Legislator Case Law & Legislation
1724/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on compulsory expropriation compensation claim, ruling it is a contractual debt not a property right.

Case Number 1724/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court judgment awarding compensation to an individual for compulsory expropriation. The State argued the appeal was invalid because the claimant was not the original property owner but the recognized recipient of the compensation. The court held that the claimant's right to the compensation is a contractual debt owed by the State, not a property right, and thus the appeal was properly rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 26 and 27 of Law 797/1971; Article 26 of Law 2882/2001: The right to compensation for compulsory expropriation constitutes a contractual debt owed by the State to the recognized recipient, not a property right subject to expropriation proceedings.

Keywords

AI generated
compulsory expropriation compensation claim contractual debt property right recognition of rights State liability legal standing

Cited Legislation

AI generated
Articles 26 and 27 of Law 797/1971
Article 26 of Law 2882/2001
Article 26, paragraph 12 of Law 2882/2001
Article 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1997
Article 18, paragraph 4 of Law 2882/2001
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1724 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1724/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. συζ. Η. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δροσιά Μπάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 519/2011 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-10-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ναυσικά Φράγκου διάβασε την από 27-1-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 22-10-2014 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 519/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 26 και 27 του ν.δ 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων" (ΦΕΚ Α'/1-1-1971), που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του χρόνου κηρύξεως της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως (άρθρ. 31 και 1 του Ν.Δ/τος αυτού και 29 παρ. 2 και 5 του Ν. 2882/2001) αλλά και απ' αυτές του άρθρου 26 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΦΕΚ Α 17/6-2-2001)", προκύπτει ότι, το αρμόδιο για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης Μονομελές Πρωτοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού, που δικάζει κατά την αποκλειστική διαδικασία της αναγνωρίσεως των δικαιούχων, αποφαίνεται οριστικά σχετικά με τα πρόσωπα των δικαιούχων της αποζημίωσης που έχει καθοριστεί για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου.

Η απόφαση αυτή, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, αποτελεί δεδικασμένο για το ποιός είναι δικαιούχος είσπραξης της αποζημίωσης και επιπροσθέτως για το εμβαδόν των απαλλοτριουμένων ακινήτων και τον όγκο των επ' αυτού κτισμάτων, έναντι όλων των ενδιαφερομένων, είτε μετείχαν στη δίκη της αναγνώρισης και δεν διεκδίκησαν την αποζημίωση, είτε μετείχαν σ' αυτήν αλλά δεν αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι, είτε τέλος δεν μετείχαν σ' αυτήν, ανεξάρτητα του αν κλητεύθηκαν ή όχι (Ολ.

ΑΠ 7/2013, ΑΠ 145/2009), ενώ εξάλλου, από τη δημοσίευση της απόφασης με την οποία καθορίζεται τελεσίδικα η οφειλόμενη αποζημίωση από απαλλοτρίωση, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημιώσεως δικαιούται με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην λόγω ποσού δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή αυτής, και μάλιστα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 1476/2003 Δ/νη 2005,1060).

Το απορρέον, όμως, κατά τα ανωτέρω δεδικασμένο αποκλείει την προβολή στη μεταγενέστερη αυτή δίκη για την καταβολή στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο της αποζημιώσεως την προβολή από τον εναγόμενο υπόχρεο ενστάσεως ιδίας κυριότητάς του στο απαλλοτριωθέν ακίνητο, η οποία υπήρχε κατά τη δίκη αναγνωρίσεως δικαιούχων και η οποία είτε δεν είχε προβληθεί είτε, αφού προβλήθηκε, απορρίφθηκε από την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Σε άλλη όμως δίκη, άσχετη με την αποζημίωση για την απαλλοτρίωση, δεν δημιουργείται δεδικασμένο από την απόφαση αυτή για την κυριότητα του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, διότι το δικαίωμα κυριότητας στη δίκη αναγνωρίσεως δικαιούχων κρίνεται μόνο παρεμπιπτόντως και το Μονομελές Πρωτοδικείο, δεν είναι αρμόδιο να κρίνει για την κυριότητα κατά την ειδική αυτή διαδικασία, με δύναμη δεδικασμένου, ΑΠ 145/2009, ΑΠ 1459/2003).

Επομένως ο πραγματικός κύριος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, ή αυτός που αξιώνει άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του ακινήτου αυτού, μπορεί να προσφύγει στην τακτική διαδικασία και να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας κατά το χρόνο προσδιορισμού της τιμής μονάδος αποζημίωσης, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 70 ΚΠολΔ, πρόδηλο είναι το έννομο του συμφέρον, προκειμένου να προετοιμάσει την άσκηση άλλου δικαιώματος, όπως εκείνου να ζητήσει την απόδοση της αποζημίωσης που εισπράχθηκε από τον μη κύριο (άρθρ.9 παρ. 3 Ν.Δ.797/1971 και 9 παρ. 4 παρ. 1 του Ν. 2882/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της με αριθμ. 1021767/1394/0010/23-5-1997 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο με αριθμ. 489/1-6- 1996 ΦΕΚ (τευχ. Δ) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά έκταση συνολικού εμβαδού 828.130,60 τ.μ., η οποία βρίσκεται στις κτηματικές περιφέρειες ...

του Νομού Μαγνησίας, για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση-διαπλάτυνση της Εθνικής οδού Αθηνών- Θεσσαλονίκης, στο τμήμα ... (χθ. 26+350 έως χθ - 507), το οποίο εικονίζεται στα από 29-12-1998 κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικά πίνακα του μηχανικού κτηματογράφησης, Δ. Φ., που έχει θεωρήσει αυθημερόν ο προϊστάμενος της ΔΕΣΕ Θεσσαλίας και για το νομότυπο της σύνταξης ο προϊστάμενος της ΤΥΔΚ Μαγνησίας, Γ.

Ε. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνη αφενός του τελευταίου, καταβλητέα από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων για έργα οδοποιίας, αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων, και αφετέρου των ωφελουμένων παρόδιων ιδιοκτητών, με βάση τις προϋποθέσεις του νόμου.

Στην απαλλοτριωθείσα έκταση, όπως και το εκκαλούν δέχεται, περιελήφθη και η με αριθμ. ... ιδιοκτησία του κτηματολογικού πίνακα, συνολικού εμβαδού 4.656 τ.μ., που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια ... Σύμφωνα δε με τον ίδιο κτηματολογικά πίνακα, τμήμα της ιδιοκτησίας αυτής, εμβαδού 44 τ.μ., αυτοαποζημιώνεται, ενώ για το υπόλοιπο τμήμα της, εμβαδού 4612 τ.μ., υπόχρεο να καταβάλει την αποζημίωση φέρεται το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Ωστόσο, στον κτηματολογικό πίνακα αναφέρεται ως εικαζόμενος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο. Ανεξαρτήτως τούτου όμως, η καταγραφή του Δημοσίου ως εικαζόμενου δικαιούχου στον κτηματολογικό πίνακα δεν συνιστά απόδειξη για την κυριότητα του ούτε αποκλείει την ύπαρξη στην πραγματικότητα κυριότητας άλλου στο επίδικο.

Έτσι, δικαίωμα κυριότητας προέβαλε σ' αυτό και η ενάγουσα, η οποία με την ιδιότητα της ιδιοκτήτριας του εν λόγω ακινήτου και του με αριθμ. ... άσκησε μαζί με άλλους ιδιοκτήτες ακινήτων της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως, την από 18-2-2000 κύρια αίτηση ενώπιον του Εφετείου Λάρισας, ζητώντας να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για αμφότερα τα ανωτέρω ακίνητα.

Επί της αιτήσεως αυτής, κατόπιν συνεκδικάσεώς της εκτός των άλλων, και με αίτηση που είχε ασκήσει και το Ελληνικό Δημόσιο προς το σκοπό αυτό, για άλλα ακίνητα της αποζημιωθείσας έκτασης, εκδόθηκε η με αριθμ. 267/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που δέχθηκε εν μέρει τις αιτήσεις και καθόρισε τελεσιδίκως την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης για όλα τα ακίνητα της κτηματικής περιφέρειας ..., για τα οποία ζητήθηκε ο οριστικός καθορισμός της αποζημιώσεως, όπως το επίδικο, στο ποσό των 10,27 ευρώ ανά τ.μ., αδιακρίτως.

Αβασίμως συνεπώς, υποστηρίζει το εκκαλούν ότι δεν καθορίσθηκε με την άνω απόφαση οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε σχέση με το επίδικο με αριθμ. ... ακίνητο. Το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε, ομοίως, ως αβάσιμο τον εν λόγω ισχυρισμό του εκκαλούντος, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν, εφόσον από τη συνολικά απαλλοτριωθείσα έκταση του επίδικου ακινήτου, έπρεπε να αποζημιωθεί από το υπόχρεο προς τούτο Ελληνικό Δημόσιο, έκταση 4.612 τ.μ., με βάση την τιμή μονάδος που καθορίσθηκε οριστικά με την άνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, η οφειλόμενη για την εν λόγω έκταση αποζημίωση ανήλθε στο ποσό των 47,365,24 ευρώ (4612 χ 10,27).

Εξάλλου, με την αυτή ως άνω απόφαση του Εφετείου Λάρισας, όπως ερμηνεύτηκε στη συνέχεια με την 756/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, το υπόχρεο προς αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο καταδικάσθηκε στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, ως αιτούσας των καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το ως άνω ακίνητο, τα οποία καθόρισε σε 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως.

Επομένως, με την 267/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας επιβλήθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας, συνολικού ύψους 1.420,95 ευρώ (47.365,25 χ 3%). Περαιτέρω, με βάση την υπ' αριθμ. καταθ. …/15-9-2000 αίτηση που άσκησε η ενάγουσα κατά του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 9/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία, όπως αυτή διορθώθηκε στη συνέχεια με την 106/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, έγινε δεκτή η αίτηση και αναγνωρίσθηκε η ενάγουσα δικαιούχος της αποζημιώσεως που καθορίσθηκε για την απαλλοτρίωση του επίδικου με αριθμ. ...

ακινήτου. Σημειωτέον ότι στη δίκη εκείνη, όπως άλλωστε και στη δίκη οριστικού καθορισμού της αποζημιώσεως για το εν λόγω ακίνητο, το Ελληνικό Δημόσιο ουδόλως αντέλεξε ως προς την κτήση δικαιώματος κυριότητας σ' αυτό εκ μέρους της ενάγουσας, ενώ παράλληλα προσκομίσθηκε από την τελευταία η από 29-12-1998 έκθεση κτηματογράφησης της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.

Μαγνησίας, βάσει της οποίας δεν υφίσταται δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου σ' αυτό. Κατόπιν τούτων, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, η ανωτέρω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο (αρθρ. 27 παρ.6 του ΝΔ 797/1971 και 26 παρ.12 του Ν. 2882/2001), αποτελεί δεδικασμένο ότι η ενάγουσα είναι δικαιούχος είσπραξης της αποζημίωσης που καθορίσθηκε ως άνω για την απαλλοτρίωση του με αριθμ. ...

ακινήτου, έναντι όλων των ενδιαφερομένων, μεταξύ των οποίων και αυτών που μετείχαν στη δίκη της αναγνώρισης και δεν αντέλεξαν, όπως το εναγόμενο, Ελληνικό Δημόσιο. Ωστόσο, το τελευταίο, όταν η ενάγουσα ζήτησε να της καταβάλει την αποζημίωση που καθορίσθηκε οριστικά με την άνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας για το εν λόγω ακίνητο, πλέον των δικαστικών εξόδων που της επιδικάσθηκαν με την ίδια απόφαση, αρνήθηκε, ισχυριζόμενο ότι η κυριότητα του επίδικου ακινήτου ανήκει στο ίδιο και όχι στην ενάγουσα.

Τον ίδιο ισχυρισμό δε, προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προς απόκρουση της επίδικης καταψηφιστικής αγωγής, με την οποία η ενάγουσα ζήτησε την επιδίκαση της άνω αποζημίωσης και των δικαστικών εξόδων. Όμως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη, το δεδικασμένο από την απόφαση, με την οποία αναγνωρίζεται κάποιος δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, αποκλείει την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη για την καταβολή στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο της αποζημίωσης που καθορίσθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στη δίκη που ανοίχθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με την άσκηση της επίδικης καταψηφιστικής αγωγής, του ισχυρισμού του εναγομένου ότι είναι κύριος του απαλλοτριωθέντος ακινήτου είτε ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε στη δίκη αναγνωρίσεως δικαιούχων είτε προβλήθηκε και απορρίφθηκε.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο τον άνω ισχυρισμό του εναγομένου και δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και ο περί του αντιθέτου λόγος του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ενόψει του ότι στη δίκη αυτή δεν είναι νόμιμος ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι είναι κύριος του επίδικου απαλλοτριωθέντος ακινήτου, το υποβληθέν υπ' αυτού αίτημα περί αναβολής, κατ' άρθρ. 249 ΚΠολΔ, της συζητήσεως της υποθέσεως μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της από 29-5-2007 (και αριθμ.

καταθ. …/2007) αγωγής του κατά της ενάγουσας, για αναγνώριση της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, είναι απορριπτέο ως αλυσιτελές". Με βάση τις παραδοχές αυτές, και αφού προηγουμένως έκρινε απορριπτέο ως μη νόμιμο τον πρωτοδίκως προβληθέντα από το αναιρεσείον και επαναφερθέντα με το λόγο της έφεσης του ισχυρισμό του περί ιδίας κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο ακίνητο, λόγω του απορρέοντος δεδικασμένου από την απόφαση περί αναγνωρίσεως της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης ως δικαιούχου της αποζημιώσεως, το οποίο απέκλειε την προβολή στη μεταγενέστερη δίκη που ανοίχτηκε επί της ένδικης αγωγής δικαιώματος κυριότητας στο επίδικο από το εναγόμενο- αναιρεσείον, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης, που κρίνοντας ομοίως, είχε δεχτεί την ένδικη αγωγή .

Το αναιρεσείον με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες αιτιάσεις: Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ,διότι με το να απορρίψει το Εφετείο την ένδικη έφεσή του, κρίνοντας ότι, το Ελληνικό Δημόσιο νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της ένδικης αγωγής κατ' αυτού, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά απ' αυτό (Εφετείο) υπόχρεο προς απόδοση του αιτούμενου από την αναιρεσίβλητη ποσού αποζημιώσεως είναι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 1, 2, 5, 9 παρ. 3 και 26, 27 του ΝΔ 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", 7 παρ.1 εδ.α, 26 παρ.11, 29 παρ. 2, 5 και 8 του Ν. 2882/2001 και 73 του ΚΠολΔ, Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.1, 2, 5, 9 παρ.3 και 26, 27 του Ν.Δ 797/1971 "περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων", 7 παρ. 1 εδ.α, 26 παρ. 11, 29 παρ. 2, 5 και 8 του Ν. 2882/2001, με την αιτίαση ότι, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, αφού ενώ δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υποχρεούται να αποδώσει στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο το ποσό που κατατέθηκε με την προσκόμιση της απόφασης, εν τούτοις δεν προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αν κατατέθηκε ή όχι, η αποζημίωση από το Ελληνικό Δημόσιο που είναι υπόχρεο για την πληρωμή της, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον, όπως προκύπτει από τις παραπάνω αναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν δέχτηκε ότι υπόχρεο προς απόδοση του ποσού της καθορισθείσας αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όπως αβασίμως διατείνεται το αναιρεσείον, αλλά αντιθέτως ότι το υπόχρεο σε αποζημίωση της ενάγουσας εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.

Επί λέξει αναφέρεται:"όταν η ενάγουσα ζήτησε να της καταβάλει την αποζημίωση που καθορίσθηκε οριστικά με την άνω τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας για το εν λόγω ακίνητο, πλέον των δικαστικών εξόδων που της επιδικάσθηκαν με την ίδια απόφαση, αρνήθηκε, ισχυριζόμενο ότι η κυριότητα του επίδικου ακινήτου ανήκει στο ίδιο και όχι στην ενάγουσα".

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατ' ορθή εκτίμηση την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του ως άνω άρθρου, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο, και ειδικότερα ότι η υπ' αριθμ. 9/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, περί αναγνωρίσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ως δικαιούχου της καθορισθείσας αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αποτελεί δεδικασμένο για το ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι δικαιούχος είσπραξης της αποζημίωσης που καθορίσθηκε για την απαλλοτρίωση του με αριθμ. ...

ακινήτου, έναντι όλων των ενδιαφερομένων, μεταξύ των οποίων και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο που μετείχε στη δίκη της αναγνώρισης δικαιούχων και δεν αντέλεξε, το οποίο αποκλείει την προβολή στην παρούσα μεταγενέστερη δίκη για την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης στην αναγνωρισθείσα ως δικαιούχο αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη την προβολή δικαιώματος κυριότητας στο απαλλοτριωθέν ακίνητο αν και η υπ' αριθμ. 9/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, δεν παρήγαγε "δεδικασμένο" περί του δικαιούχου της αποζημίωσης και δεν δεσμευόταν από αυτή το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, που επιλήφθηκε της παραπάνω καταψηφιστικής αγωγής, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος, ότι το Ελληνικό Δημόσιο "αντέλεξε" κατά τη δίκη περί αναγνώρισης δικαιούχων και "αρνήθηκε, την κυριότητα" της αναιρεσίβλητης.

Και ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης που καθορίσθηκε για την απαλλοτρίωση του επίδικου με αριθμ. ... ακινήτου, με την υπ' αριθμ. 9/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεώς της κατά του εναγομένου- αναιρεσείοντος, κατά τη συζήτηση της οποίας μάλιστα ουδόλως αντέλεξε ως προς την κτήση δικαιώματος κυριότητας σ' αυτό εκ μέρους της ενάγουσας, η ως άνω απόφαση, η οποία δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο, αποτελεί δεδικασμένο, σύμφωνα με τις σχετικές νομικές σκέψεις που προαναφέρθηκαν, για το ότι η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη είναι δικαιούχος είσπραξης της αποζημίωσης που έχει καθοριστεί για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου έναντι όλων των ενδιαφερομένων, είτε μετείχαν στη δίκη της αναγνώρισης και δεν διεκδίκησαν την αποζημίωση, όπως δέχτηκε το Εφετείο ότι συνέβη με το αναιρεσείον, είτε μετείχαν σ' αυτήν αλλά δεν αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι, είτε τέλος δεν μετείχαν σ' αυτήν, ανεξάρτητα του αν κλητεύθηκαν ή όχι, το οποίο αποκλείει την προβολή σε μεταγενέστερη δίκη για την καταβολή στον αναγνωρισθέντα δικαιούχο της αποζημιώσεως, όπως η δίκη που ανοίχθηκε επί της ένδικης αγωγής, την προβολή από τον εναγόμενο υπόχρεο και στην προκειμένη περίπτωση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ενστάσεως ιδίας κυριότητάς του στο απαλλοτριωθέν ακίνητο και, επομένως, με την ως άνω κρίση του το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παράβασης του άρθρου 559 αριθ.16 και ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" δε που αφέθηκε αδίκαστη νοείται αυτή που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία, όπως το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κύριας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρεμβάσεως, ενδίκου μέσου, αντεφέσεως (ΑΠ 332/1987, ΝοΒ 1988.553), ανακοπής ή τριτανακοπής.

Στην έννοια της αίτησης κατά την ως άνω διάταξη, περιλαμβάνονται και οι διαδικαστικές αιτήσεις όταν η ζητούμενη διαδικαστική πράξη είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο και όχι όταν αυτή υπόκειται στην κυριαρχική του εξουσία, όπως η αίτηση περί αναβολής της δίκης κατά το άρθρο 249 ΚΠολΔ. Ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι η αίτηση εξετάσθηκε και απορρίφθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο που απέρριψε, ως αλυσιτελές, το υποβληθέν με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αίτημά του, με το οποίο ζήτησε την αναστολή της δίκης, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της εκκρεμούς, κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής, από 29-5-2007 και με αριθμό καταθ. 198/2007 αγωγής του κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο ανήκει στην κυριότητά του και όχι στην αναιρεσίβλητη και ότι ως εκ τούτου δεν υποχρεούται να της καταβάλει αποζημίωση για την απαλλοτρίωσή του, άφησε την ως άνω αίτηση αδίκαστη.

Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον η αναβολή της δίκης κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, απόκειται στην αναιρετικά ανέλεγκτη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της υπόθεσης, ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο εξέτασε το ως άνω αίτημα και το απέρριψε ως αλυσιτελές.

Σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 12 του Ν. 2882/2001 "Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και εάν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημίωσης ή αναζήτηση αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής, χωρίς αυτό να ασκεί επιρροή στη διαδικασία της απαλλοτρίωσης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι αυτή αφορά σε ενοχική αξίωση του αληθινού κυρίου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (ή όποιου άλλου έχει εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτό), του οποίου το δικαίωμα κυριότητας μετά τη συντέλεση τα απαλλοτριώσεως δεν προστατεύεται με διεκδικητική αγωγή, αλλά τρέπεται στο εξής από το νόμο σε ενοχική αξίωση πάνω στην αποζημίωση που παρακατατέθηκε ή εισπράχθηκε, κατ' εκείνου υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα ή εισέπραξε την αποζημίωση, προς είσπραξη της αποζημίωσης ή αναζήτηση αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από του αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ίδιων ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και κατ' ορθή εκτίμηση του άρθρου 26 παρ. 12 του ν. 2882/2001 και επί πλέον με ελλιπή αιτιολογία, δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη δικαιούτο να ζητήσει με την ένδικη καταψηφιστική αγωγή της την καταβολή της καθορισθείσας αποζημίωσης, αν και η κατά τη διάταξη του άρθρου 26 του ν. 2882/2001, καταψηφιστική αγωγή, ασκείται μόνο από αυτόν που αξιώνει δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο κατ' αυτού που εισέπραξε την αποζημίωση, προϋποθέσεις, που δεν συντρέχουν στην προκείμενη υπόθεση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι για το λόγο αυτό απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη αγωγή, δεν αφορά καταψηφιστική, κατά το άρθρο 26 παρ. 12 του Ν. 2882/2001, αγωγή που ασκείται από αυτόν που αξιώνει δικαίωμα κυριότητας ή άλλο επράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο ακίνητο κατ' αυτού που εισέπραξε την αποζημίωση, αλλά άσκηση του δικαιώματος εκείνου που αναγνωρίσθηκε δικαιούχος της αποζημίωσης, και συγκεκριμένα της αναιρεσίβλητης να λάβει αυτήν από τον υπόχρεο για την καταβολή της, που είναι στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο.

Κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον ως ηττώμενο έναντι της αναιρεσίβλητης στην πληρωμή της δικαστικής της δαπάνης η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ), την οποία ορίζει μειωμένη κατ' άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1997, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001, δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναιρέσεως, στην οποία εφαρμόζονται όσον αφορά στην δικαστική δαπάνη οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κ.Πολ.Δ. (άρθρο 22 παρ. 3 ν. 2882/2001.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-10-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/ 30-10-2014 αίτηση για αναίρεση της 519/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ