Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment regarding procedural errors and late evidence submission.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against the second-instance judgment of the Single Member Court of Larissa. The appellants argued that the lower court erred in admitting evidence late and failed to justify its findings, while the respondent contended the procedural steps were lawful. The court ruled that the second-instance court properly evaluated all evidence and was not required to justify the admissibility of documents submitted late, thus finding no grounds for the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 529, 559, 573, 591, 106, 176, 183, 335, 339 of the Code of Civil Procedure; The second-instance court is not required to justify the admissibility of evidence submitted late, and failure to do so does not constitute an appealable error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1723 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1723/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη και Απόστολο Φωτόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.E. B. του B., η οποία ενεργεί ατομικά για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της, των οποίων έχει την επιμέλεια και τη γονική μέριμνα: α)D. B. του B., και β)E. B. του B., όλων κατοίκων ..., 2.B. M., κατοίκου ..., 3.Β. V., κατοίκου ..., 4.B. E. του M., κατοίκου ..., 5.H. Z. του M. , κατοίκου ... Η ως άνω πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σκαλίμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Β. του Ι., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Τιμόθεο Σιγάλα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-2-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 146/2022 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Στην προκειμένη περίπτωση όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν ο δεύτερος, ο τρίτος, ο τέταρτος και η πέμπτη από τους αναιρεσείοντες B. M., B. V., B. E. του M., κάτοικοι ... και H. Z. του M., κάτοικος ... αντίστοιχα. Οι διάδικοι αυτοί - μαζί με την πρώτη αναιρεσείουσα που παρέστη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου - είχαν επισπεύσει δια του Δικηγόρου Βόλου Γ.
Κ. Σκαλίμη τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 146/11-3-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και συγκεκριμένα α) είχαν καταθέσει την αίτηση στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας και είχαν επιμεληθεί να προσδιορίσουν δικάσιμο για τη συζήτησή της, η οποία είχε ορισθεί αρχικά για την 14-2-2023 και είχαν κλητεύσει τον αντίδικό τους-αναιρεσίβλητο, Σ.
Β. του Ι., κάτοικο ..., να παραστεί κατά τη δικάσιμο που προαναφέρθηκε (βλ. την υπ' αριθμό ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών που εδρεύει στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Μ. η οποία προσκομίζεται νόμιμα με επίκληση). Η συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο της 14-2-2023 αναβλήθηκε από το πινάκιο για τη δικάσιμο της 23-5-2023 κατά την οποία, ωστόσο, ματαιώθηκε, επειδή στη Χώρα είχαν διενεργηθεί βουλευτικές εκλογές.
Μετά από αυτό η Πρόεδρος του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου όρισε αυτεπάγγελτα - σύμφωνα με τα άρθρα 260 παρ. 4 ΚΠολΔ και το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 22079οικ/2-5-2023 έγγραφο του Υπουργού Δικαιοσύνης - την 28-11-2023 ως νέα δικάσιμο για τη συζήτηση της αναίρεσης. Η Γραμματέας μάλιστα του παρόντος Δικαστηρίου γνωστοποίησε τη δικάσιμο αυτή σε όλους τους διαδίκους μέσω της ηλεκτρονικής πύλης ψηφιακών υπηρεσιών των δικαστηρίων.
Η συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο που προαναφέρθηκε αναβλήθηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 12-3-2024. Από τα έγγραφα εξάλλου που υπάρχουν στη δικογραφία δεν προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες που απολείπονται είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα προς το Δικηγόρο Βόλου Γ. Κ. Σκαλίμη, να επισπεύσει τη συζήτηση για λογαριασμό τους.
Το Δικαστήριο, ωστόσο, δεν θα κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες που προαναφέρθηκαν, αλλά θα προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία τους, διότι οι αναιρεσείοντες που απολείπονται κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη σημερινή δικάσιμο από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος παρέστη ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
Ο αναιρεσίβλητος, συγκεκριμένα, επέδωσε στο Δικηγόρο Βόλου Γ. Σκαλίμη τόσο το υπ' αριθμό πρωτοκόλλου 7/11-1-2024 πρακτικό αναβολής της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης για τη σημερινή δικάσιμο, όσο και την αίτηση αναίρεσης (βλ. τις υπ' αριθμό ...-2024 και ...-2024 εκθέσεις επίδοσης που συνέταξε η δικαστική επιμελήτρια της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου Φ.
Δ. Κ. και τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα ο αναιρεσίβλητος). Ο Δικηγόρος εξάλλου που προαναφέρθηκε είχε την ιδιότητα του αντικλήτου των αναιρεσειόντων που απουσιάζουν και επομένως μπορούσε να παραλάβει διαδικαστικά έγγραφα που έπρεπε να επιδοθούν σε αυτούς, επειδή τους είχε εκπροσωπήσει τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, όσο και ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, όταν είχαν συζητηθεί, αντίστοιχα, αντιμωλία όλων των διαδίκων η από 26-2-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6/27-2-2018 αγωγή τους κατά του αναιρεσιβλήτου και η από 20-1-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9/27-1-2020 έφεσή τους κατά της υπ' αριθμό 42/12-12-2019 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ.
την υπ' αριθμό 42/12-12-2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και την υπ' αριθμό 146/11-3-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας) και, επιπλέον, υπέγραψε και την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 576 παρ. 2 εδ. γ, 573 παρ. 1, 94 παρ. 1, 96 παρ. 3, 104, 108, 143 παρ. 1, 2 και 3, 438 και 440 ΚΠολΔ, ΑΠ 120/2024, ΑΠ 5/2024). 2.Με την από 24-5-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 33/27-5-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμό 146/11-3-2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας - η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αριθμός 3, 621 και 622 ΚΠολΔ) επί της από 20-1-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9/27-1-2020 έφεσης που άσκησαν οι αναιρεσείοντες κατά της υπ' αριθμό 42/12-12-2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και αυτή ασκήθηκε εντός διετίας από τη δημοσίευση της τελευταίας, και γενικά παραδεκτά (άρθρα 552, 553 παράγραφος 1, 556 παράγραφος 1, 558, 564 παράγραφος 3 και 566 παράγραφος 1 ΚΠολΔ).
Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί και περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παράγραφος 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : Στην από 26-2-2018 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6/27-2-2018 αγωγή - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου και έστρεψαν κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου - οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες είχαν εκθέσει τα εξής :
Ότι ο B. B. του M., κάτοικος ... - σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας των δύο ανηλίκων εναγόντων οι οποίοι εκπροσωπούνται στη δίκη από τη μητέρα τους-πρώτη ενάγουσα - τέκνο του δευτέρου και της τρίτης και αδελφός του τετάρτου κα της πέμπτης από τους ενάγοντες, το έτος 2012 είχε καταρτίσει με τον εναγόμενο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και έκτοτε προσέφερε σε αυτόν προσηκόντως την εργασία του ως επιστάτης στην παραθεριστική του κατοικία που βρίσκεται στους Σταγιάτες Βόλου.
Ότι το μέλος αυτό της οικογένειάς τους στις 11-10-2016 κατά την εκτέλεση της εργασίας του και, συγκεκριμένα, κατά τη μετάγγιση κρασιού από μεγάλη δεξαμενή σε μικρότερα δοχεία τραυματίσθηκε θανάσιμα. Ότι το εργατικό αυτό ατύχημα προκλήθηκε από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, ο οποίος, ειδικότερα, είχε παραλείψει να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας του θανόντος και, ότι, τέλος, από τη θανάτωσή του οι ανήλικοι ενάγοντες υπέστησαν περιουσιακή και μη ζημία, όπως ειδικότερα ανέφεραν στην αγωγή τους.
Με το ιστορικό αυτό μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε εν μέρει αναγνωριστικό (άρθρα 591παρ. 1 και 223 ΚΠολΔ) ζήτησαν Α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής α) στην πρώτη ενάγουσα ατομικά ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής ποσό 20.000 Ευρώ και ως αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας του συζύγου της ποσό 3.000 ευρώ, β) στην πρώτη ενάγουσα η οποία ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της D.
B. B. και για λογαριασμό του αποζημίωση για στέρηση διατροφής ποσό 18.000 ευρώ , γ) στην πρώτη ενάγουσα που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της E. B. B. και για λογαριασμό του αποζημίωση για στέρηση διατροφής το ποσό των 20.000 ευρώ και Β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει νομιμότοκα από την επομένη τη επίδοσης της αγωγής α) στην πρώτη ενάγουσα αποζημίωση για στέρηση διατροφής το ποσό των 160.000 ευρώ και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 99.956 ευρώ, β) στην πρώτη ενάγουσα που ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της D.
B. B. και για λογαριασμό του ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ποσό 99.956 Ευρώ, γ) στην πρώτη ενάγουσα η οποία ασκεί τη γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου της E. B. B. και για λογαριασμό του ως αποζημίωση για στέρηση διατροφής ποσό 25.000 ευρώ και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ποσό των 99.956 ευρώ, δ) στο δεύτερο και στη τρίτη από τους ενάγοντες 50.000 ευρώ στον καθένας τους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και ε) στον τέταρτο και στην πέμπτη από τους ενάγοντες ποσό των 40.000 ευρώ στον καθένα τους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δίκασε την υπόθεση αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρα 591 παράγραφος 1, 218 παράγραφος 1, 614 παράγραφος 3 και 621 επ. ΚΠολΔ) και εξέδωσε την υπ' αριθμό 42/12-12-2019 οριστική απόφαση, με την οποία έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 914, 297, 298, 299, 928, 930 και 932 ΑΚ), αλλά την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την παραδοχή ότι το επίδικο εργατικό ατύχημα δεν μπορούσε να αποδοθεί σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου.
Ο ενάγοντες άσκησαν κατά της απόφασης που προαναφέρθηκε την από 20-1-2020 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9/27-1-2020 έφεση - την οποία απηύθυναν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας - για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησαν να γίνει δεκτή η έφεσή τους και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή τους κατά του εφεσιβλήτου-εναγομένου (άρθρα 591 επ.
και 511 επ. ΚΠολΔ). Το Μονομελές Εφετείο Λάρισας δίκασε την έφεση αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία που είχε δικάσει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εξέδωσε την υπ' αριθμό 146/11-3-2022 τελεσίδικη απόφαση με την οποία δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση με όμοιες με την εκκαλουμένη παραδοχές.
3.α. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παράγραφος 1 και 577 παράγραφος 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ - στην περίπτωση που η υπόθεση ερευνήθηκε στην ουσία πρέπει να εκτίθενται σε αυτόν - εκτός άλλων- με πληρότητα και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του ως προς τη βασιμότητα ή μη της αίτησης για παροχή δικαστικής προστασίας.
Η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι απαραίτητη, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό είναι δυνατό να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 5/2024). Στον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 42 παράγραφος 1, 5, 6γ, 6δ και 7θ του ν. 3850/2010 με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ και πρέπει επομένως να αναιρεθεί.
Οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση που προσβάλλεται δέχθηκε ότι α) ο θανών-εργαζόμενος και μέλος της οικογένειάς της σε εκτέλεση της σύμβασης εργασίας την οποία είχε καταρτίσει με τον αναιρεσίβλητο-εργοδότη του προσέφερε σε αυτόν την εργασία του ως οικιακός βοηθός με συνέπεια β) ο αναιρεσίβλητος να μην όφειλε να λάβει τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν για να προστατεύσει την υγεία και την ασφάλεια του εργαζομένου και ότι επομένως το εργατικό ατύχημα δεν μπορούσε να αποδοθεί σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του με αποτέλεσμα γ) να απορρίψει ως αβάσιμη την έφεση που είχαν ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή τους από αδικοπραξία εναντίον του ως ουσιαστικά αβάσιμη με όμοιες παραδοχές.
Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται στη συνέχεια ότι, αν η αναιρεσιβαλλομένη είχε δεχθεί ότι ο θανών παρείχε στον αναιρεσίβλητο την εργασία του όχι ως οικιακός βοηθός, αλλά ως επιστάτης, θα οδηγείτο στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος ενεχόταν από αδικοπραξία τόσο έναντι της ίδιας, όσο και των ανηλίκων που εκπροσωπεί στη δίκη και μετά από αυτό θα έκανε δεκτή την έφεσή τους ως βάσιμη, θα εξαφάνιζε την εκκαλουμένη απόφαση και θα δεχόταν την αγωγή τους ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως ειδικότερα εκθέτουν σε αυτόν.
Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρεται είναι αόριστος και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα για να οδηγηθεί στην απόρριψη ως αβάσιμης της έφεσης που είχαν ασκήσει κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ώστε να καταστεί δυνατό να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, ζήτημα από το οποίο εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναίρεσης. 3.β.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ - που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος - προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης που προβλέπεται σε αυτή ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή, όταν, όσα εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται με αποτέλεσμα να αποδυναμώνουν με τον τρόπο αυτό την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (...).
Εξάλλου το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις οι οποίες ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006). Ο λόγος αναίρεσης εξάλλου με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ) είναι ορισμένος, όταν περιλαμβάνει α) ενάριθμη μνεία της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, β) τις κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή στερείται αιτιολογιών, γ) τον ισχυρισμό ως προς τον οποίο υπάρχει έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών, καθώς και τη σύνδεσή του με το διατακτικό, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη και δ) την εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνον της έλλειψης, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή, τέλος, αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 57/2023).
Στο δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 32 στοιχείο α παράγραφος 1 του ν. 1568/1985 και 7 παράγραφοι 1, 5 και 6 του π. δ. 17/1996 και συνεπώς υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, επειδή περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού ανεπαρκείς αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Οι αναιρεσείοντες ειδικότερα επικαλούνται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα αν ο αναιρεσίβλητος είχε ενεργήσει στην προκειμένη περίπτωση παράνομα και υπαίτια και συνεπώς αν ενεχόταν ή όχι από αδικοπραξία έναντι της ίδιας και των ανηλίκων τέκνων της με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός της ορθής ή μη υπαγωγής της ελάσσονος πρότασης του δικανικού της συλλογισμού στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, όπως ειδικότερα επικαλείται σε αυτόν.
Ο λόγος αναίρεσης που προαναφέρεται είναι αόριστος και πρέπει επομένως να απορριφθεί ως απαράδεκτος, α) επειδή οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα για να οδηγηθεί στην απόρριψη ως αβάσιμης της έφεσης που είχε ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, περαιτέρω, ποιες επιπλέον αιτιολογίες θα έπρεπε να είχε περιλάβει η αναιρεσιβαλλομένη στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού για να καταστεί με τον τρόπο αυτό δυνατό να ελεγχθεί στη συνέχεια αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή όχι και β) διότι εν πάση περιπτώσει οι αναιρεσείοντες με τις συγκεκριμένες αιτιάσεις τους αποδίδουν ουσιαστικά στην αναιρεσιβαλλομένη έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). 3.γ.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Από τις διατάξεις περαιτέρω των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Το δικαστήριο της ουσίας όμως δεν έχει υποχρέωση να κάνει ειδική μνεία στην απόφαση κάθε αποδεικτικού μέσου ή να το αξιολογεί χωριστά. Δεν αποκλείεται βέβαια το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή κατά την ελεύθερη κρίση του έχουν μεγαλύτερη αποδεικτική βαρύτητα.
Για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει με βεβαιότητα ότι από τη γενική και κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραλειφθεί. Για να ιδρυθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης αρκεί παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης ως προς ουσιώδη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 40/2024, ΑΠ 57/2023).
Στον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι το Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1, 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ και να πρέπει για το λόγο αυτό να αναιρεθεί, επειδή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και δικαστικά τεκμήρια) που είχαν προσκομίσει και είχε επικαλεσθεί νόμιμα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Οι αναιρεσείοντες, ειδικότερα, επικαλούνται ότι το Μονομελές Εφετείο, μολονότι στο προοίμιο του αποδεικτικού του συλλογισμού βεβαιώνει το αντίθετο, δεν έλαβε στην πραγματικότητα υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα 1) το κατηγορητήριο και την υπ' αριθμό 1.112/17-10-2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου με την οποία ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε βάρος του συζύγου της και πατέρα των δύο ανηλίκων τέκνων της (άρθρο 302 παρ. 1 ΠΚ) και για παράβαση των άρθρων 42 παράγραφοι 1, 5, 6γ, δ και 7θ ν. 3850/2010 και καταδικάσθηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης είκοσι (20) μηνών, 2) την από 11-10-2016 κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Α.
Τ. και 3) την από 24-11-2016 έκθεση αυτοψίας την οποία συνέταξε επιθεωρητής του Τμήματος Ε.Α.Υ.Ε. Μαγνησίας και την υπ' αριθμό .../2016 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Λάρισας. Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, αν το Μονομελές Εφετείο είχε λάβει υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, θα έκανε δεκτή την έφεσή τους κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, θα εξαφάνιζε την εκκαλουμένη και μετά από αυτό θα δεχόταν την αγωγή τους κατά του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη, όπως ειδικότερα επικαλούνται σε αυτόν.
Το Μονομελές Εφετείο, ωστόσο, για να απορρίψει ως αβάσιμη την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμό 42/12-12-2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου - το οποίο είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή που είχε ασκήσει και η πρώτη αναιρεσείουσα κατά του αναιρεσιβλήτου - έλαβε υπόψη του είτε προς άμεση, είτε προς έμμεση απόδειξη και όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία είχε προσκομίσει ενώπιόν του και είχε επικαλεσθεί νόμιμα και η πρώτη αναιρεσείουσα.
Το γεγονός αυτό προκύπτει από τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου - που περιλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη - ότι για να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση έλαβε υπόψη του και όλα τα έγγραφα που είχαν επικαλεσθεί και είχαν προσκομίσει οι διάδικοι ενώπιόν του "είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (βλ.
τη δεύτερη σελίδα του 4ου φύλλου και την πρώτη του πέμπτου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης) και β) από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης στην οποία μάλιστα γίνεται και ειδική αναφορά στα περισσότερα από τα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα και δικαστικά τεκμήρια) από τα οποία αποδεικνυόταν κατά την περί τούτου αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ενεργήσει παράνομα και υπαίτια σε βάρος του μέλους της οικογένειας και της πρώτης αναιρεσείουσας με συνέπεια να μην ενέχεται έναντί της από αδικοπραξία.
Στην προκειμένη επομένως περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του συμπέρασμα έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 319/2017). Η ειδικότερη αιτίαση που προβάλλουν οι αναιρεσείοντες ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τη γνωμοδότηση νομομαθούς, την οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσίβλητος για πρώτη φορά ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου, χωρίς όμως να αναφέρει ειδικά για ποιο λόγο η βραδεία προσκομιδή της γνωμοδότησης δεν είχε γίνει από στρεψοδικία ή από βαριά αμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή γνωμοδοτήσεις νομομαθών συμβάλλουν στην κατάστρωση της μείζονος και όχι της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού και συνεπώς δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 11 του ΚΠολΔ. Το δικαστήριο επομένως της ουσίας σε περίπτωση που λάβει υπόψη του απαραδέκτως γνωμοδότηση νομομαθούς δεν υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 1141/2023).
Σε κάθε περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το παραδεκτό ή μη της προσκόμισης για πρώτη φορά ενώπιόν του αποδεικτικού μέσου κατ' άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1821/2017, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1553/2008). Το Μονομελές Εφετείο συνεπώς δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 591 παράγραφος 1, 106, 335 και 339 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 γ ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατάθεσε προτάσεις - μετά από νόμιμο και βάσιμο αίτημά του - πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ηττήθηκαν στη δίκη (άρθρα 573 παράγραφος 1, 106, 176, 191 παράγραφος 2 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-5-2022 και με αύξοντα αριθμό έκθεσης κατάθεσης 33/27-5-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμό 146/11-3-2022 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
Ο ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ