Legislator Case Law & Legislation
1724/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding director's exemption from labor law wage limits based on Washington Convention.

Case Number 1724/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, which had rejected his claim for unpaid wages. The appellant argued he was a director exempt from labor law protections, while the Court of Appeal found he held a supervisory position requiring high qualifications and trust. The Court upheld this finding, ruling that the lower court correctly applied the Washington Convention to exclude him from standard wage regulations.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. a of the Washington Convention on Hours of Work in Industrial Establishments; The Court held that individuals with exceptional qualifications entrusted with general direction of the enterprise are excluded from the Convention's provisions on wages and allowances.

Keywords

AI generated
Washington Convention director exemption labor law application wage limits supervisory position appeal dismissal employment status

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. a of the Washington Convention on Hours of Work in Industrial Establishments
Law 2269/1920
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 19 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OL.AP. 25/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1724 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1724/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Κουφογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου - Πηλιχού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2467/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 5326/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-5-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 11-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει. Περαιτέρω κατά την έννοια του αρθρ. 2 εδ.

Α της Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον "περί καθορισμού των ωρών εργασίας εν τοις βιομηχανικαίς επιχειρήσεις", που κυρώθηκε με το νόμο 2269/1920, ως πρόσωπα που κατέχουν θέσεις εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, επί των οποίων κατά την εν λόγω σύμβαση δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της, θεωρούνται εκείνα τα οποία, επειδή διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή τους έχει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη ο εργοδότης, ανατίθενται καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης όλης της επιχείρησης ή σημαντικού τομέα της και εποπτεία του προσωπικού, έτσι όχι μόνο επηρεάζουν αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά και διακρίνονται εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, γιατί ασκούν δικαιώματα του εργοδότη σε μεγάλο βαθμό, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η πρόσληψη ή η απόλυση προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών σε σχέση με την τήρηση της νομοθεσίας στην επιχείρηση για το συμφέρον των εργαζομένων και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη του σκοπού στον οποίον αποβλέπει ο εργοδότης και τα οποία συνήθως αμείβονται με αποδοχές που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές.

Δεν είναι δε αναγκαίο να συντρέχουν όλες αυτές ή και άλλες περιστάσεις για να χαρακτηριστεί κάποιος μισθωτός ως διευθύνων υπάλληλος. Γι` αυτό και τα πρόσωπα αυτά αν και δεν παύουν να είναι μισθωτοί με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, που αφορούν τα χρονικά όρια εργασίας, την εβδομαδιαία ανάπαυση, τη λήψη αδειών αναψυχής και την αποζημίωση ή προσαύξηση για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία ή εργασία κατά τις Κυριακές και εξαιρετέες εορτές ή κατά την νύκτα ή εκτός έδρας, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την εξέχουσα θέση τους και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με τη σύμβαση σε συνδυασμό με τις καταβαλλόμενες υψηλές αποδοχές, που είναι σημαντικά υψηλότερες των λοιπών εργαζομένων.

Προσδιορίζεται δε η έννοια της διευθυντικής θέσης με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια της πίστης και της κοινής πείρας και της λογικής από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών που κρίνονται ενιαίως, καθώς και από την ιδιάζουσα σχέση εκείνου που τις παρέχει τόσο προς τον εργοδότη όσο και προς τους λοιπούς υπαλλήλους.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε τα εξής: "Ο αναιρεσείων προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη στις 27-2-1969 αρχικά ως έκτακτος Τηλεπ. Μηχανικός και στη συνέχεια μονιμοποιήθηκε και εξελίχθηκε μέχρι το βαθμό του Διευθυντή/Τ, στις 29-11-1990. Με αποφάσεις του Δ/ντος Συμβούλου αποφασίστηκε η απόσπαση του στη ROM TELECOM, για το χρονικό διάστημα από 5-2-1999 έως 24-12-1999, ως προσωρινός Γενικός Διευθυντής Λειτουργιών στην εταιρία αυτή.

Απολύθηκε από την αναιρεσίβλητη λόγω συμπληρώσεως του ορίου ηλικίας από 1-1-2000. Στη συνέχεια με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης αποφασίστηκε η πρόσληψη του με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να διατεθεί στην ΟΤΕ ROM για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως Γενικός Διευθυντής Τεχνικών Λειτουργιών της ROM TELECOM, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 31-12-2000, αντί συνολικών ετησίων αποδοχών 40.000.000 δρχ.

Στην εν λόγω σύμβαση περιελήφθη η δυνατότητα καταβολής στον αναιρεσείοντα, bonus μέχρι ποσοστού 30% επί των συνολικών αποδοχών του, εφόσον κατά την κρίση της ΟΤΕROM ξεπεράσει τους στόχους που του έχουν ανατεθεί ή του ανατίθενται. Συμφωνήθηκε επίσης η καταβολή σ' αυτόν του ποσού των 8.850.000 δρχ. ως δαπάνη στεγάσεως και το ποσό των 800.000 δρχ.

για αεροπορικά εισιτήρια. Μετά τη λήξη της πιο πάνω σύμβασης, καταρτίστηκε η από 20-7-2001 σύμβαση για το διάστημα από 1-1-2001 έως 31-8-2001, η από 26-9-2001 για το διάστημα από 1-9-2001 έως 30-9-2001 και η από 20-10-2001 για το διάστημα από 1-10-2001 έως 31-12-2001. Και στις συμβάσεις αυτές καθορίστηκε bonus ποσοστού 30% επί των συνολικών αποδοχών του για την ίδια όπως πιο πάνω αιτία, καθώς επίσης καθορίστηκαν για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-8-2001 οι αποδοχές σε 26.700.000 δρχ., η δαπάνη στεγάσεως στο ποσό των 5.900.000 δρχ.

και η δαπάνη εισιτηρίων σε 500.000 δρχ. Για το χρονικό διάστημα από 1-9-2001 έως 30-9-2001 οι αποδοχές σε 3.33.333. δρχ., η δαπάνη στέγασης σε 737.500 δρχ. και η δαπάνη εισιτηρίων σε 120.000 δρχ. και για το χρονικό διάστημα από 1-10-2001 έως 31-12-2001 οι αποδοχές σε 11.500.000 δρχ. και η δαπάνη στέγασης σε 3.000.000 δρχ. Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .....

απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης, ο ενάγων αποσπάστηκε με άλλους πέντε συναδέλφους του για την κάλυψη θέσεων ανωτάτης διοίκησης της ROM TELECOM και συγκεκριμένα, κατά το ως άνω διάστημα της απόσπασης, ανέλαβε την υποχρέωση να συντάξει το επιχειρησιακό σχέδιο της Εταιρίας, να την οργανώσει κατά τον καλύτερο τρόπο, ώστε να επιτευχθούν οι στόχοι του Επιχειρησιακού σχεδίου, να σχεδιάσει όλα τα αναπτυξιακά έργα με προτεραιότητα την ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας και να υποβάλει ολοκληρωμένες προτάσεις για τον καλύτερο τρόπο άσκησης της διοίκησης της εταιρίας.

Τα ίδια καθήκοντα συνέχισε να έχει ο αναιρεσείων και κατά το χρόνο λειτουργίας των προαναφερομένων συμβάσεων. Ότι, η θέση που αυτός κατείχε κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, ήταν θέση διεύθυνσης και εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι είχε τέτοια σπουδαιότητα που επηρέαζε αποφασιστικά την εξέλιξη και εν τέλει την τύχη του επενδυτικού σχεδίου της εναγομένης στις τηλεπικοινωνίες της Ρουμανίας, ενώ κατά την ενάσκηση των ανατεθειμένων σ' αυτόν καθηκόντων απολάμβανε ανεξαρτησίας και είχε τη δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας χωρίς την οποία ήταν αδύνατη η ανάπτυξη και ολοκλήρωση του έργου στον τομέα του οποίου είχε τη γενική διεύθυνση και ο οποίος (τομέας) για να υπηρετηθεί προϋπέθετε μόρφωση και σημαντική εμπειρία.

Τα προσόντα αυτά διέθετε ο αναιρεσείων και απολάμβανε της εμπιστοσύνης της αναιρεσίβλητης, για αυτό και επιλέχτηκε να συνεχίσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του και μετά τη συνταξιοδότηση του, με τις πιο πάνω αναφερόμενες υψηλές αποδοχές καθώς και με πρόσθετες αμοιβές, ενώ οι αποδοχές του ως απλού υπαλλήλου της εναγομένης ανερχόταν μόλις στο ποσό των 779.380 δρχ.

Ενόψει των παραδοχών αυτών, το Εφετείο ακολούθως απόρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως του Μονομελούς πρωτοδικείου, που είχε κρίνει ότι αυτός είχε τη θέση διευθύνοντος συμβούλου στην αναιρεσίβλητη και για το λόγο αυτό εξαιρείται των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας περί των αποδοχών και επιδομάτων αδείας.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 2 εδ. α' της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας της Ουάσιγκτον που κυρώθηκε με το νόμο 2269/1920, διέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων.

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της ως άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΟΛ.ΑΠ. 25/2003).

Αντίθετα δεν είναι πράγματα, ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ενόψει αυτών ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υπό την επίκληση του πιο πάνω άρθρου, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε αναληθώς και χωρίς να προταθεί από την αναιρεσίβλητη, σχετικά με τα καθήκοντα που είχαν ανατεθεί στον ενάγοντα, ότι με την υπ' αριθμ. .....

απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης, μεταξύ άλλων, ανέλαβε και την υποχρέωση να συντάξει το επιχειρησιακό σχέδιο της εταιρίας, καθώς και να υποβάλλει ολοκληρωμένες προτάσεις για τον καλύτερο τρόπο άσκησης της Διοίκησης της εταιρίας, και ότι τα ίδια καθήκοντα συνέχισε να έχει και κατά τον ένδικο χρόνο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες αφορούν επιχειρήματα που το δικαστήριο άντλησε κατά την ανέλεγκτη κρίση του από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-5-2007 αίτηση αναιρέσεως του Χ κατά της υπ' αριθμ. 5326/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ