Legislator Case Law & Legislation
1723/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of proper legal representation at hearing.

Case Number 1723/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two parties against a lower court decision regarding a defamation case. The appellant failed to appear in person or through a properly authorized lawyer during the hearing, violating mandatory representation rules. Consequently, the court ruled the appeal inadmissible and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 94 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear or appears without proper legal representation, as the court cannot validly proceed with the hearing under such circumstances.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal legal representation procedural default civil procedure court hearing legal costs appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Articles 63 and 80 of Law 4509/2017
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 8(a) and (b) of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 496(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 196(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1723 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 1723/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Ν., κατοίκου Λαμίας, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καραγκούνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/8/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 52/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/10/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ.1 και 3, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει από 22-12-2017, σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 80 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α`201,) του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Ειδικά για τις εργατικές διαφορές, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίδεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών (Κ.Ε.Π.) ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις, έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Τέλος το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005), προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στη περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 18/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1312/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1603/2017, ΑΠ 526/2016).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β` του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018,ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 99/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η κρινόμενη από 29-10-2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθ. 52/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας εισάγεται για συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Α1' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), με επίσπευση των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και κλήση για συζήτηση αυτής για την ως άνω δικάσιμο (βλ.

υπ' αριθμ. 2991Δ'/29-12-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Λαμίας με έδρα στο Πρωτοδικείο Λαμίας Δ. Μ.). Όμως, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, ο πρώτος αναιρεσείων Γεώργιος Παλαμιώτης του Νικολάου δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά εκπροσωπήθηκε με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, από τον δικηγόρο Λαμίας Ευθύμιο Καρα?σκο του Κωνσταντίνου.

Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο προαναφερόμενος δικηγόρος είχε πληρεξουσιότητα να εκπροσωπήσει, ατομικά, στη δίκη, τον παραπάνω αναιρεσείοντα, αφού το μοναδικό προσκομισθέν 21.007/12.05.2022 δικαστικό πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαμίας Β. Κ.-Τ., αναφέροντας συγκεκριμένα επί λέξει μόνο ότι: "...σ' εμένα τη Συμβολαιογράφο...

εμφανίστηκε ο γνωστός μου και μη από το νόμο εξαιρούμενος κ. Γ. Π. του Ν. και Χ.... ο οποίος, δήλωσε ότι ενεργεί στο παρόν, ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και Διευθύνων Σύμβουλος, της ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..."... και, με αυτή του την ιδιότητα ζήτησε να συνταχτεί και υπογραφεί το πληρεξούσιο αυτό, με το οποίο δήλωσε ότι, για λογαριασμό της άνω απ' αυτόν εκπροσωπουμένης εταιρείας, διορίζει ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του τον κ.

Ε. Κ. του Κ. και Α., Δικηγόρο... στον οποίο παρέχει την ειδική εντολή, την πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα να παρίσταται και αντιπροσωπεύει την εντολέα ενώπιον όλων γενικώς των Ελληνικών, Πολιτικών... Δικαστηρίων, οποιουδήποτε βαθμού και δικαιοδοσίας, μη εξαιρουμένων του Αρείου Πάγου... να ασκεί το έκτακτο μέσο της αναιρέσεως...

Η εντολέας αναγνωρίζει όλες τις πράξεις που ενήργησε ή θα ενεργήσει ο εντολοδόχος στα πλαίσια των παρεχομένων εντολών ως νόμιμες, ισχυρές και έγκυρες και απρόσβλητες και σαν να έγιναν από αυτή την ίδια και ότι το πληρεξούσιο αυτό ισχύει μέχρι να ανακληθεί και να γνωστοποιηθεί η ανάκλησή του...", δεν παρέχει στον παραπάνω δικηγόρο δικαίωμα εκπροσωπήσεως στη δίκη του πρώτου των ως άνω αναιρεσειόντων Γ.

Π. του Ν., ατομικά, αλλά μόνο της δεύτερης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτός επέσπευσε τη συζήτηση. Ούτε, επίσης, προκύπτει η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης κλήτευση του ως άνω πρώτου αναιρεσείοντος, προκειμένου να παραστεί αυτός κατά την εκδίκαση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον ο μη προσηκόντως παριστάμενος πρώτος αναιρεσείων δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νομίμως, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με την δεύτερη αναιρεσείουσα(ΑΠ 1406/2015), και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν, ενώ ως προς την παριστάμενη δεύτερη αναιρεσείουσα, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση.

Με την από 29.10.2020 και με αριθ. κατάθ.18/29.10.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 52/12.06.2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Δ' ΚΠολΔ. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552,553,556, 558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται η παράβαση για νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ` αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ` αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 266/2018, ΑΠ 339/2017).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57-59, 914 και 932 του ΑΚ επί παράνομης προσβολής της προσωπικότητας με αδικοπραξία, εκείνος που προσβάλλεται δικαιούται απαιτήσει, εκτός από την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, επιπλέον και εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης του.

Για το ορισμένο δε της αγωγής με την οποία ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατ` άρθρο 932 ΑΚ, αρκεί να αναφέρεται το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμος και η υπαιτιότητα του προσβάλλοντος, όχι όμως και ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως η έκταση της βλάβης, η βαρύτητα του πταίσματος και οι λοιπές συνθήκες, όπως η περιουσιακή κατάσταση των μερών, η κοινωνική τους θέση, οι προσωπικές σχέσεις τους, καθώς και ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης και που αποτελούν είτε ιδιότητες των στοιχείων της ιστορικής βάσης της αγωγής, είτε περιστατικά που λαμβάνονται υπόψη για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος (ΑΠ 829/2021,ΑΠ 298/2019, ΑΠ 284/2012, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 1166/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 14 (κατ' ορθήν εκτίμηση, και όχι την εκ του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου) αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, απορρίπτοντας σχετική περί του αντιθέτου ένστασή της που επανέφερε με λόγο έφεσης, έκρινε ως ορισμένη την αγωγή ως προς το αιτούμενο από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ποσό χρηματικής της ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της αποδιδόμενης σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) αδικοπρακτική συμπεριφορά, για το λόγο ότι δεν προσδιορίζονται στην αγωγή η εν γένει κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, ώστε να καταστεί εφικτός ο έλεγχος και η δικαστική κρίση ως προς τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης.

Από το δικόγραφο όμως της ένδικης από 4-8-2015 αγωγής της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτό πληροί τους όρους των ως άνω διατάξεων του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την άσκησή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, καθόσον αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά που εξειδικεύουν τα αναγκαία στοιχεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, ως ιδιοκτήτριας του επιλήψιμου δημοσιεύματος, και ειδικότερα το είδος της προσβολής, η παράνομη πράξη που την προκάλεσε, ο αιτιώδης σύνδεσμος και ότι αυτή τελούσε σε υπαιτιότητα, ουδόλως δε ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται στο εν λόγω δικόγραφο της αγωγής, όπως η αναιρεσείουσα εσφαλμένα ισχυρίζεται, συγκεκριμένα στοιχεία της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο λόγω αοριστίας αυτής και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ(κατ' ορθήν εκτίμηση, και όχι από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου) πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα.

Κατά μεν το άρθρο 57 ΑΚ, " Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον ... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", κατά δε το άρθρο 59 του ίδιου Κώδικα "Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι, επί προσβολής της προσωπικότητας και εφόσον αυτή είναι παράνομη, ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση για την άρση της προσβολής, ενώ για την αξίωση αποζημίωσης, καθώς και για τη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εκείνου που έχει προσβληθεί, ο νόμος απαιτεί η προσβολή να είναι παράνομη και υπαίτια.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", ενώ κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (ΑΠ 100/2018).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της εν λόγω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 944/2017).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 184/2021,ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Παράνομη δε προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς, κατά την έννοια των αρθρ. 361-363 ΠΚ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας ή τηλεοπτική εκπομπή, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρο 14 παρ.1, 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρ. 25 παρ.3 του Συντάγματος)(ΑΠ 1587/2017, ΑΠ 1182/2015).

Όριο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρα 361-363 ΠΚ και επομένως με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 περ. α'-δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ.

του ίδιου Κώδικα ποινικά κολάσιμων πράξεων, αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον(περ.γ')ή σε ανάλογες περιπτώσεις(περ.δ').

Δικαιολογημένο ενδιαφέρον, που πηγάζει από τη συνταγματικά κατοχυρωμένη ελευθερία και κοινωνική αποστολή του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που συνδέονται με τη λειτουργία του, όπως κατ' εξοχήν είναι οι δημοσιογράφοι, αλλά και γενικότερα όσοι κάνουν χρήση του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και σχολίων σχετικών με τις πράξεις και τη συμπεριφορά φυσικών ή νομικών προσώπων ή ομάδων προσώπων που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το κοινωνικό σύνολο.

Η προβολή περίπτωσης του πιο πάνω άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής της προσωπικότητας, μέσω εξυβριστικών ή δυσφημιστικών εκφράσεων, δεν αίρεται, λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ, και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367 παρ. 2, δηλαδή, όταν οι επίμαχες εκφράσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης.

Έτσι η προβολή από τον προσβληθέντα ισχυρισμού από το άρθρο 367 παρ.2 ΠΚ αποτελεί αντένσταση κατά της πιο πάνω ένστασης από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 285/2012, ΑΠ 179/2011). Εξάλλου, κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του Ν. 1178/1981, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 2243/1994, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπό του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος, στον εκδότη ή τον διευθυντή σύνταξης του εντύπου.

Περαιτέρω, από το πλέγμα των προαναφερθείσων διατάξεων συνάγεται ότι από τον ενυπάρχοντα στη δημοσιογραφική δραστηριότητα αυξημένο κίνδυνο προσβολής της προσωπικότητας λόγω της δημοσιότητας που αποτελεί το πεδίο δράσης του τύπου, απορρέουν οι λεγόμενες συναλλακτικές υποχρεώσεις του τύπου μεταξύ των οποίων η υποχρέωση σεβασμού της προσωπικότητας και το καθήκον αλήθειας, που επιβάλλει να προηγηθεί ο έλεγχος της αλήθειας των πληροφοριών και των ειδήσεων, ώστε το περιεχόμενο να συμπίπτει με την πραγματικότητα.

Η μη τήρηση αυτών των συναλλακτικών υποχρεώσεων αποκλείει, στην περίπτωση της μετάδοσης αναληθούς είδησης, την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του δημοσιογράφου προς ενημέρωση του κοινού και γι` αυτό δεν τίθεται θέμα άρσης του παρανόμου της προσβολής κατ` άρθρο 367 ΠΚ(ΑΠ 574/2019).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε(ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος(και ήδη πρώτος αναιρεσείων, ως προς τον οποίο δεν θα ασχοληθεί περαιτέρω το Δικαστήριο)το έτος 2013 ήταν εκδότης και διευθυντής της καθημερινής εφημερίδας με τον τίτλο "Ημέρα", ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας (και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας), η οποία κυκλοφορούσε στο νομό Φθιώτιδας και ιδίως στην πόλη της Λαμίας.

Στις 23-9-2013 στο δικαστικό μέγαρο της Λαμίας εκδικάζονταν υπόθεση που είχε εισαχθεί για εκδίκαση κατά την διαδικασία του αυτοφώρου, για την πράξη της σωματικής βλάβης, με κατηγορούμενο άτομο φερόμενο ως μέλος της πολιτικής οργάνωσης "Χρυσή Αυγή". Στον εξωτερικό χώρο του ως άνω δικαστικού μεγάρου, είχε συγκεντρωθεί σημαντικός αριθμός ανθρώπων, προκειμένου να συμπαρασταθούν στον παθόντα και να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της δίκης, ενώ εκεί υπήρχαν αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες περιφρουρούσαν τον χώρο, ώστε να διασφαλισθεί η κανονική διεξαγωγή της δίκης και η αποφυγή επεισοδίων.

Την ίδια ως άνω ημέρα είχε επισκεφθεί την Εισαγγελία Λαμίας για προσωπική της υπόθεση η μάρτυρας που εξετάστηκε, με επιμέλεια της ενάγουσας(και ήδη αναιρεσίβλητης), στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αδελφή της τελευταίας, Ε. Φ., συνοδευομένη από την ενάγουσα, η οποία(ενάγουσα)αποφάσισε να περιμένει την αδελφή της, όσο αυτή θα ήταν απασχολημένη στην Εισαγγελία, στο χώρο εκτός του δικαστικού μεγάρου πλησίον της ως άνω συγκέντρωσης.

Ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος κάλυπτε δημοσιογραφικά το γεγονός της δίκης και τη συγκέντρωση των πολιτών έξω από τα δικαστήρια, θεώρησε, χωρίς κάποιο λόγο και αιτία, ύποπτη και περίεργη την παρουσία της ...ενάγουσας στον εκεί χώρο και χωρίς να διαπιστώσει την ταυτότητά της και το λόγο της παρουσίας της στο χώρο εκτός του δικαστικού μεγάρου, την φωτογράφησε.

Περαιτέρω στο υπ' αριθμ. 978 της 24ης-9-2013 φύλλο(στη σελίδα 4) της προαναφερομένης εφημερίδας, δημοσιεύθηκε μία ολόσωμη φωτογραφία της ενάγουσας στον εξωτερικό χώρο των δικαστηρίων της Λαμίας, η οποία συνοδεύονταν από κείμενο, που είχε συντάξει ο πρώτος εναγόμενος με τον τίτλο ¨Έγινε λαγός όταν κατάλαβε ότι κατάλαβα...¨ και το ακόλουθο περιεχόμενο:

¨Αθέατη ανάμεσα σε αγνώστους, Ποιος θα μπορούσε να την προσέξει? Αν προσέγγιζε οποιοσδήποτε άλλος είναι αυτονόητο ότι θα είχαμε περισσότερο άγριες εξελίξεις. Επομένως, ένας άγνωστος και μάλιστα γυναίκα θα ήταν αυτή που θα προσέγγιζε κοντά στους διαδηλωτές. Έκανε αγωνιώδεις προσπάθειες να μην γίνει αντιληπτή.

Βεβαίως οι αστυνομικοί δεν την κατάλαβαν. Βεβαίως οι δημοσιογράφοι την πέρασαν για νεοφερμένη στην Ασφάλεια. Δυστυχώς όμως τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Ευτυχώς που έγινε λαγός¨, αποδίδοντας στην ενάγουσα προσπάθειες να εισχωρήσει στους διαδηλωτές απαρατήρητη και την τελική φυγή της βιαστικά, όταν διαπίστωσε ότι έγινε αντιληπτή από τον πρώτο εναγόμενο αφήνοντας υπονοούμενα, για τις προθέσεις και τις κινήσεις της τελευταίας.

Η ενάγουσα όμως δεν ήταν ¨λαγός¨, όπως με προφανή υποτιμητική διάθεση, την χαρακτηρίζει ο πρώτος εναγόμενος, αφού αυτή δεν έφυγε γρήγορα από το χώρο της συγκέντρωσης, λόγω του ότι αυτή δεν βρέθηκε εκεί για να παρακολουθήσει την δίκη του Αλβανού, αλλά βρέθηκε εκεί μαζί με την αδελφή της, η οποία είχε κάποια υπόθεση στην Εισαγγελία Λαμίας και όταν τελείωσε, έφυγε μαζί με την...

αδελφή της, από το χώρο της συγκέντρωσης του πλήθους και με την οποία συγκέντρωση η ενάγουσα ουδεμία σχέση είχε. Το ένδικο δημοσίευμα είχε ως αποτέλεσμα να προσβληθεί η τιμή, η υπόληψη και γενικά η προσωπικότητα της ενάγουσας, καθόσον της προσέδιδε χαρακτηριστικά δειλού ατόμου, που προσπαθεί να μην γίνει αντιληπτό και εξαφανίζεται όταν γίνονται αντιληπτές, οι προθέσεις του, που είναι μία αξιολογική κρίση, που περιέχει σαφή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας αυτής και συνεπώς συνιστά εξύβριση.

Επί πλέον με το παραπάνω δημοσίευμα, ο πρώτος εναγόμενος διέδωσε, χωρίς να ενεργήσει προηγουμένως οποιονδήποτε έλεγχο της αλήθειας των πληροφοριών που συμπεριέλαβε στο κείμενο του, τα προαναφερόμενα περιστατικά, τα οποία ήταν αναληθή, καθόσον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα αποχώρησε από τον εξωτερικό χώρο του δικαστικού μεγάρου, όχι επειδή έγινε αντιληπτή ή είχε κάτι να κρύψει, αλλά επειδή η αδελφή της την οποία ανέμενε να διεκπεραιώσει τις υποθέσεις της στην Εισαγγελία, οπότε αποχώρησε μαζί με αυτή, με την εκ μέρους του δε η εν λόγω διάδοση, λόγω του ότι ο ως άνω χαρακτηρισμός, ενέχει μειωτική και απαξιωτική χροιά, τέθηκε σε κίνδυνο η πίστη και το επαγγελματικό μέλλον της ενάγουσας, η οποία δραστηριοποιείται ως λογοθεραπεύτρια, με σημαντική δράση, πελατεία και κύκλο στην πόλη της Λαμίας, διότι δημιουργήθηκαν δυσμενείς παραστάσεις σε αναγνώστες της εν λόγω εφημερίδας με το συγκεκριμένο δημοσίευμα γνωστούς και πελάτες της ενάγουσας με τους οποίους αυτή σχετιζόταν κοινωνικά και επαγγελματικά.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η παρουσία και η οποιαδήποτε συμπεριφορά της ενάγουσας δεν ενδιέφερε το κοινωνικό σύνολο και δεν αποτελούσε είδηση που έπρεπε να πληροφορηθεί το κοινό ή να σχολιαστεί από τον πρώτο εναγόμενο με τον ως άνω προσβλητικό για την τιμή και υπόληψη της ενάγουσας τρόπο, που, άλλωστε σε κάθε περίπτωση ενόψει της παράλειψης να εξακριβωθεί η αλήθεια των εκτιθέμενων στο επίδικο δημοσίευμα περιστατικών, υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του όποιου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του κοινού.

Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που οι εναγόμενοι προέβαλαν, καθόσον, ουδόλως προέκυψε κάτι τέτοιο για την δημοσίευση των ένδικων κειμένων και της φωτογραφίας, ενώ δεν ήταν αναγκαίες οι συγκεκριμένες φράσεις...

Συνεπώς, εφόσον αποδείχθηκε ότι το επίδικο άρθρο με το προαναφερόμενο εξυβριστικό περιεχόμενο, οδήγησε στην προσβολή της τιμής, της υπόληψης και της εν γένει προσωπικότητας της ενάγουσας... δικαιούται αυτή εύλογη χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη... για την οποία ευθύνεται αντικειμενικά και η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρία, ως ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, στην οποία περιλήφθηκε το επίδικο δημοσίευμα.

Λαμβάνοντας υπόψη την ένταση και έκταση της προσβολής, το βαθμό υπαιτιότητας των εναγομένων, τη συμπεριφορά των εναγομένων κατά και μετά την τέλεση της άδικης πράξης, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να επιδικαστεί στην ενάγουσα ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, το ποσό των 6.500 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο.

Επομένως, η υπό κρίση αγωγή θα έπρεπε να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη και θα έπρεπε οι εναγόμενοι, εις ολόκληρο ο καθένας να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 6.500 ευρώ... Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως όσον αφορά την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας από τις προαναφερόμενες ενέργειες των εναγομένων, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, πλην όμως έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά το ποσό των 15.000 ευρώ, που επιδίκασε στην ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση αυτής...".

Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ασκηθείσα έφεση των τότε εκκαλούντων-εναγομένων, μεταξύ των οποίων και της ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 24/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που είχε δεχθεί εν μέρει, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, την αγωγή καταβολής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, της παθούσας ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, υποχρεώνοντας τους εναγόμενους, μεταξύ των οποίων και την ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον, το ποσό των 15.000 ευρώ, νομιμότοκα, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της από 04.08.2015 ένδικης αγωγής και δέχτηκε αυτήν εν μέρει ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, μειώνοντας το ποσό της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, της αναιρεσίβλητης, στο ποσό των 6.500 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ., 932 ΑΚ και 361 ΠΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ότι το επίδικο άρθρο με το προαναφερόμενο εξυβριστικό περιεχόμενο, το οποίο δημοσιεύθηκε στην καθημερινή εφημερίδα με τον τίτλο "Ημέρα", η οποία κυκλοφορούσε στο νομό Φθιώτιδας και ιδίως στην πόλη της Λαμίας, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", οδήγησε στην προσβολή της τιμής, της υπόληψης και της εν γένει προσωπικότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, θεμελιώνουν αντικειμενική ευθύνη της ως άνω αναιρεσείουσας, που συνεπάγεται υποχρέωση της τελευταίας να αποκαταστήσει την ηθική βλάβη της παθούσας καταβάλλοντας σ' αυτήν αντίστοιχη χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης, και δικαιολογούν την εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων, στις οποίες ορθά υπήχθησαν από το Εφετείο τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά.

Επίσης, το Εφετείο δεχόμενο ότι η δημοσίευση των ένδικων κειμένων και η φωτογραφία της παθούσας αναιρεσίβλητης δεν υπαγορεύονταν από δικαιολογημένο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον, ενώ δεν ήταν αναγκαίες και οι επίμαχες φράσεις του δημοσιεύματος, και απορρίπτοντας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας εταιρείας περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, ορθά, ερμηνεύοντας, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ, περί άρσεως του αδίκου της πράξης, που δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση.

Τέλος, με την προαναφερθείσα κρίση του, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης, λόγω ηθικής βλάβης, στο προαναφερόμενο ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων (6.500) ευρώ, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 και την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι εύλογο και δεν υπερτερεί και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους αντίστοιχο σκέλος του τέταρτου και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57-59, 914 επ., 932 ΑΚ και 361, 367 ΠΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επομένως και, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η δεύτερη αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω τέταρτος και πέμπτος λόγοι, καθό μέρος με τα αντίστοιχα σκέλη τους, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλ' ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί.

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό(ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό(ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση με τους δεύτερο και τρίτο συναφείς λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες συνίστανται στο ότι το Εφετείο, αφενός δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφετέρου παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αντίστοιχα.

Συγκεκριμένα αποδίδονται οι αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης απόφασης, που νόμιμα επανέφερε και με αντίστοιχους λόγους έφεσης, ότι, αφενός το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα νομίμως ισχυρισμό της ότι η εκκαλουμένη απόφαση έλαβε υπόψη της την απαραδέκτως προταθείσα από την ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη αντένσταση του άρθρου 367 παρ.2 περ.β' ΠΚ, που αποτελεί την περίπτωση που δεν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της δυσφήμησης του παθόντος, όταν ο υπαίτιος ενήργησε με ειδικό σκοπό εξύβρισής της (η οποία αντένσταση είχε προταθεί προφορικά στο ακροατήριο, στην επ' ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης, χωρίς να σημειωθεί στα πρακτικά), αφετέρου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, κατ' ουσίαν, την ανωτέρω αντένσταση, που δεν είχε προβάλει παραδεκτά η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη.

Αμφότεροι, όμως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προεκτεθείσα επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο ουδόλως εξέτασε την αντένσταση του άρθρου 367 παρ.2 εδ. β'ΠΚ της ενάγουσας εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την προβληθείσα από την εναγομένη- εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ένσταση του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ περί δεδικαιολογημένου ενδιαφέροντος, αποκρούοντας αυτήν με την αποδοχή ως βάσιμων των περί του αντιθέτου σχετικών ισχυρισμών, που νόμιμα πρόβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της στα δικαστήρια της ουσίας η αναιρεσίβλητη.

Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα εξής: "...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η παρουσία και η οποιαδήποτε συμπεριφορά της ενάγουσας δεν ενδιέφερε το κοινωνικό σύνολο και δεν αποτελούσε είδηση που έπρεπε να πληροφορηθεί το κοινό ή να σχολιαστεί από τον πρώτο εναγόμενο με τον ως άνω προσβλητικό για την τιμή και υπόληψη της ενάγουσας τρόπο, που, άλλωστε σε κάθε περίπτωση ενόψει της παράλειψης να εξακριβωθεί η αλήθεια των εκτιθέμενων στο επίδικο δημοσίευμα περιστατικών, υπερέβαινε το αναγκαίο μέτρο για την ικανοποίηση του όποιου ενδιαφέροντος για την ενημέρωση του κοινού.

Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση δικαιολογημένου ενδιαφέροντος που οι εναγόμενοι προέβαλαν, καθόσον, ουδόλως προέκυψε κάτι τέτοιο για την δημοσίευση των ένδικων κειμένων και της φωτογραφίας, ενώ δεν ήταν αναγκαίες οι συγκεκριμένες φράσεις...".

Συνεπώς, υπό τα ως άνω εκτεθέντα πραγματικά και νομικά δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση του άρθρου 367 παρ.1 ΠΚ της εναγομένης και ήδη αναιρεσίουσας, και έκανε δεκτούς τους αντίθετους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, χωρίς συνακόλουθα να υπεισέλθει και εξετάσει την αντένσταση του άρθρου 367 παρ. 2 εδ. β'ΠΚ της τελευταίας. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 8 περ. α'και β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου αβάσιμοι και απορριπτέοι τυγχάνουν και οι ως άνω προβαλλόμενοι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την δεύτερη αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της από 29.10.2020 και με αριθ. κατάθ.18/2020 αίτησης, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 52/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας ως προς τον πρώτο των αναιρεσειόντων.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.10.2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 52/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την παραπάνω αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ηττηθείσα αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ