Legislator Case Law & Legislation
1723/2010 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on equality claim regarding public sector salary supplements. State appeal rejected due to lower court's correct application of law.

Case Number 1723/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court ruling that partially awarded salary supplements to former public employees. The plaintiffs argued that the State failed to grant them a specific monthly allowance available to other public sector workers, claiming a violation of the constitutional principle of equality. The Court found the lower court's decision lawful, noting that the State had not breached substantive law and that the plaintiffs' claims for certain years had expired, thus rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4 § 1 of the Constitution; Article 14 § 2 of Law 3016/2002: The State is not required to grant specific salary supplements to all public employees if the lower court correctly applies the law and finds no violation of the equality principle.

Keywords

AI generated
constitutional equality principle public sector salary supplements state liability for discrimination statute of limitations administrative appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 4 § 1 of the Constitution
Article 14 § 2 of Law 3016/2002
Article 1 of Law 2738/1999
Article 2 of Law 2738/1999
Article 13 of Law 2738/1999
Article 12 § 2 of Law 229898/1995
Article 42 of Law 2721/1999
Article 560 § 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 11/2008
OLAP 31/2007
OLAP 3/2006
OLAP 38/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1723 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1723 / 2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., κατοίκων (1ου - 4ου) ..., 5) ..., κατοίκου Ν..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ..., 11) ..., 12) ..., 13) ..., 14) ... και 15) ..., κατοίκων (6ου - 15ης) ... . Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Μαυραγάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5230/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 24162/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-10-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 5-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Για το παραδεκτό της κρινόμενης από 6-10-2008 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου, ασκηθείσης την 13-10-2008, τηρήθηκε η προβλεπομένη από την διάταξη του άρθ. 12§2 ν. 229898/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 42 ν. 2721/1999, προδικασία της προηγουμένης γνωμοδότησης του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (καταργηθείσα ήδη από 7-8-2009 με το άρθ. 13 §9 ν. 3790/2009, για τις ασκούμενες εφεξής από το Ελλ. Δημόσιο αναιρέσεις),αφού προσκομίζεται η εμπροθέσμως εκδοθείσα και αρμοδίως κατατεθείσα 1388/2008 θετική γνωμοδότηση αυτού.

II. Κατά την διάταξη του άρθ. 4§1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 11/2008, 31/2007, 3/2006 και 38/2005), μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (ΟλΑΠ 3/2009).

Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, τα παραπάνω δε ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό.

Στην περίπτωση που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που καθιερώνεται από τα άρθ. 1, 26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ή να αντίκειται στο άρθ. 80§ 1 αυτού.

Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.

Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ : (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "§1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.

§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.

§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους ...

§6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλ.

της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις".

Ειδικότερα, εκδόθηκαν πενήντα πέντε (55) συνολικά ΚΥΑ, μεταξύ δε αυτών και η 2/40326/0022/2002 (ΦΕΚ Β' 1242), με την οποία η ειδική αυτή παροχή χορηγήθηκε και σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού, στους υπαλλήλους της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, της Κρατικής Ορχήστρας Θεσσαλονίκης, της Εθνικής Πινακοθήκης Μουσείου Αχ.

Σούτσου, του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης και του Προπαρασκευαστικού Επαγγελματικού Σχολείου Καλών Τεχνών Πανόρμου Τήνου, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, καθώς και σε όλους τους αποσπασμένους ή τοποθετημένους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ ή λοιπά ΝΠΔΔ. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των ανωτέρω Υπουργείων, Οργανισμών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 και του επακολουθήσαντος ν. 3205/2003, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.

Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο: Επικαλούνται τις διατάξεις των άρθ. 14 ν. 3016/2002 και 1 ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 € από 1-1-2002 και σε 176 € από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κλπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων, και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγηση της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' άρθ. 1 § 13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία.

Ενώ δηλ. η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στην συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές.

Έτσι με την χορήγηση της παροχής αυτής, και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες, η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.' Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το άρθ. 28§4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (άρθ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω άρθ. 14 ν. 3016/2002 και.

όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του για την χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε, όμως, με το άρθ. 24§2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθ. 12 ν. 3205/2003, ενώ και με το άρθ. 2§3 ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά.

Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού.

Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από την 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης, η παροχή δηλ.

αυτή, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, αποδεσμεύθηκε πλήρως από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας και έχει ως μόνη προϋπόθεση για την επέκταση της με βάση την αρχή της ισότητας οι αξιούντες αυτήν υπάλληλοι του Δημοσίου, ΟΤΑ ή λοιπών ΝΠΔΔ ν' αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 24162/2008 απόφαση του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία αυτοί επικαλούμενοι ότι (α) προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εργάσθηκαν ως εργατοτεχνίτες στο Υπουργείο Πολιτισμού (9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ...

κλπ.) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 30-10-2005 και με τις αναφερόμενες εκεί ειδικότητες, αμειβόμενοι με τις αποδοχές που προβλέπονται από το ν. 1505/1984 αρχικά και στην συνέχεια τους ν. 2470/1997 και 3205/2003 (β) η ειδική μηνιαία παροχή του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002 χορηγήθηκε σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ που υπάγονται στο ως άνω μισθολογικό καθεστώς, όχι όμως και σ' αυτούς (γ) η κατ' εξαίρεση μη χορήγηση της μισθολογικής αυτής παροχής στους ενάγοντες παρά την συνδρομή των προϋποθέσεων χορήγησης της συνιστά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ζήτησαν, προς αποκατάσταση της αρχής αυτής, να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σ' αυτούς για την αιτία αυτή τα καθοριζόμενα αναλυτικά στην αγωγή ποσά, ήταν νόμιμη ως προς την διωκόμενη επιδίκαση της ειδικής αυτής παροχής μέχρι του ποσού των 176€ μηνιαίως, στην συνέχεια δέχθηκε ότι οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελλ.

Δημόσιο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ως ωρομίσθιοι για εργασθούν στο Υπουργείο Πολιτισμού στην 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων ... με τις αναφερόμενες εκεί ειδικότητες, με τις οποίες παρείχαν τις υπηρεσίες τους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα με πλήρες ωράριο 8 ωρών ημερησίως, σε κανέναν, όμως, απ' αυτούς δεν καταβλήθηκε η ως άνω μηνιαία παροχή των 176 € του άρθ. 14 ν. 3016/2002 και ότι οι αξιώσεις των εναγόντων για τα έτη 2002 και 2003 είχαν παραγραφεί, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση , δέχθηκε την αγωγή εν μέρει και κατ' ουσίαν και επεδίκασε στους αναιρεσίβλητους ενάγοντες για την αιτία αυτή τ' αναφερόμενα στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ποσά για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως και 31-12-2005.

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ουδόλως παραβίασεν ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις και δη του άρθ. 14 ν. 3016/2002, καθώς και με την μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθ. 1. 2 και 13 ν. 2738/1999. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση κατά τον μοναδικό περί του αντιθέτου λόγο της από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-10-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 24162/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ