Supreme Court partially allows appeal against conviction for issuing a blank check, ruling on mitigating circumstances.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a conviction for issuing a blank check. The court found the lower court's rejection of a specific mitigating circumstance regarding the appellant's clean criminal record lacked sufficient reasoning and failed to apply the more lenient law effective at the time of judgment. Consequently, the decision regarding the mitigation and sentencing was annulled, while the rest of the appeal was dismissed.
Legislator headnote
AI generatedArticles 84(2)(a) and (b) of the Penal Code; Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure: The court must provide specific and detailed reasoning when rejecting a claim for a mitigating circumstance based on a clean criminal record, and must apply the more lenient law if it becomes effective after the original judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1724 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1724/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού και Αλεξάνδρα Σιούτη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του την 1η Οκτωβρίου 2019 με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεράκη, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Ανδρεουλάκο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ΖΤ 1398/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία ... ΑΕ'', νομίμως εκπροσωπούμενη, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νίκη Ορφανίδου.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθμ. πρωτ. 6114/28-5-2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 881/2019.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28-5-2019 [υπ'αριθμ.πρωτ.6114/28-5-2019] αίτηση του Α. Μ. του Κ., για αναίρεση της υπ'αριθμ ΖΤ1398/2019 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473 παρ.3 εδ.α'ΚΠΔ ειδικό βιβλίο στις 8-5-2019, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα [άρθρο 473 παρ.2 και 3 προϊσχύσαντος KΠΔ].
Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί ως προς την βασιμότητα των λόγων της. Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του Ν 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.1325/1972, "1.Εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν:1] έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο , 2] υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί του προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της 3]εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4] έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος , μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ.1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του Ν 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει"του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος, υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.
Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, δεν απαιτείται πλέον ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει"της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο η ύπαρξη κοινού δόλου[πρόθεσης] ακόμη δε και ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία , το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος , τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο κατ' αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικές συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, που προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ'αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως [άμεσος δόλος]ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού [εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση].
Τέτοια, στοιχεία όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν αξιώνονται πλέον από το νόμο στην περίπτωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους ή μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογή, όπως τούτο επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ. Ακόμη δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα, και δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας [ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1315/2016].Συγκεκριμένα, επί καταδίκης για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής [άρθρο 79 παρ.1 Ν.5960/1933] θα πρέπει ειδικότερα να προσδιορίζονται:
α] ο χρόνος εκδόσεως της επιταγής, β] η ημερομηνία εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή στην Τράπεζα και γ] οι αποδείξεις, σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε την υπόθεση κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ.ΖΤ 1398/2019 απόφασή του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατά το είδος τους αναγνωστέα έγγραφα] προέκυψαν, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κερί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο κατηγορούμενος στην ….
στις 30-11-2011 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...", εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε την επιταγή με αριθμό ...02-6 για να πληρωθεί από την Τράπεζα ... για το χρηματικό ποσό των 36.934,42 ευρώ, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΦΒΕΕ" η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής. Και αφού ο νόμιμος κομιστής την εμφάνισε προς πληρωμή στις 8-12-2011, δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης και εμφάνισης της επίδικης επιταγής, αγνοούσε ότι δεν υπήρχαν τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια προς πληρωμή της.
Οι εν λόγω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρέπει ν' απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθόσον ο κατηγορούμενος, ως Πρόεδρος του ..., γνώριζε με ακρίβεια τα οικονομικά δεδομένα του εν λόγω ιδρύματος και είχε πλήρη επίγνωση των νομικών παραμέτρων της υπογραφής που έθετε επί της επίδικης επιταγής. Επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο".
Ακολούθως, αφού απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για αναγνώριση στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και β του ΠΚ, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε αυτόν ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 10 μηνών και χρηματική ποινή 10.000 ευρώ του ότι: "Στην …. στις 30-11-2011 ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...", εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε την επιταγή με αριθμό ...02-6 για να πληρωθεί από την τράπεζα ..., για το χρηματικό ποσό των 36.934,42 ευρώ σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΦΒΕΕ", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής. Και αφού ο νόμιμος κομιστής την εμφάνισε προς πληρωμή στις 8-12- 2011 δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, σε συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού που αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1α του Π Κ και 79 παρ.1 του Ν.5960/1933, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.
Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμένος, εξέδωσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος του Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "..." την αναφερόμενη τυπικά έγκυρη επιταγή και ότι η επιταγή αυτή εμφανίστηκε εμπροθέσμως στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντικρίσματος και ότι αυτός ενήργησε με πρόθεση.
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, δεν ήταν αναγκαία η ιδιαίτερη αιτιολόγηση της γνώσεως αυτού ως προς τη μη ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων κατά το χρόνο εκδόσεως ή πληρωμής της ένδικης επιταγής, καθόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αρκεί υποκειμενικά ο απλός δόλος, ο οποίος ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι απαρτίζουν την αξιόποινη αυτή πράξη, πέραν του ότι η ύπαρξη του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου αιτιολογείται ειδικά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ, δεύτερος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην έλλειψη αιτιολογίας και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 79 παρ.5 εδ.α'του Ν. 5960/1933 "Περί επιταγής", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 15 παρ.3 του Ν.3742/2006 , " η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου, ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της".Σε σχέση με την υποβολή έγκλησης και επί του εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ίσχυαν τα οριζόμενα στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 42 του ΚΠΔ, πριν την τροποποίησή του, στις οποίες ρητά παρέπεμπε το άρθρο 46 παρ.1 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των τεσσάρων πρώτων εδαφίων της παρ.2 του άρθρου 42, η έγκληση "γίνεται απ' ευθείας στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών, αλλά και τους άλλους ανακριτικούς υπαλλήλους, είτε από τον ίδιο τον εγκαλούντα είτε από ειδικό πληρεξούσιο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας μπορεί να δοθεί και με απλή έγγραφη δήλωση.
Η γνησιότητα της υπογραφής του εντολέα πρέπει να βεβαιώνεται από οποιαδήποτε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή ή δικηγόρο. Το έγγραφο της πληρεξουσιότητας προσαρτάται στην έκθεση για την κατάθεση της μήνυσης". Εξάλλου κατά τη διάταξη της παρ.4 εδ.α'του άρθρου 46 του ΚΠΔ. "Ο εγκαλών μαζί με την έγκληση οφείλει να υποβάλει και τα διαθέσιμα σε αυτόν αποδεικτικά στοιχεία που στηρίζουν και αποδεικνύουν αυτή". 'Ομως, η μη υποβολή τους δεν δημιουργεί απαράδεκτο ή ακυρότητα, αφού τέτοια κύρωση δεν τάσσεται στην ανωτέρω διάταξη.
Η επισύναψη των σχετικών εγγράφων στην κατατιθέμενη έγκληση είναι μεν αναγκαία για τη διακρίβωση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας του προσώπου που καταθέτει την έγκληση, όμως, δεν έχει αναχθεί σε δικονομική προϋπόθεση της νομιμότητας αυτής [έγκλησης][ΑΠ 514/2019]. Περαιτέρω, με το άρθρο 18 παρ.1 του κωδικοποιημένου Ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιριών", όπως αυτός αναμορφώθηκε και τροποποιήθηκε με το Ν.3604/2007 και ίσχυε κατά το χρόνο, κατά τον οποίο φέρεται ότι τελέστηκε η επίδικη πράξη της παράβασης του Ν.5960/1933 "περί επιταγής" [30-11-2011], ορίζεται ότι "η ανώνυμος εταιρεία εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως υπό του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου, ενεργούντος συλλογικώς".
Το άρθρο 22 του ίδιου νόμου ορίζει στη μεν παρ.1 εδ.α', ότι "Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο ν' αποφασίζει πάσα πράξη αφορώσα τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας αυτής και την εν γένει επιδίωξη του σκοπού της εταιρείας, στη δε παρ.3, ότι "επιτρέπεται το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχείρισης και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του ή μη..
Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, εφόσον δεν το απαγορεύει το καταστατικό και προβλέπεται από τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, να αναθέτουν περαιτέρω την άσκηση των εξουσιών που τους ανατέθηκαν ή μέρους τούτων σε άλλα μέλη ή τρίτους..."Οι διατάξεις αυτές του Ν.2190/1920, αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65,67 και 68 του ΑΚ, ρυθμίζουν την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, δηλαδή καθορίζουν το όργανο που εκφράζει τη βούληση του νομικού αυτού προσώπου στις έννομες σχέσεις με άλλα πρόσωπα, εκπροσωπεί αυτό στα δικαστήρια και αποφασίζει για τη διοίκηση της εταιρίας και τη διαχείριση της περιουσίας της για την πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.
Ως τέτοιο όργανο ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, το οποίο αποφασίζει για κάθε υπόθεση, που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας ή στη διαχείριση της περιουσίας της. Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 22 παρ.3 του Ν.2190/1920 ρυθμίζουν το ζήτημα της υποκατάστασης του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας, κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι νόμιμη, μόνο εφόσον διενεργείται με βάση τις διατάξεις αυτές.
Οι εν λόγω διατάξεις [του άρθρου 22 παρ.3] περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους, τόσο τις πράξεις διαχείρισης, όσο και την εκπροσώπηση της εταιρίας και, μεταξύ άλλων, επιτρέπουν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας, που κατ' αρχήν ενεργεί συλλογικά, να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν [δικαστικώς ή εξωδίκως] την εταιρία γενικά ή σε ορισμένες μόνο πράξεις, προβλέπουν δε ότι για ορισμένα θέματα είναι δυνατό να αποφασιστεί από το διοικητικό συμβούλιο μεταβίβαση της εξουσίας του.
Η μεταβίβαση αυτή, κατά το άρθρο 22 παρ.3, μπορεί να διενεργηθεί προς οποιοδήποτε πρόσωπο και όχι μόνο προς μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας. Προϋποθέτει, όμως, σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό της εταιρίας. Υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου με εξωεταιρική συμφωνία δεν είναι νόμιμη. Επομένως, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ.3, το τρίτο πρόσωπο, στο οποίο το διοικητικό συμβούλιο ανέθεσε εκπροσωπευτική δραστηριότητα, δεν είναι υποκατάστατο του διοικητικού συμβουλίου, αλλά ενεργεί στα πλαίσια της προβλεπόμενης, από τα άρθρα 211 και 713 του ΑΚ, αντίστοιχα, πληρεξουσιότητας ή εντολής.
Ο υποκατάστατος του διοικητικού συμβουλίου, επειδή ενεργεί ως όργανο της εταιρίας, δεν έχει ανάγκη ειδικής πληρεξουσιότητας ή εξουσιοδότησης και βεβαίωσης του γνησίου της υπογραφής των μελών του διοικητικού συμβουλίου, όταν το απαιτεί νομοθετική διάταξη, όπως όταν πρόκειται για την υποβολή έγκλησης ή για δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής.
Στην περίπτωση, όμως, που το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας, για την υλοποίηση σχετικής απόφασής του, αναθέσει σε τρίτο, ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 παρ.3 του Ν 2190/1920, να υποβάλει μήνυση ή έγκληση κατά του δράστη αξιόποινης πράξης, που τελέστηκε σε βάρος της εταιρίας, απαιτείται, ενόψει του ότι ο ανωτέρω τρίτος είναι απλός πληρεξούσιος - εντολοδόχος της τελευταίας, το πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου, το οποίο περιέχει τη σχετική απόφασή του και το οποίο προσαρτάται στην εγχειριζόμενη έγκληση, να φέρει και βεβαίωση της υπογραφής του "εντολέα" και παρέχοντος την πληρεξουσιότητα, δηλαδή των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 46 και 42 παρ.2 εδ.γ'του ΚΠΔ [ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 514/2019, ΑΠ 1489/2016].Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης 510 παρ.1 στοιχ.Η'του ΚΠΔ, υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή υφίσταται μεν τέτοια δικαιοδοσία, δεν συντρέχουν, όμως, οι όροι οι οποίοι παρέχουν την εξουσία να κρίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση ή, όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία , η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι.
Περίπτωση υπέρβασης εξουσίας υπάρχει και όταν το δικαστήριο, παρόλο που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη. Προκειμένου να κριθεί η βασιμότητα ή μη λόγου αναίρεσης περί μη νομότυπης υποβολής έγκλησης για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί την επίμαχη επιταγή και τα νομιμοποιητικά έγγραφα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η σε βάρος του ποινική δίωξη δεν ασκήθηκε παραδεκτά και ότι καθ'υπέρβαση εξουσίας καταδικάστηκε, διότι στην έκθεση κατάθεσης της έγκλησης σε βάρος του που δεν υποβλήθηκε από υποκατάστατο όργανο του διοικητικού συμβουλίου της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΦΒΕΕ" δεν προσαρτήθηκε πρακτικό-εξουσιοδοτικό έγγραφο του διοικητικού συμβουλίου με την βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής των μελών του ούτε γίνεται μνεία σχετική στο κείμενο της εγκλήσεως. Από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων η έγκληση της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας και τα συνημμένα σ' αυτή έγγραφα, προκύπτει ότι σύμφωνα με το υπ'αριθμ.615/2012 πρακτικό του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ"τα μέλη αυτού, ήτοι ο K. M. πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, η Δ. Μ. αντιπρόεδρος, ο Δ. Σ. σύμβουλος και η M. C. M. R. επίσης σύμβουλος εκπροσωπούμενη από τον K. M. δια πληρεξούσιου, μετά από νόμιμη πρόσκληση του Προέδρου, συνεδρίασαν στις 5-3-2012 με θέματα 1] την υποβολή έγκλησης κατά των νομίμων εκπροσώπων του "..." με δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής για την πράξη της έκδοσης της επίδικης ακάλυπτης επιταγής και 2] χορήγηση ειδικής εξουσιοδότησης για την υποβολή έγκλησης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών.
Σε αυτό το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τη συνεδρίαση του οποίου παρόντα ήταν και τα τέσσερα μέλη αυτού, (η 4η δια του K. M.) ομόφωνα αποφασίστηκε να εξουσιοδοτήσει τους δικηγόρους Αθηνών 1] Iωάννη Κυριακίδη του Κωνσταντίνου, 2] Σταυρούλα Αυγουστινάκη του Αντωνίου, 3]Βασιλική Κρικέτου του Νικολάου και 4] Ηλία Σπυρλιάδη του Σωτηρίου, όπως από κοινού ή ο καθένας ξεχωριστά υπογράψουν και εγχειρίσουν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και σε κάθε άλλη αρμόδια αρχή, έγκληση της εταιρείας κατά του αναιρεσείοντος νομίμου εκπροσώπου του "..." για το ότι εξέδωσε επιταγή χωρίς να έχει επαρκές χρηματικό αντίκρισμα στον τραπεζικό λογαριασμό, κατά τα οριζόμενα στο πρακτικό στο οποίο αναφέρεται αυτούσιο το κείμενο της ένδικης έγκλησης.
Με το πρακτικό αυτό που προσκομίστηκε σε ακριβές αντίγραφο, το διοικητικό συμβούλιο της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας μεταβίβασε το δικαίωμα εκπροσώπησης στους προαναφερόμενους δικηγόρους για να υποβάλουν την ανωτέρω έγκληση και να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρίας.
Το πρακτικό αυτό υπογράφεται από όλα τα ως άνω μέλη του Δ.Σ και στο τέλος βεβαιώνεται το γνήσιο της υπογραφής του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, καθώς και των μελών του ΔΣ της εταιρίας από τη δικηγόρο Σταυρούλα Αυγουστινάκη. Σε εκτέλεση της ως άνω εντολής οι δικηγόροι Ηλίας Σπυρλιάδης και Σταυρούλα Αυγουστινάκη συνέταξαν και υπέγραψαν στις 6-3-2012 την έγκληση της εγκαλούσας εταιρίας κατά του κατήγορουμένου-αναιρεσείοντος, την οποία κατέθεσε την ίδια ημερομηνία [6-3-2012], ο δικηγόρος Ηλίας Σπυρλιάδης στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, ασκηθείσας στη συνέχεια ποινικής δίωξης κατά του κατηγορουμένου για την εν λόγω πράξη.
Συνεπώς, νομότυπα υποβλήθηκε η ανωτέρω έγκληση εφόσον υπήρχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις ήτοι απόφαση του ΔΣ που συνεδρίασε σε απαρτία και ανάθεση, κατά τα ανωτέρω, εκπροσωπευτικής εξουσίας από το ΔΣ της εγκαλούσας εταιρείας σε τρίτο πρόσωπο ,παρέχοντας στο τελευταίο ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των μελών του Δ.Σ κάτωθι του ως άνω πρακτικού, το οποίο προσαρτήθηκε, ακολούθως, στην εγχειρισθείσα έγκληση. Επομένως το Δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτοντας με παρεμπίπτουσα απόφασή του, την ένσταση περί απαραδέκτου της ασκηθείσας σε βάρος του αναιρεσείοντος ποινικής δίωξης με την ίδια ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ορθώς την απέρριψε και δεν υπερέβη την εξουσία του. Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.θ' ΚΠΔ. με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 171 παρ.1 του ΚΠΔ, "ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1] Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν :α]....δ] την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο , την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά Δικαιώματα".Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 εδ.α'της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΣΔΑ], η οποία κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ 53/74 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού Δικαίου και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης εσωτερικού νόμου, ορίζεται ότι "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε...
είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως".Η παραβίαση της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, που καθιερώνει την αρχή της δίκαιης δίκης, δε δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της ποινικής απόφασης, πέρα από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 510 του ΚΠΔ, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλει , που υπάγεται στους προβλεπόμενους από την εν λόγω διάταξη λόγους αναίρεσης, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ.δ'ΚΠΔ, όπως το στοιχ.δ'της παρ.1 αντικαταστάθηκε από την παρ.2 του άρθρου 11 του Ν. 3904/23-12-2010 [ ΑΠ 1026/2017, ΑΠ 785/2015].
Κατά συνέπεια, εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει βάσιμος λόγος αναίρεσης εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 510 ΚΠΔ, απορριπτέοι ως αβάσιμοι τυγχάνουν οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας, λόγω παραβίασης του ανωτέρω άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ περί δίκαιης δίκης, oι οποίοι όμως θεμελιώνονται στις προαναφερθείσες αβάσιμες και ήδη απορριφθείσες πλημμέλειες, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντα, της προσβαλλομένης απόφασης.
Τέλος, η επιβαλλόμενη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός,είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής, την τυχόν συνδρομή των οποίων βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας, κατά τον ακροαματικό έλεγχο κάθε υπόθεσης, ερευνά και αυτεπαγγέλτως.
Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, κατά τη διάταξη του άρθρου 84 τιαρ.2 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 [άρθρο δεύτερο του ν.4619/2019] Ποινικού Κώδικα, μεταξύ άλλων και : 1] η υπό στοιχ.α' που συνίσταται στο "ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα , περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα" και 2] η υπό στοιχ.β', "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια".Κατά την έννοια της διατάξεως της περ.α' της παρ.2 του άρθρου 84 του ισχύοντος κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως Ποινικού Κώδικα, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείτο το ότι ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή.
Κατά την έννοια της νέας διατάξεως της περ.α της παρ.2 του άρθρου 84 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα, ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα. Κριτήριο επομένως για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυναμένου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 ΚΠΔ.Εν όφειτων ανωτέρω, η διάταξη αυτή [84 παρ.2α] του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, είναι ευμενέστερη της αντίστοιχης προϊσχύσασας διάταξης, που όριζε ότι η υπό στοιχείο α' ελαφρυντική περίσταση συνίσταται στο ότι "ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή", αφού με τη νέα διάταξη διευρύνεται η δυνατότητα αναγνώρισης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης, καθόσον υιοθετήθηκε το δεκτικό βεβαίωσης κριτήριο της "νόμιμης" ζωής έναντι του απροσδιόριστου κριτηρίου της "έντιμης" ζωής, που απαιτούνταν από την προϊσχύσασα διάταξη και δεν ελέγχεται πλέον η κατά το Σύνταγμα "απαραβίαστη" προηγούμενη ατομική και οικογενειακή ζωή του υπαιτίου.
Περαιτέρω, για να συντρέξει η ελαφρυντική περίσταση που προβλέπεται από το άρθρο 84 παρ.2 στοιχ.β' για την οποία η σχετική διάταξη είναι όμοια με την προισχύσασα, πρέπει: "ο υπαίτιος στην πράξη του να ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης".
Ειδικότερα για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από μη ταπεινά αίτια που ως τέτοια νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή , περί ηθικής ή κοινωνικής τάξεως συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρος και κακοβουλία του δράστη για δε το ορισμένο του απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια αυτά που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του.
Η δε μη ταπεινότητα των αιτίων, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη που του αποδίδεται θα κριθεί όχι υποκειμενικώς δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικώς, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας [ΑΠ 1801/2017 ΑΠ/130/2017]. Καθόσον αφορά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά [ΑΠ 130/2017,ΑΠ 453/2016].
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων προέβαλε δια του συνηγόρου του, εγγράφως τους αυτοτελείς ισχυρισμούς περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων υπό στοιχ. α'και β'της παρ.2 του άρθρου 84 ΠΚ, επικαλούμενος για τη θεμελίωσή τους τα ακόλουθα: Ως προς την υπό στοιχ.α'" ότι: "Είμαι 78 ετών συνταξιούχος ιατρός με μηνιαία σύνταξη 1.200 ευρώ, έγγαμος με την Γ. Μ., με μία έγγαμη κόρη και δυο εγγόνια. Επί δεκαετίες άσκησα το ιατρικό λειτούργημα και μέσω αυτού υπηρέτησα τον άνθρωπο. Επίσης επί πολλά έτη υπηρέτησα από υπεύθυνες θέσεις τις ανθρωπιστικές δραστηριότητες του "ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΡΥΘΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ" και το Κοινωφελές ίδρυμα "... Όθεν μέχρι τον χρόνο τελέσεως της πράξεως, για την οποία κηρύχθηκα ένοχος έζησα έντιμη οικογενειακή και επαγγελματική ζωή, το ποινικό μου μητρώο είναι μέχρι σήμερα λευκό". Ως προς την υπό στοιχ. β' ότι "Κατά τον χρόνο εκδόσεως και εμφανίσεως προς πληρωμή της ένδικης επιταγής το Κοινωφελές Ίδρυμα "... " ήτο σε δυσχερή οικονομική θέση διότι τα ασφαλιστικά ταμεία είχαν υπερήμερες οικονομικές υποχρεώσεις έναντι του Ιδρύματος ύψους 20.126.816 ευρώ, όπως απεδείχθη από το αναγνωσθέν σχετικό έγγραφο του Ιδρύματος, με συνακόλουθο κίνδυνο την αδυναμία λειτουργίας του Νοσοκομείου ...", εάν οι προμηθεύτριες εταιρείες έπαυαν να το προμηθεύουν με τα αναγκουούντα για την λειτουργία του. Όθεν προέβην στην ως άνω πράξη από μη ταπεινά ελατήρια".
Το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς, με την ακόλουθη κατά πιστή μεταφορά αιτιολογία:
" Οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν, δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν αποδείχθηκε η ανυπαρξία ταπεινών αιτίων στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, κατά την από μέρους του τέλεση της ανωτέρω πράξης, ενώ ο κατηγορούμενος δεν επικαλείται, περαιτέρω, επαρκή στοιχεία προς θεμελίωση του ισχυρισμού του για τη θεμελίωση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α' ΠΚ (πρότερος έντιμος βίος), δεδομένου ότι για στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου δεν αρκεί ούτε η τέλεση αξιόποινων πράξεων μικρής βαρύτητας και απαξίας μέχρι να διαπράξει ο δράστης τα εγκλήματα για τα οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες αστυνομικές και δικαστικές Αρχές.
Δεν αρκεί, επίσης, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά της εργασίας του προς εξασφάλιση των μέσων διαβιώσεως του ιδίου και των μελών της οικογενείας του, δοθέντος ότι για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού από το εδάφιο α της §2 του άρθρου 84 ΠΚ απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ.
α' της §2 του άρθρου 84 ΠΚ." Αναφορικά με τη συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2β'ΠΚ, το Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό ισχυρισμό, χωρίς αναφορά στα επικληθέντα θεμελιωτικά της σχετικής διάταξης περιστατικά και έτσι που έκρινε υπέπεσε στην εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης.
Ο ίδιος δε λόγος κατά το σκέλος που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2α'του ισχύοντος κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης ΠΚ, θεωρουμένη πλέον υπό το πρίσμα του επιεικέστερου νόμου και της παραδοχής της ότι ο αναιρεσείων είχε λευκό ποινικό μητρώο, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, συντρέχει δε περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 2 παρ.1 ΠΚ και 511 εδ.γ'ΚΠΔ, του επιεικέστερου νόμου [4620/2019] που ισχύει από 1-7-2019 μετά δηλαδή της δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη: α] κατά παραδοχή της προαναφερθείσας επιεικέστερης διάταξης ως προς την απόρριψη της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 2α ΠΚ και β] κατά παραδοχή του εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ λόγου αναίρεσης, ως προς τη διάταξή της για την απόρριψη του ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ και αναγκαίως και ως προς τη διάταξη της για την επιβολή ποινής και να παραπεμφθεί, η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως [άρθρο 519 ΚΠΔ], ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την ΖΤ 1398/22-3-2019 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ως προς τη διάταξή της περί απόρριψης του ισχυρισμού περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και β' ΠΚ και συνακόλουθα κατά τη διάταξη της επιβολής σ'αυτόν ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα, κατά το μέρος αυτό, συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 28-5-2019 και με αριθμό πρωτ.6114/28-5- 2019 αίτηση του Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., για αναίρεση της ΖΤ 1398/22-3-2019 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ