ο συγγενής τους, δεν θα είχε αποβιώσει.
Ο πιο πάνω πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το υπό στοιχείο Α σκέλος του δεν ιδρύεται καθότι ο ισχυρισμός της πρώτης αναιρεσείουσας, ότι ο αποθανών σύζυγος της δεν έλαβε εφάμιλλη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη με αυτήν που θα διατίθετο σε εκείνον, αν εργαζόταν στην ξηρά και θα μπορούσε να λάβει, αν εργαζόταν στην ξηρά και θα μπορούσε να λάβει, αν δεν ήταν εργαζόμενος σε πλοίο, είναι μη νόμιμος, διότι οι υποχρεώσεις του πλοιάρχου σε περίπτωση βαρείας ασθένειας επιβάτη ή ναυτικού που εκδηλώνεται εν πλω, συνίστανται κατά το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 του Β/Δτος 683/1960 στην παροχή των δυναμένων να παρασχεθούν πρώτων βοηθειών με τη λήψη οδηγιών από ιατρό μέσω ασυρμάτου και στον κατάπλου του πλοίου στο πλησιέστερο λιμάνι για την εισαγωγή του ασθενούς σε νοσοκομείο ή κλινική και όχι στην παροχή ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης εφάμιλλης με αυτήν που διατίθεται σε εργαζόμενους στην ξηρά, εφ' όσον αυτή εκ του πράγματος δεν είναι δυνατή κατά τη διάρκεια του πλού.
Σημειώνεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 27 παρ. 1 της υπ' αριθ. 3522.2/08/2013 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Υγείας και Ναυτιλίας και Αιγαίου "περί κανονισμού για την εφαρμογή των απαιτήσεων της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας" (ΦΕΚ Β 1671/5.5.2013), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των παρ. 1 και 3 του άρθρου τρίτου του ν. 4078/2012 "Κύρωση της Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας 2006 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας" (ΦΕΚ Α 179), την οποία επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αναφέρεται ρητά στο ότι οι ναυτικοί που εργάζονται επί πλοίου [πρέπει να] έχουν πρόσβαση σε άμεση και κατάλληλη ιατρική περίθαλψη "όσο το δυνατόν" εφάμιλλη με αυτή που διατίθεται γενικά στους εργαζόμενους στη ξηρά.
Περαιτέρω, ο ίδιος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος: ι) Κατά το υπό στοιχείο Βα σκέλος του, περί μη επικοινωνίας του πλοιάρχου με τον υπεύθυνο της πλοιοκτήτριας, είναι απαράδεκτος γιατί δεν αναφέρεται σ' αυτόν ποια ήταν η ουσιώδης επιρροή που αυτός θα είχε, αν γινόταν δεκτός, στην έκβαση της δίκης, ιι) Κατά το υπό στοιχείο Ββ σκέλος του, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε εκ του πράγματος τους πιο πάνω ισχυρισμούς ότι ο αποθανών δεν έλαβε τη δέουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη εν πλω, που μπορούσε να του παρασχεθεί, και ότι ο ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος πλοίαρχος δεν μετέφερε το συγγενή τους στο καταλληλότερο νοσοκομείο, που ήταν αυτό της Ρόδου, το οποίο διέθετε Μονάδα Εμφραγμάτων και Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, αντί του νοσοκομείου της Κω, που διέθετε απλή καρδιολογική κλινική, με το να δεχθεί:
ότι στο συγγενή των ήδη αναιρεσειόντων παρασχέθηκε εγκαίρως η προσήκουσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη με τη λήψη οδηγιών από καρδιολόγο - ιατρό, ότι το νοσοκομείο της Κω, τη χρονική στιγμή (18.38'), οπότε συνεστήθη από τον ιατρό-καρδιολόγο Θ. Μ. της εταιρείας "..." η διακομιδή του ασθενούς στο πλησιέστερο νοσοκομείο, ήταν το πλησιέστερο, εν όψει μάλιστα και του απαιτούμενου χρόνου για τη διενέργεια ελιγμού αναστροφής της πορείας του πλοίου, ότι με ενέργειες του πλοιάρχου είχε ειδοποιηθεί και ανέμενε στο λιμάνι της Κω ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ για τη μεταφορά του ασθενούς στο νοσοκομείο της Κω, ότι σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η μη χορήγηση εντολής αλλαγής πορείας, με κατεύθυνση το λιμάνι της Ρόδου, επέφερε, ως πρόσφορη αιτία, την επιδείνωση της ασθένειάς του, η οποία είχε ως συνέπεια το θάνατο του, και η οποία διαφορετικά, με την αλλαγή πλεύσης και την παροχή της δέουσας ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης στο νοσοκομείο της Ρόδου αντί του νοσοκομείου της Κω, με τη μορφή της άμεσης, άλλως έγκαιρης έναρξης της προσήκουσας θεραπευτικής αγωγής, θα ήταν δυνατόν, ενόψει των σύγχρονων ιατρικών μεθόδων και μέσων, να αποφευχθεί, λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας του, σε συνδυασμό με την ως άνω εν γένει κατάσταση της υγείας του και ότι ο θάνατος του εν λόγω ναυτικού δεν οφείλεται σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός ξένο προς τον οργανισμό του, αλλά σε πάθησή του, η οποία εκδηλώθηκε, κάτω από συνθήκες σύμφυτες και προσιδιάζουσες στη φύση των καθηκόντων του, που ανέλαβε με την ναυτολόγησή του, να εκτελέσει, ενώ οι ήδη αναιρεσίβλητοι δεν παραβίασαν τις προβλεπόμενες εκ των οικείων διατάξεων υποχρεώσεις τους.
Επομένως με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος, κατά το σκέλος αυτού Ββ, λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων τους εν λόγω θεμελιωτικούς της αγωγής ισχυρισμούς των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.
Οι δε περί του αντιθέτου νομικοί ισχυρισμοί περί της ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων δικαίου δεν συνιστούν "πράγματα" και κατά συνέπεια δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 59 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1864/2017).
Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και πρέπει να μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η δε έλλειψη μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη, με συνέπεια να θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1538/2022, ΑΠ 1055/2019, ΑΠ 1570/2017, ΑΠ 309/2016).
Περαιτέρω, στα άρθρα 421, 422 παρ. 1 και 2 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία εισήχθησαν με την παρ. 3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015) και, κατά την παρ. 4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του, ως άνω, νόμου, η ισχύς τους αρχίζει από 1-1-2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, ορίζονται τα ακόλουθα:
Άρθρο 421: "Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικώς ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επόμενων άρθρων". Άρθρο 422 παρ. 1: "Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δυο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα.
Παρ. 2. Κατά την βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι ". Άρθρο 424: Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων". Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω νόμου, εφόσον αφορούν ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονται ενώπιον του αρμοδίου οργάνου μετά την έναρξη της ισχύος του, κατά την αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται με το άρθρο 21 εδ.
α' του ΕισΝΚΠολΔ. Σύμφωνα δε με τις πιο πάνω διατάξεις, η αναγραφή της ακριβούς ώρας λήψης της κατάθεσης του μάρτυρα, είναι αναγκαίο στοιχείο της ένορκης βεβαίωσης, καθόσον μόνο με αυτήν μπορεί να αποδειχθεί η παροχή της δυνατότητας στον αντίδικο εκείνου που επισπεύδει την κατάθεση να παραστεί στην εξέταση, ώστε να ασκήσει τα παρεχόμενα σε αυτόν, από τις διατάξεις των άρθρων 393, 394, 398, 399, 400, 402, 405, 407, 408, 409, 411 και 413 ΚΠολΔ, δικαιώματα, όπως και να προβάλει ενστάσεις και αιτήσεις (λ.χ.
εξαίρεσης του μάρτυρα) που καταχωρίζονται στην ένορκη βεβαίωση και θα κριθούν από το δικαστήριο, αλλά, επίσης, γνωρίζοντας αυτός το περιεχόμενο της κατάθεσης, να μπορεί να την αντικρούσει με νέες ένορκες βεβαιώσεις (άρθρο 422 ΚΠολΔ). Η παράλειψη αναφοράς της ακριβούς ώρας λήψης αυτής συνεπάγεται το ανυπόστατο της ένορκης βεβαίωσης.
Η υπόδειξη περισσότερων χρόνων διαζευκτικά ή επικουρικά νια τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης, δεν ικανοποιεί τα κριτήρια του νομοθέτη, αφού προκαλεί σύγχυση για τον ακριβή χρόνο λήψης της βεβαίωσης (σχετ. ΑΠ 1321/2014, ΑΠ 275/2013). Την τήρηση, μεταξύ άλλων, της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης έχει την υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ' ένσταση, αλλά και αυτεπάγγελτα, διότι η έλλειψη της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανυπόστατη, ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ 50/2023, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1175/2019).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρθμ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. ...../17-5-2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα απόδειξης Μ.
Θ. του Ι., η οποία είχε ληφθεί νόμιμα, μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων τους και την οποία (ένορκη βεβαίωση) είχαν προσκομίσει τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και νομότυπα είχαν επικαλεστεί με τις προτάσεις τους, ενώπιον των ως άνω δικαστηρίων, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμούς τους, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο που ο ιατρός-καρδιολόγος συνέστησε στο δεύτερο εναγόμενο ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο να μεταφέρει στον ασθενούντα συγγενή τους στο πλησιέστερο νοσοκομείο, αυτό ήταν το νοσοκομείο της Ρόδου και όχι εκείνο της Κω, στο οποίο ο ασθενής μεταφέρθηκε, με συνέπεια το δικαστήριο να απορρίψει την έφεσή τους.
Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι οι ενάγοντες της δεύτερης αγωγής-εκκαλούντες ήδη αναιρεσείοντες προτιθέμενοι, προς απόδειξη, μεταξύ άλλων, της από 30-4-2018 αγωγής τους κατά των εναγόμενων-εφεσίβλητων ήδη αναιρεσίβλητων, που επρόκειτο να συζητηθεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (ειδική διαδικασία περιουσιακών-εργατικών διαφορών- Ναυτικό Τμήμα) να εξετάσουν το μάρτυρα Μ.
Θ. του Ι. στο Ειρηνοδικείο ......, κοινοποίησαν στους ως άνω αντίδικους τους την από 11-5-2018 κλήση με την οποία τους γνωστοποιούσαν ότι "[...] την 16η Μαΐου 2018, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10.00 π.μ. ή την 17η Μαΐου 2018, ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.00 π.μ., ενώπιον του κ. Ειρηνοδίκη Πειραιώς, στο οικείο κατάστημα, πρόκειται να εξετάσουμε ως μάρτυρα αποδείξεως τον Μ.
Θ. του Ι., Πλοίαρχο ΕΝ-πραγματογνώμονα [...], καλείσθε δε να προσέλθετε και να παραστείτε νομίμως, άλλως αυτός θα εξεταστεί και ερήμην σας [...]". Την κλήση αυτή, η οποία δεν περιλαμβάνει όλα τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 422 ΚΠολΔ στοιχεία, καθόσον ο χρόνος εξέτασης του μάρτυρα δεν είναι σαφής και συγκεκριμένος, επέδωσαν στους εναγόμενους-εφεσίβλητους ήδη αναιρεσίβλητους στις 11-5-2018 οι δικαστικοί επιμελητές του Εφετείου Πειραιώς Ι.
Ν. Α. και Α. Ν. Α. (βλ. τις υπ' αριθμ. 4711Ζ/11-5-2018 και 7202Δ/11-5-2018, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης αυτών). Από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ...../17-5-2018 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε για την εξέταση του μάρτυρα Μ. Θ. του Ι., προκύπτει ότι ο ανωτέρω μάρτυρας εμφανίστηκε στο κατάστημα του Ειρηνοδικείου Πειραιώς, που είχε οριστεί ως τόπος για την εξέτασή του και κατέθεσε ένορκα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιώς όσα αναφέρονται στο περιεχόμενο της πιο πάνω ένορκης βεβαίωσης στις 17-5-2018 ημέρα Πέμπτη και ώρα 10.00 π.μ., ερήμην των κληθέντων εναγόμενων-εφεσίβλητων ήδη αναιρεσίβλητων, όπως προκύπτει από το αναφερόμενο σε αυτήν (ένορκη βεβαίωση) ότι η ένορκη βεβαίωση συνετάγη χωρίς την παρουσία των αντιδίκων.
Λόγω της έλλειψης σαφούς και συγκεκριμένου προσδιορισμού του χρόνου εξέτασης του μάρτυρα, και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ένορκη βεβαίωση δεν ήταν νόμιμη (ανυπόστατη). Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση.
Εφόσον όμως είχε υποχρέωση να εξετάσει αυτεπάγγελτα τη νομιμότητα του προσκομισθέντος αποδεικτικού αυτού μέσου, ορθά δεν έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση και, επομένως, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, αφού δεν επρόκειτο νια νόμιμο αποδεικτικό μέσο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν προσηκόντως κατά την παρούσα συζήτηση και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Μαΐου 2023 με αριθμό καταθ. 437/54/25-5-2023 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 284/26-5-2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ