Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the notarized certificate was irrelevant to the appeal request's specific evidentiary requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision to reject the request for retrial. The appellants argued the First Instance Court ignored a notarized certificate regarding a torn document, but the Court found this evidence irrelevant to the retrial request. The Court held that the certificate could not prove the original property claim required for the retrial, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the cited evidence is irrelevant to the specific grounds of the appeal request and could not have influenced the lower court's decision on that specific procedural matter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1723 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1723/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Τ. Α. του Α., 2) Μ. Α. του Α., 3) Α. Α. του Α., 4) Ε. Α. του Α., κατοίκων …, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πανιέρα, και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2011 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Α. Α., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2017 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την τελευταία αυτή απόφαση προσέβαλαν οι ήδη αναιρεσείουσες με την από 3-4-2019 αίτηση αναψηλαφήσεως, και επ' αυτής εκδόθηκε η 231/2020 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7-6-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 7-6-2021 αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα 231/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (495, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Η ένδικη υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Με την από 12-9-2011 αγωγή του αρχικού ενάγοντος, του οποίου καθολικοί κληρονόμοι τυγχάνουν οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες, την οποία απεύθυνε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, επικαλούμενος παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, ζητούσε ν' αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του το αποδώσει.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 93/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 5-9-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η 130/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.
Στη συνέχεια, οι καθολικοί κληρονόμοι του αρχικού ενάγοντος ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 3-4-2019 αίτηση κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου για αναψηλάφηση της ως άνω εφετειακής απόφασης, ισχυριζόμενοι ότι τυχαία, μετά από έρευνα του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στα αρχεία του τέως συμβολαιογράφου Γ.
Π., τα οποία, μετά τη συνταξιοδότηση της συμβολαιογράφου Κ.Ρ. Μ., περιήλθαν στη συμβολαιογράφο Ά. Η., βρήκαν το με αριθ. …/1902 προικοσύμφωνο του ιερατικού προϊσταμένου της νήσου …, βάσει του οποίου, ο πεθερός του απώτερου δικαιοπαρόχου τους Π. Φ., Γ. Ζ. ενόψει του γάμου του με τη θυγατέρα του Α., μεταβίβασε λόγω προικός μεταξύ άλλων και το επίδικο ακίνητο στον Π.
Φ. και ότι από το έγγραφο αυτό αποδεικνυόταν πλήρως και αμέσως η απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιωτικό από την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας δηλαδή ελευθέρας ιδιοκτησίας (μούλκ) και όχι δημόσια γαία (αρζί μιρί ή εραζί- εμιριέ), και εξουσιαζόταν από τους δικαιοπαρόχους τους και τους ίδιους.
H αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 331/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου το οποίο δέχθηκε ότι από το προαναφερόμενο έγγραφο "το οποίο πρέπει να σημειωθεί ότι είναι σχισμένο στην αριστερή του πλευρά, προκύπτει ότι γίνεται μεταβίβαση ενός χωραφιού, χωρίς να αναφέρεται η θέση και η έκταση, απλά προσδιορίζεται ως γειτνιαζόμενο με ακίνητο Ι.
Π., ο οποίος σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αιτούντων είναι απώτερος δικαιοπάροχος του σημερινού όμορου ακινήτου Π. Μ., γεγονός βέβαια που δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας. Πλην όμως, το έγγραφο αυτό δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη του αποδεικτέου εν προκειμένη θέματος, ώστε να αποτελεί "κρίσιμο έγγραφον" με την έννοια που αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, ικανό να στηρίξει την κρινόμενη αίτηση, καθότι από αυτό δεν δύναται να προκύψει με βεβαιότητα το ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου και συνεπώς δεν μπορεί να αποδειχθεί ο επικαλούμενος πρωτότυπος τρόπο κτήσης.
Από το προσκομιζόμενο όμως έγγραφο, ουδόλως μπορεί να προκύψει πλήρης απόδειξη περί αυτού, καθώς είναι αδύνατο να διακριβωθεί εάν πράγματι το επίδικο ακίνητο είναι το ίδιο με το περιγραφόμενο στο προσκομιζόμενο προικοσύμφωνο.
Συνεπώς το έγγραφο αυτό δεν είναι κρίσιμο με την έννοια που προεκτέθηκε και δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα της αναψηλάφησης, η οποία για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα". Κατά το άρθρο 544 αριθμ. 7 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεως της εν λόγω διατάξεως με το ν. 4842/2021, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της ένδικης αιτήσεως αναψηλάφησης, το εν λόγω έκτακτο ένδικο μέσο επιτρέπεται, αν ο διάδικος, που τη ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή γιατί τα παρακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος, που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικό του και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο, κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το νέο έγγραφο που βρήκε ή έλαβε στην κατοχή του ο ζητών την αναψηλάφηση, για να μπορεί να στηρίζει την αίτησή του, πρέπει: α) να υπήρχε κατά το χρόνο της εκδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, έγγραφα, που συντάχθηκαν μετά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης με αναψηλάφηση απόφασης, δεν μπορούν να θεμελιώσουν αίτηση αναψηλαφήσεως.
Κατ' εξαίρεση, μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναψηλαφήσεως και με τέτοια μεταγενέστερα έγγραφα, όταν, από το περιεχόμενό τους προκύπτει η ύπαρξη και το περιεχόμενο άλλου κρίσιμου εγγράφου, που είχε εκδοθεί πριν τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης (με την αίτηση αναψηλάφησης) απόφασης, του οποίου, όμως, η έγκαιρη προσκόμιση δεν ήταν δυνατή για έναν από τους λόγους που ορίζονται στην ανωτέρω διάταξη β) να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι, από το έγγραφο αυτό, προκύπτει απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού, που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, στην παραδοχή ή μη του οποίου στηρίζεται το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να καθίσταται εμφανές ότι, αν τούτο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, θα οδηγούσε σε διαφορετική επί της ουσίας κρίση της υποθέσεως υπέρ αυτού που ζητεί την αναψηλάφηση, δηλαδή, μόνον, όταν η αποδεικτική ισχύς του νέου αποδεικτικού εγγράφου είναι τόσο ισχυρή (αποφασιστική), ώστε να καθιστά οφθαλμοφανές το σφάλμα της αποφάσεως και να κλονίζει πλήρως τα θεμέλιά της.
Για να κριθεί, εξάλλου, εάν το έγγραφο είναι κρίσιμο, πρέπει ο αιτών την αναψηλάφηση να προσδιορίζει ποια πραγματικά περιστατικά αποδεικνύονται αμέσως από το έγγραφο αυτό καθώς και ότι ο αιτών επικαλέστηκε τα περιστατικά αυτά προς θεμελίωση είτε της αγωγής είτε αυτοτελούς ισχυρισμού προς αντίκρουσή της και γ) η μη έγκαιρη προσκομιδή του να οφείλεται σε ανώτερη βία ή σε παρακράτησή του από τον αντίδικο του αιτούντος ή από τρίτο, σε συνεννόηση με τον τελευταίο.
Ανώτερη βία είναι κάθε απρόβλεπτο, εξωτερικό γεγονός, το οποίο, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου, τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια, συνακόλουθα, ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη.
Δεν αποτελεί ανώτερη βία το γεγονός ότι ο διάδικος από δική του προηγηθείσα ενέργεια δεν μπόρεσε να βρει εγκαίρως το έγγραφο. Ενόψει των ανωτέρω, συνάγεται ότι έγγραφα, ικανά να στηρίξουν τον ως άνω λόγο αναψηλάφησης είναι αυτά, που προκαλούν πλήρη (αποφασιστική) και άμεση απόδειξη και, ως τέτοια, νοείται αυτή που δημιουργεί στο δικαστήριο, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, δικανική πεποίθηση, σύμφωνα με τους περί αποδείξεως κανόνες του Κ.Πολ.Δ.
Επομένως, δεν είναι κρίσιμα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 544 αρ. 7 του Κ.Πολ.Δ., εκείνα τα έγγραφα, από τα οποία πηγάζει η καλούμενη αρχή έγγραφης απόδειξης (άρθρα 394 παρ.1 εδαφ.α', 441 παρ. 2 εδαφ. β' του Κ.Πολ.Δ.) ή πιθανολόγηση επί των κρίσιμων, κατά τα ανωτέρω ισχυρισμών. Εξάλλου, ως άμεση χαρακτηρίζεται η απόδειξη, όταν το αποδεικτικό μέσο παρέχει ευθέως πληροφορίες για το αποδεικτέο γεγονός, ενώ η απόδειξη είναι έμμεση, όταν η δικαστική κρίση για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος συνάγεται συμπερασματικώς από την απόδειξη άλλων γεγονότων.
Το ζήτημα, εξάλλου, αν το νέο έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, ως αναγόμενο σε πραγματικό γεγονός, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου, που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης, απορρέει από την εκτίμηση αυτού τούτου του περιεχομένου του εγγράφου και, συνακόλουθα, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π 1884/2022 Α.Π. 721/2014, Α.Π. 474/2011, Α.Π. 1041/2003).
Περαιτέρω, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο. Γι' αυτό, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.
Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (Α.Π 26/2020, ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007).
Τέλος, από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον καθορίζεται το περιεχόμενο τους, ώστε να είναι δυνατόν να κριθεί αν αυτά είναι κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού (Α.Π 1081/2020, ΑΠ 180/2017, Α.Π 721/2014).
Με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ../2020 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου … Θ. Χ., η οποία ελήφθη μετά από κλήση όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη έκθεση επιδόσεως , από την οποία "αποδείχθηκε ότι το κρίσιμο ζήτημα ότι το έγγραφο που βρέθηκε, που όμως η κάτω αριστερή γωνία του ήταν σχισμένη, προφανώς λόγω της παλαιότητας αλλά και της κακής συντήρησης, δηλαδή από λόγους ανωτέρας βίας, αφορούσε το επίδικο ακίνητο, αφού ο ιδιοκτήτης του όμορου ακινήτου ήταν ο Ι.
Π. και σήμερα Π. Μ. του οποίου ο Ι. Π. ήταν δικαιοπάροχος". Ο λόγος αυτός όμως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο παραπάνω ισχυρισμός που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προς απόδειξη του οποίου προσκόμισαν την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση που αγνοήθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αλυσιτελής, καθόσον δεν ήταν δυνατόν να επηρεάσει το αποδεικτικό πόρισμα αυτής, περί απορρίψεως της αίτησης αναψηλάφησης των ήδη αναιρεσειόντων.
Τούτο δε, διότι, σύμφωνα με όσα στην νομική σκέψη έχουν εκτεθεί, για τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου του δικάζοντος την αίτηση αναψηλάφησης, απαιτείτο από το νέο έγγραφο που οι αιτούντες την αναψηλάφηση επικαλούνται και προσκομίζουν να αποδεικνύεται πλήρως και αμέσως ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντα περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου και όχι συνδυαστικά με άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως εν προκειμένω επιχειρήθηκε με την επίκληση και προσκόμιση της ως άνω ένορκης βεβαίωσης.
Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 7-6-2021αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 231/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολ.Δ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται σε βάρος των αναιρεσειόντων, ενόψει ότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-6-2021 αίτηση των Τ. Α. του Α., Μ. Α., Α. Α. και Ε. Α. για αναίρεση της 231/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ