Legislator Case Law & Legislation
1723/2018 AI generated

Supreme Court annuls lower court verdict for lack of specific and exhaustive reasoning regarding criminal guilt.

Case Number 1723/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled a criminal judgment from the Athens Court of Assizes due to a fatal procedural defect. The lower court failed to provide specific and exhaustive reasoning regarding the material facts and the defendant's criminal guilt, violating statutory requirements for judicial motivation. Consequently, the case was remitted to a new panel of judges for a fresh trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510(1)(d) and 519 of the Code of Criminal Procedure; A criminal judgment lacking specific and exhaustive reasoning on the material facts and the existence of criminal guilt is void and must be annulled.

Keywords

AI generated
lack of reasoning criminal guilt judicial motivation annulment of verdict remittal for retrial Code of Criminal Procedure specific and exhaustive reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 505(2)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 473(3)(a) of the Code of Criminal Procedure
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1723 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1723/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου και Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Μαΐου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη, (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 64ΗΤ/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον G. B. του R., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. ....3.2018 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δ. Χ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2018.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 εδ. α' του ΚΠοινΔ "ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479 § 2 (άρθρο 483 παρ. 3)". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 3 εδ. α' του αυτού ως άνω Κώδικα "η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωρισθεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου". Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για αναίρεση της υπ' αρ. 64ΗΤ/10-1 -2018 αποφάσεως του κατ' έφεση δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών , που καταχωρίσθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ στις 27-2-2018, έχει ασκηθεί νομίμως, με εμπρόθεσμη δήλωση του αναιρεσείοντος Εισαγγελέα στον αρμόδιο γραμματέα του Αρείου Πάγου και τη σύνταξη της σχετικής, υπ' αρ. 27-3-2018 εκθέσεως (άρθρα 462, 463, 474, 479 εδ. α, 505 παρ. 2 εδ. α και 509 ΚΠΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς τη βασιμότητα του λόγου της.

Ας σημειωθεί ότι από το περιεχόμενο των από 24.4.2008 αποδεικτικών επιδόσεως του Επιμελητού της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Χ. Λ. προκύπτει ότι επιδόθηκε διά θυροκολλήσεως στον κατηγορούμενο και δια παραδόσεως στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, νομίμως και εμπροθέσμως, η υπ' αριθμ. ...23.4.2018 κλήση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, για να παραστεί μετά ή δια συνηγόρου του, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (11.5.2018) στη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 64ΗΤ/10.1.2018 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το άρθρο 479. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, προς το σκοπό της διόρθωσης τυχόν εσφαλμένων αποφάσεων, δικαιούται να ασκεί το ένδικο.

μέσο της αναιρέσεως κατά οποιασδήποτε αποφάσεως και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ, μεταξύ των οποίων και αυτός της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία απαιτείται από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ. Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντ.

και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίος υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε [ΑΠ 122/2016].

Ειδικά δε για τα αποδεικτικά μέσα, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή είτε πρόκειται για καταδικαστική είτε για αθωωτική απόφαση, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα και όχι επιλεκτικά, ορισμένα μόνο από αυτά, σύμφωνα με την επιβαλλόμενη, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ, υποχρέωση του δικαστηρίου για λειτουργικό συσχετισμό, συνεκτίμηση και συναξιολόγηση του περιεχομένου, όλων των αποδεικτικών μέσων, χωρίς να αρκεί για την κατάφαση της προς τούτο δικαιοδοτικής κρίσης, η τυπική ρηματική αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού της αποφάσεως των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου [ΑΠ 281/2013], Προσέτι, έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία είναι τυπική, προς την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του αιτιολογικού.

Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, διαλαμβάνονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, πλην, όμως, η συμπλήρωση αυτή δεν επιτρέπεται να φθάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που αναγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως, εκτός αν στο τελευταίο καταγράφονται τα περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να είναι περιττή η διαφοροποίηση του σκεπτικού [ΑΠ 680/2016].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΠΚ, "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, η χρήση δε του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση.

Από την προειρημένη διάταξη, με την οποία προστατεύεται η περί τα υπομνήματα δημόσια πίστη και ασφάλεια των συναλλαγών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας με χρήση απαιτείται, αντικειμενικά μεν, η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου από τον υπαίτιο, που το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, με την προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε, δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση πραγματώσεως των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση της ποινικά επιλήψιμης αυτής πράξης και σκοπός του δράστη να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, άλλον, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι πρόσφορο για τη δημιουργία, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.

Ως έγγραφο, το οποίο αποτελεί το υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας, νοείται, κατά το άρθρο 13 εδ. γ' ΠΚ, κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός, που έχει έννομη σημασία [ΑΠ 121/2017_ΑΠ 1558/2016]. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 64ΗΤ/2018 απόφασή του, στην οποία παρατίθενται, κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη, εκθέτει στο αιτιολογικό αυτής τα εξής: "Από την κύρια αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό με την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος (εκκαλών) τέλεσε την πράξη για την οποία κατηγορείται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής".

Ακολούθως, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης και δη του ότι "Στην Αθήνα, στις 05/06/2014, κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού.

Συγκεκριμένα, κατάρτισε την υπ' αριθμ. .../17-1-2014 πλαστή βεβαίωση για την απόκτηση Ελληνικής Ιθαγενείας, φερόμενη ως εκδοθείσα από την Δ/νση Αστικής Κατάστασης και Κοινωνικών Υποθέσεων Αθηνών και στη συνέχεια έκανε χρήση αυτού, καθόσον σε γενόμενο αστυνομικό έλεγχο στην οδό ..., επέδειξε αυτό σε αστυνομικούς της Άμεσης Δράσης, με σκοπό να τους παραπλανήσει ως προς την δήθεν γνησιότητά του, προκειμένου να βεβαιώσει τη νόμιμη παραμονή του στην χώρα μας, αν και γνώριζε ότι αυτό ήταν πλαστό ως προς όλα τα στοιχεία του".

Με αυτό, όμως, το περιεχόμενο, η προειρημένη απόφαση στερείται της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, υπό την προεκτεθείσα στην νομική σκέψη έννοια και συνακόλουθα της εν λόγω πλημμέλειας υπόκειται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ σύστοιχος λόγος αναιρέσεως. Ειδικότερα, στο, ουσιαστικά ανύπαρκτο, αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, θεμελιωτικά της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του δικάσαντος δικαστηρίου και δη ως προς την κατάφαση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του διωκόμενου εγκλήματος, ενώ στο διατακτικό, στο οποίο, έστω και χωρίς ρητή αναφορά, παραπέμπει στο αιτιολογικό, περιέχονται μεν, τα απαιτούμενα για την εγκυρότητα του κλητήριου θεσπίσματος τυπικά στοιχεία της κατηγορίας, πλην, όμως, δεν περιλαμβάνονται και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τέτοια πληρότητα, ώστε να ικανοποιείται η αξίωση της, κατά τα άνω, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που πρέπει να έχει η απόφαση.

Επιπρόσθετα, με δεδομένη την έλλειψη οποιασδήποτε σχετικής αναφοράς στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης, δεν προκύπτει ότι, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου, ελήφθη υπόψη και αξιολογήθηκε προσηκόντως η κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Ν. Μ. του Μ., ο οποίος, εξεταζόμενος ενόρκως στο ακροατήριο, ανέφερε, μεταξύ των άλλων, ότι με τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν φίλος του, μετέβησαν σε δικηγορικό γραφείο και ανέθεσαν σε δικηγόρο τη διεκπεραίωση της άδειας παραμονής του πρώτου (κατηγορουμένου), έναντι του ποσού των 800 ευρώ, προσθέτοντας ότι είχαν την εντύπωση ότι "όλα ήταν καλά", μάλιστα δε, σημείωσε, ότι σε επανειλημμένους αστυνομικούς ελέγχους δεν υπήρξε πρόβλημα με την επίμαχη άδεια.

Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν, πρέπει να γίνει τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η προκειμένη αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 64ητ/2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (αρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 64ΗΤ/10-1-2018 απόφαση του Τριμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2018.

Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Οκτωβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ