Legislator Case Law & Legislation
1723/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against first instance court's interpretation of will regarding property boundaries.

Case Number 1723/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding property ownership boundaries. The appellants argued that the First Instance Court erred by interpreting the testator's will using external evidence like a 1990 survey map, rather than relying solely on the will's text. The Court agreed, ruling that the First Instance Court violated interpretative rules by introducing extrinsic evidence to clarify the will's ambiguous boundary declaration.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 1781 of the Civil Code; The court must interpret a will based strictly on its text and cannot use extrinsic evidence to clarify ambiguous boundary declarations.

Keywords

AI generated
testamentary interpretation property boundaries extrinsic evidence will ambiguity civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 560 number 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 and 1781 et seq. of the Civil Code
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 31991
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1723 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1723/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ομοίως, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Ηλιοπούλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Θεοτοκάτο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ληξουρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-10-2006 αίτησή τoυς.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 24-1-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως για τους δεύτερο και τρίτο λόγους αναιρέσεως και να απορριφθεί για τον πρώτο.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο ... αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστάμενο σε παραδοχή της υλικής αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας του ίδιου και όχι όταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (Ολ ΑΠ 31991). Ο πρώτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 3 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, εσφαλμένα, έστω και σιωπηρά, έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα για εκδίκαση της αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, ούτε αυτό -Πολυμελές Πρωτοδικείο- για εκδίκαση της έφεσης κατά της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο σε πρώτο βαθμό, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του Α.Κ., προκύπτει ότι στην ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, κατά την έννοια της οποίας η βούληση αυτή θα προσδιοριζόταν κατά τις αντιλήψεις τρίτων, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, την προβλεπόμενη από το άρθρο 200 του ίδιου Κώδικα, το οποίο όμως δεν έχει εφαρμογή στην ερμηνεία διαθηκών.

Εξάλλου, έδαφος για τέτοια ερμηνεία, που θα αποβλέπει στην αναζήτηση βούλησης διαφορετικής από εκείνη, η οποία εκφράστηκε με τις λέξεις που χρησιμοποίησε ο διαθέτης, δεν παρέχεται, όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η διατύπωση που έγινε με τις παραπάνω λέξεις είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει με πληρότητα αυτό που ο διαθέτης θέλησε.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ύπαρξης ή όχι ανάγκης προσφυγής στις αμέσως πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις, καθώς και περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τότε μόνο συγχωρείται η προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία εκτός διαθήκης, όταν το πιο πάνω δικαστήριο κρίνει, ότι η δήλωση της τελευταίας βούλησης εμφανίζει ασαφή και αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται για την αποσαφήνιση τους ερμηνεία προς το σκοπό της εξεύρεσης της αληθινής βούλησης του διαθέτη.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς δεύτερο και τρίτο, αντίστοιχα, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται, κατ' ορθή εκτίμησή τους, η από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παραβίασε ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, αφού, μολονότι δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, ότι η δημόσια διαθήκη του θανόντα ΑΑ, πατέρα της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και παππού των δύο πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων παρουσίαζε ασάφεια ως προς την αληθινή βούληση του διαθέτη όσον αφορά την οριοθετική γραμμή μεταξύ των επί μέρους δύο τμημάτων που κατέλιπε στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη και στη θυγατέρα του ΒΒ, μητέρα της δεύτερης και πεθερά, αντίστοιχα, του πρώτου από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες, εν τούτοις προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου της εν λόγω διαθήκης της ως προς την ανεύρεση της αληθινής στη συγκεκριμένη περίπτωση, βούλησης του διαθέτη, στηρίζοντας την κρίση του, μεταξύ άλλων και στο από Αυγούστου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., καθώς και στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ... .

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τα ακόλουθα : "Το επίδικο είναι εδαφική έκταση επιφανείας 120 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στον οικισμό ... του Δήμου ... και απεικονίζεται περιμετρικά με τα στοιχεία Μ-Ν-Ξ-Τ-Υ-Φ-Χ-Μ στο από μηνός Νοεμβρίου 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου - μηχανικού ..., συνορεύει δε κατά την απεικόνιση του βόρεια στην πλευρά με στοιχεία Χ-Μ με ακίνητο ιδιοκτησίας ...

και στην πλευρά Τ-Φ με υπόλοιπο ακίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης εφεσίβλητης (ενάγουσας), ανατολικά στην πλευρά με στοιχεία Μ-Ν με ακίνητο ιδιοκτησίας των εκκαλούντων, νότια στην πλευρά Ν-Ξ με ακίνητο ιδιοκτησίας των εκκαλούντων και δυτικά στην πλευρά με στοιχεία Ξ-Τ με υπόλοιπο ακίνητο ιδιοκτησίας της πρώτης εφεσίβλητης.

Το προπεριγραφόμενο ακίνητο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μείζονος έκτασης 1.185,83 τ.μ. περίπου, όπως εμφαίνεται στο από μηνός Αυγούστου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., την οποία είχε αποκτήσει κατά αποκλειστική κυριότητα ο δικαιοπάροχος των διαδίκων ΑΑ δυνάμει του με αριθμό ... συμβολαίου σύστασης ισοβίου προσόδου του τότε Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Ανδρέα Τραυλού - Τζαννετάτου, νόμιμα μεταγεγραμμένου στον τόμο ...

με αύξ. αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ληξουρίου. Ο ανωτέρω προκτήτορας του ακινήτου, που απεβίωσε την 22-8-1979 στα ..., κατέλειπε την με αριθμό ... δημόσια διαθήκη του συνταχθείσα ενώπιον του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ληξουρίου Λουκά Σπυρίδωνος Ασπρογέρακα, η οποία δημοσιεύτηκε από το Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συντάχθηκε προς τούτο το με αριθμό 15/3-3-1981 πρακτικό δημόσιας συνεδρίασης αυτού και με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του σε ολόκληρη την ακίνητη περιουσία του τις πέντε θυγατέρες του, ήτοι τις ..., ..., ΒΒ, Ψ και ..., καθώς και στην επικαρπία της περιουσίας αυτής την σύζυγό του ... .

Ειδικότερα, όσον αφορά την τύχη του κείμενου στον οικισμό ... ενιαίου ακινήτου, ο άνω διαθέτης όρισε "... και αφήνω εις τις θυγατέρες μου ... και ... από κοινού το σπίτι μου στα ... που έφτιασα με τις αρωγές ... Εις την θυγατέρα μου ΒΒ αφήνω το ήμισυ του οικοπέδου προς νότον μαζί με το προσεισμικό σπίτι, το άλλο δε ήμισυ προς νότον του οικοπέδου αφήνω στην θυγατέρα μου Ψ ...

Εις την σύζυγόν μου αφήνω την επικαρπίαν ολόκληρης της περιουσίας που άφησα στις θυγατέρες μου, εφ' όρου ζωής αυτής, και μετά τον θάνατόν της να την παραλάβουν οι θυγατέρες μου ... Ακόμη διορίζω ότι τα οικόπεδα μου στο χωριό να έχουν κοινή είσοδο ...". Από τη διατύπωση της εν λόγω διαθήκης καθίσταται σαφές ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη ήταν να εγκαταστήσει κληρονόμους του στην υφιστάμενη εντός του ενιαίου ακινήτου ισόγεια κατοικία αρωγής επιφανείας 67 τ.μ.

από κοινού τις δύο θυγατέρες του, ήτοι την ήδη αποβιώσασα μητέρα και δικαιοπάροχο του δεύτερου εφεσίβλητου, ..., και την ... (τρίτη εφεσίβλητη), ενώ στο υπόλοιπο οικόπεδο κατ' ισομοιρία τις δύο κόρες του, ήτοι την Ψ (πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα) και την ΒΒ, άμεσο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, με τη διαφορά ότι στο τμήμα που θα ελάμβανε η τελευταία να περιέχεται και η υπάρχουσα εντός του οικοπέδου προσεισμική οικία.

Από το κείμενο της επίμαχης διαθήκης δεν συνάγεται ότι επιθυμία του διαθέτη πατέρα ήταν να περιέλθουν στην θυγατέρα του ΒΒ και τα υπάρχοντα προσεισμικά κτίσματα τα οποία ήταν ήδη σε ερειπωμένη κατάσταση κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης χωρίς καμία οικονομική χρησιμότητα και δεν αποτελούσαν λειτουργική ενότητα ή ενιαίο συγκρότημα με το προσεισμικό σπίτι, αφού βρίσκονται όπισθεν αυτού και ανάμεσα τους μεσολαβεί ακάλυπτος χώρος πλάτους τριών - τεσσάρων μέτρων περίπου, όπως παραδέχεται και η ενόρκως εξετασθείσα ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρας ανταπόδειξης ... (βλ.

τα υπ' αριθμ. 20/14-5-2004 πρακτικά συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Ληξουρίου). Εξάλλου, η εν λόγω προσεισμική οικία επισκευάστηκε μετά τους σεισμούς που έπληξαν το νησί της Κεφαλονιάς το έτος 1953 και εξακολουθεί να είναι κατοικήσιμη μέχρι σήμερα σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κτίσματα που παραμένουν εγκαταλελειμμένα, ενώ αν ο διαθέτης πατέρας επιθυμούσε να περιέλθουν στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, ΒΒ, θα το ανέγραφε ρητά στην άνω μνημονευόμενη διαθήκη του, όπως έπραξε για τις υφιστάμενες κατοικίες, κατά συνέπεια τυγχάνει αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός των τελευταίων.

Επειδή με την επίδικη διαθήκη δεν καθορίστηκε με ακρίβεια η οροθετική γραμμή μεταξύ των επιμέρους ιδιοκτησιών, που δημιουργήθηκαν με αυτήν εκ μέρους του διαθέτη πατέρα, με υπόδειξη της ενάγουσας και ήδη πρώτης εφεσίβλητης, ο πολιτικός μηχανικός ... συνέταξε το από μηνός Αυγούστου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο από λόγους επιείκειας προς τις αδερφές ...

και ... στις οποίες κατελήφθη μόνο η ισόγεια οικία αρωγής, εμφαίνεται ως ιδιοκτησία τους έκταση συνολικής επιφανείας 158,98 τ.μ. οριζόμενη περιμετρικά με τα στοιχεία Η'-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α'-Β'-Γ'-Ζ'-Η'. Παράλληλα, με το ίδιο σχεδιάγραμμα καθορίστηκε ως κοινή είσοδος των ιδιοκτησιών των λοιπών δύο αδερφών τμήμα του οικοπέδου εμβαδού 25,15 τ.μ.

οριζόμενο με τα στοιχεία Ε'-Ζ'-Γ-Δ', γεγονός που ανταποκρίνεται στην εκφρασθείσα με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο βούληση του διαθέτη, ενώ το υπόλοιπο οικόπεδο από 1002,30 τ.μ. διαιρέθηκε σε δύο ισάξια τμήματα, εκ των οποίων το μεν δυτικό τμήμα επιφανείας 501,15 τ.μ. οριζόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α ανήκει στην ενάγουσα και νυν πρώτη εφεσίβλητη, το δε ανατολικό τμήμα επιφανείας 501,15 τ.μ.

περιλαμβάνον ολόκληρη την προσεισμική οικία και οριζόμενο με τα στοιχεία Κ-Α-Β-Γ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Ύ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α'-Β'-Γ'-Δ'-Ε'-Κ ανήκει στην ΒΒ (δικαιοπάροχο των εκκαλούντων). Το γεγονός ότι ο άνω τρόπος διαχωρισμού των επιμέρους ιδιοκτησιών, που απεικονίζεται στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση του διαθέτη ΑΑ, συνάγεται και από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Ειρηνοδικείου Ληξουρίου μάρτυρα απόδειξης ..., ο οποίος επιβεβαίωσε ότι σε συζητήσεις που έλαβαν χώρα σε ανύποπτο χρόνο με το διαθέτη, εκείνος επιθυμούσε να χωριστεί το ανήκον στον ίδιο οικόπεδο σε δύο ίσα μέρη από βορρά προς νότο, αφού αφαιρεθεί η υπάρχουσα οικία αρωγής.

Ταυτόχρονα με την σύνταξη του άνω τοπογραφικού, η πρώτη εφεσίβλητη οριοθέτησε τις δύο επιμέρους ιδιοκτησίες, που προέκυψαν μετά το διαχωρισμό, με την τοποθέτηση από βορρά προς νότο γαλβάνιζε πασσάλων, οι οποίοι υφίστανται μέχρι σήμερα όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, την ύπαρξη δε των οποίων αναγνωρίζει και η δικαιοπάροχος των εκκαλούντων ΒΒ με την από 12-10-1990 αίτησή της ασφαλιστικών μέτρων νομής απευθυνόμενη εναντίον της αδερφής της (πρώτης εφεσίβλητης), στην οποία αναφέρει ότι η τελευταία "...

εντός του πρώτου δεκαημέρου του μηνός Αυγούστου τρέχοντος έτους διεχώρησεν αυθαιρέτως ...". Εν συνεχεία, με βάση την με αριθμό ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της πρώην Συμβολαιογράφου Ληξουρίου Αγλαίας Λουκάτου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ληξουρίου στον τόμο ...

με αύξ. αριθμό ..., αποδέχθηκε ρητά την κληρονομία του πατέρα της ΑΑ στο προπεριγραφέν οικόπεδο, όπως αποτυπώνεται στο από μηνός Αυγούστου 1990 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ..., καθώς και την κληρονομία της μητέρας της ..., η οποία είχε αποβιώσει την 1-9-1983, οπότε η καταληφθείσα σε αυτήν επικαρπία συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα στο άνω ακίνητο.

Αποδείχθηκε επίσης ότι από έτος 1979 που απεβίωσε ο δικαιοπάροχος πατέρας της, η ενάγουσα και ήδη πρώτη εφεσίβλητη νέμεται με διάνοια κυρίας και καλή πίστη την επίδικη εδαφική λωρίδα που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του επιφανείας 501,75 τ.μ. οικοπέδου της και διενεργεί επ' αυτού τις υλικές πράξεις που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό του, συνάγονται δε με ευχέρεια και από την κατατεθείσα από 12-10-1990 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του ιδίου Ειρηνοδικείου.

Ειδικότερα, καθαρίζει το επίδικο από την άγρια βλάστηση που φύεται εντός αυτού, φροντίζει και συλλέγει τον καρπό από τα υπάρχοντα ελαιόδεντρα, ασπρίζει και περιποιείται το υπάρχον εντός αυτού πηγάδι στο οποίο τοποθέτησε καπάκι-σκέπαστρο, το οποίο την επομένη της εκδίκασης της υπόθεσης από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (15-5-2004) κατέστρεψε η μάρτυρας ανταπόδειξης ..., πράξη την οποία η ενάγουσα κατήγγειλε αυθημερόν στο Αστυνομικό Τμήμα Ληξουρίου (βλ.

το προσαγόμενο από 15-5-2004 δελτίο αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. ...), ενώ από το φρέαρ αυτό λαμβάνει με την άδεια της νερό ο γείτονας ..., ακόμη επέστρωσε με τσιμέντο τμήμα του επιδίκου, το οποίο μάλιστα εξακολουθεί να υπάρχει και σήμερα με την ίδια μορφή και τέλος τοπογράφησε το επίδικο κατά μήνα Αύγουστο 1990 και τοποθέτησε πασσάλους ως όρια διαχωρισμού της ιδιοκτησίας της από εκείνη των εκκαλούντων.

Εν συνεχεία, το έτος 1999 εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας Ληξουρίου προς ανέγερση ισόγειας οικοδομής επί του εν λόγω οικοπέδου, οι εργασίες κατασκευής όμως διακόπηκαν κατ' εντολή της Προϊσταμένης της αρμόδιας Πολεοδομίας ... μετά την καταγγελία του αντιπροσώπου των εκκαλούντων ..., που είχε ως αποτέλεσμα την έγγραφη διαμαρτυρία της πρώτης εφεσίβλητης (βλ.

την από 21-10-2002 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία κοινοποιηθείσα την 23-10-2002 στην άνω Προϊσταμένη). Περί το μήνα Σεπτέμβριο 2002 διαπίστωσε ότι κατ' εντολή της ΒΒ, άμεση δικαιοπάροχο των εκκαλούντων, ο πολιτικός μηχανικός ... προέβη στη σύνταξη του από μηνός Ιουλίου 1994 τοπογραφικού σχεδιαγράμματος του ανήκοντος στο διαθέτη ενιαίου οικοπέδου, με το οποίο καθόρισε κατά το δοκούν τα όρια των επιμέρους ιδιοκτησιών των διαδίκων και δη προσδιόρισε για μεν την εντολοδόχο του οικόπεδο επιφανείας 501,75 τ.μ.

στο οποίο περιλαμβάνονταν τόσο η προσεισμική οικία όσο και τα όπισθεν αυτής ερειπωμένα προσεισμικά κτίσματα, για δε την ενάγουσα - πρώτη εφεσίβλητη οικόπεδο επιφανείας 371,14 τ.μ., ενώ για τις αδερφές τους ... και ... την οικία αρωγής με τον περιβάλλοντα αυτήν ακάλυπτο χώρο συνολικής επιφανείας 238,80 τ.μ. Λαμβάνοντας υπ' όψη το συγκεκριμένο διάγραμμα η άνω δικαιοπάροχος των εκκαλούντων αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα της ΑΑ και ταυτόχρονα μεταβίβασε προς τον πρώτο εκκαλούντα - γαμπρό της αιτία πώλησης και προς τη δεύτερη εκκαλούσα - θυγατέρα της λόγω γονικής παροχής, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου σε έκαστο, το φερόμενο ως ανήκον στην ίδια οικόπεδο εμβαδού 501,75 τ.μ., δυνάμει των υπ' αριθμ. ...

και ... συμβολαίων αντίστοιχα της τότε Συμβολαιογράφου Ληξουρίου Αγλαίας Λουκάτου, νόμιμα μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ληξουρίου. Εν συνεχεία, οι εκκαλούντες τοποθέτησαν στο κατά την γνώμη τους όριο των επιμέρους ιδιοκτησιών με κατεύθυνση από βορρά προς νότο μία σειρά σιδηροπασσάλων, με τέτοιο τρόπο ώστε η επίδικη εδαφική έκταση εμβαδού 120 τ.μ.

εμφαίνεται ότι αποτελεί τμήμα του ακινήτου τους, έκτοτε δε υποστηρίζουν και διαδίδουν σοβαρά προς τρίτους ότι το τμήμα αυτό τους ανήκει κατά συγκυριότητα. Ωστόσο, ο τρόπος διαχωρισμού των οικοπέδων με το προαναφερόμενο από Ιούλιο 1994 διάγραμμα τυγχάνει αυθαίρετος και δεν ανταποκρίνεται στην αληθινή βούληση του διαθέτη για τους ακόλουθους λόγους:

α) στην απεικονιζόμενη στο εν λόγω τοπογραφικό ιδιοκτησία τους ενσωματώνεται η είσοδος του ενιαίου οικοπέδου, για την οποία ο διαθέτης όρισε ρητά να είναι κοινή για όλες τις επιμέρους ιδιοκτησίες που θα σχηματίζονταν, β) εμφανίζουν επίσης ως ανήκοντα στην ιδιοκτησία τους και τα υπάρχοντα προσεισμικά κτίσματα, για τα οποία ο διαθέτης δεν έκανε καμία αναφορά, γ) το ακίνητο επιφανείας 371,14 τ.μ.

που καταλείπεται στην πρώτη εφεσίβλητη υπολείπεται κατά πολύ εκείνου της αδερφής της και δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με την σαφή επιθυμία του διαθέτη να εγκαταστήσει τις δύο αυτές θυγατέρες κυρίες σε ίση εδαφική έκταση, δ) παραμένει έωλος ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η άνω μνημονευόμενη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων δεν συζητήθηκε, επειδή η πρώτη των εφεσίβλητων αποδέχθηκε την εκ μέρος της δικαιοπαρόχου τους ΒΒ οριοθέτηση των δύο ιδιοκτησιών τους με το από μηνός Ιουλίου 1994 σχεδιάγραμμα, αφού το εναπομείναν στην ίδια οικόπεδο δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, γεγονός που δεν συμπορεύεται ούτε και με τη βούληση του διαθέτη πατέρα.

Εξάλλου, και η τρίτη των εφεσίβλητων που παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της από 1-9-2003 αγωγής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ληξουρίου παραδέχεται ότι η ορθή οριοθέτηση των όμορων ιδιοκτησιών αποτυπώνεται στο από μηνός Αυγούστου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., το οποίο γνωρίζει και δεν έχει ουδεμία άλλη αξίωση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι η ένδικη αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης πρέπει να γίνει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς τους αναιρεσείοντες, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Κρίνοντας, έτσι, το αμέσως πιο πάνω Δικαστήριο, παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, αφού, μολονότι δέχθηκε ότι "από τη διατύπωση της εν λόγω διαθήκης καθίσταται σαφές ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη ήταν ...", δηλαδή δεν διέγνωσε, έστω και έμμεσα, ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την περιεχόμενη στην επίμαχη δημόσια διαθήκη δήλωση του διαθέτη περί της οριοθετικής γραμμής μεταξύ των επιμέρους δύο τμημάτων του ενιαίου οικοπέδου που κατέλιπε στην αναιρεσίβλητη και στην άμεση δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, εντούτοις προέβη σε ερμηνεία προς αποσαφήνιση της αληθινής βούλησης του διαθέτη, καταφεύγοντας σε στοιχεία εκτός της διαθήκης, δηλαδή στο από Αυγούστου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., καθώς και στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ... .

Οι ερευνώμενοι, επομένως, αναιρετικοί λόγοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προ περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 112/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Πολυμελές Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ