Legislator Case Law & Legislation
1723/2014 AI generated

1723/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1723/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Από το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της με αριθμό 223/29/2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που υπογράφεται από τον Αναπληρωτή Δήμαρχο του Δήμου ...ς Αττικής, προκύπτει ότι μετά την άσκηση, στις 14.2.2012, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποβίωσε στις 8.8.2012 ο αναιρεσίβλητος Δ. Δ. του Κ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις τρεις αδελφές του Γ., Β.

Legislator headnote

AI generated

1723/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης.

Keywords

AI generated
accident-related personal injury causation of shoulder injury unfit notwithstanding health condition claim for insurance benefits knee injury accident causation
AI generated
1166/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
763/2025
Supreme Court dismisses appeal on insurance subrogation, upholding lower court's burden of proof ruling.
1481/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
1786/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4055/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 959/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/2/2006 αίτησή του.
848/2011
Appeal dismissed because the court of first instance properly considered all evidence despite the appellant's claim otherwise.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1723 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1723/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Σ., εμπόρου, κατοίκου ... και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΥΛΕΙΑΣ", που εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τάσο Κεφαλέα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Δ. του Κ. συζ. Ε. Λ., κατοίκου ..., 2. Β. Δ. του Κ. συζ. Α. Κ.,, κατοίκου ... και 3. Μ. Δ., κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος και ήδη αποβιώσαντος Δ. Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατσίμπρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20 Σεπτεμβρίου 2005 και 26 Φεβρουαρίου 2006 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2038/2008 μη οριστική, 1376/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4333/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 5 Δεκεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 424/2009 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου, να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αίτησης αυτής και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από το προσκομιζόμενο φωτοαντίγραφο της με αριθμό 223/29/2012 ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που υπογράφεται από τον Αναπληρωτή Δήμαρχο του Δήμου ...ς Αττικής, προκύπτει ότι μετά την άσκηση, στις 14.2.2012, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποβίωσε στις 8.8.2012 ο αναιρεσίβλητος Δ. Δ. του Κ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις τρεις αδελφές του Γ., Β.

και Μ. Δ. του Κ. (βλ. το προσκομιζόμενο υπ' αριθ. 4465/ 24.1.2013 πιστοποιητικό της γραμματέως του Τμήματος Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. 469/18.1.2013 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του θανόντος, που εκδόθηκε από τον Προϊστάμενο του Γραφείου Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου ...ς Αττικής).

Ο θάνατος του αναιρεσιβλήτου γνωστοποιήθηκε στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατά τη δικάσιμο της 21.1.2013, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα υπ' αριθ. 16 πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να διακοπεί βίαια η δίκη [άρθρ. 286 περ.(α), 573§1 ΚΠολΔ]. Ακολούθως με την από 10.2.2013 κλήση των ως άνω μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος, αντίγραφο της οποίας επιδόθηκε στις 4.10.2013 στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο κατά το άρθρ. 143§1 ΚΠολΔ των αναιρεσειόντων (βλ.

την ταυτόχρονη υπ' αριθ. 715/Β' έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...), η δίκη επαναλήφθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο της 16.12.2013. Η ιδιότητα των Γ., Β. και Μ. Δ. ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αναιρεσιβλήτου δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες και συνεπώς αυτές, οι οποίες αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομία του δικαιοπαρόχου τους (άρθρ. 1710, 1712, 1846, 1850 ΑΚ), παραδεκτά επανέλαβαν κατά τα ανωτέρω τη βιαίως διακοπείσα ως προς αυτόν δίκη και υπεισήλθαν έκτοτε στη δικονομική θέση του (άρθρ. 287, 290 ΚΠολΔ).

2. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4333/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 17.5.2010 έφεση των αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 1376/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μετά την υπ' αριθ. 2038/2008 παρεμπίπτουσα απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δέχθηκε (η εφετειακή απόφαση) εν μέρει στην ουσία τις από 20.9.2005 και 25.2.2006 δυο αγωγές του αρχικού αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους αναιρεσείοντες να του καταβάλουν νομιμοτόκως, ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες και ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, το ποσό των 36.617,31 ευρώ στο πλαίσιο της πρώτης αγωγής και το ποσό των 6.680 ευρώ στο πλαίσιο της δεύτερης, δηλαδή ποσά μικρότερα αυτών που είχαν επιδικασθεί με την εκκαλούμενη οριστική απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

3. Κατά το άρθρ. 914 του ΑΚ, όποιος ζημίωσε άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, κατά τα οριζόμενα στα άρθρ. 297 και 298 του Κώδικα αυτού, ενώ κατά το άρθρ. 932 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, ιδίως σ' εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του, σε περίπτωση δε θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων, συνδυαζόμενες και με τις διατάξεις των άρθρ. 330 του ΑΚ και 15 του ΠΚ, συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης προς καταβολή αποζημίωσης ή (και) χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και επομένως στοιχεία της σχετικής αγωγής προκειμένου αυτή να είναι κατά το άρθρ. 216§1 του ΚΠολΔ ορισμένη είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς, οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του δράστη, η πρόκληση ζημίας ή αναλόγως ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και η αιτιώδης μεταξύ τους συνάφεια.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που προσβάλλει τα προστατευόμενα από το νόμο δικαιώματα ή συμφέροντα άλλου και μπορεί να συνίσταται σε πράξη ή παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και το γενικό πνεύμα του δικαίου υποχρέωση προστασίας και ειδικότερα όταν κάποιος δημιούργησε με προηγούμενη πράξη του κατάσταση επικινδυνότητας, χωρίς να έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποτροπή του κινδύνου (ΑΠ 906/2001, 508/2003, 647/2004, 996/2004, 174/2005, 831/2005, 118/2006, 1861/2013).

Υπαίτια είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 του ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Με την έννοια αυτή η υπαιτιότητα ως όρος της αδικοπρακτικής ευθύνης διακρίνεται από τον παράνομο χαρακτήρα της προσβολής δικαιώματος ή έννομου συμφέροντος, ενδέχεται όμως η αμέλεια στη συμπεριφορά να την καθιστά συγχρόνως και παράνομη ή αντιστρόφως η πράξη της παράνομης προσβολής να υποδηλώνει η ίδια και την ύπαρξη υπαιτιότητας με την μορφή ειδικότερα της αμέλειας, που συμβαίνει όταν η προσβολή συνίσταται στην παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας, σύμφωνα με το οποίο αξιώνεται από κάθε κοινωνό να συμπεριφέρεται όπως ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος, άσχετα αν κατά τα λοιπά η συμπεριφορά του αποτελεί ή όχι και παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου (ΑΠ 1361/2013).

Εξ άλλου αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του παθόντος, υπάρχει όταν η συμπεριφορά αυτή, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία ή ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη.

Κατά το άρθρ. 298 του ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία), λογίζεται δε ως τέτοιο το προσδοκώμενο με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Συνεπώς για να είναι ορισμένη κατά το άρθρ. 216 του ΚΠολΔ η αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει να εκτίθενται σαφώς σ' αυτή τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία του αντίστοιχου κέρδους. Δεν αρκεί δηλαδή να αναφέρονται αφηρημένα στο δικόγραφο της αγωγής οι σχετικές με τον προσδιορισμό του διαφυγόντος κέρδους εκφράσεις του νόμου, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση, μνεία των περιστατικών, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επιμέρους κονδύλια, καθώς και η ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών (ΟλΑΠ 20/1992).

Ειδικότερα για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους που συνίσταται στην απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει, αλλά και αρκεί, να εκτίθενται στο δικόγραφό της όλα εκείνα τα κρίσιμα περιστατικά, που θα πρέπει ακολούθως και να αποδειχθούν, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε με πιθανότητα από την επαγγελματική δραστηριότητά του το αιτούμενο ποσό κέρδους κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή με βάση τις ειδικές συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδίως τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα (ΑΠ 175/2010, 220/2012).

Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία (ΑΠ 280/2009, 605/2009).

Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται κατά το άρθρ. 922 του ΑΚ η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 του ΑΚ (ΑΠ 1796/2012). Αντίστοιχα και το νομικό πρόσωπο ευθύνεται κατά το άρθρ. 71 του ΑΚ για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν και υποχρεούται σε αποζημίωση του ζημιωθέντος, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη των οργάνων του έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί, πρέπει, δηλαδή, να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, αδιάφορο αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του, ενώ επιπλέον ευθύνεται εις ολόκληρο και το υπαίτιο πρόσωπο (ΑΠ 1615/1999).

Μάλιστα σε περίπτωση συλλογικής διοίκησης του νομικού προσώπου (άρθρ. 65 του ΑΚ), από τη δράση της οποίας στο πλαίσιο των άρθρ. 67 και 68 του ΑΚ ανέκυψε αδικοπρακτική ευθύνη του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης κάθε μέλους της διοίκησης για τη θεμελίωση υποχρέωσής του προς αποζημίωση του ζημιωθέντος από το αδίκημα, μπορεί όμως το κάθε μέλος να αμφισβητήσει κατ' ένσταση την προσωπική ευθύνη του, ισχυριζόμενο ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιο για τη διάπραξη του αδικήματος.

Επομένως και ο νόμιμος εκπρόσωπος ανώνυμης εταιρείας ναι μεν δεν ευθύνεται ατομικά για τα εταιρικά χρέη, ευθύνεται όμως κατά τις παραπάνω διατάξεις για τις αδικοπραξίες του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 18§§1&2, 22 του ν. 2190/1920, 65, 67, 68, 70, 211, 216 και 713 του ΑΚ, το δικαίωμα της οργανικής εκπροσώπησης της ανώνυμης εταιρείας ανήκει μεν στο διοικητικό συμβούλιό της που ενεργεί είτε συλλογικώς είτε με υποκατάστατα πρόσωπα, μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή και τρίτα πρόσωπα, στα οποία, εφόσον το καταστατικό της εταιρείας το επιτρέπει, αναθέτει, ολικά ή μερικά, την εκπροσώπηση της εταιρείας ή τη διαχείριση της περιουσίας της και τα οποία εκφράζουν πρωτογενώς τη βούληση της εταιρείας, ως όργανα της διοίκησής της, αντλώντας την εξουσία τους από το νόμο και το καταστατικό, όμως δεν εμποδίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας ή και τα υποκατάστατα αυτού όργανα να αναθέσουν με απόφασή τους, που μπορεί να συνάγεται και ερμηνευτικώς, κατά τα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, την εκτέλεση συγκεκριμένων πράξεων σε υπάλληλο της εταιρείας ή σε άλλο πρόσωπο, που ενεργεί στο όνομα ή για λογαριασμό της εταιρείας ως άμεσος αντιπρόσωπός της ή ανάλογα ως εντολοδόχος της (έμμεσος αντιπρόσωπος).

Μάλιστα τα πρόσωπα αυτά συνάγεται ότι ενεργούν ως άμεσοι αντιπρόσωποι της εταιρείας κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας ή την επιχείρηση υλικής πράξης, όταν η εξωτερίκευση της δράσης τους, που εμφανίζεται στο κοινό, παρέχει την εντύπωση, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές για το είδος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ότι με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ή των υποκατάστατων οργάνων της διοίκησής της ή έστω με την ανοχή τους ανατέθηκε στα πρόσωπα αυτά ο κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και τη δικαιοπραξία ή την υλική πράξη που ενήργησαν ή στην οποία συνέπραξαν (ΑΠ 470/2006, 1005/2007, 112/2008, 1191/2009, 1789/2013, 1324/2014).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1/2008), δεν απαιτείται όμως η απόφαση να αξιολογεί ειδικώς τα επιμέρους αποδεικτικά μέσα, προσδιορίζοντας τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό μέσο και ποιον ισχυρισμό στηρίζει (ΑΠ 1205/1990, 451/2014).

Εφόσον συνεπώς προκύπτει από την απόφαση ότι το δικαστήριο άντλησε την κρίση του από αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκομίσθηκαν με επίκληση, δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, ούτε βέβαια ελέγχεται με το λόγο αυτό η ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο το δικαστήριο κατέληξε και ως προς το οποίο η κρίση του είναι γενικώς ανέλεγκτη αναιρετικά, εκτός και αν πρόκειται για ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών της απόφασης, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Κατά την έννοια του λόγου αυτού, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρ. 561§2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αρχικός αναιρεσίβλητος), ο οποίος είναι κατασκευαστής κεραμοσκεπών, στις 22.4.2005 και περί ώρα 13.00 μετέβη με τον εργοδότη του Β.

Β. στην επί της ... αριθ. 214 αποθήκη ξυλείας με το διακριτικό τίτλο "ΚΕΝΤΡΟ ΞΥΛΕΙΑΣ", όπου έχει την έδρα της η δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας κατά τον πιο πάνω χρόνο ήταν ο πρώτος εναγόμενος (πρώτος αναιρεσείων), προκειμένου να αγοράσουν ξυλεία. Η συναλλαγή του ενάγοντος έγινε με τον πρώτο εναγόμενο και με ένα εκ των τέκνων του, όμως όταν περί ώρα 13.50 είχε ολοκληρώσει τη συναλλαγή ...

και εξερχόταν από την αποθήκη ξυλείας, βαδίζοντας στο διάδρομο που υπήρχε, χωρίς καμία δική του ενέργεια ή υπαιτιότητα, αλλά εντελώς απρόβλεπτα, έπεσε στο αριστερό του πόδι μεγάλη ποσότητα ξυλείας (σανίδες), με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" και στην ορθοπεδική κλινική αυτού, όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη συντριπτικό κάταγμα κνήμης (ΑΡ), αμφισφύριο κάταγμα (ΑΡ) ποδοκνημικής, κάταγμα δακτύλων 2ου, 3ου, 4ου και 5ου, τα οποία αντιμετωπίστηκαν με διαδοχικές χειρουργικές επεμβάσεις και τοποθέτηση λάμας.

Το ατύχημα αυτό οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, ο οποίος ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης εταιρείας είχε αναλάβει ο ίδιος και με τη βοήθεια τρίτων προσώπων τη στοιβασία της ξυλείας στην αποθήκη της τελευταίας. Δεν φρόντισε, όμως, για την ασφαλή και σταθερή τοποθέτηση και πρόσδεση των σανίδων, ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος πτώσης τους.

Επίσης δεν είχε τοποθετηθεί προστατευτικό κιγκλίδωμα, ώστε και σε περίπτωση πτώσης του επάνω μέρους της στοιβαγμένης ξυλείας να συγκρατηθούν τα ξύλα εντός του κιγκλιδώματος, ούτε υπήρχε στον ως άνω διάδρομο, που οδηγεί από την είσοδο της αποθήκης στο γραφείο του πρώτου εναγομένου, τον οποίο έπρεπε αναγκαστικά να διέλθουν οι πελάτες για την πραγματοποίηση οποιασδήποτε συναλλαγής, κάποια πινακίδα που να προειδοποιεί για τον κίνδυνο πτώσης της παραπλεύρως στοιβαγμένης ξυλείας.

Η εις ολόκληρο ευθύνη των εναγομένων ερείδεται στη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ. Αντίθετα ουδεμία υπαιτιότητα αποδείχθηκε ότι βαρύνει τον ενάγοντα, καθόσον από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψή του προκάλεσε την πτώση της ξυλείας και ειδικότερα ότι περιεργαζόμενος τις τοποθετημένες ποσότητες ξυλείας τράβηξε ορισμένα τεμάχια αυτής, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι, ισχυρισμός που δεν επιβεβαιώθηκε ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα αυτών.

Μάλιστα για τη σωματική βλάβη του ενάγοντος, ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος με την υπ' αριθ. 705/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του επιβλήθηκε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία". Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 10, αλλιώς από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι χωρίς απόδειξη, αλλιώς με ανεπαρκείς αιτιολογίες, δέχθηκε η απόφαση ότι ο πρώτος αυτών είχε αναλάβει τη στοιβασία της ξυλείας στην αποθήκη της δεύτερης.

Ωστόσο το Εφετείο με πλήρη αιτιολογία που επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο και αφού έλαβε υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, κατέληξε στο παραπάνω σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ότι δηλαδή ο πρώτος αναιρεσείων, με τη βοήθεια και τρίτων προσώπων, διενήργησε ο ίδιος, ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης αναιρεσείουσας, που σημαίνει στο πλαίσιο των καθηκόντων του, τη στοιβασία της ξυλείας, από την πτώση της οποίας τραυματίστηκε ο αρχικός αναιρεσίβλητος.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

4. Η διάταξη του άρθρ. 930§3 του ΑΚ ορίζει ότι η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται γενικότερη αρχή, σύμφωνα με την οποία η αξίωση για αποζημίωση, που έχει ο παθών εναντίον εκείνου που τον ζημίωσε, δεν πρέπει να αποκλείεται όταν η ζημία του καλύφθηκε από άλλον, αφού κατά τη βούληση του νομοθέτη δεν πρέπει να αποβαίνει προς όφελος του ζημιώσαντος το γεγονός ότι ήδη άλλος κάλυψε για οποιονδήποτε λόγο τη ζημία του παθόντος, εκτός αν διαφορετικά ορίζεται στο νόμο, όπως συμβαίνει με το άρθρ. 18 του ν. 1654/1986, κατά το οποίο η αξίωση αποζημίωσης του παθόντος μεταβιβάζεται από το νόμο στο ΙΚΑ, όταν αυτό κατέβαλε ή υποχρεούται να καταβάλει στον παθόντα κοινωνική ή ασφαλιστική παροχή προς κάλυψη της ζημίας του.

Έτσι κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ο υπαίτιος για τον τραυματισμό άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος για υπηρεσίες τρίτων προς αυτόν, που κάλυψαν ανάγκες απότοκες του τραυματισμού του, έστω και δεν κατέβαλε αμοιβή για τις υπηρεσίες αυτές, δηλαδή πρόκειται για αφιλοκερδείς υπηρεσίες, αφού ο υπαίτιος του τραυματισμού δεν επιτρέπεται και πάλι να ωφεληθεί και να μην καταβάλει τελικώς στον παθόντα ως αποζημίωση το ποσό στο οποίο αποτιμώνται οι υπηρεσίες τρίτων, που του παρασχέθηκαν μεν δωρεάν, δεν θα είχε όμως αναγκασθεί να τις χρησιμοποιήσει, αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπρακτική συμπεριφορά του ζημιώσαντος (ΑΠ 371/2001, 34/2003, 833/2005, 132/2010).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Για την αποκατάσταση της υγείας του ο ενάγων νοσηλεύτηκε στην ορθοπεδική κλινική του Νοσοκομείου Νίκαιας "ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ" αρχικά για το χρονικό διάστημα από 22.4.2005 έως 3.5.2005 και σχετικά υπέστη τις ακόλουθες θετικές ζημίες: 1) ποσό 2.312,86 ευρώ, που κατέβαλε για νοσηλεία και δαπάνες για δύο χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ..., 2) ποσό 325 ευρώ, που κατέβαλε στην εταιρεία "Μ.

Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε." για τη μεταφορά του με ασθενοφόρο από την οικία του, στην ..., στο ως άνω νοσοκομείο ..., 3) ποσό 158,79 ευρώ, που κατέβαλε για ημερήσια και νυκτερινή απασχόληση αποκλειστικής νοσοκόμας στις 22 και 23.4.2005 κατά το χρόνο νοσηλείας του στο νοσοκομείο, 4) ποσό 120,66 ευρώ, που κατέβαλε για αγορά φαρμάκων από το φαρμακείο της Α.

Π. στην ... και 5) ποσό 100 ευρώ, που κατέβαλε για τις αναγκαίες μετακινήσεις του από και προς το νοσοκομείο και στους θεράποντες ιατρούς του και συνολικά δαπάνησε για τις ως άνω αιτίες το ποσό των 3.017,31 ευρώ. Εξ άλλου λόγω του τραυματισμού του ο ενάγων αναγκάστηκε να παpαμείvει κλινήρης κατά το χρονικό διάστημα από 22.4.2005 έως 22.12.2005 (240 ημέρες), κατά το οποίο δεν μπορούσε να επιμεληθεί του εαυτού του και τις αναγκαίες υπηρεσίες προς αυτόν παρείχε για όλο το εικοσιτετράωρο η αδελφή του Β.

Δ.. Για το λόγο αυτό πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 9.600 ευρώ (240 ημέρες Χ 40 ευρώ ημερησίως), το οποίο αυτός θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο που θα προσλάμβανε για τον ανωτέρω σκοπό. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων ήταν υγιής πριν από τον τραυματισμό του, ηλικίας 45 ετών και εργαζόταν ως εξειδικευμένος τεχνίτης, κατασκευάζοντας πέργκολες, τζάκια και κεραμοσκεπές επί 12 έως 13 ημέρες το μήνα, από δε την εργασία του αυτή αποκόμιζε ημερησίως το ποσό των 140 ευρώ.

Εξαιτίας του τραυματισμού του από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας, παρέμεινε εκτός εργασίας λόγω ανικανότητας κατά το ως άνω χρονικό διάστημα των οκτώ μηνών, ήτοι από 22.4.2005 έως 22.12.2005...

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, θα εργαζόταν επί 100 ημέρες συνολικά και θα αποκέρδαινε από την εργασία του το ποσό των 14.000 ευρώ (100 ημέρες Χ 140 ευρώ ημερησίως). Εκτός τούτων, από την ένδικη αδικοπραξία ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη του βαθμού του πταίσματος του πρώτου εναγομένου, του μεγέθους της ζημίας που υπέστη ο ενάγων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών και των εν γένει συνθηκών τελέσεως του αδικήματος, πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται ως εύλογο.

Επομένως η συνολική (περιουσιακή και μη) ζημία που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας του κατά τα ανωτέρω τραυματισμού του ανέρχεται στο ποσό των 36.617,31 ευρώ (3.017,31 + 9600 + 14.000 + 10.000), το οποίο οι εναγόμενοι υποχρεούνται εις ολόκληρο να του καταβάλουν, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της από 20.9.2005 πρώτης αγωγής του. Σημειώνεται ότι από την προσαγόμενη με επιμέλεια του ενάγοντος με αριθμό πρωτοκόλλου 26208/23.10.2008 βεβαίωση του Τμήματος Παροχών του Υποκαταστήματος ΙΚΑ Αγίων Αναργύρων, ο ενάγων ουδεμία παροχή έλαβε από το ΙΚΑ για τον τραυματισμό που υπέστη από το ως άνω ατύχημα.

Επίσης το αυτό βεβαιώνει η ίδια υπηρεσία με την παραδεκτά προσκομιζόμενη ... στην κατ' έφεση δίκη νεώτερη με αριθμό πρωτοκόλλου 168/17.6.2010 βεβαίωσή της, προσθέτοντας ότι ο ασφαλισμένος ενάγων "κατά το έτος 2005 δεν είχε ασφαλιστική ικανότητα, αφού δεν είχε πραγματοποιήσει τον απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας (50) το έτος 2004 για να δικαιούται παροχή σε είδος και παροχή σε χρήμα ..., σύμφωνα με τις διατάξεις του α.ν. 1846/1951", γεγονός που ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο και για τον καθορισμό του ύψους της αποθετικής του ζημίας ...

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι λόγω της σοβαρότητας του τραυματισμού του ο ενάγων στις 9.2.2006 εισήχθη ξανά στο ίδιο νοσοκομείο και στο ορθοπεδικό τμήμα αυτού και υπεβλήθη σε νέα χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης υλικών, ενώ του συνεστήθη αποχή από την εργασία του για χρονικό διάστημα τριών μηνών και αποφυγή φόρτωσης για ενάμιση ακόμη μήνα, δηλαδή η ανικανότητά του προς εργασία λόγω της δεύτερης αυτής επέμβασης διήρκεσε από 9.2.2006 έως 9.5.2006 ...

Εξαιτίας της νέας αυτής επέμβασης παρέμεινε κλινήρης για το διάστημα από 9.2.2006 έως 7.3.2006 (27 ημέρες) και αναγκάστηκε να δεχθεί επί όλο το 24ωρο τις υπηρεσίες της αδελφής του Β. Δ.. Για το λόγο αυτό πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα ως αποζημίωση το ποσό των 1.080 ευρώ (27 ημέρες Χ 40 ευρώ ημερησίως), το οποίο ο ενάγων θα ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει σε τρίτο πρόσωπο που θα προσλάμβανε για τον ανωτέρω σκοπό, κατά τα προαναφερθέντα.

Εξ άλλου κατά το χρονικό διάστημα που ο ενάγων παρέμεινε ανίκανος προς εργασία λόγω της δεύτερης ως άνω επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε (9.2.2006 έως 9.5.2006), θα εργαζόταν κανονικά, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρα, 40 ημέρες συνολικά και θα αποκέρδαινε από την εργασία του το ποσό των 5.600 ευρώ (40 ημέρες Χ 140 ευρώ ημερησίως).

Επομένως η συνολική ζημία που υπέστη ο ενάγων εξαιτίας της δεύτερης επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε ανέρχεται στο ποσό των 6.680 ευρώ (1.080 + 5.600), το οποίο, κατά τα προαναφερθέντα, υποχρεούνται οι εναγόμενοι εις ολόκληρο να του καταβάλουν, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της από 25.2.2006 δεύτερης αγωγής του". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων και εξαφάνισε την πρωτόδικη οριστική απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά ως προς το ύψος της οφειλόμενης στον ενάγοντα και μετέπειτα αναιρεσίβλητο αποζημίωσης, επιδίκασε σ' αυτόν νομιμοτόκως τα ως άνω ποσά των 36.617,31 και 6.680 ευρώ, κατ' αντίστοιχη μερική παραδοχή των ένδικων αγωγών του.

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιώνται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια και πάλι από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι το Εφετείο επιδίκασε στον ενάγοντα ως αποζημίωση για τις παρασχεθείσες σ' αυτόν υπηρεσίες της αδελφής του Β. (Β.) Δ., κατά τα διαστήματα που ήταν αυτός κλινήρης λόγω του τραυματισμού του και δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί, τα ποσά αντίστοιχα των 9.600 και 1.080 ευρώ, στα οποία αποτίμησε τις υπηρεσίες της, χωρίς ωστόσο να έχει αποδειχθεί ότι κατέβαλε πράγματι τα ποσά αυτά στην ως άνω αδελφή του.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο υπαίτιος για τον τραυματισμό άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση του παθόντος για υπηρεσίες τρίτων προς αυτόν, που κάλυψαν ανάγκες απότοκες του τραυματισμού του, έστω και δεν κατέβαλε αμοιβή για τις υπηρεσίες αυτές.

Εξ άλλου με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι χωρίς στην πραγματικότητα απόδειξη, αλλιώς με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν πριν από τον τραυματισμό του 12 έως 13 ημέρες κάθε μήνα, κατασκευάζοντας, ως εξειδικευμένος τεχνίτης, πέργκολες, τζάκια και κεραμοσκεπές και ότι από την εργασία του αυτή κέρδιζε 140 ευρώ ημερησίως, παρόλο που κατά τη βεβαίωση του Ι.Κ.Α.

δεν είχε το έτος 2004 πραγματοποιήσει τον ελάχιστο αριθμό των 50 ημερομισθίων, ώστε να διαθέτει ασφαλιστική ικανότητα κατά το έτος 2005, κατά το οποίο, ωστόσο, το Εφετείο δέχθηκε στη συνέχεια της ως άνω παραδοχής του ότι ο ενάγων, αν δεν είχε τραυματισθεί και δεν είχε καταστεί ανίκανος προς εργασία κατά τα διαστήματα ειδικότερα από 22.4.2005 έως 22.12.2005 και από 9.2.2006 έως 9.5.2006, θα εργαζόταν κατά τα διαστήματα αυτά 100 συνολικά ημέρες κατά το πρώτο διάστημα και 40 συνολικά ημέρες κατά το δεύτερο, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατασκευάζοντας, όπως και προηγουμένως, πέργκολες, τζάκια και κεραμοσκεπές, με απολαβές 140 ευρώ ημερησίως.

Αντίθετα, όμως, με όσα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον παραπάνω λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς, κατ' εκτίμηση, 10 και 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, το Εφετείο με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του, αφού προς το σκοπό αυτό εκτίμησε και αξιολόγησε συνδυαστικά όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά μέσα, το γεγονός δε ότι ο ενάγων κατά το προηγούμενο του τραυματισμού του έτος 2004 δεν εμφάνιζε δηλωμένη στο Ι.Κ.Α.

απασχόληση τουλάχιστον 50 ημερών εργασίας δεν σημαίνει ότι δεν είχε πράγματι εργασθεί κατά το έτος αυτό 12 έως 13 ημέρες κατά μήνα ή ότι δεν θα μπορούσε να εργασθεί τόσες κατά μέσο όρο ημέρες κατά το επόμενο έτος 2005, αν δεν είχε τραυματισθεί, όπως αναιρετικά ανέλεγκτα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ρητά άλλωστε αναφέρει στο σκεπτικό της ότι για τον καθορισμό του ύψους της αποθετικής ζημίας του ενάγοντος έλαβε υπόψη της και αξιολόγησε την έλλειψη ασφαλιστικής ικανότητάς του κατά το έτος 2004, ενώ δεν είναι αναγκαίο, κατά τα λοιπά, να αναφέρονται στην απόφαση συγκεκριμένοι εργοδότες που θα απασχολούσαν τον ενάγοντα ή να προσδιορίζονται τα ειδικότερα έργα που αυτός θα εκτελούσε, αν δεν είχε τραυματισθεί.

Συνεπώς ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα να πληγεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη κατά το άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ κρίση του Εφετείου ως προς την ουσία της υπόθεσης.

5. Από τη διάταξη του άρθρ. 450§2 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κάθε διάδικος ή τρίτος έχει υποχρέωση να επιδείξει τα έγγραφα που κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν ως απόδειξη, εκτός αν συντρέχει σπουδαίος λόγος που δικαιολογεί τη μη επίδειξή τους, όπως ιδίως στις περιπτώσεις που επιτρέπεται η άρνηση της μαρτυρίας, συνάγεται, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 902 του ΑΚ, ότι η επίδειξη εγγράφων έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αιτούντος την επίδειξη, που δικαιολογείται όταν το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού των διαδίκων, μπορεί δε η επίδειξη να ζητηθεί κατά το άρθρ. 451§1 του ΚΠολΔ και με τις προτάσεις (όχι όμως και με την προσθήκη στις προτάσεις μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο) και μάλιστα μπορεί να ζητηθεί για πρώτη φορά και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον υπόχρεος είναι διάδικος (ΑΠ 575/2004, 1045/2004, 681/2007, 546/2010, 658/2010, 1787/2013, 179/2014).

Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στο παραδεκτά υποβαλλόμενο αίτημα επίδειξης εγγράφων ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, εφόσον το σχετικό αίτημα είναι ορισμένο και σύννομο, που σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από αυτόν από τον οποίο ζητήθηκε η επίδειξη, να προσδιορίζεται ειδικώς το έγγραφο και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει, κατά την ανωτέρω έννοια, το συμφέρον του αιτούντος.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 9(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι αγνόησε και δεν απάντησε στο αίτημα που υπέβαλαν οι αναιρεσείοντες πρωτόδικα και επανέφεραν με τις κατ' έφεση προτάσεις τους, ζητώντας να υποχρεωθεί ο ενάγων να επιδείξει το βιβλιάριο που κατέχει ως ασφαλισμένος στο Ι.Κ.Α., καθώς και το εκκαθαριστικό έγγραφο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., στην οποία αυτός υποβάλλει την ετήσια δήλωση των εισοδημάτων του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτόδικων και των κατ' έφεση προτάσεων των αναιρεσειόντων προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν την επίδειξη των φορολογικών δηλώσεων του ενάγοντος και των αντίστοιχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., χωρίς να προσδιορίζουν συγκεκριμένα οικονομικά έτη που αφορούν οι δηλώσεις αυτές και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα, αλλά αόριστα αναφέρθηκαν σε τέτοια έγγραφα των χρονικών διαστημάτων πριν από τον τραυματισμό του ενάγοντος, ενώ το αίτημα επίδειξης του βιβλιαρίου ασφάλισης του ενάγοντος στο Ι.Κ.Α.

υποβλήθηκε για πρώτη φορά με την από 10.5.2011 προσθήκη στις κατ' έφεση προτάσεις των αναιρεσειόντων, δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο. Επομένως είναι χωρίς νομική σημασία η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει στο σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων και δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9(γ) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για αίτημα αόριστο μεν ως προς την επίδειξη των φορολογικών δηλώσεων του ενάγοντος και των αντίστοιχων εκκαθαριστικών σημειωμάτων της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., αλυσιτελές δε ως προς την επίδειξη του βιβλιαρίου του ασφάλισης του στο Ι.Κ.Α., αν ληφθεί υπόψη ότι όχι μόνο εκπρόθεσμα ζητήθηκε η επίδειξη του βιβλιαρίου αυτού, αλλά ήταν και περιττή, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε και έγινε δεκτή με την προσβαλλόμενη απόφαση η ιδιότητα του ενάγοντος ως ασφαλισμένου στο Ι.Κ.Α.

Πρέπει έτσι ως αβάσιμος να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, η οποία συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.2.2012 αίτηση του Ι. Σ. και της εταιρείας με την επωνυμία "Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΞΥΛΕΙΑΣ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 4333/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 24η Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Αυγούστου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ