1723/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1723/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του (υπόχρεου), και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης.
Full text
Απόφαση 1723 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1723/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαρίλαο Κοψαχείλη.
Των αναιρεσιβλήτων:1)Σ. Χ. του Ι. 2)Θ. συζ. Σ. Χ., κατοίκων ... που παραστάθηκαν μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Παλαιολόγου Παλαιολόγου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 152/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 95/2016 του Εφετείου Λάρισας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-10-2016 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 9 του ν.δ. 8/1973 περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (που έπαυσε μεν να ισχύει μετά ένα έτος από την ισχύ του ν. 1577/1985 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός", δηλαδή, από τις 18-12-1986, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 1 εδάφια α’ και γ’ αυτού, η ισχύς τους όμως παρατάθηκε στη συνέχεια με τις 296/88/14-1-1987 και 233/3/4-1-1988, αντίστοιχα, αποφάσεις του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (η δεύτερη από τις οποίες κυρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 1772/1988 "Τροποποίηση διατάξεων του ν. 1577/1985") ορίζεται ότι "Επί τοίχων ανεγειρομένων εν επαφή προς το κοινόν όριον των ιδιοκτησιών ή επί τοίχων ανεγερθέντων εκατέρωθεν του κοινού ορίου των ιδιοκτησιών κατά τας προϊσχυσάσας διατάξεις απαγορεύεται η διάνοιξις οιωνδήποτε ανοιγμάτων.
Ανοίγματα αντικείμενα προς την απαγόρευσιν αυτήν δεν κλείονται δια πράξεως της διοικήσεως αλλά κατόπιν δικαστικής αποφάσεως εκτελουμένης κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας". Με τις διατάξεις, επίσης, του άρθρου 10 παρ. 9 και 10 της 3046/304/30-1-1989 απόφαση "Κτιριοδομικός Κανονισμός", όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 5 της 49977/3068 απόφασης του Υπουργού Δημόσιων Έργων (της 27-6/30-6-1989), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 26 του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ 1985), ορίζεται ότι: "Στους μεσότοιχους και τους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου που ανεγείρονται σε επαφή με το κοινό όριον των ιδιοκτησιών απαγορεύεται η διάνοιξη ανοιγμάτων" (παράγραφος 9). "Ανοίγματα που προϋπήρχαν του ν.δ. 8/1973 (ΓΟΚ 1973) και αντιβαίνουν στην απαγόρευση της προηγούμενης παραγράφου, δεν κλείνονται με πράξη της διοικήσεως, αλλά ύστερα από δικαστική απόφαση, που εκτελείται σύμφωνα με τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας" (παράγραφος 10).
Οι όμοιου περιεχομένου αμέσως πιο πάνω διατάξεις αποβλέπουν κυρίως στην προστασία του όμορου ιδιοκτήτη, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή τους, και ιδιαίτερα από το γεγονός πως ορίζουν ότι τα ανοίγματα κλείνονται όχι με πράξη της Διοίκησης, αλλά με δικαστική απόφαση, η έκδοση της οποίας προϋποθέτει δίκη κατά την οποία μόνοι νομιμοποιούμενοι ως διάδικοι είναι οι κύριοι των γειτονικών ακινήτων, περιέχουν κανόνα γειτονικού δικαίου, αφού εισάγουν περιορισμό της κυριότητας του γείτονα χωρίς επιβάρυνση της ιδιοκτησίας του με εμπράγματα υπέρ τρίτου δικαιώματα και παρέχουν στον κύριο του γειτονικού ακινήτου το δικαίωμα να απαιτήσει να κλείσουν τα ανοίγματα.
Το δικαίωμα αυτό συνίσταται στην αξίωση κατά του εκάστοτε ιδιοκτήτη στον οποίο και επιβάλλεται η υποχρέωση να προβεί στο κλείσιμο κενού, λόγω ανοιγμάτων. Θεμελιώνει, δηλαδή, η καθεμιά από τις παραπάνω διατάξεις αγωγή ενοχικού χαρακτήρα, η οποία στηρίζεται απλώς και μόνο στο γεγονός της ύπαρξης ανοιγμάτων στο μεσότοιχο ή στον τοίχο του οικοδομήματος που εφάπτεται στο όριο γειτονικού ακινήτου, έστω και αν καμιά βλαπτική ενέργεια (διατάραξη) δεν προκαλείται από τα ανοίγματα αυτά στην ιδιοκτησία του ενάγοντος- γείτονος, στρέφεται κατά του εκάστοτε κυρίου του παραπάνω οικοδομήματος, αδιαφόρως αν είναι εκείνος που κατασκεύασε τα ανοίγματα και το αίτημα της περιορίζεται μόνο στο κλείσιμο των εν λόγω ανοιγμάτων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, που έχει έντονο το χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, όπως αναφέρεται και στο άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που εφαρμόζεται σε όλα τα δικαιώματα του ιδιωτικού δικαίου, είτε πηγάζουν άμεσα από το νόμο είτε από δικαιοπραξία, είτε προέρχονται από κανόνες ενδοτικού δικαίου είτε από κανόνες δημόσιας τάξης (ΟλΑΠ 1753/1984, ΟλΑΠ19/1998), όπως είναι και οι πολεοδομικές διατάξεις, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, δεν καθιστούν ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με τη δική του (υπόχρεου), και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης.
Χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των έντιμων και συνετών ανθρώπων, ενώ κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφύλαξης του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου (ΑΠ 1332/ 2013).
Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη, αντίθεση προς αυτά. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση που δημιουργήθηκε απ’ αυτόν, η οποία επάγεται επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, επιπλέον, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, με βάση τις οποίες και την αδράνεια του δικαιούχου η άσκηση του δικαιώματος, που επακολουθεί και που τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί υπό τις πιο πάνω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται από τα όρια που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.
Η αδράνεια αυτή του δικαιούχου πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην συντομότερο από εκείνο που προβλέπεται στο νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του αυτό. Το ζήτημα, αν οι συνέπειες (που δεν είναι απαραίτητο να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο, αλλά αρκεί η επέλευση και δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων - ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 88/1980), που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του.
Γίνεται, δηλαδή, σε τελική ανάλυση στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων των μερών και προκρίνονται εκείνα τα συμφέροντα που παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα για την κοινωνική τάξη και ευρυθμία (ΑΠ 1724/2014, ΑΠ 988/2009). Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 6/2016, 10/2012, 5/2011, 8/2001).
Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανέλεγκτα από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, ή όχι τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Σε κάθε, δηλαδή, περίπτωση τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος με την προαναφερόμενη έννοια (ΑΠ 1666/2010, ΑΠ 1189/2009, ΑΠ 493/2008, ΑΠ 1287/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που πρόβαλε επικουρικά ο εναγόμενος- εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων για την απόκρουση της από το άρθρο 26 παρ. 9 του ν.δ. 8/1973 (ΓΟΚ) ενοχικής αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, ως προς το αίτημα κλεισίματος τριών παραθύρων που βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του ακινήτου του: " Οι ενάγοντες, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../15-2-1993 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Ελασσόνας Γ.
Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελασσόνας, αγόρασαν από κοινού και εξ αδιαιρέτου από την Μ. συζ. Κ. Κ., το γένος Ι. Μ., μία παλαιά ισόγεια οικία, εμβαδού 155,52 τ.μ., που βρίσκεται εντός του σχεδίου πόλεως Ελασσόνας του ομωνύμου Δήμου και Υποθηκοφυλακείου, στη συνοικία "αγορά" της ενορίας του Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Δημητρίου και επί της οδού ..., μετά του γύρω από αυτήν συνεχόμενου οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 482,62 τ.μ..
Το οικόπεδο αυτό, σύμφωνα με το από Ιούνιο του 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ., συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησίες Ι. Δ., Α. Π. και Φ. Κ., Ανατολικά με πεζόδρομο, Νότια με ιδιοκτησίες Ν. Μ. και του εναγομένου Κ. Μ. και Δυτικά με την οδό ..., ακάλυπτο δημοτικό χώρο και ιδιοκτησία Φ. Κ.. Όπως προκύπτει από το ανωτέρω συμβόλαιο αγοράς, το προαναφερόμενο οικόπεδο αποτελούσε τμήμα οικοπέδου μεγαλύτερης έκτασης, που είχε περιέλθει το 1929 στον πατέρα της δικαιοπαρόχου των εναγόντων και του εναγομένου, Ι.
Μ. με αγορά από τον Α. Κ.. Στη συνέχεια, ο Ι. Μ. τμήμα του οικοπέδου του μεταβίβασε στην δικαιοπάροχο των εναγόντων συζ. Κ. Κ., το γένος Ι. Μ.. Με το υπ’ αριθμ. .../22-10-1975 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ελασσόνας Γ. Α., νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ελασσόνας, ο Ι. Γ. Μ.
δώρησε στον εναγόμενο άλλο τμήμα του ως άνω οικοπέδου, επιφανείας 132 τ.μ. μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, στο οποίο με βάση την υπ’ αριθ. .../12-6-1980 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Ελασσόνας ανήγειρε, το έτος 1982 μία διώροφη οικοδομή, παριστάνοντας ψευδώς ότι στην κυριότητά του ανήκε όλο το πατρικό οικόπεδο. Η βόρεια και η δυτική πλευρά της οικοδομής του εναγομένου εφάπτονται με τα αντίστοιχα όρια της ιδιοκτησίας του.
Το Πολεοδομικό Γραφείο Ελασσόνας, στις 30-9-1993, με την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../30-9-1993, απόφασή του ανακάλεσε την ανωτέρω οικοδομική άδεια διώροφης οικοδομής του εναγομένου "γιατί εκδόθηκε κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων" και στη συνέχεια με την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...23-9-1994 απόφασή του επέβαλε στον εναγόμενο πρόστιμο ανέγερσης αυθαίρετης κατασκευής και πρόστιμο διατήρησής της.
Ήδη ο εναγόμενος έχει τακτοποιήσει την αυθαίρετη οικοδομή του σύμφωνα με το Ν 4104/2011 ...". Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι: " Τα τρία παράθυρα όμως που υπάρχουν από το χρόνο που περατώθηκε η οικοδομή, ήτοι το έτος 1982 στη βόρεια πλευρά της, εκ των οποίων τα δύο εξυπηρετούν την κοινόχρηστη σκάλα, έχουν διαστάσεις το καθένα 0,95χ 0,75 και απέχουν από το έδαφος το ένα 5,8 μ.
και το άλλο 2,99 μ. τα οποία έχουν μαρμάρινες βάσεις, πλάτους 4 εκατοστών και το τρίτο εξυπηρετεί το σαλόνι έχει διαστάσεις 1,35 χ 1,30 και 1,35 χ 255 και απέχει από το έδαφος 3,46 μ. έχουν ανοιχτεί κατά παράβαση των διατάξεων της Πολεοδομικής νομοθεσίας που προαναφέρθηκαν και ανεξάρτητα από το αν προκαλούν βλάβη στο ακίνητο των εκκαλούντων, με την έννοια της παρεμπόδισής τους να ανεγείρουν μελλοντικά οικοδομή σε επαφή με το όριο των ιδιοκτησιών ή η ιδιωτική τους ζωή υπόκειται στα αδιάκριτα βλέμματα του εναγομένου - εφεσίβλητου, πρέπει να υποχρεωθεί ο εφεσίβλητος να τα κλείσει, άλλως επιτρέπει στους ενάγοντες-εκκαλούντες να πραγματοποιήσουν τις μεταβολές αυτές, με δαπάνες του εφεσίβλητου.
Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που επικουρικά προβάλλει ο εναγόμενος συνισταμένη στο ότι τα παράθυρα υπάρχουν από το έτος 1980, ότι αυτά αποτελούν ζωτικής σημασίας κατασκευάσματα της οικοδομής του και ότι η βλάβη την οποία θα υποστεί από το κλείσιμό τους είναι ασυγκρίτως μεγαλύτερη από την επικαλούμενη από τους ενάγοντες ωφέλεια πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, διότι δεν αποδεικνύεται ότι η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει τα όρια του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίστηκε και που δεν είναι άλλος από την προστασία των ιδιοκτητών του ακινήτου - εναγόντων, στο οποίο βλέπουν τα παράθυρα του εναγομένου.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης, που ο αναιρεσείων πρόβαλε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητος και, στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη αγωγή, αναφορικά με το κλείσιμο των επίδικων παραθύρων, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως μη νόμιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα.
Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για κλείσιμο των πιο πάνω παραθύρων δεν υπερβαίνει και, μάλιστα προφανώς, τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της παραπάνω ένστασης του αναιρεσείοντος διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της πιο πάνω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ.
Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σε σχέση με την απόρριψη της από το άρθρο αυτό ένστασης του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προβάλλει με τον ίδιους πιο πάνω λόγους ο αναιρεσείων ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε και δεν συνεκτίμησε το μέγεθος της βλάβης του με βάση τα εκτιθέμενα περιστατικά, σε σχέση με την αντίστοιχη ωφέλεια των αναιρεσιβλήτων που θα προέλθει από την ικανοποίηση του απορρέοντος από τις προεκτεθείσες πολεοδομικές διατάξεις δικαιώματός τους, το οποίο έκρινε ότι είναι επικρατέστερο από εκείνο που προέβαλε ο ίδιος με την ένσταση του από το άρθρο 281ΑΚ, είναι επίσης απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι υπάρχουν δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν σε βάρος του αναιρεσείοντος από το κλείσιμο των προαναφερόμενων παραθύρων, ώστε να τις συνεκτιμήσει και να τις συγκρίνει με την ωφέλεια που θα έχουν οι αναιρεσίβλητοι από την ικανοποίηση του επίδικου δικαιώματος.
Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην αναφερόμενη στην αρχή νομική σκέψη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16/10/2016 αίτηση για αναίρεση της 95/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ