Appeal dismissed for missing major proposition; failure to cite legal basis does not render decision appealable.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding an employment contract dispute. The appellant argued the lower court erred in its reasoning and failed to consider specific evidence, but the Court held that omitting the legal basis for the claim does not make a decision appealable under Greek law. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the procedural defect did not meet the statutory threshold for annulment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(19) C.Pol.D.; Art. 578 C.Pol.D.; The absence of a major proposition citing the legal basis for the claim does not render a decision appealable, as the court may supplement missing citations based on the substantive findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1724 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1724/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσώλη.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ" (ΕΙΕ), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Δήμητρα Αγαπάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1632/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1059/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-9-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 14-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων (άρθρο 93 § 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.
Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν (η απόφαση) δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες" όμως νοούνται στη διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.
Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω κι αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο 'Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Ο δεύτερος, συνεπώς, λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη πλήττεται, επειδή δεν περιέχει μείζονα πρόταση, στην οποία να διαλαμβάνονται οι κανόνες δικαίου που εφαρμόστηκαν, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η πλημμέλεια αυτή δεν εμπίπτει σε κανένα από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παρ.1 του ν.1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.2369/1998, κατά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορεί με έγγραφη ατομική συμφωνία να συμφωνήσουν, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ημερήσια ή εβδομαδιαία ή μηνιαία εργασία, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική (μερική απασχόληση).
Αν συμφωνήθηκε να τροποποιηθεί η ήδη υπάρχουσα σύμβαση πλήρους απασχολήσεως, ώστε εφεξής ο μισθωτός να απασχολείται μερικώς, εφόσον η ρήτρα της μερικής απασχολήσεως είναι έγκυρη, τότε η αρχική σύμβαση πλήρους απασχολήσεως μετατρέπεται εγκύρως σε μερικής απασχολήσεως. Αν όμως συμφωνήθηκε να μεταβληθεί η πλήρης απασχόληση σε μερική και η ρήτρα της μερικής απασχολήσεως είναι άκυρη, δεν παράγονται τα αποτελέσματα που επιδιώκει (άρθρο 180 ΑΚ), δηλαδή η σχετική συμφωνία δεν μετατρέπει την πλήρη απασχόληση σε μερική.
Ωστόσο, όταν με τη σχετική συμφωνία ταυτόχρονα εγκύρως καταργείται ο χαρακτήρας της σύμβασης ως πλήρους απασχολήσεως, πλέον, λόγω της ακυρότητας για οποιοδήποτε λόγο της ρήτρας μερικής απασχολήσεως, θεωρείται ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ στις 12-8-1976 ως Διευθυντής του Κέντρου Θεωρητικής Χημείας με σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης ορισμένου χρόνου διαρκείας 10 ετών, ότι με την υπ' αριθμ. 84/23-7-1984 απόφαση του Δ.Σ.
του εναγομένου εντάχθηκε στη βαθμίδα του Ερευνητή Α', ότι η θητεία του ως Διευθυντή παρατάθηκε μέχρι την 26-4-1995 και ότι με αίτημα της Διοίκησης παρέμεινε ως αναπληρωτής Διευθυντής μέχρι τον Αύγουστο του έτους 1995. Ότι από τον Αύγουστο του έτους 1995 έως και το Φεβρουάριο του έτους 1996 το εναγόμενο αποδεχόταν τις υπηρεσίες του ως Ερευνητή Α' βαθμίδας και κατέβαλλε σ' αυτόν τις μηνιαίες αποδοχές του.
Ότι στις 15-2-1996 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αόριστου χρόνου μερικής απασχολήσεως, κατά μετατροπή της συμβάσεως αορίστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως, χωρίς να λυθεί η προηγούμενη μόνιμη σχέση της εργασίας του, δηλαδή η σύμβασή του ήταν και παρέμεινε αόριστου χρόνου μετατρεπομένης απλώς από πλήρους σε μερικής απασχόλησης και ότι η σύμβαση μερικής απασχολήσεως με την 1414/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε άκυρη, διότι σύμβαση μερικής απασχολήσεως δεν προβλέπεται ρητά από το ν. 1514/1985.
Ότι λόγω της ακύρωσης της μετατροπής της σχέσης εργασίας από πλήρους σε μερικής απασχολήσεως αόριστου χρόνου επανέρχεται σε ισχύ, χωρίς τους όρους της μετατροπής, η σύμβαση αόριστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως ως ερευνητή Α' βαθμίδας. Ότι το αναιρεσίβλητο, ενεργώντας παρανόμως και καταχρηστικώς, βλάπτοντάς τον υλικά και ηθικά, μειώνοντας την προσωπικότητά του, επικαλούμενο την ανωτέρω απόφαση κατάγγειλε στις 17-7-2001 την από 15-2-1996 σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου μερικής απασχολήσεως.
Ζήτησε δε να αναγνωριστεί ότι η σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως ως ερευνητή Α' βαθμίδας είναι έγκυρη και ενεργής, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με βάση τη σύμβαση αυτή, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 117.522 ευρώ ως δεδουλευμένες αποδοχές από το μήνα Ιούλιο του έτους 2001 μέχρι το μήνα Απρίλιο του 2004 και 200.000 ευρώ ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Η αγωγή αυτή με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι, εφόσον κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου άκυρη η ρήτρα της μερικής απασχολήσεως με την υπ' αριθμ. 1414/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και με την πιο πάνω συμφωνία ταυτόχρονα εγκύρως καταργήθηκε ο χαρακτήρας της σύμβασης ως πλήρους απασχολήσεως, θεωρείται πλέον, λόγω της ακυρότητας της ρήτρας μερικής απασχολήσεως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα πρόταση, ότι υπάρχει απλή σχέση εργασίας, την οποία το αναιρεσίβλητο με την από 11-7-2001 δήλωσή του που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 17-7-2001 κατάγγειλε με καταγγελία, η οποία δεν έχει προσβληθεί με την αγωγή και την αναίρεση, με αποτέλεσμα, να λυθεί εγκαίρως η εργασιακή σχέση, που συνέδεε τους διαδίκους να μην είναι έκτοτε υπερήμερο, ώστε να υποχρεούται στη συνέχιση της σχέσης αυτής εργασίας, η οποία μη αναγνωριζόμενη από το νόμο και επισύρουσα ποινές για τον εργοδότη, δεν μπορεί να εξακολουθήσει παρά τη θέληση του τελευταίου.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Καθόσον αφορά τα αιτήματα (της αγωγής) που συνδέονται με την αναγνώριση του ότι η έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων είναι εκείνη της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως είναι μη νόμιμη, διότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η από 12-8-1976 σύμβαση εργασίας έληξε την 26-4-1995 με την πάροδο του χρόνου που είχε εκ των προτέρων καθορισθεί ως χρονικό σημείο λήξεώς της, ενώ με την κατάρτιση της από 15-12-1996 συμβάσεως, την οποία οι διάδικοι ονόμασαν "μετατροπή σύμβασης" συνήφθη πράγματι μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση αόριστου χρόνου μερικής απασχολήσεως".
Η αιτιολογία αυτή του Εφετείου είναι εσφαλμένη, το διατακτικό όμως της προσβαλλόμενης απόφασης, από το οποίο εξαρτάται η τύχη της αναιρέσεως, είναι ορθό, γι' αυτό και πρέπει να αντικατασταθεί η εσφαλμένη αιτιολογία με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, καθόσον αφορά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς αυτό, διότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, το εναγόμενο κατάγγειλε τη "σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου μερικής απασχολήσεως" όχι παρανόμως, καταχρηστικώς και κατά προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, αλλά προς συμμόρφωση στην 1414/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία είχε αναγνωριστεί η ακυρότητα της εν λόγω συμβάσεως εργασίας.
Στη συνέχεια, το Εφετείο, έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθώς απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά τα αιτήματα που συνδέονται με την αναγνώριση ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ήταν εκείνη της συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου πλήρους απασχολήσεως και απέρριψε αντίθετο λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο, ενώ εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει το κεφάλαιο της αγωγής για τη χρηματική ικανοποίηση ως αβάσιμο κατ' ουσίαν και, αφού εκδίκασε την ένδικη αγωγή κατά το κεφάλαιό της αυτό, την απέρριψε ως μη νόμιμη.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 180, 669-672 ΑΚ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιόν του και επικληθέντα από αυτόν έγγραφα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον, από την άνω διάταξη, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-9-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1059/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ