Legislator Case Law & Legislation
1724/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property boundary dispute, upholding lower court's ownership ruling.

Case Number 1724/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision confirming the respondent's ownership of a specific property parcel. The appellant argued that the lower court failed to consider a boundary marker, but the court found the appellant's claims regarding the fence and gate were unsupported by evidence. Consequently, the court ruled that the Second Instance Court correctly applied the law and the appellant must bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 8 item b of the Code of Civil Procedure; Art. 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court fails to address an untimely, indefinite, and generally inadmissible claim, and the appeal fails to establish a new factual basis for the claim.

Keywords

AI generated
property ownership dispute boundary marker evidence admissibility of appeal litigation costs award second instance review

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 8 item b of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
O.A.P. 25/2003
O.A.P. 12/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1724 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1724/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα και κωλυομένου του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Βασιλείου Φούκα), Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. χας Π. Γ., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μιχαήλ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. Λ. του Χ., κατοίκου ..., τελούσας υπό δικαστική συμπαράσταση και νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον Χ. Λ. του Π., κάτοικο ..., δυνάμει της 47/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Προυσανίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 4697/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου κατά της οποίας ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας από την ήδη αναιρεσείουσα. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7273/2000 μη οριστική, 2322/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 4204/2006 μη οριστική, 7221/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-4-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την άνευ ημερομηνίας έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου Αρείου Χαραλάμπους Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει, κατά τον πρώτο λόγο, παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ.8 περ.β Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κύριας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή εννόμου προστασίας (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ.ΑΠ 12/2000).

Ως πράγμα νοείται και ο λόγος έφεσης μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό, παραδεκτό, νόμιμο και ορισμένο. Επομένως, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (Ολ.ΑΠ 25/2003, 2/2001, 14/2004, 12/2000, ΑΠ 855/2009, ΑΠ 374/2012).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 509 Κ.Πολ.Δ. αν οι λόγοι της ανακοπής ερημοδικίας κριθούν βάσιμοι, η ανακοπή γίνεται δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίζεται η ανακοπτομένη απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που ήταν πριν από την ερημοδικία, και ακολουθεί νέα συζήτηση της υποθέσεως, η οποία για το διάδικο που δικάσθηκε ερήμην στην πρώτη συζήτηση, είναι πρώτη γι' αυτόν.

Περαιτέρω από το άρθρο 269 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το Ν. 2915/2001 προκύπτει ότι μέσα επιθέσεως και άμυνας, εφόσον δεν είναι από εκείνα που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορούν κατά νόμο να προταθούν άνευ ετέρου σε κάθε στάση της δίκης, προβάλλονται στην τακτική διαδικασία κατά την πρώτη πρωτοβάθμια συζήτηση με τις προτάσεις σύμφωνα με το άρθρο 237 Κ.Πολ.Δ., διαφορετικά είναι απαράδεκτα.

Κατ' εξαίρεση τέτοια μέσα επιτρέπεται να προτείνονται στις μεταγενέστερες πρωτοβάθμιες συζητήσεις 1) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία 2) αν προκύψουν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 3) αν αποδεικνύονται με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 4697/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η από 24/2/1998 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονταν διεκδικητική κυριότητας ακινήτου και αρνητική, λόγω της τεκμαιρόμενης ομολογίας της αγωγής από την ερημοδικία της τελευταίας (άρθρο 271 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά της αποφάσεως αυτής η ερήμην δικασθείσα αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του ίδιου πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ανακοπή ερημοδικίας, η οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν με την 7273/2000 απόφαση αυτού, με την οποία εξαφανίσθηκε η ανακοπτομένη απόφαση και ακολούθως το δικαστήριο δικάζοντας την αγωγή διέταξε αποδείξεις κατ' άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ.

σε βάρος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η 2322/2005 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε η εναγόμενη - αναιρεσείουσα έφεση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 7221/2008 απόφαση αυτού, την οποία προσβάλλει η τελευταία με την αίτηση αναιρέσεως.

Με τις από 22/5/2000 προτάσεις της πρώτης συζητήσεως επί της ανακοπής ερημοδικίας, που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η ανακόπτουσα-εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα σε σχέση με την αγωγή εκθέτει μόνον τα εξής κατά λέξη "Επειδή προς αντίκρουση της από 24/2/1998 αγωγής της αντιδίκου αναφέρομαι με τις παρούσες στις από 16/3/1999 προτάσεις μου τις οποίες επικαλούμαι και στα προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως με αυτές σχετικά μου".

Οι από 16/3/1999 προτάσεις της αναιρεσείουσας, στις οποίες περιλαμβάνεται κατά τους ισχυρισμούς της ένσταση ιδίας κυριότητας αυτής στο επίδικο ακίνητο, που αποκτήθηκε με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφορούν τη συζήτηση της αγωγής κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δικάσθηκε ερήμην και οι όποιες προτάσεις ουδέποτε κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Περαιτέρω στις προτάσεις της μετ' απόδειξης συζήτησης της αγωγής, η αναιρεσείουσα εκθέτει ότι "προτείνει και πάλι την ένσταση ιδίας κυριότητας" και ενσωματώνει για πρώτη φορά τις προαναφερόμενες από 16/3/1999 προτάσεις που δεν είχαν κατατεθεί. Τόσον η προδικαστική, όσον και η οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν έλαβαν υπόψη τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο των παραπάνω προτάσεων, επειδή δεν είχαν κατατεθεί κατ' άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.

σε προηγούμενη συζήτηση λόγω της ερημοδικίας της εναγόμενης.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως η αναιρεσείουσα - εναγόμενη αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση νομική πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον πρώτο λόγο της έφεσης της κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τον οποίο διατυπώθηκε παράπονο για εσφαλμένη απόρριψη της ενστάσεως την οποία είχε προβάλλει περί ιδίας αυτής κυριότητας στο επίδικο ακίνητο που αποκτήθηκε με τακτική και έκτακτη χρησικτησία.

Από το παραδεκτώς επισκοπούμενο δικόγραφο της έφεσης και την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 561παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα είχε προβάλει αιτίαση κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την απόρριψη του σχετικού περί ιδίας κυριότητας ισχυρισμού της, το δε Εφετείο δεν έχει απαντήσει επί του λόγου αυτού της έφεσης.

Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, τον οποίον αφορά ο λόγος της έφεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέν τα και με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν προτάθηκε παραδεκτώς με τις προτάσεις της εναγόμενης αναιρεσείουσας κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δεν αποτέλεσε περιεχόμενο των προτάσεων αυτών.

Εξάλλου και αν ακόμα εκτιμηθεί ότι προτάθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής είναι απαράδεκτος, καθ' όσον δεν γίνεται σ' αυτές επίκληση συνδρομής των προϋποθέσεων της μεταγενέστερης προβολής αυτού, τις οποίες ρητώς ορίζει το άρθρο 269 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.. Επομένως ο περιεχόμενος στον παραπάνω λόγο έφεσης ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος και άρα επουσιώδης γι' αυτό και το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να ασχοληθεί με αυτόν.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (Α.Π. 1851/2007, Α.Π. 239/2012, Α.Π. 228/2012), να αναφέρεται δηλαδή ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο με τις έγγραφες προτάσεις του μέχρι του πέρατος της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση τα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το ίδιο δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος, καταλογίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) τις καταθέσεις των ενόρκων ενώπιον του εισηγητού δικαστού εξετασθέντων μαρτύρων της αναιρεσειούσας Γ.

Φ. και Γ. Φ., β) την υπ' αριθμ. .../22.2.2001 ένορκη βεβαίωση του Ε. Μ. ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Παννούλη, γ) το από 20.7.1960 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Σ., προσαρτημένο στο υπ' αριθμ. .../22.3.1961 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Παπαδιαμαντοπούλου, δ) την υπ' αριθμ. 53/1993 απόφαση του Ειρηνοδικείου Περιστερίου, εκδοθείσα επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων της αναιρεσειούσης κατά της αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ως προς μεν την υπό στοιχ. α' αιτίαση είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί όπως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη οι καταθέσεις όλων των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, περιεχομένων στην οικεία εισηγητική έκθεση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, παρόλο που δεν γίνεται ανάλυση και αξιολογική συσχέτιση εκάστης καταθέσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος συνεκτίμησε και τις καταθέσεις των προαναφερομένων μαρτύρων της αναιρεσείουσας, ως προς δε τις υπό στοιχ.

β', γ', και δ' αιτιάσεις είναι αόριστος, γιατί στον ανωτέρω αναιρετικό λόγο δεν αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον Εφετείου επικαλέσθηκε και προσκόμισε τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1045, 1051 και 974 ΑΚ συνάγεται ότι, για την μεταβίβαση της κυριότητος ακινήτου πρέπει ο μεταβιβάζων να είναι κύριος αυτού και η σχετική συμφωνία ότι για κάποια νόμιμη αιτία μεταβιβάζεται η κυριότητα να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο πρέπει να μεταγραφεί, και ότι δια την επ' αυτού κτήση της κυριότητος με τακτική μεν χρησικτησία απαιτούνται φυσική εξουσίαση επί του πράγματος με διάνοια κυρίου, ήτοι νομή αυτού, με καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας, με έκτακτη δε χρησικτησία απαιτείται συνεχής εικοσαετής νομή. Κατά δε τα άρθρα 974, 976 έως 979 ΑΚ, άσκηση νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητος αυτού με χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στην φύση και τον προορισμό του και είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου.

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 163/2010, ΑΠ 17/2012, ΑΠ 1197/2008, ΑΠ 12/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως μετά από εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου .../30-8-1973 του Συμβ/φου Αθηνών Ν. Δανηλάτου, (ως αναπληρωτή του Συμβ/φου Αθηνών Βασ.

ΖΕΡΡΗ), η ενάγουσα αγόρασε από το Δ. Σ. μία διώροφη οικία και το οικόπεδο, στο οποίο είναι κτισμένη εμβαδού 197,18 μ2, στη θέση "Μπαράλιο" εντός σχεδίου του Δήμου Περιστερίου Αττικής, επί της οδού ... (παρόδου της ...) αρ. 10. Σύμφωνα με τον τίτλο αυτόν συνορεύει Β. με ιδιοκτησία Σ. (15,10 μ.), Ν. με οδό (15,12 μ.) και πέραν από αυτής με ιδιοκτησία Α. (15,12 μ2), ΔΥΤ.

με ιδιοκτησία Ε. Τ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Π. Χ. (13,10 μ.) και ΑΝ. με οδό ... (πρώην πάροδο ...) επί προσώπου 13 μ. Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στο δικαιοπάροχο της ενάγουσας: Κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης στην Αθήνα στις 20-12-1947 πατέρα του Π. Δ. Σ. ή Σ., του οποίου την κληρονομία αποδέχθηκε με την 3760/51 δήλωση αποδοχής του Συμ/φου Αθηνών Ι.Οικονόμου και μετέγραψε την αντίστοιχη συμβολαιογραφική πράξη.

Κατά τα 3/8 εξ αδιαιρέτου από αγορά από τον Ι. Δ. Σ. ή Σ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../62 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Χρ. Κουτσιμπού και, τέλος, κατά τα 2/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου της αποβιώσασας στην Αθήνα στις 13-12-72 μητέρας του Κ. χας Π. Σ., που την κληρονομία της αποδέχθηκε με τη νομίμως μεταγεγραμμένη .../73 πράξη του άνω Συμ/φου Ν.

Δανηλάτου. Στους ανωτέρω απώτερους και δικαιοπαρόχους της ενάγουσας το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει: Στους Π. Δ. Σ. ή Σ. και Ι. Δ. Σ. ή Σ. και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο (4/8 εξ αδιαιρέτου στον καθένα) από διανομή, δυνάμει του .../1937 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Στεφ. Σαγιά, νομίμως μεταγραφέντος, και στην Κ.

χα Π. Σ. ή Σ., κατά το 1/8 αδιαιρέτως από αγορά απ' τον Ι. Δ. Σ. ή Σ. δυνάμει του .../62 συμβολαίου, νομίμως μεταγραφέντος, του Συμ/φου Αθηνών Χρ. Κουτσιμπού και κατά δε το έτερο 1/8 εξ αδιαιρέτου από εξ αδιαθέτου κληρονομία του συζύγου της, κατά τα ως άνω, Παν/τη, που την αποδέχθηκε με τη νομίμως μεταγραφείσα .../51 Πράξη του Συμ/φου Αθηνών Ιωάννη Οικονόμου.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι (άμεσος και απώτεροι) από της περιελεύσεως σε αυτούς του ανωτέρω ακινήτου, κατά τα αδιαίρετα για τον καθένα ποσοστά, το είχαν στην κυριαρχική τους (ως ιδιοκτήτες), διαχείριση, περιφράσσοντας το και φυτεύοντας δένδρα. Η δε ενάγουσα, υπό τα προαναφερόμενα δεδομένα, με την προμνησθείσα αγοραπωλησία του ακινήτου της έγινε κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο, (αφού αγόρασε από κύριο).

Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύονται προσθέτως και τα ακόλουθα ουσιώδη: Το εν λόγω οικόπεδο της ενάγουσας, εμφαίνεται και στο από Ιουνίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Θ. Κ.. Στο εν λόγω τοπογραφικό εμφαίνεται μέρος του πιο πάνω οικοπέδου της ενάγουσας και δη η επίδικη εδαφική λωρίδα 4,30 τ.μ., που αποτυπώνεται με τα στοιχεία Κ Λ Ν Μ και συνορεύει ΔΥΤ.

με την ιδιοκτησία της εναγομένης σε πλευρά ΚΜ (8,60 μ.), Β. επί πλευράς ΜΝ (0,70 μ.) με ιδιοκτησία της ενάγουσας, Ν. σε πλευρά ΚΛ (0,30 μ.) με ιδιοκτησία της ενάγουσας και ΑΝ επί πλευράς ΛΝ με ιδιοκτησία της ενάγουσας. Τον Ιούνιο 1993, (όπως αποτυπώνεται στο παραπάνω τοπογράφημα), η εναγομένη χωρίς αντίστοιχο δικαίωμά της επέκτεινε τη βεράντα του ισογείου του κτίσματος της και κατέλαβε, παρανόμως, την επίδικη εδαφική λωρίδα (4,30 μ2).

Προσέτι, κατά τον ίδιο χρόνο, κατέστρεψε το κοινό διαχωριστικό όριο επί της νότιας πλευράς του ακινήτου της ενάγουσας, (εμφαινόμενη ως αποτύπωμα ΞΕ στο άνω τοπογραφικό), το οποίο διαχώριζε τις (όμορες) ιδιοκτησίες των διαδίκων και υφίστατο και προ της αγοράς του ακινήτου απ' την ενάγουσα. Συγκεκριμένα, γκρέμισε το διαχωριστικό πλέγμα και την τσιμεντένια βάση του.

Επίσης, στην ανατολική πλευρά του ακινήτου της ενάγουσας, (επί της οδού ...), η εναγομένη τοποθέτησε σιδερένιο φράκτη (με δίφυλλη σιδερένια πόρτα). Ο φράκτης αυτός αποτυπώνεται με τα γράμματα Β Ε Ε' Η Η' Σ στο άνω διάγραμμα. Η εναγομένη με την εν λόγω συμπεριφορά της απέβαλε την ενάγουσα απ' την εδαφική λωρίδα 4,30 μ2 της ιδιοκτησίας της και στο έτερο, όπως πιο πάνω προσδιορίζεται, μέρος της (ίδιας αυτής) ιδιοκτησίας της, με τα όσα έπραξε και παραπάνω αναπτύσσονται, διαταράσσει την ενάγουσα και της δημιουργεί προσκόμματα στην απερίσπαστη απόλαυση των εξουσιών, που απορρέουν απ' το επί του επιδίκου ακινήτου δικαίωμα κυριότητάς της, παρά τα όσα αντιστοίχως αντίθετα ισχυρίζεται αυτή (εναγομένη), αβασίμως όμως, προβάλλοντας την άμυνά της κατ' αμφοτέρων των βάσεων του αγωγικού δικογράφου.

Η κρίση του Εφετείου ενισχύεται και από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, η οποία δεν ανατρέπεται από τις μη πειστικές (λόγω της ασάφειάς τους) καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, οι οποίοι δεν ενδυνάμωσαν τις θέσεις άμυνάς της, που είχε πρωτοδίκως διατυπώσει (και επανέφερε με τους λόγους εφέσεως).

Ακολούθως, κατ' επικύρωση της εκκληθείσης πρωτοδίκου 2322/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου εδαφικού τμήματος.

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν εστέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα κτητικά της κυριότητος επί του επιδίκου περιστατικά από την αναιρεσίβλητη ενάγουσα με παράγωγο τρόπο ήτοι με το υπ' αριθμ. .../ 30.8.1973 πωλητήριο συμβόλαιο, νομίμως μεταγραφέν, δια της μεταβιβάσεως της κυριότητος από τον Δ. Σ., πρωτοτύπως αποκτήσαντα την κυριότητα επ' αυτού δια της συνεχούς υπέρ την εικοσαετία ασκήσεως νομής με προσμέτρηση και της νομής χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του Π. Σ., Ι. Σ. και της μητέρας τους χήρας Π. Σ.. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος, από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Όλες οι λοιπές στον ίδιο, δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος, προβαλλόμενες αιτιάσεις περί εσφαλμένου αποδεικτικού πορίσματος και πλημμελούς εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων ως πλήττουσες την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου είναι απαράδεκτες. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8/4/2010 αίτηση της Φ. Γ. περί αναιρέσεως της 7221/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Αυγούστου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ