1724/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4275/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε στην ουσία την από 9.9.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε κατά το εκκαλούμενο μέρος την υπ' αριθ. 492/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή κατά το μέρος που δέχθηκε τις συνεκδικασθείσες από 4.6.2009 και 7.10.2009 αγωγές της αναιρεσείουσας σε σχέση με τις αξιώσεις της από την παράνομη προσβολή από την αναιρεσίβλητη των καταχωρημένων με αριθμούς ...
Legislator headnote
AI generated1724/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ωστόσο τη συνδρομή τέτοιων ειδικών περιστάσεων για την αποδυνάμωση του σήματος δεν απαιτεί η διάταξη του άρθρ. 17§2(β) του ν. 2239/1994, που ορίζει ότι μεταγενέστερο σήμα δεν διαγράφεται, εκτός άλλων, εάν ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος ανέχθηκε εν γνώσει του τη χρήση του μεταγενέστερου σήματος για περίοδο πέντε συνεχών ετών, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη.
Full text
Απόφαση 1724 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1724/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Βιομηχανία Μπισκότων και Ειδών Διατροφής Ε.Ι.Π. Α.Ε", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Γεώργιο Νικολόπουλο και Αικατερίνη Σαριδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, που δεν κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Διονύσιο Γαβουνέλη και Δόμνα Κυρζοπούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 4 Ιουνίου 2009 και 7 Οκτωβρίου 2009 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/2011 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4275/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26 Απριλίου 2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης ανέγνωσε την από 27 Μαρτίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4275/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4275/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε στην ουσία την από 9.9.2011 έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε κατά το εκκαλούμενο μέρος την υπ' αριθ. 492/2011 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δηλαδή κατά το μέρος που δέχθηκε τις συνεκδικασθείσες από 4.6.2009 και 7.10.2009 αγωγές της αναιρεσείουσας σε σχέση με τις αξιώσεις της από την παράνομη προσβολή από την αναιρεσίβλητη των καταχωρημένων με αριθμούς ...
και ... ημεδαπών σημάτων της, απέρριψε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) τις ένδικες αγωγές ως καταχρηστικές κατά τις αξιώσεις αυτές, ενώ κατά τη βάση από τον αθέμιτο ανταγωνισμό οι ένδικες αγωγές απορρίφθηκαν ήδη με την πρωτόδικη οριστική απόφαση ως απαράδεκτες λόγω δεδικασμένου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2.
Κατά το άρθρ. 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος, σε συνδυασμό με την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο μεσοδιάστημα ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού άνθρωπου για το δίκαιο και την ηθική, όπως προπάντων συμβαίνει όταν δημιουργήθηκε στον οφειλέτη η εύλογη πεποίθηση ότι τελικά δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, μ' αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του να προκαλεί επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες και να εμφανίζεται έτσι αδικαιολόγητη ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη εύλογα την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 ΑΚ.
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 8/2001, 7/2002, 33/2005, ΑΠ 613/2008, 701/2009). Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1321/2011, 1507/2011).
Κατά την έννοια αυτή η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος οφείλεται ειδικότερα στην αποδυνάμωσή του, η οποία είναι ασφαλώς νοητή και όταν πρόκειται για δικαίωμα στο σήμα. Έτσι το δικαίωμα στο σήμα αποδυναμώνεται και η άσκησή του είναι πλέον καταχρηστική κατά το άρθρ. 281 του ΑΚ, όταν ο δικαιούχος του σήματος, παρόλο που γνώριζε την προσβολή του, αδράνησε για μακρό χρόνο να αντιδράσει, συντρέχουν δε ειδικές περιστάσεις, από τις οποίες συνάγεται αφενός μεν η ανοχή του δικαιούχου και η δημιουργία εύλογης προσδοκίας στον αντιποιούμενο το σήμα ότι ο δικαιούχος και στο μέλλον δεν θα αντιδράσει και δεν θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, αφετέρου δε η δημιουργία κατάστασης άξιας προστασίας, η ανατροπή της οποίας θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον αντιποιούμενο το σήμα.
Ωστόσο τη συνδρομή τέτοιων ειδικών περιστάσεων για την αποδυνάμωση του σήματος δεν απαιτεί η διάταξη του άρθρ. 17§2(β) του ν. 2239/1994, που ορίζει ότι μεταγενέστερο σήμα δεν διαγράφεται, εκτός άλλων, εάν ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος ανέχθηκε εν γνώσει του τη χρήση του μεταγενέστερου σήματος για περίοδο πέντε συνεχών ετών, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί μερική μόνο μεταφορά στο ελληνικό δίκαιο της διάταξης του άρθρ. 9§1 της Οδηγίας 89/104/ ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988, χαρακτηρίζεται ως ένσταση ανοχής και αποτελεί έκφανση της αποδυνάμωσης του δικαιώματος στο σήμα, η οποία επέρχεται χωρίς τη συνδρομή των εν γένει προϋποθέσεων που απαιτεί η εφαρμογή του άρθρ. 281 του ΑΚ, αλλά αρκεί πενταετής από μέρους του δικαιούχου του μεταγενέστερου σήματος αδιάλειπτη χρήση του, στην οποία πρέπει να αντιστοιχεί ισόχρονη αδράνεια από μέρους του δικαιούχου του προγενέστερου σήματος.
Η πάροδος, δηλαδή, της κρίσιμης πενταετίας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο αποδυνάμωσης του προγενέστερου σήματος έναντι του δικαιούχου του μεταγενέστερου σήματος, που εμποδίζει πλέον τη διαγραφή του μεταγενέστερου σήματος, υπό την έννοια ότι έκτοτε τα δυο σήματα συνυπάρχουν στην αγορά. Παρέπεται ότι ο δικαιούχος του προγενέστερου σήματος είναι έκτοτε υποχρεωμένος να ανεχθεί την προσβολή του σήματός του που συνεπάγεται η χρήση του μεταγενέστερου σήματος ή και άλλων σημείων εν είδει σήματος, εφόσον κατά την ίδια πενταετία ανέχθηκε αδιαμαρτύρητα εν γνώσει του τη συνεχή χρήση τους από μέρους τρίτων.
Η ερμηνεία, άλλωστε, αυτή είναι σύμφωνη με τη διάταξη του άρθρ. 9§1 της παραπάνω κοινοτικής Οδηγίας, κατά την οποία όταν σε ένα κράτος μέλος ο δικαιούχος προγενέστερου σήματος ανέχθηκε εν γνώσει του, για περίοδο πέντε συνεχών ετών, τη χρήση μεταγενέστερου σήματος καταχωρημένου στο εν λόγω κράτος μέλος, δεν δικαιούται πλέον, βάσει του προγενέστερου σήματος, να ζητήσει την ακύρωση ούτε να αντιταχθεί στη χρήση του μεταγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες το μεταγενέστερο σήμα χρησιμοποιήθηκε, εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος ήταν κακόπιστη (βλ.
και ΔΕΚ 27.4.2006, Levi Strauss & Co, C-0145/2005, σκέψεις 28 - 30, 34 και 36, Συλλ 2006 Ι-03703). Οπωσδήποτε το δικαίωμα στο σήμα δεν αποκλείεται να αποδυναμωθεί και πριν από τη συμπλήρωση της παραπάνω κρίσιμης πενταετίας, αν η αδράνεια του δικαιούχου να αντιδράσει στη γνωστή σ' αυτόν προσβολή του σήματός του από μέρους άλλων είχε ως συνέπεια τη δημιουργία σε συντομότερο χρόνο των ειδικών εκείνων συνθηκών, που καθιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματός του.
Εξ άλλου η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010), πρέπει δε στην αίτηση αναίρεσης για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007), με την προϋπόθεση ότι ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και αυτό αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει και πάλι να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες (ΑΠ 450/2014).
Στο πλαίσιο αυτό η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος είναι κατά το άρθρ. 262§1 σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ πλήρης και παραδεκτά κατά το άρθρ. 269 του ίδιου Κώδικα προτείνεται από άποψη χρόνου, όταν κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό προβάλλονται τα αναγκαία περιστατικά που συγκροτούν την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος, συγχρόνως δε γίνεται επίκληση από τον ενιστάμενο του γεγονότος ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του και διατυπώνεται αίτημα απόρριψης για την αιτία αυτή της αγωγής, με την οποία ασκήθηκε το δικαίωμα (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 2009/2009).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι η αναιρεσίβλητη πρότεινε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση των ένδικων αγωγών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ένσταση αποδυνάμωσης και συνεπώς καταχρηστικής άσκησης από την αναιρεσείουσα του δικαιώματός της στα καταχωρημένα με αριθμούς ...
και ... ημεδαπά σήματά της, ισχυριζόμενη ότι αν και κυκλοφορεί (η αναιρεσίβλητη) από το έτος 1999 γκοφρέτες παραγωγής της V. με την ονομασία "F.", το σχήμα των οποίων με τη μορφή πούρου και η συσκευασία τους σε όρθιο κυλινδρικό κουτί αποτελούν, κατά την αντίδικό της, απομίμηση των ως άνω σημάτων της, ωστόσο η τελευταία παρόλο που γνώριζε το γεγονός αυτό και μάλιστα το πρώτο από τα σήματά της είχε από τότε γίνει αμετάκλητα δεκτό, δεν αντέδρασε στην κυκλοφορία του προϊόντος της αναιρεσίβλητης, αλλά αδράνησε για μια δεκαετία, αφού επιδίωξε για πρώτη φορά την προστασία των σημάτων της με τις ένδικες αγωγές της, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εύλογα σ' αυτή (αναιρεσίβλητη) η πεποίθηση ότι και στο μέλλον δεν πρόκειται η αντίδικός της να ασκήσει το ήδη με τις ένδικες αγωγές ασκούμενο δικαίωμά της στα παραπάνω σήματα, γεγονός που είχε ως συνέπεια να προβεί αυτή (αναιρεσίβλητη) σε συνεχείς δαπάνες προβολής του προϊόντος της και προσπάθειες αύξησης της κυκλοφορίας του, οπότε η απαγόρευση πλέον της κυκλοφορίας του και γενικότερα η ευδοκίμηση των ένδικων αγωγών, με τις οποίες επιχειρείται να ανατραπεί μια διαμορφωμένη ήδη από καιρό κατάσταση, θα οδηγήσει στην απώλεια του σημαντικού μεριδίου που κατέχει στην αγορά το προϊόν της και στην αθέμιτη έτσι οικειοποίησή του από την αντίδικό της.
Με αυτό το περιεχόμενο η ως άνω ένσταση είναι πλήρως ορισμένη, αφού δεν στηρίζεται μόνο στην επικαλούμενη αδράνεια της αναιρεσείουσας να ασκήσει τις αξιώσεις της ως σηματούχου και μάλιστα αδράνεια για συνεχές διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών πριν από την άσκηση των ένδικων αγωγών, γεγονός που δημιούργησε την εύλογη προσδοκία στην αναιρεσίβλητη ότι δεν θα ασκηθούν πλέον τέτοιες αξιώσεις από την αναιρεσείουσα, αλλά προβάλλεται και η ύπαρξη ειδικών συνθηκών εξ αιτίας της αδράνειας αυτής, με την έννοια ότι προσάρμοσε ανάλογα και η αναιρεσίβλητη την εμπορική συμπεριφορά της, υποβαλλόμενη σε συνεχείς δαπάνες και προσπάθειες αύξησης της κυκλοφορίας του όμοιου με τα προϊόντα της αναιρεσείουσας δικού της προϊόντος, με συνέπεια τη δημιουργία έτσι κατάστασης άξιας προστασίας, η ανατροπή της οποίας θα είναι γι' αυτή ιδιαίτερα επιζήμια.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και ακολούθως ερεύνησε και στην ουσία την παραπάνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, η οποία με την πρωτόδικη οριστική απόφαση είχε απορριφθεί ως αόριστη, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρ. 281 του ΑΚ, 17§2(β) του ν. 2239/1994 και 9§1 της υπ' αριθ. 89/104/ΕΟΚ κοινοτικής Οδηγίας, είναι δε αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
3. Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του (ΑΠ 1324/2014).
Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις πραγματικές παραδοχές της, που περιλαμβάνονται ως αιτιολογικό στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Από την παραδεκτή επισκόπηση της εφετειακής απόφασης προκύπτει ότι αυτή, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα ήδη πρωτοδίκως από την αναιρεσίβλητη ένσταση αποδυνάμωσης και κατ' επέκταση καταχρηστικής άσκησης από την αναιρεσείουσα του δικαιώματός της στα καταχωρημένα με τους αριθμούς ...
και ... ημεδαπά σήματά της, με συνέπεια έτσι να δεχθεί την έφεση της αναιρεσίβλητης και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το αντίστοιχο εκκαλούμενο μέρος της να απορρίψει αντίστοιχα τις ένδικες αγωγές ως προς τις αξιώσεις της αναιρεσείουσας, που στηρίζονται στην προσβολή των σημάτων της από την αντίδικό της.
Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε την ως άνω ένσταση με βάση τις ακόλουθες παραδοχές: "... η ενάγουσα (αναιρεσείουσα), παρότι γνώριζε ότι τα επίδικα σήματά της χρησιμοποιούνται από την εναγομένη (αναιρεσίβλητη) από το έτος 1999, οπότε κυκλοφόρησε στην αγορά το όμοιο προϊόν αυτής (δηλαδή γκοφρέτες V. με σχήμα πούρου, συσκευασμένες σε όρθιο κυλινδρικό κουτί, όπως και το όμοιο προϊόν "C." της αναιρεσείουσας), δεν άσκησε αξίωση για την προστασία τους μέχρι την 19.6.2009, οπότε επιδόθηκε στην εναγομένη η με ημερομηνία 16.9.2009 πρώτη από τις ένδικες αγωγές, με εξαίρεση την ασκηθείσα σε βάρος της εναγομένης το έτος 1999 αγωγή της, με βάση όμως όχι τις διατάξεις του ν. 2239/1994, αλλά αυτές για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, η οποία άλλωστε απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 1111/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 3820/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή αδράνησε επί μια ολόκληρη δεκαετία από την πρώτη κυκλοφορία του όμοιου προϊόντος της εναγομένης.
Κατά τη διάρκεια όμως αυτής της δεκαετίας η εναγομένη, έχοντας εύλογα την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκηθεί η αξίωση που ασκήθηκε εν τέλει με τις ένδικες αγωγές, κατέβαλε διαρκείς προσπάθειες και προέβαινε σε δαπάνες για τη διαφήμιση και εξάπλωση της κυκλοφορίας του προϊόντος της, προκειμένου να διευρύνει το μερίδιο αυτού στην αγορά και κατόρθωσε κατ' αυτό τον τρόπο να γίνει αυτό ευρύτερα γνωστό στο καταναλωτικό κοινό, με επακόλουθο, σε περίπτωση που γίνουν δεκτές οι ένδικες αγωγές, να μη μπορεί πλέον η ίδια να παράγει και να διαθέτει στην αγορά τη γεμιστή γκοφρέτα "V.", με συνέπεια να οικειοποιηθεί έτσι αθέμιτα η ενάγουσα το σημαντικό μερίδιο της αγοράς που κατόρθωσε η ίδια (η εναγομένη) να δημιουργήσει, μετά από πολυετή προσπάθεια".
Σύμφωνα με τις παραδοχές της εφετειακής απόφασης, η αναιρεσείουσα εμφανίζεται να έχει αδρανήσει επί δεκαετία για την προστασία των υπ' αριθ. ... και ... σημάτων της, παρόλο που το δεύτερο υπ' αριθ. ... σήμα της καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο μόλις στις 17.3.2004, σε αντίθεση με το πρώτο που ήταν καταχωρημένο ήδη από τις 19.4.1999, η δε πρώτη από τις ένδικες αγωγές της επιδόθηκε στις 19.6.2009, ενώ και η αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης με αριθμό κατάθεσης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 76255/8626/1999, που κατέτεινε στην προστασία των διακριτικών αρχικά γνωρισμάτων και μετέπειτα ως άνω σημάτων των προϊόντων της κατά τις διατάξεις μόνο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό, αφού το δεύτερο από τα παραπάνω σήματά της, που χρησιμοποιούνται μόνο συνδυαστικά, δεν είχε γίνει ακόμη τότε αμετάκλητα δεκτό, απορρίφθηκε μεν με την υπ' αριθ. 1111/2003 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, όμως η απόφαση αυτή τελεσιδίκησε αφότου με την υπ' αριθ. 3820/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε η κατ' αυτής έφεσή της.
Σε κάθε περίπτωση ναι μεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα επίδικα σήματα της αναιρεσείουσας, που αφορούν τις γκοφρέτες παραγωγής της με την ονομασία "C.", χρησιμοποιούνται από την αναιρεσίβλητη από το έτος 1999, οπότε αυτή παρήγαγε και έθεσε σε κυκλοφορία στην αγορά γκοφρέτες V. με την ονομασία "F.", όμοιες από άποψη σχήματος και συσκευασίας με τις ως άνω γκοφρέτες της αναιρεσείουσας, όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρεται κατά τα λοιπά ότι η κυκλοφορία του προϊόντος της αναιρεσίβλητης στην αγορά υπήρξε αδιάλειπτη για μια συνεχή πενταετία πριν από την άσκηση της πρώτης από τις ένδικες αγωγές, ώστε το δικαίωμα της αναιρεσείουσας στα σήματά της να έχει αποδυναμωθεί με μόνη την παρέλευση μιας τέτοιας πενταετίας χωρίς την ύπαρξη αντίδρασης από την πλευρά της, ενώ και ο ειδικότερος τρόπος κυκλοφορίας του προϊόντος της αναιρεσίβλητης δεν διευκρινίζεται.
Εξ άλλου ναι μεν οι δαπάνες στις οποίες κατά την προσβαλλόμενη απόφαση υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη για να αυξήσει την κυκλοφορία του όμοιου με τα προϊόντα της αναιρεσείουσας προϊόντος της, ώστε να καταλάβει σταδιακά σημαντικό μερίδιο της σχετικής αγοράς και οι προσπάθειες που προς το σκοπό αυτό η ίδια κατέβαλε, έχοντας την εύλογη πεποίθηση ότι η αναιρεσείουσα, η οποία, κατά το Εφετείο, αδράνησε να προστατεύσει έγκαιρα τα σήματά της, δεν θα πρόβαλε και στο μέλλον σχετικές αξιώσεις, συνιστούν ειδικές συνθήκες, ικανές, κατ' αρχήν, να αποδυναμώσουν το επίδικο δικαίωμα της αναιρεσείουσας και να καταστήσουν καταχρηστική την μετέπειτα άσκησή του, όμως στην απόφαση του Εφετείου δεν προσδιορίζονται ούτε στοιχειωδώς οι δαπάνες και το είδος των προσπαθειών της αναιρεσίβλητης, που εδραίωσαν κατά το κρίσιμο διάστημα την κυκλοφορία του επιλήψιμου προϊόντος της στην αγορά και δημιούργησαν την άξια προστασίας της κατάσταση, η ανατροπή της οποίας θα είναι γι' αυτή ιδιαίτερα επιζήμια, αφού θα οδηγήσει σε αθέμιτη από την αντίδικό της οικειοποίηση του μεριδίου που κατέχει ήδη στην αγορά το ως άνω προϊόν της.
Συνεπώς με ανεπαρκείς αιτιολογίες το Εφετείο έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την προβληθείσα από την αναιρεσίβλητη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την αναιρεσείουσα. Πρέπει έτσι κατά τη σχετική αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, όπως ο λόγος αυτός παραδεκτά συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή (άρθρ. 562§4 ΚΠολΔ), ενώ ο ίδιος λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος κατά την αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού, αντίθετα με όσα η ίδια η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει αποδυναμωμένο το δικαίωμά της στα υπ' αριθ. ...
και ... σήματά της, δεν στηρίχθηκε μόνο στην αδράνειά της, που δέχθηκε ότι υπήρξε μετά την προσβολή του δικαιώματός της από την αναιρεσίβλητη. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 65 του ν. 4139/2013, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτή με το συνημμένο στην υπ' αριθ. 323/2013 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης στη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών υπ' αριθ. 2889975/ 2013 διπλότυπο είσπραξης, σειράς Η', της ΙΔ' Δ.Ο.Υ.
Αθηνών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4275/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε απ' αυτή με το υπ' αριθ. 2889975/ 2013 διπλότυπο είσπραξης, σειράς Η', της ΙΔ' Δ.Ο.Υ. Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 26η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Αυγούστου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ